Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ A10BH01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

SITAGLIPTIN

Σιταγλιπτίνη

### Φαρμακοδυναμικές **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τον διαβήτη, Συνδυασμοί από του στόματος χορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μειώνουν την γλυκόζη του αίματος, κωδικός ATC: A10BD07.

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 03/2024
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Από του στόματος
Χορήγηση:
δύο φορές ημερησίως με τα γεύματα
Δόση έναρξης:
50 mg σιταγλιπτίνης δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) μαζί με τη δόση της μετφορμίνης που ήδη λαμβάνεται
  • Ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR ≥ 90 ml/min)
    Μέγ. δόση100 mg σιταγλιπτίνης
    Η δόση εξατομικεύεται. Για ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με τη μέγιστη ανεκτή δόση μονοθεραπείας με μετφορμίνη, συνήθης δόση έναρξης είναι 50 mg σιταγλιπτίνης δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) μαζί με τη δόση της μετφορμίνης που ήδη λαμβάνεται. Για ασθενείς που αλλάζουν από συγχορήγηση σιταγλιπτίνης και μετφορμίνης, η έναρξη γίνεται στη δόση που ήδη λαμβανόταν. Για ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με διπλό συνδυασμό θεραπείας με τη μέγιστη ανεκτή δόση μετφορμίνης και σουλφονυλουρίας ή PPARγ αγωνιστή ή ινσουλίνης, η δόση είναι 50 mg σιταγλιπτίνης δύο φορές ημερησίως (100 mg συνολική ημερήσια δόση) και δόση μετφορμίνης παρόμοια με την ήδη λαμβανόμενη. Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δόσης σουλφονυλουρίας ή ινσουλίνης για μείωση του κινδύνου υπογλυκαιμίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Ηλικιωμένοι
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή. Απαραίτητη παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Παιδιά και έφηβοι 10 έως 17 ετών
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται λόγω ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας.
  • Παιδιά < 10 ετών
    Δεν έχει μελετηθεί.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Οποιονδήποτε τύπο οξείας μεταβολικής οξέωσης (όπως γαλακτική οξέωση, διαβητική κετοξέωση)
  • Διαβητικό προκώμα
  • Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR< 30 mL/min)
  • Οξείες καταστάσεις που έχουν την πιθανότητα να μεταβάλουν τη νεφρική λειτουργία
  • Αφυδάτωση
  • Σοβαρή λοίμωξη
  • Καταπληξία
  • Ενδαγγειακή χορήγηση ιωδιούχων σκιαγραφικών ουσιών
  • Οξεία ή χρόνια νόσο που μπορεί να προκαλέσει ιστική υποξία
  • Καρδιακή ή αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Καταπληξία
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Χρήση σε διαβήτη τύπου 1 και διαβητική κετοξέωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβήτη τύπου 1
    Το Janumet δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 1 και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της διαβητικής κετοξέωσης
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    προσοχή
    Εάν υπάρχει υποψία για παγκρεατίτιδα, το Janumet και άλλα πιθανόν υποπτευόμενα φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να διακοπούν. Εάν η οξεία παγκρεατίτιδα επιβεβαιωθεί, το Janumet δεν πρέπει να αρχίσει ξανά. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας.
  • Γαλακτική οξέωση
    Σε περίπτωση αφυδάτωσης (σοβαρός έμετος, διάρροια, πυρετός ή μειωμένη πρόσληψη υγρών), η μετφορμίνη πρέπει να διακόπτεται προσωρινά και συνιστάται η επικοινωνία με έναν επαγγελματία υγείας. Σε περίπτωση πιθανολογούμενων συμπτωμάτων, ο ασθενής πρέπει να σταματήσει να παίρνει μετφορμίνη και να ζητήσει άμεση ιατρική φροντίδα.
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με μετφορμίνη
    Πρέπει να αρχίζουν με προσοχή
  • Ασθενείς με γνωστές ή πιθανολογούμενες μιτοχονδριακές νόσους
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστές μιτοχονδριακές νόσους, όπως σύνδρομο Μιτοχονδριακής Εγκεφαλοπάθειας με Γαλακτική Οξέωση, και επεισόδια ομοιάζοντα με Αγγειακό Εγκεφαλικό (MELAS) και Μητρικά Κληρονομούμενο Διαβήτη και Κώφωση (MIDD)
    Η μετφορμίνη δε συνιστάται. Σε περίπτωση σημείων και συμπτωμάτων που υποδηλώνουν σύνδρομο MELAS ή MIDD μετά την πρόσληψη μετφορμίνης, η θεραπεία με μετφορμίνη πρέπει να αποσύρεται αμέσως και να διενεργείται άμεση διαγνωστική αξιολόγηση.
  • Νεφρική λειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με GFR <30 ml/min
    Το Janumet αντενδείκνυται και πρέπει να διακόπτεται προσωρινά κατά τη διάρκεια συνθηκών που ενδέχεται να μεταβάλουν τη νεφρική λειτουργία
  • Υπογλυκαιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Janumet σε συνδυασμό με μία σουλφονυλουρία ή με ινσουλίνη
    Μείωση της δόσης της σουλφονυλουρίας ή της ινσουλίνης μπορεί να είναι απαραίτητη
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Εάν υπάρχει υποψία, το Janumet θα πρέπει να διακόπτεται, άλλες πιθανές αιτίες του συμβάματος θα πρέπει να εξετάζονται, και θα πρέπει να χορηγείται εναλλακτική θεραπεία για το διαβήτη.
  • Πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
    Εάν υπάρχει υποψία, το Janumet θα πρέπει να διακόπτεται.
  • Χειρουργική επέμβαση
    Το Janumet πρέπει να διακόπτεται κατά τον χρόνο της χειρουργικής επέμβασης υπό γενική, ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά όχι νωρίτερα από 48 ώρες μετά τη χειρουργική επέμβαση ή τη συνέχιση της σίτισης από του στόματος και υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
  • Διαχείριση ιωδιωμένου σκιαγραφικού μέσου
    Το Janumet θα πρέπει να διακόπτεται πριν από ή κατά τον χρόνο της διαδικασίας απεικόνισης και να μην αρχίσει ξανά μέχρι τουλάχιστον 48 ώρες μετά, υπό την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία έχει αξιολογηθεί εκ νέου και διαπιστωθεί ότι είναι σταθερή.
  • Μεταβολή της κλινικής κατάστασης ασθενών με ελεγχόμενο προηγουμένως διαβήτη τύπου 2
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με καλά ελεγχόμενο προηγουμένως διαβήτη τύπου 2 υπό Janumet
    Θα πρέπει να εκτιμάται αμέσως για παρουσία κετοξέωσης ή γαλακτικής οξέωσης. Εάν εμφανισθεί οξέωση όποιας από τις δύο μορφές, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εφαρμοσθούν άλλα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα.
  • Ανεπάρκεια Βιταμίνης Β12
    Σε περίπτωση υποψίας ανεπάρκειας βιταμίνης Β12 (όπως αναιμία ή νευροπάθεια), τα επίπεδα της βιταμίνης Β12 στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται. Η περιοδική παρακολούθηση της βιταμίνης Β12 μπορεί να είναι απαραίτητη σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για ανεπάρκεια βιταμίνης Β12. Η θεραπεία με μετφορμίνη θα πρέπει να συνεχίζεται για όσο διάστημα είναι ανεκτή και δεν αντενδείκνυται και η κατάλληλη διορθωτική θεραπεία για την ανεπάρκεια βιταμίνης Β12 να παρέχεται σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Οινοπνευματώδη
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος γαλακτικής οξέωσης
    ΣύστασηΔεν συνιστάται
  • Ιωδιωμένα σκιαγραφικά μέσα
    προσοχή
    Απαιτείται διακοπή του Janumet
    ΣύστασηΔιακοπή πριν ή κατά τη διαδικασία απεικόνισης, επανέναρξη τουλάχιστον 48 ώρες μετά, εφόσον η νεφρική λειτουργία είναι σταθερή.
  • ΜΣΑΦ, επιλεκτικοί αναστολείς COX II, αναστολείς ACE, ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτενσίνης ΙΙ, διουρητικά (ιδίως διουρητικά της αγκύλης)
    παρακολούθηση
    Ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη νεφρική λειτουργία, αυξάνοντας τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
  • Αναστολείς OCT2, MATE (π.χ. ρανολαζίνη, βανδετανίμπη, ντολουτεγκραβίρη, σιμετιδίνη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση συστηματικής έκθεσης στη μετφορμίνη, ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο γαλακτικής οξέωσης.
    ΣύστασηΝα εξετάζονται τα οφέλη και οι κίνδυνοι. Να εξετάζεται στενή παρακολούθηση γλυκαιμικού ελέγχου, ρύθμιση δόσης ή αλλαγές στην αγωγή για τον διαβήτη.
  • Γλυκοκορτικοειδή, βήτα-2-αγωνιστές, διουρητικά
    παρακολούθηση
    Ενδογενής υπεργλυκαιμική δράση.
    ΣύστασηΕνημέρωση ασθενούς, συχνότερη παρακολούθηση γλυκόζης αίματος, ρύθμιση δόσης αντιυπεργλυκαιμικού φαρμακευτικού προϊόντος εάν απαραίτητο.
  • Αναστολείς-ΜΕΑ
    παρακολούθηση
    Μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.
    ΣύστασηΡύθμιση δόσης αντιυπεργλυκαιμικού φαρμακευτικού προϊόντος εάν απαραίτητο.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση AUC και Cmax σιταγλιπτίνης (29% και 68% αντίστοιχα).
    ΣύστασηΔεν θεωρείται κλινικά σημαντική. Δεν αναμένονται σημαντικές αλληλεπιδράσεις.
  • παρακολούθηση
    Η σιταγλιπτίνη είχε μικρή επίδραση στις συγκεντρώσεις της διγοξίνης στο πλάσμα (αύξηση AUC 11%, Cmax 18%).
    ΣύστασηΔεν συνιστάται ρύθμιση δόσης. Ασθενείς σε κίνδυνο τοξικότητας από διγοξίνη να παρακολουθούνται.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Θρομβοπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτικών αντιδράσεων
Μεταβολισμός
  • Υπογλυκαιμία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • μείωση/ανεπάρκεια Βιταμίνης Β12
Νευρικό
  • Υπνηλία
Αναπνευστικό
  • Διάμεση πνευμονική νόσος
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Μετεωρισμός
  • Δυσκοιλιότητα
  • Έμετος
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • άλγος της άνω κοιλίας
  • θανατηφόρος και μη-θανατηφόρος αιμορραγική και νεκρωτική παγκρεατίτιδα
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Αγγειοοίδημα
  • Εξάνθημα
  • Κνίδωση
  • Δερματική αγγειίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • αποφολιδωτικές δερματικές καταστάσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson
  • πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
  • Πόνος στα άκρα
  • Οσφυαλγία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • αρθροπάθεια
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • επηρεασμένη νεφρική λειτουργία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Δερματική αγγειίτιδα
    Δέρμα
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Διάμεση πνευμονική νόσος
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνή
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνή
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Σπάνια
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνή
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνή
  • Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Οξεία παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστή συχνότητα
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Όχι συχνή
  • Υπογλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνή
  • άλγος της άνω κοιλίας
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνή
  • αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτικών αντιδράσεων
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστή συχνότητα
  • αποφολιδωτικές δερματικές καταστάσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστή συχνότητα
  • αρθροπάθεια
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Μη γνωστή συχνότητα
  • επηρεασμένη νεφρική λειτουργία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Μη γνωστή συχνότητα
  • θανατηφόρος και μη-θανατηφόρος αιμορραγική και νεκρωτική παγκρεατίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Μη γνωστή συχνότητα
  • μείωση/ανεπάρκεια Βιταμίνης Β12
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνή
  • πομφολυγώδες πεμφιγοειδές
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστή συχνότητα
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται
    Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της σιταγλιπτίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε υψηλές δόσεις σιταγλιπτίνης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ένας περιορισμένος αριθμός δεδομένων υποδεικνύει ότι η χρήση της μετφορμίνης σε έγκυες γυναίκες δεν σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για συγγενείς δυσπλασίες. Μελέτες σε ζώα με μετφορμίνη δεν κατέδειξαν επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν μία ασθενής επιθυμεί να μείνει έγκυος ή προκύψει μία εγκυμοσύνη, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί και η ασθενής πρέπει να ενταχθεί σε θεραπεία με ινσουλίνη το γρηγορότερο δυνατόν.
  • Θηλασμός
    Δεν πρέπει να χορηγείται
    Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ζώα που θηλάζουν με το συνδυασμό των δραστικών ουσιών αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος. Σε μελέτες που διεξήχθησαν με τις δραστικές ουσιές ξεχωριστά, τόσο η σιταγλιπτίνη όσο και η μετφορμίνη απεκκρίθηκαν στο γάλα αρουραίων που θηλάζουν. Η μετφορμίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν είναι γνωστό εάν η σιταγλιπτίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα (βλ. Αντενδείξεις).
  • Γονιμότητα
    Δεν υποστηρίζεται επίδραση
    Δεδομένα από ζώα δεν υποστηρίζουν κάποια επίδραση της θεραπείας με σιταγλιπτίνη στη γονιμότητα αρσενικών και θηλυκών. Δεν υπάρχουν δεδομένα για τον άνθρωπο.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • γαλακτική οξέωση
Αντιμετώπιση
Εφαρμογή των συνήθων υποστηρικτικών μέτρων, όπως απομάκρυνση του μη απορροφημένου υλικού από το γαστροεντερικό σωλήνα, κλινική παρακολούθηση (συμπεριλαμβανομένης της λήψης ηλεκτροκαρδιογραφήματος), και εφαρμογή υποστηρικτικής θεραπείας εάν απαιτείται. Η αιμοδιύλιση είναι η πλέον αποτελεσματική μέθοδος για την απομάκρυνση του γαλακτικού και της μετφορμίνης.
ΑιμοκάθαρσηΝαι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΑμελητέα
Ωστόσο, κατά την οδήγηση ή τη χρήση μηχανημάτων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι έχουν αναφερθεί ζάλη και υπνηλία με τη σιταγλιπτίνη. Επιπλέον, οι ασθενείς πρέπει να είναι σε εγρήγορση σχετικά με τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας όταν το Σιταγλιπτίνη χορηγείται σε συνδυασμό με μία σουλφονυλουρία ή με ινσουλίνη.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Πυρήνας δισκίου
μικροκρυσταλλική κυτταρίνη (E460)
ποβιδόνη Κ29/32 (Ε1201)
νάτριο λαουρυλοθειϊκό
νάτριο στεατυλοφουμαρικό
Επικάλυψη με λεπτό υμένιο
πολυβινυλαλκοόλη
πολυαιθυλενογλυκόλη 3350
τάλκης (E553b)
διοξείδιο του τιτανίου (E171)
ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (E172)
μαύρο οξείδιο του σιδήρου (E172)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τον διαβήτη, Συνδυασμοί από του στόματος χορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μειώνουν την γλυκόζη του αίματος, κωδικός ATC: A10BD07.

Μηχανισμός δράσης

Το Janumet συνδυάζει δύο αντιυπεργλυκαιμικά φαρμακευτικά προϊόντα με συμπληρωματικούς μηχανισμούς δράσης για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2: τη φωσφορική σιταγλιπτίνη, έναν αναστολέα της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης-4 (DPP-4) και την υδροχλωρική μετφορμίνη, ένα μέλος της κατηγορίας των διγουανιδίων.

Σιταγλιπτίνη

Η φωσφορική σιταγλιπτίνη είναι ένας από του στόματος χορηγούμενος ενεργός, ισχυρός και πολύ εκλεκτικός αναστολέας του ενζύμου διπεπτιδυλική πεπτιδάση -4 (DPP-4) για τη θεραπεία του διαβήτη τύπου 2. Με την αναστολή του ενζύμου DPP-4, η σιταγλιπτίνη αυξάνει τα επίπεδα δύο γνωστών ενεργών ινκρετινών ορμονών, του παρόμοιου με τη γλυκαγόνη πεπτιδίου-1 (GLP-1) και του εξαρτώμενου από τη γλυκόζη ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP). Όταν οι συγκεντρώσεις της γλυκόζης στο αίμα είναι φυσιολογικές ή αυξημένες, τα GLP-1 και GIP αυξάνουν τη σύνθεση και την απελευθέρωση της ινσουλίνης από τα βήτα κύτταρα του παγκρέατος. Το GLP-1 επίσης μειώνει την έκκριση γλυκαγόνης από τα άλφα κύτταρα του παγκρέατος, οδηγώντας σε μειωμένη ηπατική παραγωγή γλυκόζης.

Μετφορμίνη

Η μετφορμίνη είναι ένα διγουανίδιο με αντιυπεργλυκαιμικές ιδιότητες, που μειώνει και την αρχική και τη μεταγευματική γλυκόζη του πλάσματος. Δεν διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και γι’αυτό δεν προκαλεί υπογλυκαιμία. Η μετφορμίνη μπορεί να δράσει μέσω τριών μηχανισμών:

  • Μείωση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης με την αναστολή της γλυκονεογένεσης και γλυκογονόλυσης.
  • Στους μύες, μέσω μέτριας αύξησης της ευαισθησίας στην ινσουλίνη, μέσω βελτίωσης της πρόσληψης και της χρησιμοποίησης γλυκόζης στην περιφέρεια.
  • Μέσω καθυστέρησης της εντερικής απορρόφησης της γλυκόζης.

Η μετφορμίνη διεγείρει την ενδοκυττάρια σύνθεση γλυκογόνου δρώντας επί της συνθετάσης γλυκογόνου. Η μετφορμίνη αυξάνει την δυνατότητα μεταφοράς ειδικών τύπων μεταφορέων της γλυκόζης στη μεμβράνη (GLUT-1 και GLUT-4).

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

  • Σιταγλιπτίνη: Βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου, σημαντικές μειώσεις στην αιμοσφαιρίνη A1c (HbA1c) και στη γλυκόζη νηστείας και μετά από γεύμα. Μείωση της γλυκόζης νηστείας του πλάσματος (ΓΝΠ) παρατηρήθηκε σε 3 εβδομάδες. Η συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας παρόμοια με εικονικό φάρμακο. Το σωματικό βάρος δεν αυξήθηκε. Βελτιώσεις σε δείκτες λειτουργίας των βήτα κυττάρων.
  • Μετφορμίνη: Ανεξάρτητα από τη δράση της στην γλυκαιμία, έχει ευνοϊκές επιδράσεις στον μεταβολισμό των λιπιδίων: μειώνει την ολική χοληστερόλη, την LDL-C και τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων. Σε υπέρβαρους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η μετφορμίνη σχετίστηκε με μείωση του κινδύνου επιπλοκών που σχετίζονται με το διαβήτη, θνησιμότητας και εμφράγματος του μυοκαρδίου.

TECOS Καρδιαγγειακή Μελέτη Ασφάλειας

Η σιταγλιπτίνη, όταν προστέθηκε στη συνήθη θεραπεία, δεν αύξησε τον κίνδυνο μείζονων καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών ή τον κίνδυνο νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια σε σύγκριση με τη συνήθη θεραπεία χωρίς τη σιταγλιπτίνη, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές

Janumet Μία μελέτη βιοϊσοδυναμίας σε υγιή άτομα έδειξε οτι το Janumet (σιταγλιπτίνη/υδροχλωρική μετφορμίνη), δισκία συνδυασμού, είναι βιοϊσοδύναμα με την συγχορήγηση της φωσφορικής σιταγλιπτίνης και της υδροχλωρικής μετφορμίνης ως δισκία μεμονωμένης δραστικής ουσίας.

Οι ακόλουθες δηλώσεις αποδίδουν τις φαρμακοκινητικές ιδιότητες των μεμονωμένων δραστικών ουσιών του Janumet.

Σιταγλιπτίνη

  • Απορρόφηση: Ταχεία απορρόφηση μετά από από του στόματος χορήγηση 100 mg. Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Tmax) σε 1 έως 4 ώρες. Μέση AUC 8,52 μM-hr, Cmax 950 nM. Απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα περίπου 87%. Μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή. Οι συγκεντρώσεις της AUC αυξήθηκαν κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο.
  • Κατανομή: Μέσος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση περίπου 198 λίτρα. Το κλάσμα της σιταγλιπτίνης που συνδέεται ανάστροφα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι χαμηλό (38%).
  • Βιομετασχηματισμός: Αποβάλλεται κυρίως στα ούρα αμετάβλητη. Ο μεταβολισμός αποτελεί δευτερεύουσα οδό (περίπου 16% της ραδιενέργειας απομακρύνθηκε ως μεταβολίτες). Τα ίχνη μεταβολιτών δεν αναμένονται να ενισχύσουν την ανασταλτική δράση επί της DPP-4. Το κύριο ένζυμο για τον περιορισμένο μεταβολισμό είναι το CYP3A4, με συμβολή του CYP2C8. Η σιταγλιπτίνη δεν είναι αναστολέας ούτε επαγωγέας των ισοενζύμων CYP3A4, 2C8, 2C9, 2D6, 1A2, 2C19 ή 2B6.
  • Αποβολή: Περίπου 100% της χορηγούμενης ραδιενέργειας απομακρύνθηκε στα κόπρανα (13%) ή στα ούρα (87%) εντός μιας εβδομάδας. Ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής (t1/2) είναι περίπου 12,4 ώρες. Ελάχιστη συσσώρευση μετά από πολλαπλές δόσεις. Η νεφρική κάθαρση ήταν περίπου 350 mL/min, υποδεικνύοντας ενεργή σωληναριακή έκκριση. Η σιταγλιπτίνη είναι υπόστρωμα για τον hOAT-3 και την p-γλυκοπρωτεΐνη.

Χαρακτηριστικά σε ασθενείς

  • Νεφρική δυσλειτουργία: Η AUC της σιταγλιπτίνης στο πλάσμα αυξήθηκε κατά 1,2 φορές σε ήπια (GFR ≥ 60 έως < 90 ml/min) και 1,6 φορές σε μέτρια (GFR ≥ 45 έως < 60 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία (όχι κλινικά σημαντικό). Αύξηση κατά 2 φορές σε μέτρια (GFR ≥ 30 έως < 45 ml/min) και κατά 4 φορές σε σοβαρή (GFR < 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία (συμπεριλαμβανομένης της ΝΤΣ). Η σιταγλιπτίνη απομακρύνθηκε μετρίως με την αιμοδιύλιση (13,5% για 3 έως 4 ώρες).
  • Ηπατική δυσλειτουργία: Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ήπια ή μέτρια (Child-Pugh score ≤ 9). Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε σοβαρή (> 9). Δεν αναμένεται να επηρεαστεί η φαρμακοκινητική λόγω κυρίως νεφρικής αποβολής.
  • Ηλικιωμένοι: Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης. Η ηλικία δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση, αν και ηλικιωμένα άτομα (65 έως 80 ετών) εμφάνισαν περίπου 19% υψηλότερες συγκεντρώσεις.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός: Σε ασθενείς 10-17 ετών με διαβήτη τύπου 2, η προσαρμοσμένη στην δόση AUC της σιταγλιπτίνης ήταν περίπου 18% χαμηλότερη από τους ενήλικες. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ηλικίες < 10 ετών.
  • Άλλα χαρακτηριστικά: Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης με βάση το φύλο, τη φυλή, ή το δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ).

Μετφορμίνη

  • Απορρόφηση: Tmax σε 2,5 ώρες. Απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δισκίου 500 mg περίπου 50-60% σε υγιή άτομα. Η απορρόφηση είναι ατελής και με δυνατότητα κορεσμού. Σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα εντός 24-48 ωρών (< 1 μg/mL). Μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα (Cmax) δεν υπερβαίνουν τα 5 μg/mL. Η τροφή μείωσε το βαθμό και καθυστέρησε ελαφρά την απορρόφηση.
  • Κατανομή: Δέσμευση πρωτεΐνης στο πλάσμα αμελητέα. Διασπάται στα ερυθροκύτταρα. Μέσος όγκος κατανομής Vd 63-276 L.
  • Βιομετασχηματισμός: Αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα. Δεν ταυτοποιήθηκαν μεταβολίτες στον άνθρωπο.
  • Αποβολή: Νεφρική κάθαρση > 400 mL/min (σπειραματική διήθηση και σωληναριακή απέκκριση). Ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι περίπου 6,5 ώρες. Σε επηρεασμένη νεφρική λειτουργία, ο χρόνος ημίσειας ζωής παρατείνεται, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα.
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η αναστολή του DPP-4 από τη σιταγλιπτίνη επιβραδύνει την απενεργοποίηση των ινκρετινών, όπως το GLP-1 και το GIP, που μεσολαβείται από το DPP-4. Οι ινκρετίνες απελευθερώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και αυξάνονται ως απόκριση…
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για τον διαβήτη, Συνδυασμοί από του στόματος χορηγούμενων φαρμακευτικών προϊόντων που μειώνουν την γλυκόζη του αίματος, κωδικός ATC: A10BD07. ### Μηχανισμός…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές Janumet Μία μελέτη βιοϊσοδυναμίας σε υγιή άτομα έδειξε οτι το Janumet (σιταγλιπτίνη/υδροχλωρική μετφορμίνη), δισκία συνδυασμού, είναι βιοϊσοδύναμα με την συγχορήγηση της φωσφορικής σιταγλιπτίνης και της υδροχλωρικής μετφορμίνης ως…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η σιταγλιπτίνη δεν μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό, με το 79% της δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη μητρική ένωση. Δευτερεύοντα μεταβολικά μονοπάτια διαμεσολαβούνται κυρίως από το κυτόχρωμα p450 (CYP)3A4 και σε μικρότερο βαθμό από…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η σιταγλιπτίνη είναι 87% βιοδιαθέσιμη από το στόμα και η λήψη της με ή χωρίς τροφή δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της. Η σιταγλιπτίνη φτάνει στη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σε 2 ώρες. Περίπου το 79% της σιταγλιπτίνης…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) · πριν την έναρξη της θεραπείας και σε τακτά διαστήματα στη συνέχεια
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Βιταμίνη Β12 scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά περιοδική Παράγοντες κινδύνου για ανεπάρκεια βιταμίνης Β12
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Βιταμίνη Β12 ορού more_horizΆλλο / λοιπά Υποψία ανεπάρκειας βιταμίνης Β12
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Η σιταγλιπτίνη αναστέλλει το ένζυμο DPP-4, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) και γλυκόζης-εξαρτώμενης ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP), μειωμένα επίπεδα γλυκαγόνης και ισχυρότερη απόκριση ινσουλίνης στη γλυκόζη.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η αναστολή του DPP-4 από τη σιταγλιπτίνη επιβραδύνει την απενεργοποίηση των ινκρετινών, όπως το GLP-1 και το GIP, που μεσολαβείται από το DPP-4. Οι ινκρετίνες απελευθερώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και αυξάνονται ως απόκριση στα γεύματα ως μέρος της ομοιόστασης της γλυκόζης. Η μειωμένη αναστολή των ινκρετινών αυξάνει τη σύνθεση και την απελευθέρωση ινσουλίνης και μειώνει την απελευθέρωση γλυκαγόνης με τρόπο εξαρτώμενο από τις συγκεντρώσεις γλυκόζης. Αυτά τα αποτελέσματα οδηγούν σε συνολική βελτίωση του ελέγχου της γλυκόζης στο αίμα, η οποία αποδεικνύεται από τη μειωμένη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c).

Το Januvia ανήκει σε μια κατηγορία από του στόματος αντι-υπεργλυκαιμικών παραγόντων που ονομάζονται αναστολείς της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης 4 (DPP-4). Η βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου που παρατηρείται με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να μεσολαβείται από την ενίσχυση των επιπέδων των ενεργών ορμονών ινκρετίνης. Οι ορμόνες ινκρετίνης, συμπεριλαμβανομένου του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) και του γλυκόζης-εξαρτώμενου ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP), απελευθερώνονται από το έντερο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και τα επίπεδά τους αυξάνονται ως απόκριση σε ένα γεύμα. Οι ινκρετίνες αποτελούν μέρος ενός ενδογενούς συστήματος που εμπλέκεται στη φυσιολογική ρύθμιση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Όταν οι συγκεντρώσεις γλυκόζης στο αίμα είναι φυσιολογικές ή αυξημένες, το GLP-1 και το GIP αυξάνουν τη σύνθεση και την απελευθέρωση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος μέσω ενδοκυτταρικών σηματοδοτικών μονοπατιών που περιλαμβάνουν κυκλικό AMP. Η θεραπεία με GLP-1 ή με αναστολείς DPP-4 σε ζωικά μοντέλα διαβήτη τύπου 2 έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει την ανταπόκριση των β-κυττάρων στη γλυκόζη και διεγείρει τη βιοσύνθεση και την απελευθέρωση ινσουλίνης. Με υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης, αυξάνεται η πρόσληψη γλυκόζης από τους ιστούς. Επιπλέον, το GLP-1 μειώνει την έκκριση γλυκαγόνης από τα α-κύτταρα του παγκρέατος. Οι μειωμένες συγκεντρώσεις γλυκαγόνης, μαζί με τα υψηλότερα επίπεδα ινσουλίνης, οδηγούν σε μειωμένη ηπατική παραγωγή γλυκόζης, με αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Τα αποτελέσματα του GLP-1 και του GIP εξαρτώνται από τη γλυκόζη, έτσι ώστε όταν οι συγκεντρώσεις γλυκόζης στο αίμα είναι χαμηλές, δεν παρατηρείται διέγερση της απελευθέρωσης ινσουλίνης και καταστολή της έκκρισης γλυκαγόνης από το GLP-1. Για το GLP-1 και το GIP, η διέγερση της απελευθέρωσης ινσουλίνης ενισχύεται καθώς η γλυκόζη αυξάνεται πάνω από τις φυσιολογικές συγκεντρώσεις. Επιπλέον, το GLP-1 δεν επηρεάζει την κανονική απόκριση της γλυκαγόνης στην υπογλυκαιμία. Η δραστηριότητα του GLP-1 και του GIP περιορίζεται από το ένζυμο DPP-4, το οποίο υδρολύει ταχέως τις ορμόνες ινκρετίνης παράγοντας ανενεργά προϊόντα. Η σιταγλιπτίνη αποτρέπει την υδρόλυση των ορμονών ινκρετίνης από το DPP-4, αυξάνοντας έτσι τις συγκεντρώσεις πλάσματος των ενεργών μορφών του GLP-1 και GIP. Ενισχύοντας τα επίπεδα ενεργών ινκρετινών, η σιταγλιπτίνη αυξάνει την απελευθέρωση ινσουλίνης και μειώνει τα επίπεδα γλυκαγόνης με τρόπο εξαρτώμενο από τη γλυκόζη. Σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 με υπεργλυκαιμία, αυτές οι αλλαγές στα επίπεδα ινσουλίνης και γλυκαγόνης οδηγούν σε χαμηλότερη αιμοσφαιρίνη Α1c (HbA1c) και χαμηλότερες συγκεντρώσεις γλυκόζης νηστείας και μεταγευματικής. Ο μηχανισμός εξαρτώμενος από τη γλυκόζη της σιταγλιπτίνης είναι διακριτός από τον μηχανισμό των σουλφονυλουριών, οι οποίες αυξάνουν την έκκριση ινσουλίνης ακόμη και όταν τα επίπεδα γλυκόζης είναι χαμηλά και μπορεί να οδηγήσουν σε υπογλυκαιμία σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και σε φυσιολογικά άτομα. Η σιταγλιπτίνη είναι ένας ισχυρός και εξαιρετικά εκλεκτικός αναστολέας του ενζύμου DPP-4 και δεν αναστέλλει τα στενά συγγενή ένζυμα DPP-8 ή DPP-9 σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις.

Η σιταγλιπτίνη είναι ένας αναστολέας του DPP-4, ο οποίος πιστεύεται ότι ασκεί τις δράσεις του σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 επιβραδύνοντας την απενεργοποίηση των ορμονών ινκρετίνης. Οι συγκεντρώσεις των ενεργών, ακέραιων ορμονών αυξάνονται από το Januvia, αυξάνοντας έτσι και παρατείνοντας τη δράση αυτών των ορμονών. Οι ορμόνες ινκρετίνης, συμπεριλαμβανομένου του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1 (GLP-1) και του γλυκόζης-εξαρτώμενου ινσουλινοτρόπου πολυπεπτιδίου (GIP), απελευθερώνονται από το έντερο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και τα επίπεδά τους αυξάνονται ως απόκριση σε ένα γεύμα. Αυτές οι ορμόνες απενεργοποιούνται ταχέως από το ένζυμο, DPP-4. Οι ινκρετίνες αποτελούν μέρος ενός ενδογενούς συστήματος που εμπλέκεται στη φυσιολογική ρύθμιση της ομοιόστασης της γλυκόζης. Όταν οι συγκεντρώσεις γλυκόζης στο αίμα είναι φυσιολογικές ή αυξημένες, το GLP-1 και το GIP αυξάνουν τη σύνθεση και την απελευθέρωση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος μέσω ενδοκυτταρικών σηματοδοτικών μονοπατιών που περιλαμβάνουν κυκλικό AMP. Το GLP-1 μειώνει επίσης την έκκριση γλυκαγόνης από τα α-κύτταρα του παγκρέατος, οδηγώντας σε μειωμένη ηπατική παραγωγή γλυκόζης. Αυξάνοντας και παρατείνοντας τα επίπεδα ενεργών ινκρετινών, το Januvia αυξάνει την απελευθέρωση ινσουλίνης και μειώνει τα επίπεδα γλυκαγόνης στην κυκλοφορία με τρόπο εξαρτώμενο από τη γλυκόζη. Η σιταγλιπτίνη επιδεικνύει εκλεκτικότητα για το DPP-4 και δεν αναστέλλει τη δραστηριότητα των DPP-8 ή DPP-9 in vitro σε συγκεντρώσεις που προσεγγίζουν αυτές από θεραπευτικές δόσεις.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Η σιταγλιπτίνη είναι 87% βιοδιαθέσιμη από το στόμα και η λήψη της με ή χωρίς τροφή δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της. Η σιταγλιπτίνη φτάνει στη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σε 2 ώρες.

Περίπου το 79% της σιταγλιπτίνης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη μητρική ένωση. Το 87% της δόσης αποβάλλεται μέσω των ούρων και το 13% μέσω των κοπράνων.

198L.

350mL/min.

Η σιταγλιπτίνη εκκρίνεται στο γάλα θηλάζουσας αρουραίας με αναλογία γάλα προς πλάσμα 4:1. Δεν είναι γνωστό εάν η σιταγλιπτίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.

Η πλακουντιακή μεταφορά της σιταγλιπτίνης που χορηγήθηκε σε έγκυες αρουραίες ήταν περίπου 45% στις 2 ώρες και 80% στις 24 ώρες μετά τη δόση. Η πλακουντιακή μεταφορά της σιταγλιπτίνης που χορηγήθηκε σε έγκυες κουνέλες ήταν περίπου 66% στις 2 ώρες και 30% στις 24 ώρες.

Περίπου το 79% της σιταγλιπτίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα, με το μεταβολισμό να αποτελεί δευτερεύον μονοπάτι αποβολής.

Η αποβολή της σιταγλιπτίνης γίνεται κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης και περιλαμβάνει ενεργητική σωληναριακή έκκριση. Η σιταγλιπτίνη είναι υπόστρωμα του ανθρώπινου μεταφορέα οργανικών ανιόντων-3 (hOAT-3), ο οποίος μπορεί να εμπλέκεται στη νεφρική απέκκριση της σιταγλιπτίνης. Η κλινική σημασία του hOAT-3 στη μεταφορά της σιταγλιπτίνης δεν έχει τεκμηριωθεί. Η σιταγλιπτίνη είναι επίσης υπόστρωμα της p-γλυκοπρωτεΐνης, η οποία μπορεί επίσης να εμπλέκεται στη διαμεσολάβηση της νεφρικής απέκκρισης της σιταγλιπτίνης. Ωστόσο, η κυκλοσπορίνη, ένας αναστολέας της p-γλυκοπρωτεΐνης, δεν μείωσε την νεφρική κάθαρση της σιταγλιπτίνης.

Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για τη ΣΙΤΑΓΛΙΠΤΙΝΗ (10 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.

water_drop
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

38%.

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Η σιταγλιπτίνη δεν μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό, με το 79% της δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη μητρική ένωση. Δευτερεύοντα μεταβολικά μονοπάτια διαμεσολαβούνται κυρίως από το κυτόχρωμα p450 (CYP)3A4 και σε μικρότερο βαθμό από το CYP2C8. Μετά από 18 ώρες, το 81% της δόσης παρέμεινε αμετάβλητο, ενώ το 2% είχε υποστεί N-σουλφονίωση στον μεταβολίτη M1, το 6% είχε οξειδωτική αφυδάτωση και κυκλοποίηση στον μεταβολίτη M2, <1% γλυκουρονιδώθηκε σε άγνωστη θέση στον μεταβολίτη M3, <1% είχε καρβαμοϋλιωθεί και γλυκουρονιδωθεί στον μεταβολίτη M4, το 6% είχε οξειδωτική κορεσμό και κυκλοποίηση στον μεταβολίτη M5, και το 2% είχε υδροξυλιωθεί σε άγνωστη θέση στον μεταβολίτη M6. Ο μεταβολίτης M2 είναι το cis-ισομερές ενώ ο μεταβολίτης M5 είναι το trans-ισομερές του ίδιου μεταβολίτη.

Ο μεταβολισμός και η απέκκριση της (14)C σιταγλιπτίνης … διερευνήθηκαν σε ανθρώπους μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 83 mg/193 μCi. Συλλέχθηκαν ούρα, κόπρανα και πλάσμα σε τακτά χρονικά διαστήματα έως και 7 ημέρες. Η κύρια οδός απέκκρισης της ραδιενέργειας ήταν μέσω των νεφρών, με μέση τιμή 87% της χορηγηθείσας δόσης να ανακτάται στα ούρα. Η μέση απέκκριση στα κόπρανα ήταν 13% της χορηγηθείσας δόσης. Η μητρική ουσία ήταν το κύριο ραδιοενεργό συστατικό στο πλάσμα, τα ούρα και τα κόπρανα, με μόνο 16% της δόσης να απεκκρίνεται ως μεταβολίτες (13% στα ούρα και 3% στα κόπρανα), υποδεικνύοντας ότι η σιταγλιπτίνη απεβλήθη κυρίως μέσω νεφρικής απέκκρισης. Περίπου το 74% της AUC στο πλάσμα της συνολικής ραδιενέργειας αποδόθηκε στη μητρική ουσία. Έξι μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν σε ίχνη, ο καθένας αντιπροσωπεύοντας <1 έως 7% της ραδιενέργειας στο πλάσμα. Αυτοί οι μεταβολίτες ήταν τα N-σουλφο- και N-καρβαμοϋλο- γλυκουρονικά συζεύγματα της μητρικής ουσίας, ένα μείγμα υδροξυλιωμένων παραγώγων, ένα αιθερικό γλυκουρονίδιο ενός υδροξυλιωμένου μεταβολίτη, και δύο μεταβολίτες που σχηματίστηκαν από οξειδωτική αφυδάτωση του δακτυλίου της πιπεραζίνης ακολουθούμενη από κυκλοποίηση. Αυτοί οι μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν επίσης στα ούρα, σε χαμηλά επίπεδα. Τα προφίλ μεταβολιτών στα κόπρανα ήταν παρόμοια με αυτά των ούρων και του πλάσματος, εκτός από τα γλυκουρονίδια που δεν ανιχνεύθηκαν στα κόπρανα. Το CYP3A4 ήταν το κύριο ισοένζυμο κυτοχρώματος P450 που ήταν υπεύθυνο για τον περιορισμένο οξειδωτικό μεταβολισμό της σιταγλιπτίνης, με κάποια μικρή συμβολή από το CYP2C8.

Μετά από από του στόματος δόση (14)C σιταγλιπτίνης, περίπου το 16% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε ως μεταβολίτες της σιταγλιπτίνης. Έξι μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν σε ίχνη και δεν αναμένεται να συμβάλλουν στην ανασταλτική δράση της σιταγλιπτίνης στο DPP-4 στο πλάσμα. Μελέτες in vitro έδειξαν ότι το κύριο ένζυμο που ήταν υπεύθυνο για τον περιορισμένο μεταβολισμό της σιταγλιπτίνης ήταν το CYP3A4, με συμβολή από το CYP2C8.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Περίπου 12,4 ώρες. Άλλες μελέτες έχουν αναφέρει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 11 ώρες.

Δύο διπλά-τυφλές, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, εναλλασσόμενης ομάδας μελέτες αξιολόγησαν την ασφάλεια, την ανεκτικότητα, τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική εφάπαξ από του στόματος δόσεων σιταγλιπτίνης (1,5-600 mg) σε υγιείς άνδρες εθελοντές. Η σιταγλιπτίνη απορροφήθηκε καλά (περίπου 80% απεκκρίθηκε αμετάβλητη στα ούρα) με φαινόμενο χρόνο τερματικής ημίσειας ζωής που κυμάνθηκε από 8 έως 14 ώρες. …

Ο φαινόμενος τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής μετά από από του στόματος δόση 100 mg σιταγλιπτίνης ήταν περίπου 12,4 ώρες … .

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Ταξινόμηση MeSH

Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Πεπτίδια που διεγείρουν την απελευθέρωση ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ από τα Β-ΚΥΤΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ μετά από πόση τροφής από το στόμα, ή μεταγευματικά.

Ενώσεις που καταστέλλουν την αποικοδόμηση των ΙΝΚΡΕΤΙΝΩΝ εμποδίζοντας τη δράση της ΔΙΠΕΠΤΙΔΥΛΙΚΗΣ ΠΕΠΤΙΔΑΣΗ IV. Αυτό βοηθά στη διόρθωση της διαταραγμένης έκκρισης ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ και ΓΛΥΚΑΓΟΝΗΣ που χαρακτηρίζει τον ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2, διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης και καταστέλλοντας την απελευθέρωση γλυκαγόνης.

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

Ταξινόμηση FDA

QFP0P1DV7Z

SITAGLIPTIN

Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4

Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4

Η σιταγλιπτίνη είναι ένας Αναστολέας Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4. Ο μηχανισμός δράσης της σιταγλιπτίνης είναι ως Αναστολέας Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4.

SITAGLIPTIN

Αναστολείς Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4 [MoA]; Αναστολέας Διπεπτιδυλικής Πεπτιδάσης 4 [EPC]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

11-12.4 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

38%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 3 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Σακχαρώδης Διαβήτης Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας για τον Σακχαρώδη Διαβήτη
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Α A10BH01
    ΣΔ τύπου 2 — Χωρίς εγκατεστημένη ΚΑ νόσο / καρδιακή ανεπάρκεια / ΧΝΝ
    • Στόχος: ρύθμιση γλυκόζης, έλεγχος συμπτωμάτων & σωματικού βάρους
    Δοσολογία: Add-on · Συνεχής

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
4369359
Μοριακός τύπος
C16H15F6N5O
Μοριακό βάρος
407.31
IUPAC
(3R)-3-amino-1-[3-(trifluoromethyl)-6,8-dihydro-5H-[1,2,4]triazolo[4,3-a]pyrazin-7-yl]-4-(2,4,5-trifluorophenyl)butan-1-one
InChIKey
MFFMDFFZMYYVKS-SECBINFHSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ουσίες που μειώνουν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.

Πεπτίδια που διεγείρουν την απελευθέρωση ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ από τα Β-ΚΥΤΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ μετά από πόση τροφής από το στόμα, ή μεταγευματικά.

Ενώσεις που καταστέλλουν την αποικοδόμηση των ΙΝΚΡΕΤΙΝΩΝ εμποδίζοντας τη δράση της ΔΙΠΕΠΤΙΔΥΛΙΚΗΣ ΠΕΠΤΙΔΑΣΗ IV. Αυτό βοηθά στη διόρθωση της διαταραγμένης έκκρισης ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ και ΓΛΥΚΑΓΟΝΗΣ που χαρακτηρίζει τον ΣΑΚΧΑΡΩΔΗ ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2, διεγείροντας την έκκριση ινσουλίνης και καταστέλλοντας την απελευθέρωση γλυκαγόνης.