Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ G01AF21 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TINIDAZOLE

Τινιδαζόλη

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαφόρων μυκητιάσεων ή άλλων λοιμώξεων των έξω γεννητικών οργάνων. Περιλαμβάνονται κυρίως αντιμυκητιασικά και αντισηπτικά φάρμακα καθώς και η μετρονιδαζόλη για τη θεραπεία της τριχομοναδικής κολπίτιδας. Ως …

Chemical structure of TINIDAZOLE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Λοιμώξεις από αναερόβια, ιδίως Bacteroides fragilis (π.χ. ηπατικό απόστημα, ενδοκοιλιακά αποστήματα, περιτονίτιδα, λοιμώξεις χοληφόρων, μαιευτικές, γυναικολογικές). Λαμβλίαση, αμοιβάδωση από Entamoeba histolytica (εντέρου και ήπατος, αμοιβαδικό απόστημα και…
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Aναερόβιες λοιμώξεις ενήλικες αρχική δόση 2 g εφάπαξ την 1η ημέρα, που ακολουθείται από 1 g εφάπαξ ή σε 2 δόσεις ημερησίως συνήθως για 5-6 ημέρες. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ακριβή δοσολογία σε παιδιά < 12 ετών. Aμοιβάδωση: Αμοιβαδικό ηπατικό απόστημα…
swap_horiz
ΕΟΦ

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
Eνισχύει τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η τινιδαζόλη είναι ένας αντιπρωτοζωικός παράγοντας. Η νιτροομάδα της τινιδαζόλης ανάγεται από κυτταρικά εκχυλίσματα του Trichomonas. Το ελεύθερο νιτρο ριζικό ιόν που παράγεται ως αποτέλεσμα αυτής της αναγωγής μπορεί να είναι υπεύθυνο…
monitor_heart
DrugBank

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακολογία Η τινιδαζόλη είναι ένας συνθετικός αντιπρωτοζωικός παράγοντας. Η τινιδαζόλη επιδεικνύει δραστηριότητα τόσο in vitro όσο και σε κλινικές λοιμώξεις εναντίον των ακόλουθων πρωτοζώων: Trichomonas vaginalis, Giardia duodenalis (επίσης…
biotech
PubChem

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση * Απορρόφηση: Ταχεία και πλήρης απορρόφηση υπό συνθήκες νηστείας. Η χορήγηση με τροφή οδηγεί σε καθυστέρηση της Tmax κατά περίπου 2 ώρες και μείωση της Cmax κατά περίπου 10% και AUC 901.6 ± 126.5 mcg hr/mL. *…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ηπατικός, κυρίως μέσω CYP3A4. Η τρινιδαζόλη, όπως η μετρονιδαζόλη, μεταβολίζεται σημαντικά στους ανθρώπους πριν από την απέκκριση. Η τρινιδαζόλη μεταβολίζεται μερικώς μέσω οξείδωσης, υδροξυλίωσης και σύζευξης. Η τρινιδαζόλη είναι η κύρια…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 5.1.16

Ιμιδαζόλια

expand_more
Ενδείξεις
Λοιμώξεις από αναερόβια, ιδίως Bacteroides fragilis (π.χ. ηπατικό απόστημα, ενδοκοιλιακά αποστήματα, περιτονίτιδα, λοιμώξεις χοληφόρων, μαιευτικές, γυναικολογικές). Λαμβλίαση, αμοιβάδωση από Entamoeba histolytica (εντέρου και ήπατος, αμοιβαδικό απόστημα και ασυμπτωματικοί φορείς), προληπτικά στις χειρουργικές επεμβάσεις του παχέος εντέρου και της μικρής πυέλου. Οξεία ελκωτική ουλίτιδα. Λοιπές βλ. κεφ. 7.5.
Αλληλεπιδράσεις
Eνισχύει τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών.
Δοσολογία
Aναερόβιες λοιμώξεις ενήλικες αρχική δόση 2 g εφάπαξ την 1η ημέρα, που ακολουθείται από 1 g εφάπαξ ή σε 2 δόσεις ημερησίως συνήθως για 5-6 ημέρες. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ακριβή δοσολογία σε παιδιά < 12 ετών. Aμοιβάδωση: Αμοιβαδικό ηπατικό απόστημα 1.5-2g εφάπαξ ημερησίως για 3-5 ημέρες, παιδιά 50-60 mg/kg εφάπαξ επί 5 συνεχείς ημέρες, οξεία ή υποξεία διηθητική εντερική 2 g εφάπαξ ημερησίως για 2-3 ημέρες, παιδιά 50-60 mg/kg εφάπαξ επί 3 συνεχείς ημέρες. Λαμβλίαση μία εφάπαξ δόση 2 g και σε παιδιά μία εφάπαξ δόση 50-70 mg/kg. Οξεία ελκωτική ουλίτιδα 2 g εφάπαξ. Προφύλαξη από αναερόβια 2 g εφάπαξ 12 ώρες πριν την επέμβαση.
Σκευάσματα
FASIGYN/Pfizer: f.c.tab 500mg x 4 5.1.17 Aντιλεπρικά Τα χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η δαψόνη, η κλοφαζιμίνη, η σουλφοξόνη (τα ο- 5.2 AΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΑ ποία δεν κυκλοφορούν στη χώρα μας και η προμήθειά τους γίνεται με ειδικές παραγγελίες). Επίσης χορηγείται η ριφαμπικίνη (βλ. 5.1.15). 5.2 Aντιμυκητιασικά Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων. H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα, ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει. Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Αντιβιοτικά πολυένια (αμφοτερικίνη B, νυστατίνη), 2) Αλλα αντιβιοτικά (γκριζεοφουλβίνη) 3) Aζόλες (κλοτριμαζόλη, εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, μικοναζόλη, μπιφοναζόλη, ομοκοναζόλη, τιοκοναζόλη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, φλουκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη κ.ά), 4) Αλλυλαμίνες (τερβιναφίνη, ναφτιφίνη), 5) Αλλες αντιμυκητιασικές ενώσεις (φθοριοκυτοσίνη, αμορολφίνη, τολναφτάτη, κυκλοπιροξολαμίνη, κασποφουνγκίνη κ.ά). Μερικά από αυτά δεν κυκλοφορούν στη χώρα μας ή κυκλοφορούν μόνο σε μορφές για τοπική εφαρμογή (βλ.κεφ. 7.5, 11.1.3 και 13.3.2). Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διάφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναδίνη κ.λ.π.) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο σοβαρών αρρυθμιών. Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων, λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B σε λιποσωμιακή μορφή στην οποία το φάρμακο είναι εγκεκυστωμένο σε λιποσώματα και σε λιπιδική στην οποία το φάρμακο φέρεται ως λιπιδικό σύμπλεγμα Aμφοτερικίνης B με φωσφολιπίδια, έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις. Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.
ΕΟΦ · 7.5

Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων

expand_more
Περιγραφή
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαφόρων μυκητιάσεων ή άλλων λοιμώξεων των έξω γεννητικών οργάνων. Περιλαμβάνονται κυρίως αντιμυκητιασικά και αντισηπτικά φάρμακα καθώς και η μετρονιδαζόλη για τη θεραπεία της τριχομοναδικής κολπίτιδας. Ως εναλλακτικά της τελευταίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν η ορνιδαζόλη και τινιδαζόλη (βλ. κεφ. 5.1.16). Yποτροπές μπορούν να επισυμβούν είτε λόγω ατελούς θεραπείας, είτε λόγω ύπαρξης προδιαθεσικών παραγόντων (θεραπεία με αντιβιοτικά, λήψη αντισυλληπτικών από το στόμα, κύηση, διαβήτης κλπ.), είτε, τέλος, λόγω αναμολύνσεων. Συχνά απαιτείται ταυτόχρονη θεραπεία και του συντρόφου. Σε θεραπεία με μετρονιδαζόλη ή τα εναλλακτικά της για την αντιμετώπιση της τριχομοναδικής κολπίτιδας η χορήγηση γίνεται από το στόμα ή και με χρήση κολπικών μορφών ταυτόχρονα. Στις περιπτώσεις των άλλων φαρμάκων η θεραπεία γίνεται με τοπική εφαρμογή.
Ενδείξεις
Λοιμώξεις από αναερόβια, ιδίως Bacteroides fragilis (π.χ. ηπατικό απόστημα, ενδοκοιλιακά αποστήματα, περιτονίτιδα, λοιμώξεις χοληφόρων, μαιευτικές, γυναικολογικές). Λαμβλίαση, αμοιβάδωση από Entamoeba histolytica (εντέρου και ήπατος, αμοιβαδικό απόστημα και ασυμπτωματικοί φορείς), προληπτικά στις χειρουργικές επεμβάσεις του παχέος εντέρου και της μικρής πυέλου. Οξεία ελκωτική ουλίτιδα. Λοιπές βλ. κεφ. 7.5.
Αλληλεπιδράσεις
Eνισχύει τη δράση των κουμαρινικών αντιπηκτικών.
Δοσολογία
Aναερόβιες λοιμώξεις ενήλικες αρχική δόση 2 g εφάπαξ την 1η ημέρα, που ακολουθείται από 1 g εφάπαξ ή σε 2 δόσεις ημερησίως συνήθως για 5-6 ημέρες. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την ακριβή δοσολογία σε παιδιά < 12 ετών. Aμοιβάδωση: Αμοιβαδικό ηπατικό απόστημα 1.5-2g εφάπαξ ημερησίως για 3-5 ημέρες, παιδιά 50-60 mg/kg εφάπαξ επί 5 συνεχείς ημέρες, οξεία ή υποξεία διηθητική εντερική 2 g εφάπαξ ημερησίως για 2-3 ημέρες, παιδιά 50-60 mg/kg εφάπαξ επί 3 συνεχείς ημέρες. Λαμβλίαση μία εφάπαξ δόση 2 g και σε παιδιά μία εφάπαξ δόση 50-70 mg/kg. Οξεία ελκωτική ουλίτιδα 2 g εφάπαξ. Προφύλαξη από αναερόβια 2 g εφάπαξ 12 ώρες πριν την επέμβαση.
Σκευάσματα
FASIGYN/Pfizer: f.c.tab 500mg x 4 5.1.17 Aντιλεπρικά Τα χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η δαψόνη, η κλοφαζιμίνη, η σουλφοξόνη (τα ο- 5.2 AΝΤΙΜΥΚΗΤΙΑΣΙΚΑ ποία δεν κυκλοφορούν στη χώρα μας και η προμήθειά τους γίνεται με ειδικές παραγγελίες). Επίσης χορηγείται η ριφαμπικίνη (βλ. 5.1.15). 5.2 Aντιμυκητιασικά Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων. H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε ασθενείς με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα, ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει. Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Αντιβιοτικά πολυένια (αμφοτερικίνη B, νυστατίνη), 2) Αλλα αντιβιοτικά (γκριζεοφουλβίνη) 3) Aζόλες (κλοτριμαζόλη, εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, μικοναζόλη, μπιφοναζόλη, ομοκοναζόλη, τιοκοναζόλη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, φλουκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη κ.ά), 4) Αλλυλαμίνες (τερβιναφίνη, ναφτιφίνη), 5) Αλλες αντιμυκητιασικές ενώσεις (φθοριοκυτοσίνη, αμορολφίνη, τολναφτάτη, κυκλοπιροξολαμίνη, κασποφουνγκίνη κ.ά). Μερικά από αυτά δεν κυκλοφορούν στη χώρα μας ή κυκλοφορούν μόνο σε μορφές για τοπική εφαρμογή (βλ.κεφ. 7.5, 11.1.3 και 13.3.2). Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διάφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναδίνη κ.λ.π.) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο σοβαρών αρρυθμιών. Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων, λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B σε λιποσωμιακή μορφή στην οποία το φάρμακο είναι εγκεκυστωμένο σε λιποσώματα και σε λιπιδική στην οποία το φάρμακο φέρεται ως λιπιδικό σύμπλεγμα Aμφοτερικίνης B με φωσφολιπίδια, έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις. Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

13.2 ± 1.4 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

12%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
5479
Μοριακός τύπος
C8H13N3O4S
Μοριακό βάρος
247.27
IUPAC
1-(2-ethylsulfonylethyl)-2-methyl-5-nitroimidazole
InChIKey
HJLSLZFTEKNLFI-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Φαρμακολογική Ταξινόμηση:
    • Εξαιρετικά δραστικές χημικές ουσίες που εισάγουν αλκυλο-ριζικούς παράγοντες σε βιολογικά ενεργά μόρια, εμποδίζοντας έτσι την σωστή λειτουργία τους. Πολλά χρησιμοποιούνται ως αντικαρκινικοί παράγοντες, αλλά τα περισσότερα είναι πολύ τοξικά, με καρκινογόνες, μεταλλαξιγόνες, τερατογόνες και ανοσοκατασταλτικές δράσεις. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί ως συστατικά σε αέρια δηλητηρίου.
    • Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία λοιμώξεων από τριχομονάδες.
    • Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.

Σχετικά Εργαλεία