SPIRONOLACTONE
Σπειρονολακτόνη
### Μηχανισμός Δράσης Η σπειρονολακτόνη είναι **ειδικός ανταγωνιστής της αλδοστερόνης**, δρώντας κατά κύριο λόγο μέσω συναγωνιστικής σύνδεσης με τους υποδοχείς στην εξαρτώμενη από την αλδοστερόνη θέση ανταλλαγής νατρίου-καλίου στο άπω εσπειραμένο νεφρικό σωληνάριο.
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Δόση έναρξης: 25 mg μία φορά ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Για σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA III-IV), η δόση έναρξης είναι 25 mg μία φορά ημερησίως. Εάν ανεκτή, μπορεί να αυξηθεί σε 50 mg μία φορά ημερησίως μετά από 8 εβδομάδες. Εάν μη ανεκτή, μπορεί να μειωθεί σε 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα. Για ιδιοπαθή ανθεκτική υπέρταση, η δόση μπορεί να αυξηθεί βαθμιαία ανά διαστήματα 2 εβδομάδων έως 200 mg/ημέρα.
-
ΕνήλικεςΔόση50 mg/ημέρα έως 100 mg/ημέραΜέγ. δόση200 mg/ημέραΓια ιδιοπαθή ανθεκτική υπέρταση. Η δόση μπορεί να χορηγηθεί είτε μοιρασμένη είτε εφάπαξ. Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί για 2 εβδομάδες τουλάχιστον. Μείωση δόσης άλλων διουρητικών/αντιυπερτασικών κατά τουλάχιστον 50% όταν προστίθεται το Σπειρονολακτόνη.
-
ΕνήλικεςΔόση25 mg έως 200 mg ημερησίωςΓια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Αρχική δόση 100 mg την ημέρα, άπαξ ημερησίως ή σε διαιρεμένες δόσεις. Η δόση συντήρησης πρέπει να εξατομικεύεται.
-
ΕνήλικεςΔόση25 mg μία φορά ημερησίωςΓια σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA III-IV) σε ασθενείς με κάλιο ορού ≤5,0 mEq/L και κρεατινίνη ορού ≤2,5 mg/dL. Μπορεί να αυξηθεί σε 50 mg μία φορά ημερησίως μετά από 8 εβδομάδες αν ανεκτή, ή να μειωθεί σε 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα αν μη ανεκτή.
-
ΕνήλικεςΔόση100 mg/ημέραΓια κίρρωση, αν η σχέση Na+/K+ στα ούρα είναι πάνω από 1,0. Η δόση συντήρησης πρέπει να εξατομικεύεται.
-
ΕνήλικεςΔόση200 mg/ημέρα έως 400 mg/ημέραΓια κίρρωση, αν η σχέση Na+/K+ στα ούρα είναι κάτω από 1,0. Η δόση συντήρησης πρέπει να εξατομικεύεται.
-
ΕνήλικεςΔόση100 mg/ημέρα έως 200 mg/ημέραΓια νεφρωσικό σύνδρομο, μόνο εάν άλλη αγωγή είναι αναποτελεσματική.
-
ΕνήλικεςΔόση400 mgΓια μακροχρόνιο τεστ διάγνωσης πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού, επί 3 έως 4 εβδομάδες.
-
ΕνήλικεςΔόση400 mgΓια σύντομο τεστ διάγνωσης πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού, επί 4 ημέρες.
-
ΕνήλικεςΔόση100 mg έως 400 mg την ημέραΓια βραχυχρόνια προεγχειρητική αγωγή του πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού.
-
ΕνήλικεςΔόσηΜικρότερη αποτελεσματική δόσηΓια μακροχρόνια θεραπεία συντήρησης σε ασθενείς που θεωρούνται ακατάλληλοι για χειρουργική επέμβαση με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό.
-
ΕνήλικεςΔόση25 mg έως 100 mg την ημέραΓια την αντιμετώπιση υποκαλιαιμίας, που προκλήθηκε από διουρητικά, όταν η χορήγηση συμπληρωμάτων καλίου κριθεί ακατάλληλη.
-
ΗλικιωμένοιΈναρξη της θεραπείας με τη μικρότερη δόση και σταδιακή τιτλοποίηση. Δοσολογία ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και την ανοχή. Προσοχή σε σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός ΠληθυσμόςΔόση1-3 mg/kg σωματικού βάρουςΣε διαιρεμένες δόσεις. Η δοσολογία θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την απάντηση και την ανεκτικότητα. Θεραπεία υπό την καθοδήγηση εξειδικευμένου παιδιάτρου.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
-
Σοβαρή νεφρική βλάβη
-
Ανουρία
-
Νόσος Addison
-
Υπερκαλιαιμία
-
Υπερευαισθησία στη σπειρονολακτόνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ταυτόχρονη χρήση επλερενόνης
-
Μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείς
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ταυτόχρονη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που προκαλούν υπερκαλιαιμίαπροσοχήΜπορεί να προκαλέσει σοβαρή υπερκαλιαιμία. Αποφύγετε τη χρήση άλλων καλιοσυντηρητικών διουρητικών. Αποφύγετε τη χρήση από του στόματος συμπληρωμάτων καλίου (εκτός εάν κλινικά απαραίτητο).
-
Ηλεκτρολύτες ορού και άζωτο ουρίας αίματος (BUN)παρακολούθησηΠληθυσμόςΗλικιωμένα άτομα και/ή ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΣυνιστάται περιοδικός προσδιορισμός λόγω πιθανότητας εμφάνισης υπερκαλιαιμίας, υπονατριαιμίας και παροδικής αύξησης του BUN.
-
Υπερχλωριαιμική οξέωσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κίρρωση του ήπατος (ακόμα και με φυσιολογική νεφρική λειτουργία)Έχει αναφερθεί αναστρέψιμη υπερχλωριαιμική οξέωση, συνήθως με συνοδό υπερκαλιαιμία.
-
Κίνδυνος υπερκαλιαιμίαςπροσοχήΠληθυσμόςΔιαβητικοίΑπαιτείται προσοχή.
-
Υπερκαλιαιμία σε σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΟ έλεγχος και η ρύθμιση του καλίου του ορού είναι σημαντικός. Σταματήστε ή διακόψτε τη θεραπεία εάν το κάλιο ορού είναι >5 mEq/L ή η κρεατινίνη ορού είναι >4 mg/dL.
-
Χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικώνπροσοχήΠληθυσμόςΥπερτασικοί παιδιατρικοί ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκειαΘα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή λόγω του κινδύνου εμφάνισης υπερκαλιαιμίας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν υπερκαλιαιμίαπροσοχήΣοβαρή υπερκαλιαιμίαΣύστασηΠαρακολούθηση
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά και αναστολείς του ΜΕΑπροσοχήΣοβαρή υπερκαλιαιμίαΣύστασηΠαρακολούθηση
-
Τριμεθοπρίμη/σουλφαμεθοξαζόλη (κοτριμοξαζόλη)προσοχήΚλινικά σημαντική υπερκαλιαιμίαΣύστασηΠαρακολούθηση
-
Διουρητικά και αντιυπερτασικά φάρμακαπροσοχήΕντείνει τη δράσηΣύστασηΜείωση δόσης των διουρητικών και αντιυπερτασικών φαρμάκων
-
ΝοραδρεναλίνηπροσοχήΕλαττώνει την ανταπόκριση των αγγείωνΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αναισθησία
-
παρακολούθησηΑυξάνει τον χρόνο ημιζωής της διγοξίνηςΣύστασηΠαρακολούθηση
-
προσοχήΕξασθενούν τη νατριουρητική αποτελεσματικότητα και μειώνουν τη διουρητική δράσηΣύστασηΠαρακολούθηση
-
ΑντιπυρίνηπαρακολούθησηΕντείνει τον μεταβολισμό της αντιπυρίνηςΣύστασηΠαρακολούθηση
-
Διγοξίνη (προσδιορισμός συγκέντρωσης)παρακολούθησηΜπορεί να επηρεάσει τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση
-
αντένδειξηΕνδέχεται να αυξήσει τα επίπεδα PSAΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από το σύστημα Ρ450προσοχήΠιθανή αλληλεπίδραση (σπειρονολακτόνη είναι επαγωγέας P450)ΣύστασηΠαρακολούθηση
-
αντένδειξηΜη συνιστώμενη ταυτόχρονη χορήγησηΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση
-
αντένδειξηΜη συνιστώμενη ταυτόχρονη χορήγησηΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση
-
αντένδειξηΜη συνιστώμενη ταυτόχρονη χορήγησηΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση
-
αντένδειξηΜη συνιστώμενη ταυτόχρονη χορήγησηΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση
-
ΚορτικοστεροειδήπροσοχήΑπαιτείται προσοχήΣύστασηΠαρακολούθηση
-
προσοχήΑπαιτείται προσοχήΣύστασηΠαρακολούθηση
-
ΝευροληπτικάπροσοχήΑπαιτείται προσοχήΣύστασηΠαρακολούθηση
-
Αντικαταθλιπτικά του τύπου της ιμιπραμίνηςπροσοχήΑπαιτείται προσοχήΣύστασηΠαρακολούθηση
-
προσοχήΑπαιτείται προσοχήΣύστασηΠαρακολούθηση
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καλόηθες νεόπλασμα μαστού (άνδρες)
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Υπερκαλιαιμία
- Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- Συγχυτική κατάσταση
- Διαταραχή γενετήσιας ορμής
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Αταξία
- Διάρροια
- Έμετος
- Ναυτία
- Διαταραχή γαστρεντερικού συστήματος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Τοξική Επιδερμική Νεκρόλυση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αλωπεκία
- Υπερτρίχωση
- Πεμφιγοειδές
- Φαρμακευτική Αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Μυϊκοί σπασμοί
- Οξεία νεφρική βλάβη
- Γυναικομαστία*
- Μαστοδυνία (άνδρες)
- Μαστοδυνία (γυναίκες)
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Στυτική δυσλειτουργία
- Πυρεξία
- Αίσθημα κακουχίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ συχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜαστοδυνία (άνδρες)Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑταξίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή γαστρεντερικού συστήματοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΗλεκτρολυτικές διαταραχέςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚαλόηθες νεόπλασμα μαστού (άνδρες)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜαστοδυνία (γυναίκες)Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠεμφιγοειδέςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική Επιδερμική ΝεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερτρίχωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτική Αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΕίναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της σπειρονολακτόνης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα σχετιζόμενη με την αντιανδρογονική επίδραση της σπειρονολακτόνης (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Τα διουρητικά μπορούν να οδηγήσουν σε μειωμένη αιμάτωση του πλακούντα και συνεπώς σε εξασθένιση της ενδομήτριας ανάπτυξης και επομένως δεν συνιστώνται ως καθιερωμένη θεραπεία για την υπέρταση και το οίδημα κατά την διάρκεια της κύησης. Η σπειρονολακτόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ κανρενόνη (ένας κύριος και ενεργός μεταβολίτης της σπειρονολακτόνης) εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της σπειρονολακτόνης στα νεογέννητα/βρέφη. Η σπειρονολακτόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια του θηλασμού. Πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με σπειρονολακτόνη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΜείωσηΗ σπειρονολακτόνη που χορηγήθηκε σε θηλυκά ποντίκια μείωσε τη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός Δράσης
Η σπειρονολακτόνη είναι ειδικός ανταγωνιστής της αλδοστερόνης, δρώντας κατά κύριο λόγο μέσω συναγωνιστικής σύνδεσης με τους υποδοχείς στην εξαρτώμενη από την αλδοστερόνη θέση ανταλλαγής νατρίου-καλίου στο άπω εσπειραμένο νεφρικό σωληνάριο. Η σπειρονολακτόνη αυξάνει την απέκκριση του νατρίου και του νερού, ενώ κατακρατάται κάλιο. Η σπειρονολακτόνη ενεργεί τόσο ως διουρητικό όσο και ως αντιυπερτασικό φάρμακο μέσω αυτού του μηχανισμού. Μπορεί να χορηγηθεί μόνη της ή με άλλους διουρητικούς παράγοντες που δρουν εγγύτερα στο νεφρικό σωληνάριο.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ανταγωνιστική Δράση στην Αλδοστερόνη
Αυξημένα επίπεδα του αλατοκορτικοειδούς αλδοστερόνη, παρατηρούνται στον πρωτοπαθή και δευτεροπαθή υπεραλδοστερονισμό. Οι οιδηματώδεις καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται συνήθως ο δευτεροπαθής αλδοστερονισμός περιλαμβάνουν τη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, την κίρρωση του ήπατος, και το νεφρωσικό σύνδρομο. Η σπειρονολακτόνη, καθώς ανταγωνίζεται με την αλδοστερόνη για τις θέσεις των υποδοχέων, παρέχει αποτελεσματική θεραπεία για το οίδημα και τον ασκίτη σε αυτές τις καταστάσεις. Η σπειρονολακτόνη εξουδετερώνει το δευτεροπαθή υπεραλδοστερονισμό που προκαλείται από την μείωση όγκου και τη συσχετιζόμενη απώλεια νατρίου που προκαλείται από δραστική διουρητική θεραπεία. Η σπειρονολακτόνη είναι αποτελεσματική στη μείωση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμό. Είναι επίσης αποτελεσματική στις περισσότερες περιπτώσεις ιδιοπαθούς υπέρτασης, παρά το γεγονός ότι η έκκριση της αλδοστερόνης μπορεί να είναι εντός των φυσιολογικών ορίων σε καλοήθη ιδιοπαθή υπέρταση. Η σπειρονολακτόνη δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει το ουρικό οξύ στον ορό, ότι επιφέρει ουρική αρθρίτιδα, ή ότι μεταβάλει το μεταβολισμό των υδατανθράκων.
Σοβαρή Καρδιακή Ανεπάρκεια
Η μελέτη RALES ήταν μια πολυεθνική, διπλά-τυφλή μελέτη σε 1663 ασθενείς, με κλάσμα εξώθησης ≤35%, με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας Κατηγορίας IV στην κλίμακα NYHA στους τελευταίους 6 μήνες, και με καρδιακή ανεπάρκεια Κατηγορίας III-IV κατά τη στιγμή της τυχαιοποίησης. Όλοι οι ασθενείς έπρεπε να λαμβάνουν ένα διουρητικό αγκύλης και, εφόσον ήταν ανεκτό, έναν αΜΕΑ. Οι ασθενείς με κρεατινίνη ορού >2,5 mg/dL κατά την έναρξη της μελέτης, ή με πρόσφατη αύξηση της τάξεως του 25%, ή με τιμές καλίου ορού >5,0 mEq/L κατά την έναρξη της μελέτης, αποκλείστηκαν. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1 με σπειρονολακτόνη 25 mg από του στόματος μια φορά ημερησίως ή με εικονικό φάρμακο. Στους ασθενείς στους οποίους η δόση 25 mg μια φορά ημερησίως ήταν καλώς ανεκτή, η δόση αυξήθηκε σε 50 mg μια φορά ημερησίως, όπως ενδεικνυόταν κλινικά. Στους ασθενείς στους οποίους η δόση 25 mg μια φορά ημερησίως δεν ήταν καλώς ανεκτή, η δόση μειώθηκε στα 25 mg κάθε δεύτερη ημέρα. Το κύριο τελικό σημείο για τη μελέτη RALES ήταν το χρονικό διάστημα έως την θνητότητα οποιασδήποτε αιτιολογίας. Η μελέτη RALES διεκόπη πρόωρα, μετά από μέση παρακολούθηση 24 μηνών, λόγω του σημαντικού οφέλους που ανιχνεύθηκε στη θνητότητα σε μία προγραμματισμένη ενδιάμεση ανάλυση. Η σπειρονολακτόνη μείωσε τον κίνδυνο θανάτου κατά 30% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p<0,001, 95% CI 18%-40%). H σπειρονολακτόνη μείωσε τον κίνδυνο θανάτου από καρδιολογικά αίτια, κυρίως αιφνίδιου θανάτου και θανάτου από προοδευτική καρδιακή ανεπάρκεια κατά 31% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p <0,001, 95% CI 18%-42%). Η σπειρονολακτόνη μείωσε επίσης τον κίνδυνο εισαγωγής σε νοσοκομείο για καρδιακά αίτια (που ορίζεται ως επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας, στηθάγχη, κοιλιακές αρρυθμίες ή έμφραγμα του μυοκαρδίου) κατά 30% (p <0,001, 95% CI 18%-41%). Αλλαγές στην κατηγορία στην κλίμακα ΝΥΗΑ ήταν πιο ευνοϊκές στην ομάδα της σπειρονολακτόνης: στην ομάδα της σπειρονολακτόνης η κατηγορία στην κλίμακα NYHA βελτιώθηκε στο τέλος της μελέτης στο 41% των ασθενών και επιδεινώθηκε στο 38% σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, όπου βελτιώθηκε στο 33% των ασθενών και επιδεινώθηκε στο 48% (p<0,001).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Υπάρχει έλλειψη ουσιαστικών πληροφοριών από κλινικές μελέτες με τη σπειρονολακτόνη σε παιδιά. Αυτό είναι αποτέλεσμα αρκετών παραγόντων: οι λίγες μελέτες που έχουν διεξαχθεί στον παιδιατρικό πληθυσμό, η χρήση της σπειρονολακτόνης σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες, οι μικροί αριθμοί των ασθενών που αξιολογήθηκαν σε κάθε μελέτη και οι διαφορετικές ενδείξεις που μελετήθηκαν. Οι δοσολογικές συστάσεις για παιδιατρικούς ασθενείς βασίζονται στην κλινική εμπειρία και σε μελέτες περιγραφής περιπτώσεων, καταγεγραμμένες στην επιστημονική βιβλιογραφία.
Η σπειρονολακτόνη μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς. Παράγωγα που περιέχουν θείο είναι οι κυρίαρχοι μεταβολίτες και πιστεύεται ότι είναι οι κύριοι υπεύθυνοι, μαζί με τη σπειρονολακτόνη, για τα θεραπευτικά αποτελέσματα του φαρμάκου. Τα ακόλουθα φαρμακοκινητικά δεδομένα ελήφθησαν από 12 υγιείς εθελοντές μετά από τη χορήγηση 100 mg σπειρονολακτόνης καθημερινά για 15 ημέρες. Την 15η ημέρα, η σπειρονολακτόνη δόθηκε αμέσως μετά από ένα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά πρωινό γεύμα και το αίμα λήφθηκε στη συνέχεια.
| Παράγοντας | Συγκέντρωσης: AUC (0-24 ώρες, Ημέρα 15)/AUC (0-24 ώρες, Ημέρα 1) | Μέση Μέγιστη Τιμή Συγκέντρωσης Πλάσματος | Μέση (SD) περίοδος Ημιζωής στη Σταθερή Κατάσταση |
|---|---|---|---|
| 7-α-(θειομέθυλ) σπειρολακτόνη | 1,25 | 391 ng/mL σε 3,2 ώρες | 13,8 ώρες (6,4) (τελική) |
| 6-β-υδρόξυ-7-α-(θειομέθυλ) σπειρολακτόνη | 1,50 | 125 ng/mL σε 5,1 ώρες | 15,0 ώρες (4,0) (τελική) |
| Κανρενόνη | 1,41 | 181 ng/mL σε 4,3 ώρες | 16,5 ώρες (6,3) (τελική) |
| Σπειρονολακτόνη | 1,30 | 80 ng/mL σε 2,6 ώρες | Περίπου 1,4 ώρες (0,5) (β ημιζωή) |
Η φαρμακολογική δράση των μεταβολιτών της σπειρονολακτόνης στον άνθρωπο δεν είναι γνωστή. Ωστόσο, οι αντι-αλατοκορτικοειδικές δραστηριότητες των μεταβολιτών κανρενόνη (C), 7-α-(θειομέθυλ) σπειρολακτόνη (TMS), και 6-β-υδρόξυ-7-α-(θειομέθυλ) σπειρολακτόνη (HTMS), σε σχέση με τη σπειρονολακτόνη, ήταν 1,10, 1,28, και 0,32, αντίστοιχα, σε αρουραίους στους οποίους τα επινεφρίδια είχαν αφαιρεθεί. Σε σχέση με τη σπειρονολακτόνη, οι δεσμευτικές τους συγγένειες με τους υποδοχείς αλδοστερόνης σε τομές νεφρών αρουραίων ήταν 0,19, 0,86, και 0,06, αντίστοιχα. Στους ανθρώπους, οι δραστικότητες των TMS και 7-α-thiospirolactone στην αντιστροφή των αποτελεσμάτων του συνθετικού αλατοκορτικοειδούς, fludrocortisone, στη σύνθεση ουρικού ηλεκτρολύτη ήταν 0,33 και 0,26, αντίστοιχα, σε σχέση με τη σπειρονολακτόνη. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι συγκεντρώσεις αυτών των στεροειδών δεν έχουν καθοριστεί, η ελλιπής απορρόφηση τους και/ή ο μεταβολισμός τους της πρώτης διόδου δεν μπορούσε να αποκλειστεί ως αιτία για τις μειωμένες δραστηριότητες τους in vivo. Η σπειρονολακτόνη και οι μεταβολίτες της είναι περισσότερο από 90% δεσμευμένοι από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα και δευτερευόντως στη χολή. Η επίδραση της τροφής στην απορρόφηση της σπειρονολακτόνης εκτιμήθηκε σε μία μελέτη άπαξ δόσης σε εννιά υγιείς εθελοντές που δεν λάμβαναν φαρμακευτική αγωγή. Η τροφή αύξησε την βιοδιαθεσιμότητα της μη μεταβολισμένης σπειρονολακτόνης σχεδόν κατά 100%. Η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος δεν είναι γνωστή.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα αναφορικά με τη χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό. Οι δοσολογικές συστάσεις για παιδιατρικούς ασθενείς βασίζονται στην κλινική εμπειρία και σε μελέτες περιγραφής περιπτώσεων, καταγεγραμμένες στην επιστημονική βιβλιογραφία.
Μηχανισμός Δράσης Η σπειρονολακτόνη είναι ειδικός ανταγωνιστής της αλδοστερόνης, δρώντας κατά κύριο λόγο μέσω συναγωνιστικής σύνδεσης με τους υποδοχείς στην εξαρτώμενη από την αλδοστερόνη θέση ανταλλαγής νατρίου-καλίου στο άπω εσπειραμένο νεφρικό…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Άζωτο ουρίας αίματος (BUN) | water_dropΝεφρική λειτουργία | περιοδικός | Ηλικιωμένοι και/ή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία |
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | 1 εβδομάδα μετά την έναρξη ή την αύξηση της δόσης, μια φορά μηνιαίως για τους πρώτους 3 μήνες, στη συνέχεια ανά τρίμηνο για ένα έτος, και στη συνέχεια κάθε 6 μήνες | Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | περιοδικός | Ηλικιωμένοι και/ή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία |
| 1 εβδομάδα μετά την έναρξη ή την αύξηση της δόσης, μια φορά μηνιαίως για τους πρώτους 3 μήνες, στη συνέχεια ανά τρίμηνο για ένα έτος, και στη συνέχεια κάθε 6 μήνες | Σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια | ||
| Νάτριο ορού (Na⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | περιοδικός | Ηλικιωμένοι και/ή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Ο σπιρονολακτόνη έχει διουρητική δράση που προκαλεί κατακράτηση καλίου.
Προάγει την απέκκριση νατρίου και νερού και την κατακράτηση καλίου.
Αυξάνει τα επίπεδα ρενίνης και αλδοστερόνης.
Η σπιρονολακτόνη είναι ανταγωνιστής των αλατοκορτικοειδών υποδοχέων (mineralocorticoid receptor) και έχει χαμηλή συγγένεια για τον υποδοχέα των γλυκοκορτικοειδών.
Εμφανίζει επίσης προγεσταγονικές και αντι-ανδρογονικές δράσεις, καθώς συνδέεται με τον υποδοχέα των ανδρογόνων και, σε μικρότερο βαθμό, με τους υποδοχείς οιστρογόνων και προγεστερόνης.
Η σπιρονολακτόνη εμφανίζει αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η αλδοστερόνη είναι μια βασική ορμόνη στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης. Συνδεόμενη με τον αλατοκορτικοειδή υποδοχέα στους νεφρικούς σωληνίσκους, προκαλεί επαναρρόφηση νατρίου και έκκριση καλίου, αυξάνει τη δυσκαμψία των αγγείων και την αναδιαμόρφωση, και ενεργοποιεί προφλεγμονώδεις οδούς.
Η σπιρονολακτόνη και οι ενεργοί μεταβολίτες της είναι ανταγωνιστές της αλδοστερόνης που παράγουν διουρητικό αποτέλεσμα με κατακράτηση καλίου. Ανταγωνίζονται ανταγωνιστικά τους υποδοχείς στη θέση ανταλλαγής νατρίου-καλίου που εξαρτάται από την αλδοστερόνη στον εγγύς εσχαταύλιο σωληνίσκο.
Η σπιρονολακτόνη προκαλεί αυξημένη απέκκριση νατρίου και νερού, ενώ το κάλιο κατακρατείται. Η σπιρονολακτόνη δρα τόσο ως διουρητικό όσο και ως αντιυπερτασικό φάρμακο μέσω αυτού του μηχανισμού. Μπορεί να χορηγηθεί μόνη της ή με άλλους διουρητικούς παράγοντες που δρουν πιο εγγύς στον νεφρικό σωληνίσκο.
Η σπιρονολακτόνη μπορεί να ασκήσει αντι-ανδρογονικές επιδράσεις μέσω πολλαπλών μηχανισμών: μπορεί να καταστρέψει την τεστοστερόνη CYP και να μειώσει τη δραστηριότητα της 17α-υδροξυλάσης, οδηγώντας σε μειωμένη σύνθεση τεστοστερόνης· και μπορεί να αναστείλει τη σύνδεση της 5α-διυδροτεστοστερόνης με τον κυτταροπλασματικό υποδοχέα ανδρογόνων στον προστάτη.
Η σπιρονολακτόνη εμφανίζει αντι-ανδρογονικές επιδράσεις σε άνδρες και γυναίκες. Ο μηχανισμός της αντι-ανδρογονικής δράσης της σπιρονολακτόνης είναι πολύπλοκος και φαίνεται να περιλαμβάνει πολλαπλές επιδράσεις του φαρμάκου.
Η σπιρονολακτόνη μειώνει τη βιοσύνθεση της τεστοστερόνης αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της στεροειδούς 17α-μονοοξυγενάσης (17α-υδροξυλάσης), πιθανώς δευτερογενώς στην καταστροφή των μικροσωμικών ενζύμων κυτοχρώματος P-450 σε ιστούς με υψηλή δραστηριότητα 17α-υδροξυλάσης (π.χ., όρχεις, επινεφρίδια).
Το φάρμακο φαίνεται επίσης να ανταγωνίζεται ανταγωνιστικά τη σύνδεση της διυδροτεστοστερόνης με την κυτταροπλασματική πρωτεΐνη-υποδοχέα της, μειώνοντας έτσι τις ανδρογονικές δράσεις στους ιστούς-στόχους.
Οι αυξήσεις στα επίπεδα της οιστραδιόλης του ορού που προκαλούνται από τη σπιρονολακτόνη μπορεί επίσης να συμβάλλουν στην αντι-ανδρογονική της δράση, αν και τέτοιες αυξήσεις μπορεί να μην εμφανίζονται σταθερά· τέτοιες αυξήσεις φαίνεται να προκύπτουν από αυξημένη μετατροπή της τεστοστερόνης σε οιστραδιόλη.
Η σπιρονολακτόνη μπορεί να έχει μεταβλητές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις 17-υδροξυπρογεστερόνης του ορού, πιθανώς μειώνοντας την παραγωγή της αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της στεροειδούς 17α-μονοοξυγενάσης ή μειώνοντας τη μετατροπή της (με αποτέλεσμα συσσώρευση) σε ανδροστενδιόνη αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της 17α-υδροξυπρογεστερόνης αλδολάσης (17,20-δεσμολάσης) που εξαρτάται από το κυτόχρωμα P450.
Οι συγκεντρώσεις προγεστερόνης του ορού μπορεί να αυξηθούν με το φάρμακο δευτερογενώς σε μειωμένη υδροξυλίωση (μέσω στεροειδούς 17α-μονοοξυγενάσης) σε 17-υδροξυπρογεστερόνη.
Σε παιδιά, μπορεί να εμφανιστούν αντισταθμιστικές αυξήσεις στην έκκριση ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) και θυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH), πιθανώς δευτερογενώς στις αντι-ανδρογονικές επιδράσεις του φαρμάκου (δηλαδή, απόκριση ανάδρασης στη μείωση των συγκεντρώσεων τεστοστερόνης του ορού ή/και την περιφερική ανδρογονική δραστηριότητα).
ΙΑΤΡΙΚΗ (ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΗ): Η σπιρονολακτόνη χρησιμοποιείται συχνότερα και είναι ανταγωνιστής αλδοστερόνης.
Η αλδοστερόνη είναι αυξημένη σε ζώα με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, στα οποία το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης ενεργοποιείται ως απόκριση σε υπονατριαιμία, υπερκαλιαιμία και μειώσεις της αρτηριακής πίεσης ή της καρδιακής παροχής.
Η αλδοστερόνη είναι υπεύθυνη για την αύξηση της επαναρρόφησης νατρίου και χλωρίου και την έκκριση καλίου και ασβεστίου από τους νεφρικούς σωληνίσκους.
Η σπιρονολακτόνη ανταγωνίζεται την αλδοστερόνη στον υποδοχέα της, προκαλώντας ήπια διούρηση και κατακράτηση καλίου.
Υψηλές συγκεντρώσεις σπιρονολακτόνης έχουν αναφερθεί ότι παρεμβαίνουν στη βιοσύνθεση στεροειδών αναστέλλοντας τις 11β-, 18-, 21- και 17α-υδροξυλάσες.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Ο μέσος χρόνος για να επιτευχθεί η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση της σπιρονολακτόνης και του ενεργού μεταβολίτη, κανρενονίου, σε υγιείς εθελοντές είναι 2,6 και 4,3 ώρες, αντίστοιχα.
Το φαγητό αύξησε τη βιοδιαθεσιμότητα της σπιρονολακτόνης (όπως μετράται από την AUC) κατά περίπου 95,4%.
Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα και δευτερευόντως στη χολή.
Οι μεταβολίτες της σπιρονολακτόνης απεκκρίνονται στα ούρα (42-56%) και στα κόπρανα (14,2-14,6%).
Δεν ανιχνεύεται αμετάβλητη σπιρονολακτόνη στα ούρα.
Τη στιγμή που η σπιρονολακτόνη εισήχθη στην κλινική χρήση, η βιοδιαθεσιμότητά της ήταν ανεπαρκής και βελτιώθηκε με την παρασκευή του φαρμάκου σε λεπτόκοκκη ή μικροποιημένη μορφή.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα εκτιμήθηκε έμμεσα στο 73%, η οποία ενισχύθηκε παρουσία τροφής.
Σχεδόν όλη η απορροφηθείσα σπιρονολακτόνη (>90%) συνδέεται με πρωτεΐνες του πλάσματος και, με επαναλαμβανόμενες δόσεις, επιτυγχάνεται σταθερή κατάσταση εντός 8 ημερών.
Μετά από από του στόματος λήψη δόσης 100 mg, ο πλασματικός χρόνος ημιζωής της σπιρονολακτόνης ήταν 1-2 ώρες, ο χρόνος μέγιστης πλασματικής συγκέντρωσης ήταν 2-3,2 ώρες, η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα ήταν 92-148 ng/mL, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (0-24 ώρες) ήταν 1430-1541 ng/mL ανά ώρα και ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν 18-20 ώρες.
Η κατανομή της (14)C σπιρονολακτόνης μελετήθηκε σε αρσενικούς αρουραίους, θηλυκούς σκύλους και θηλυκά πιθήκους μετά από ενδοφλέβια ή από του στόματος χορήγηση 5 mg/kg σωματικού βάρους.
Η γαστρεντερική απορρόφηση εκτιμήθηκε στο 82% σε αρουραίους, 62% σε σκύλους και 103% σε πιθήκους.
Η σπιρονολακτόνη μεταβολίστηκε εκτενώς και στα τρία είδη, και οι μεταβολίτες απεκκρίθηκαν κυρίως στα ούρα και τα κόπρανα.
Η ποσότητα ραδιοσημάνσεως που απεκκρίθηκε στα ούρα ή στα κόπρανα και στα τρία είδη ήταν παρόμοια μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση.
Στους πιθήκους, όπως και στους ανθρώπους, οι ποσότητες που απεκκρίθηκαν στα ούρα και στα κόπρανα ήταν περίπου ίσες, ενώ η απέκκριση στα κόπρανα υπερτερούσε σε αρουραίους και σκύλους ως αποτέλεσμα της χολικής απέκκρισης.
Μετά τη δόση από το στόμα, το ποσοστό ουρικής απέκκρισης ήταν 4,7% σε αρουραίους, 18% σε σκύλους και 46% σε πιθήκους.
Η υψηλή απέκκριση ραδιοσημάνσεως στα κόπρανα αρουραίων (90%) μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δείχνει τη σημασία της χολικής απέκκρισης για αυτό το είδος.
Διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ των ειδών και στον βιομετασχηματισμό της σπιρονολακτόνης.
Η απορρόφηση της σπιρονολακτόνης από το ΓΕΣ εξαρτάται από τη φόρμουλα με την οποία χορηγείται.
Οι τρέχουσες διαθέσιμες φόρμουλες σπιρονολακτόνης απορροφώνται καλά από το ΓΕΣ και η βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου υπερβαίνει το 90% σε σύγκριση με ένα βέλτιστα απορροφούμενο διάλυμα σπιρονολακτόνης σε πολυαιθυλενογλυκόλη 400.
Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση σπιρονολακτόνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα του φαρμάκου επιτυγχάνονται εντός 1-2 ωρών, και οι μέγιστες συγκεντρώσεις των κύριων μεταβολιτών του επιτυγχάνονται εντός 2-4 ωρών.
Όταν η σπιρονολακτόνη χορηγείται ταυτόχρονα με τροφή, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα και οι περιοχές κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου στο αίμα (AUCs) του φαρμάκου και, σε μικρότερο βαθμό, των κύριων μεταβολιτών του αυξάνονται σημαντικά σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας.
Η σπιρονολακτόνη και η κανρενονή, ένας κύριος μεταβολίτης του φαρμάκου, συνδέονται και οι δύο κατά >90% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Η σπιρονολακτόνη ή οι μεταβολίτες της μπορεί να περάσουν τον πλακούντα.
Η κανρενονή, ένας κύριος μεταβολίτης της σπιρονολακτόνης, διανέμεται στο γάλα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Η σπιρονολακτόνη και οι μεταβολίτες της συνδέονται πάνω από 90% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Η σπιρονολακτόνη και η κανρενονή συνδέονται με λευκωματίνη ορού και α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η σπιρονολακτόνη μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς σε διάφορους μεταβολίτες.
Μια ομάδα μεταβολιτών σχηματίζεται όταν αφαιρείται το θείο της σπιρονολακτόνης, όπως η [κανρενονή].
Το θείο διατηρείται σε μια άλλη ομάδα μεταβολιτών, συμπεριλαμβανομένης της 7-α (α)-θειομεθυλοσπιρονολακτόνης (TMS) και της 6-β (β)-υδροξυ-7-α (α)-θειομεθυλοσπιρονολακτόνης (HTMS).
Η σπιρονολακτόνη αρχικά αποακετυλιώνεται σε 7-α-θειοσπιρονολακτόνη.
Η 7-α-θειοσπιρονολακτόνη υφίσταται S-μεθυλίωση σε TMS, η οποία είναι ο κύριος μεταβολίτης, ή αποθειοακετυλιώνεται σε κανρενονή.
Η TMS και η HTMS μπορούν να μεταβολιστούν περαιτέρω.
Στους ανθρώπους, οι δραστικότητες της TMS και της 7-α-θειοσπιρονολακτόνης στην αντιστροφή των επιδράσεων του συνθετικού αλατοκορτικοειδούς, φλουδροκορτιζόνης, στην ουρική σύνθεση ηλεκτρολυτών ήταν περίπου το ένα τρίτο σε σχέση με τη σπιρονολακτόνη.
Ωστόσο, δεδομένου ότι οι συγκεντρώσεις αυτών των στεροειδών στον ορό δεν προσδιορίστηκαν, η ατελής απορρόφηση ή/και ο μεταβολισμός πρώτης διόδου τους δεν μπορούσε να αποκλειστεί ως αιτία της μειωμένης in vivo δραστηριότητάς τους.
Η σπιρονολακτόνη μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς σε ενώσεις που απεκκρίνονται στα ούρα και τα κόπρανα.
Υφίσταται εντεροηπατική ανακυκλοφορία, αλλά καμία αμετάβλητη ουσία δεν εμφανίζεται στα ούρα ή στα κόπρανα.
Οι μεταβολίτες της σπιρονολακτόνης μπορούν να χωριστούν σε δύο κύριες ομάδες: εκείνοι στους οποίους διατηρείται η ομάδα του θείου και εκείνοι στους οποίους το θείο αφαιρείται με αποθειοακετυλίωση.
Για πολλά χρόνια, πιστευόταν ότι ο αποθειοακετυλιωμένος μεταβολίτης, η κανρενονή, ήταν ο κύριος μεταβολίτης· ωστόσο, με πιο ειδικές αναλυτικές μεθόδους όπως η HPLC, η 7α-θειομεθυλοσπιρονολακτόνη αναγνωρίστηκε ως ο κύριος μεταβολίτης της σπιρονολακτόνης.
Αυτός ο μεταβολίτης σχηματίζεται με υδρόλυση της θειοακετυλικής ομάδας για να σχηματιστεί 7α-θειοσπιρονολακτόνη (ως ενδιάμεσο), ακολουθούμενη από S-μεθυλίωση σε 7α-θειομεθυλοσπιρονολακτόνη.
Αυτό στη συνέχεια μπορεί να υδροξυλιωθεί για να σχηματίσει 6β-υδροξυ-7α-θειομεθυλοσπιρονολακτόνη και να οξειδωθεί για να σχηματίσει 7α-μεθυλοσουλφινύλ- και 7α-μεθυλοσουλφονυλοσπιρονολακτόνη ή μέσω σουλφοξείδωσης για να σχηματίσει 6α-υδροξυ-7α-μεθυλοσουλφινύλ- και 6β-υδροξυ-7α-μεθυλοσουλφονυλοσπιρονολακτόνη.
Για το σχηματισμό της ομάδας μεταβολιτών στην οποία αφαιρείται το θείο, η 7α-θειομεθυλοσπιρονολακτόνη αποθειοακετυλιώνεται επίσης σε κανρενονή, η οποία περαιτέρω μεταβολίζεται με τρεις οδούς: υδρόλυση του δακτυλίου γ-λακτόνης για να σχηματιστεί κανρενοϊκό οξύ, το οποίο απεκκρίνεται στα ούρα ως γλυκουρονικό εστέρας, και, στη συνέχεια, υδροξυλίωση για να σχηματιστεί 15α-υδροξυ-κανρενονή ή αναγωγή για να παραχθούν διάφορες δι-, τετρα- και εξα-υδροπαράγωγα.
Η κανρενονή και το κανρενοϊκό οξύ βρίσκονται σε ισορροπία μεταξύ τους.
Όχι μόνο η σπιρονολακτόνη αλλά και πολλοί μεταβολίτες της έχουν βιολογική δραστηριότητα· σε φθίνουσα σειρά δραστικότητας, αυτοί είναι η 7α-θειοσπιρονολακτόνη, η 7α-θειομεθυλοσπιρονολακτόνη και η κανρενονή.
Διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ των ειδών στον βιομετασχηματισμό της σπιρονολακτόνης.
Η κανρενονή ήταν ο κύριος εκχυλίσιμος μεταβολίτης στο πλάσμα αρουραίων και σκύλων, ενώ σε πιθήκους και ανθρώπους, τόσο η κανρενονή όσο και ένας πολύ πολικός, μη αναγνωρισμένος μεταβολίτης ήταν οι κύριες συνιστώσες.
Στα ούρα και των τεσσάρων ειδών, η κανρενονή ήταν κύρια συνιστώσα.
Παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες διαφορές μεταξύ των ειδών στους μεταβολίτες της σπιρονολακτόνης στα κόπρανα, με το μοτίβο των μεταβολιτών στα κόπρανα σκύλων να διαφέρει σημαντικά από αυτό σε αρουραίους, πιθήκους ή ανθρώπους.
Συνολικά, κατέληξε ότι η κατανομή και ο μεταβολισμός της σπιρονολακτόνης σε πιθήκους, αντί σε αρουραίους ή σκύλους, είναι πλησιέστερα σε αυτούς στους ανθρώπους.
Έξι μεταβολίτες της σπιρονολακτόνης έχουν ανιχνευθεί στα ούρα ασθενών που έλαβαν αγωγή. Ένας είναι η αποθειοακετυλιωμένη ένωση κανρενονή, 3-(3-οξο-17β-υδροξυ-4,6-ανδρο-σταδιεν-17α-υλ) προπιονικό οξύ γ-λακτόνη.
Μια φθορισμομετρική μέθοδος χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης κανρενονής στο γάλα μετά από λήψη σπιρονολακτόνης (Aldactone) 25 mg δύο φορές την ημέρα σε μια 28χρονη γυναίκα.
Μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς. Η μεταβολική οδός της σπιρονολακτόνης είναι πολύπλοκη και μπορεί να χωριστεί σε δύο κύριες οδούς: εκείνες στις οποίες διατηρείται η ομάδα του θείου και εκείνες στις οποίες η ομάδα του θείου αφαιρείται με αποθειοακετυλίωση.
Η σπιρονολακτόνη μετασχηματίζεται σε δραστικό μεταβολίτη που μπορεί να αδρανοποιήσει τα επινεφρίδια και τους όρχεις, τα ένζυμα κυτοχρώματος P450. Έχει επίσης αντι-ανδρογονική δράση.
Οδός Αποβολής: Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως στα ούρα και δευτερευόντως στη χολή.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο μέσος χρόνος ημιζωής της σπιρονολακτόνης είναι 1,4 ώρες.
Οι μέσοι χρόνοι ημιζωής των μεταβολιτών της, συμπεριλαμβανομένης της κανρενονής, TMS και HTMS, είναι 16,5, 13,8 και 15 ώρες, αντίστοιχα.
Μετά από λήψη δόσης 100 mg από το στόμα, ο πλασματικός χρόνος ημιζωής της σπιρονολακτόνης ήταν 1-2 ώρες, ο χρόνος μέγιστης πλασματικής συγκέντρωσης ήταν 2-3,2 ώρες, η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα ήταν 92-148 ng/mL, η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (0-24 ώρες) ήταν 1430-1541 ng/mL ανά ώρα και ο χρόνος ημιζωής αποβολής ήταν 18-20 ώρες.
Μετά από μία μόνο από του στόματος δόση σε υγιείς ενήλικες, ο χρόνος ημιζωής της σπιρονολακτόνης κυμαίνεται κατά μέσο όρο 1,3-2 ώρες, και ο χρόνος ημιζωής της 7α-θειομεθυλοσπιρονολακτόνης κυμαίνεται κατά μέσο όρο 2,8 ώρες.
Ο χρόνος ημιζωής της κανρενονής αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 13-24 ώρες.
Σε μελέτες πολλαπλών δόσεων, ο χρόνος ημιζωής αποβολής του πλάσματος σε σταθερή κατάσταση της κανρενονής κυμάνθηκε κατά μέσο όρο 19,2 ώρες όταν χορηγήθηκαν 200 mg σπιρονολακτόνης ημερησίως ως μία δόση και κυμάνθηκε κατά μέσο όρο 12,5 ώρες όταν χορηγήθηκαν 200 mg του φαρμάκου ημερησίως σε 4 ισομερείς διηρημένες δόσεις.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
- Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΟΡΜΟΝΩΝ ΤΩΝ ΑΛΑΤΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΩΝ από τα ΑΛΑΤΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΗ όπως η ΑΛΔΟΣΤΕΡΟΝΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
27O7W4T232
SPIRONOLACTONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Αλδοστερόνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Αλδοστερόνης
Η σπιρονολακτόνη είναι Ανταγωνιστής Αλδοστερόνης. Ο μηχανισμός δράσης της σπιρονολακτόνης είναι ως Ανταγωνιστής Αλδοστερόνης.
CAROSPIR
Ανταγωνιστές Αλδοστερόνης [MoA]; Ανταγωνιστής Αλδοστερόνης [EPC]
SPIRONOLACTONE
Ανταγωνιστής Αλδοστερόνης [EPC]; Ανταγωνιστές Αλδοστερόνης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-Foundation C03DA01HFrEF — Τέσσερις βασικές κατηγορίες (4 pillars)ΚΕ ≤ 40% — όλοι οι ασθενείς. Ταυτόχρονη έναρξη και τιτλοποίησηΔοσολογία: 25 mg ×1 → στόχος 50 mg ×1 · Δια βίου
-
ΒΗΜΑ HFmrEF C03DA01HFmrEF — Μέτρια μειωμένο κλάσμα εξώθησης (41–49%)ΚΕ 41–49%Δοσολογία: Όπως HFrEF · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 3 C03DA01ΒΗΜΑ 3 — Ανθεκτική υπέρταση
- Αρρύθμιστη ΑΠ υπό τριπλή θεραπεία πλήρων δόσεων (συμπεριλαμβανομένου διουρητικού) — ~5%
- Αφού αποκλειστούν υπέρταση λευκής μπλούζας & δευτεροπαθής υπέρταση
Δοσολογία: Μικρή δόση · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
Ανταγωνιστές αλδοστερόνης/Ανταγωνιστές υποδοχέων μεταλλοκορτικοειδών (MRAs)
Εάν λαμβάνεται καθημερινά για περισσότερο από 3 έως 4 εβδομάδες, μειώστε τη δόση κατά 50% κάθε 1 έως 2 εβδομάδες. Μόλις φτάσετε στο 25% της αρχικής δόσης και δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα στέρησης (π.χ. πόνος στο στήθος, αίσθημα παλμών, αυξημένος καρδιακός ρυθμός, αυξημένη αρτηριακή πίεση (επανέλεγχος για έως και 6 μήνες), άγχος, τρόμος), διακόψτε τον MRA. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης, επιστρέψτε περίπου στο 75% της προηγούμενης ανεκτής δόσης. [Medstopper]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
- Φάρμακα που συνδέονται και αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΟΡΜΟΝΩΝ ΤΩΝ ΑΛΑΤΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΩΝ από τα ΑΛΑΤΟΚΟΡΤΙΚΟΕΙΔΗ όπως η ΑΛΔΟΣΤΕΡΟΝΗ.