TRIAMCINOLONE
Τριαμσινολόνη
**Ενδείξεις**: Για τη θεραπεία της πολυετούς και εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PEVISON
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπική εφαρμογή στο δέρμα
- Χορήγηση: Μία φορά το πρωί και μία φορά το βράδυ
- Δόση έναρξης: Όχι περισσότερες από 2 φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα της φλεγμονής, αλλά όχι περισσότερο από 2 εβδομάδες. Μετά από 2 εβδομάδες, εάν είναι αναγκαίο, συνεχίστε τη θεραπεία με ένα σκεύασμα που περιέχει μόνο εκοναζόλη ή νιτρική εκοναζόλη.
-
ΕνήλικεςΔόσηΌχι περισσότερες από 2 φορές την ημέραΚατά προτίμηση μία φορά το πρωί και μία φορά το βράδυ. Δεν πρέπει να εφαρμόζεται υπό κλειστή περίδεση, ή σε εκτεταμένη περιοχή της επιφάνειας του δέρματος. Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα της φλεγμονής, αλλά όχι περισσότερο από 2 εβδομάδες. Μετά από 2 εβδομάδες, εάν είναι αναγκαίο, συνεχίστε τη θεραπεία με ένα σκεύασμα που περιέχει μόνο εκοναζόλη ή νιτρική εκοναζόλη.
-
ΠαιδιάΔόσηΌχι περισσότερες από 2 φορές την ημέραΚατά προτίμηση μία φορά το πρωί και μία φορά το βράδυ. Δεν πρέπει να εφαρμόζεται υπό κλειστή περίδεση, ή σε εκτεταμένη περιοχή της επιφάνειας του δέρματος. Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί μέχρι να υποχωρήσουν τα συμπτώματα της φλεγμονής, αλλά όχι περισσότερο από 2 εβδομάδες. Μετά από 2 εβδομάδες, εάν είναι αναγκαίο, συνεχίστε τη θεραπεία με ένα σκεύασμα που περιέχει μόνο εκοναζόλη ή νιτρική εκοναζόλη.
block
SPC-PEVISON
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη (στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.ΠληθυσμόςNot specified
-
Συγκεκριμένες δερματικές παθήσεις, όπως φυματίωση, ανεμοβλογιά, απλό έρπη και άλλες ιογενείς δερματοπάθειες, ή πρόσφατα σημεία εμβολιασμού.ΠληθυσμόςNot specified
warning
SPC-PEVISON
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΧρήσηNot specifiedΓια εξωτερική χρήση μόνο. Δεν προορίζεται για οφθαλμική ή από στόματος χρήση.
-
Υπερευαισθησία ή χημικός ερεθισμόςNot specifiedΕάν συμβεί αντίδραση που υποδεικνύει υπερευαισθησία ή χημικό ερεθισμό, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.
-
Συστηματική απορρόφησηNot specifiedΤα κορτικοστεροειδή που εφαρμόζονται στο δέρμα μπορεί να απορροφηθούν σε επαρκείς ποσότητες ώστε να έχουν συστηματικές επιδράσεις, συμπεριλαμβανομένης της καταστολής των επινεφριδίων. Η συστηματική απορρόφηση μπορεί να αυξηθεί από διάφορους παράγοντες, όπως εφαρμογή σε μεγάλη περιοχή του δέρματος, εφαρμογή σε τραυματισμένο δέρμα, εφαρμογή υπό κλειστή περίδεση και παρατεταμένη διάρκεια θεραπείας.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςNot specifiedΠληθυσμόςΠαιδιατρικοί ασθενείςΠιθανά να εμφανίσουν μεγαλύτερη ευαισθησία σε επαγόμενη από τοπικά κορτικοστεροειδή καταστολή του άξονα ΥΥΕ (HPA) και σε σύνδρομο Cushing σε σύγκριση με τους ενήλικες ασθενείς. Προσοχή πρέπει να δίνεται και η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστούν σημεία καταστολής του άξονα ΥΥΕ ή συνδρόμου Cushing.
-
Οφθαλμικές παρενέργειεςNot specifiedΗ επαναλαμβανόμενη και/ή παρατεταμένη χρήση τοπικών κορτικοστεροειδών στην περικογχική περιοχή μπορεί να προκαλέσει καταρράκτη, αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης ή αύξηση του κινδύνου για γλαύκωμα.
-
Δερματικές παρενέργειεςNot specifiedΤα τοπικά κορτικοστεροειδή σχετίζονται με λέπτυνση και ατροφία του δέρματος, ραγάδες, ροδόχρου ακμή, περιστοματική δερματίτιδα, ακμή, τελαγγειεκτασία, πορφύρα, υπερτρίχωση και καθυστερημένη επούλωση τραυμάτων.
-
ΛοιμώξειςNot specifiedΤα τοπικά κορτικοστεροειδή μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο δερματολογικής επιλοίμωξης ή ευκαιριακής λοίμωξης.
-
Προειδοποιήσεις σχετικά με περιεχόμενα έκδοχαNot specifiedΗ κρέμα Pevison περιέχει βενζοϊκό οξύ Ε210, το οποίο μπορεί να προκαλέσει ήπιο ερεθισμό στο δέρμα, τα μάτια και τους βλεννογόνους. Επίσης περιέχει βουτυλοϋδροξυανισόλη Ε320, η οποία μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα από επαφή) ή ερεθισμό στα μάτια και τους βλεννογόνους.
swap_horiz
SPC-PEVISON
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιπηκτικά από στόματος (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη)ΠαρακολούθησηΚλινικά σημαντικές σχετικές αλληλεπιδράσεις λόγω αναστολής CYP3A4/2C9ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή και παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δοσολογίας του αντιπηκτικού κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας.
sick
SPC-PEVISON
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αίσθηση δερματικού καύσου
- Ερεθισμός δέρματος
- Ερύθημα
- Αγγειοοίδημα
- Δερματίτιδα από επαφή
- Ατροφία δέρματος
- Κνησμός
- Δερματική αποφολίδωση
- Ραγάδες δέρματος
- Τελαγγειεκτασία
- Υπερευαισθησία
- Άλγος της θέσης εφαρμογής
- Οίδημα της θέσης εφαρμογής
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Συχνές (≥1/100 έως <1/10)Αίσθηση δερματικού καύσουΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνές (≥1/100 έως <1/10)Ερεθισμός δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Συχνές (≥1/100 έως <1/10)ΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδα από επαφήΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑτροφία δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΔερματική αποφολίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΡαγάδες δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΤελαγγειεκτασίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΆλγος της θέσης εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΟίδημα της θέσης εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-PEVISON
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ κρέμα Pevison πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης μόνο όταν ο γιατρός το θεωρεί απαραίτητο για την περίθαλψη της ασθενούς. Η κρέμα Pevison μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο εάν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο. Τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας δεν πρέπει να χορηγούνται εκτενώς σε μεγάλες ποσότητες, σε μεγάλες περιοχές στο δέρμα ή για παρατεταμένη χρονική περίοδο σε έγκυες ασθενείς. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα [τοξικότητα στο έμβρυο με την εκοναζόλη και τερατογένεση με την τριαμσινολόνη (βλέπε παρακάτω)]. Ωστόσο, ο κίνδυνος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστός. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3, Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Η σημασία αυτού του ευρήματος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστή. Η συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης είναι χαμηλή (<10%) μετά από τοπική εφαρμογή σε άθικτο δέρμα σε ανθρώπους. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3, Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Περιορισμένα βιβλιογραφικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι έως 5% της τοπικά εφαρμοζόμενης στο δέρμα τριαμσινολόνης απορροφάται συστηματικά σε ανθρώπους.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για την τοπική εφαρμογή της κρέμας Pevison κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Δεν είναι γνωστό εάν η τοπική χορήγηση της κρέμας Pevison στο δέρμα κατά το θηλασμό θα μπορούσε να οδηγήσει σε συστηματική απορρόφηση ώστε να προκύψουν ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους. Απαιτείται προσοχή όταν η κρέμα Pevison χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες. Μετά από χορήγηση από στόματος της νιτρικής εκοναζόλης σε αρουραίους που θήλαζαν, η εκοναζόλη και/ή οι μεταβολίτες της εκκρίθηκαν στο γάλα και εντοπίστηκαν στα θηλάζοντα νεογνά. Δεν είναι γνωστό εάν η τοπική δερματική χορήγηση νιτρικής εκοναζόλης θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαρκή συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης ώστε να προκύψουν ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους. Δεν έχουν εντοπιστεί μελέτες σε ζώα σχετικές με την τριαμσινολόνη κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Δεν είναι γνωστό εάν η τοπική δερματική χορήγηση τριαμσινολόνης θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαρκή συστηματική απορρόφηση ώστε να προκύψουν ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΑποτελέσματα από μελέτες αναπαραγωγιμότητας σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση της εκοναζόλης στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Δεν υπάρχουν επαληθεύσιμα στοιχεία.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PEVISON
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PEVISON
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PEVISON
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-PEVISON
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PEVISON
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PEVISON
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PEVISON
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η ασφάλεια της κρέμας Pevison [νιτρική εκοναζόλη (1%) και ακετονίδιο τριαμσινολόνης (0,1%)] αξιολογήθηκε σε 182 ενήλικες που έλαβαν μέρος σε 4 κλινικές δοκιμές. Με βάση τα συγκεντρωτικά δεδομένα ασφάλειας από αυτές τις κλινικές δοκιμές, οι πιο συχνά αναφερόμενες (συχνότητα εμφάνισης ≥1%) ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν (% συχνότητα εμφάνισης): αίσθηση δερματικού καύσου (1,6%) και ερεθισμός δέρματος (1,6%). Η ασφάλεια της κρέμας Pevison αξιολογήθηκε επίσης σε 101 παιδιά (ηλικίας από 3 μηνών ως 10 ετών) που συμμετείχαν σε 1 κλινική δοκιμή. Η πιο συχνά αναφερόμενη (συχνότητα εμφάνισης ≥1%) ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν (% συχνότητα εμφάνισης): ερύθημα (1,0%). Σε γενικές γραμμές, το προφίλ ασφάλειας της κρέμας Pevison είναι παρόμοιο για τους ενήλικες και τα παιδιά. Συμπεριλαμβανομένων των ανεπιθύμητων ενεργειών που προαναφέρθηκαν, ο ακόλουθος πίνακας παρουσιάζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με τη χρήση της κρέμας Pevison είτε σε κλινικές δοκιμές (με ενήλικες ή παιδιά) είτε κατά την εμπειρία από την κυκλοφορία του προϊόντος. Οι συχνότητες που παρουσιάζονται ακολουθούν την εξής συνθήκη: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου Κατηγορία/Οργα νικό σύστημα Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου Κατηγορία συχνότητας Συχνές (1/100 έως <1/10) Μη γνωστές Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Αίσθηση δερματικού καύσου, ερεθισμός δέρματος,, ερύθημα* Αγγειοοίδημα, δερματίτιδα από επαφή, ερύθημα**, ατροφία δέρματος, κνησμός, δερματική αποφολίδωση, ραγάδες δέρματος, τελαγγειεκτασία Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος υπερευαισθησία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Άλγος της θέσης εφαρμογής, οίδημα της θέσης εφαρμογής Σημείωση: Όλοι οι αναφερόμενοι όροι για τις ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται ως προτιμώμενοι όροι της Έκδοσης 11.0 του MedDRA (Medical Dictionary for Regulatory Activities), εκτός από την «υπερευαισθησία» και το «αγγειοοίδημα». Η «υπερευαισθησία» και το «αγγειοοίδημα» παρουσιάζονται ως προτιμώμενοι όροι της Έκδοσης 13.0 του MedDRA.
- Για τον όρο «ερύθημα», η κατηγορία συχνότητας «συχνές» αφορά σε παιδιά. ** Για τον όρο «ερύθημα», η κατηγορία συχνότητας «μη γνωστές» αφορά σε ενήλικες. μ μ Αναφορά πιθανολογού ενων ανεπιθ ητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562, Χολαργός, www.eof.gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PEVISON
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Κρέμα Pevison
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για τις ανεπιθύμητες ενέργειες από τη χρήση της κρέμας Pevison σε έγκυες γυναίκες και δεν διατίθενται άλλα σχετικά επιδημιολογικά στοιχεία.
Η κρέμα Pevison πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης μόνο όταν ο γιατρός το θεωρεί απαραίτητο για την περίθαλψη της ασθενούς. Η κρέμα Pevison μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο εάν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερτερεί των πιθανών κινδύνων για το έμβρυο. Τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας δεν πρέπει να χορηγούνται εκτενώς σε μεγάλες ποσότητες, σε μεγάλες περιοχές στο δέρμα ή για παρατεταμένη χρονική περίοδο σε έγκυες ασθενείς.
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα [τοξικότητα στο έμβρυο με την εκοναζόλη και τερατογένεση με την τριαμσινολόνη (βλέπε παρακάτω)]. Ωστόσο, ο κίνδυνος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστός.
Νιτρική εκοναζόλη
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3, Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Η σημασία αυτού του ευρήματος για τους ανθρώπους δεν είναι γνωστή. Η συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης είναι χαμηλή (<10%) μετά από τοπική εφαρμογή σε άθικτο δέρμα σε ανθρώπους.
Ακετονίδιο τριαμσινολόνης
Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3, Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια). Περιορισμένα βιβλιογραφικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι έως 5% της τοπικά εφαρμοζόμενης στο δέρμα τριαμσινολόνης απορροφάται συστηματικά σε ανθρώπους.
Θηλασμός
Κρέμα Pevison
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες για την τοπική εφαρμογή της κρέμας Pevison κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Δεν είναι γνωστό εάν η τοπική χορήγηση της κρέμας Pevison στο δέρμα κατά το θηλασμό θα μπορούσε να οδηγήσει σε συστηματική απορρόφηση ώστε να προκύψουν ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους. Απαιτείται προσοχή όταν η κρέμα Pevison χορηγείται σε θηλάζουσες μητέρες.
Νιτρική εκοναζόλη
Μετά από χορήγηση από στόματος της νιτρικής εκοναζόλης σε αρουραίους που θήλαζαν, η εκοναζόλη και/ή οι μεταβολίτες της εκκρίθηκαν στο γάλα και εντοπίστηκαν στα θηλάζοντα νεογνά. Δεν είναι γνωστό εάν η τοπική δερματική χορήγηση νιτρικής εκοναζόλης θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαρκή συστηματική απορρόφηση της εκοναζόλης ώστε να προκύψουν ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους.
Ακετονίδιο τριαμσινολόνης
Δεν έχουν εντοπιστεί μελέτες σε ζώα σχετικές με την τριαμσινολόνη κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Δεν είναι γνωστό εάν η τοπική δερματική χορήγηση τριαμσινολόνης θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαρκή συστηματική απορρόφηση ώστε να προκύψουν ανιχνεύσιμες ποσότητες στο μητρικό γάλα σε ανθρώπους.
Γονιμότητα
Νιτρική εκοναζόλη
Αποτελέσματα από μελέτες αναπαραγωγιμότητας σε ζώα δεν έδειξαν επίδραση της εκοναζόλης στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
Ακετονίδιο τριαμσινολόνης
Δεν υπάρχουν επαληθεύσιμα στοιχεία.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PEVISON
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PEVISON
expand_more
Φαρμακοκινητική
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η τριαμσινολόνη είναι ένα κορτικοστεροειδές με αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Αυτές οι ιδιότητες χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της φλεγμονής σε καταστάσεις που επηρεάζουν διάφορα όργανα και ιστούς. Η τριαμσινολόνη δεν πρέπει να χορηγείται ως επισκληρίδια ένεση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα κορτικοστεροειδή, όπως η τριαμσινολόνη, αναστέλλουν τη φωσφολιπάση Α2 στις κυτταρικές μεμβράνες, αποτρέποντας τη διάσπαση των λυσοσωμικών μεμβρανών των λευκοκυττάρων, κάτι που με τη σειρά του αποτρέπει το σχηματισμό αραχιδονικού οξέος, μειώνοντας την έκφραση της κυκλοοξυγενάσης και της λιποξυγενάσης, αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών και λευκοτριενών. Η αντιφλεγμονώδης δράση συμβαίνει μέσω αντιστροφής της αγγειακής διαστολής και μείωσης της διαπερατότητας, η οποία αποτρέπει τη μετανάστευση μακροφάγων και λευκοκυττάρων. Η τριαμσινολόνη αναστέλλει επίσης τον πυρηνικό παράγοντα-κάππα-Β (NF-κB), ο οποίος μειώνει την παραγωγή προφλεγμονωδών σημάτων όπως η ιντερλευκίνη-6 (IL-6), η ιντερλευκίνη-8 (IL-8) και η πρωτεΐνη χημειοταξίας μονοκυττάρων-1 (MCP-1).
Οι γλυκοκορτικοειδείς ικανότητες καταστέλλουν τη φλεγμονώδη διαδικασία μέσω πολλαπλών οδών. Αλληλεπιδρούν με συγκεκριμένες ενδοκυτταρικές πρωτεΐνες υποδοχείς σε ιστούς-στόχους για να τροποποιήσουν την έκφραση των γονιδίων που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή. Οι γλυκοκορτικοειδείς ειδικοί υποδοχείς στον κυτταροπλασματικό χώρο συνδέονται με στεροειδείς συνδέτες για να σχηματίσουν συμπλέγματα ορμόνης-υποδοχέα που τελικά μετατοπίζονται στον πυρήνα του κυττάρου. Εκεί, αυτά τα συμπλέγματα συνδέονται με συγκεκριμένες αλληλουχίες DNA και τροποποιούν την έκφρασή τους. Τα συμπλέγματα μπορεί να προκαλέσουν μεταγραφή mRNA οδηγώντας σε σύνθεση νέων πρωτεϊνών. Τέτοιες πρωτεΐνες περιλαμβάνουν τη λιποκορτίνη, μια πρωτεΐνη γνωστή για την αναστολή της PLA2a και έτσι την αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών, λευκοτριενών και PAF. Τα γλυκοκορτικοειδή αναστέλλουν επίσης την παραγωγή άλλων μεσολαβητών, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολιτών του AA, όπως η COX, οι κυτοκίνες, οι ιντερλευκίνες, τα μόρια προσκόλλησης και τα ένζυμα, όπως η κολλαγενάση.
Τα κορτικοστεροειδή διαχέονται διαμέσου των κυτταρικών μεμβρανών και σχηματίζουν συμπλέγματα με ειδικούς κυτταροπλασματικούς υποδοχείς. Αυτά τα συμπλέγματα στη συνέχεια εισέρχονται στον πυρήνα του κυττάρου, συνδέονται με το DNA (χρωματίνη) και διεγείρουν τη μεταγραφή του αγγελιαφόρου RNA (mRNA) και τη μετέπειτα σύνθεση πρωτεϊνών διαφόρων ανασταλτικών ενζύμων που είναι υπεύθυνα για τις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις των τοπικών κορτικοστεροειδών. Αυτές οι αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις περιλαμβάνουν την αναστολή πρώιμων διεργασιών, όπως οίδημα, εναπόθεση ινώδους, αγγειακή διαστολή, κίνηση των φαγοκυττάρων στην περιοχή και φαγοκυτταρική δραστηριότητα. Μεταγενέστερες διεργασίες, όπως η παραγωγή τριχοειδών, η εναπόθεση κολλαγόνου και ο σχηματισμός ουλών, αναστέλλονται επίσης από τα κορτικοστεροειδή. Οι συνολικές δράσεις των τοπικών κορτικοστεροειδών είναι καταβολικές.
Η ισχυρή αντιφλεγμονώδης δράση μπορεί να οφείλεται στην αναστολή της έκκρισης αυξητικών παραγόντων, κυτοκινών που ενεργοποιούν το ενδοθήλιο και άλλων κυτοκινών από λεμφοκύτταρα, ηωσινόφλα, μακροφάγα, ινοβλάστες και μαστοκύτταρα. Τα αποτελέσματα είναι η μειωμένη εισροή φλεγμονωδών κυττάρων στα τοιχώματα των βρόγχων, εν μέρει λόγω της αναστολής της έκφρασης μορίων προσκόλλησης στο ενδοθήλιο και στους ιστούς. Η μειωμένη ενεργοποίηση και επιβίωση των ηωσινοφίλων στον ιστό των πνευμόνων και η μείωση του αριθμού των μαστοκυττάρων είναι περαιτέρω επιδράσεις. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να αναστέλλουν την απελευθέρωση μεσολαβητών από τα βασιόφιλα και ενζύμων από τα μακροφάγα. Υπάρχει μειωμένη διαπερατότητα μέσω αγγειοσυστολής και άμεση αναστολή της συστολής των ενδοθηλιακών κυττάρων. Οι αριθμοί των βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να αυξηθούν, οδηγώντας σε ενισχυμένη απόκριση σε βήτα-αδρενεργικούς βρογχοδιασταλτικούς παράγοντες και μειωμένη κάτω-ρύθμιση των βήτα-υποδοχέων μετά από παρατεταμένη έκθεση σε βήτα-αγωνιστές. Τα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή αναστέλλουν επίσης την έκκριση βλέννας στους αεραγωγούς, πιθανώς με άμεση δράση στα υποβλεννογόνια κύτταρα των αδένων και έμμεση ανασταλτική επίδραση που προκαλείται από τη μείωση των φλεγμονωδών μεσολαβητών που διεγείρουν την έκκριση βλέννας. Η ποσότητα και το ιξώδες του πτυέλων μειώνονται.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια από του στόματος δόση 16mg τριαμσινολόνης φτάνει σε Cmax 5.23±0.84ng/mL με Tmax 2.24±0.78h και AUC 36.0±6.2ngh/mL. Μια ενδοφλέβια δόση 2mg τριαμσινολόνης ακετονιδίου έχει AUC 57.7ngh/mL. Η βιοδιαθεσιμότητα 800µg εισπνεόμενου τριαμσινολόνης ακετονιδίου είναι 25%, με 10.4% να προέρχεται από πνευμονική απορρόφηση και το υπόλοιπο να οφείλεται σε εναπόθεση στο στοματικό βλεννογόνο και άλλους παράγοντες. Μια εισπνεόμενη δόση τριαμσινολόνης ακετονιδίου φτάνει σε Cmax 0.92ng/mL με Tmax 1.74h και AUC 5.12ngh/mL. Το κλάσμα μιας εισπνεόμενης δόσης που απορροφάται πραγματικά μέσω της πνευμονικής οδού φτάνει σε Cmax 0.55ng/mL με Tmax 0.66h και AUC 2.15ngh/mL. Μια από του στόματος δόση 16mg τριαμσινολόνης διακετάτης φτάνει σε Cmax 5.33±1.55ng/mL με Tmax 1.86±0.47h και AUC 32.7±9.9ng*h/mL.
Περίπου το 20% μιας δόσης τριαμσινολόνης ανακτάται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο, το 25% ανακτάται ως 6-βήτα-υδροξυ-τριαμσινολόνη, και το 5% ανακτάται ως μη αναγνωρισμένοι μεταβολίτες.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της τριαμσινολόνης είναι 115.2±10L. Ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής του τριαμσινολόνης ακετονιδίου είναι 1.96L/kg. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της τριαμσινολόνης διακετάτης είναι 119.7±33.14L.
Η κάθαρση της τριαμσινολόνης είναι 28.6±5.6L/h. Η μέση ολική κάθαρση του σώματος του τριαμσινολόνης ακετονιδίου είναι 0.57L/h. Η κάθαρση της τριαμσινολόνης διακετάτης είναι 34.4±10.6L/h.
ΤΟΠΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΚΡΕΜΑΣ… ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ…[(14)C]ΤΡΙΑΜΣΙΝΟΛΟΝΗ ΑΚΕΤΟΝΙΔΙΟ…ΣΕ ΚΡΟΥΝΟ. …9%…ΤΟΥ (14)C ΑΠΟΡΡΟΦΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΛΕΙΣΤΟ/ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΕΝΟ ΔΕΡΜΑ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΔΙΕΡΜΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ΘΑ ΗΤΑΝ ΜΕΓΙΣΤΑ ΕΝΙΣΧΥΜΕΝΗ.
Η απορρόφηση, κατανομή και ο μεταβολικός μεταβολισμός του τριαμσινολόνης ακετονιδίου-(14)C-21-φωσφορικού μελετήθηκαν σε σκύλους, πιθήκους και αρουραίους. Μια σύγκριση των επιπέδων ραδιενέργειας στο αίμα ή στο πλάσμα, που επιτεύχθηκαν μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση, έδειξε ότι το φάρμακο απορροφήθηκε πλήρως από το σημείο ενδομυϊκής ένεσης εντός 10-15 λεπτών και στις τρεις μορφές. Εντός 1-5 λεπτών μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση, ο εστέρας 21-φωσφορικού υδρολύθηκε πλήρως σε τριαμσινολόνη ακετονίδιο, η οποία ήταν παρούσα στο αίμα. Η ραδιενέργεια αποβλήθηκε γρήγορα (t1/2 = 1-2 ώρες) από το πλάσμα (σκύλοι, πίθηκοι και αρουραίοι) και τους ιστούς (αρουραίοι) μετά από ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση. Και στις τρεις μορφές, η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω της χολής. Ωστόσο, η αναλογία χολικής προς ουρική απέκκριση μεταξύ των μορφών διέφερε σημαντικά (από 1,5 έως 15). Στους αρουραίους, η απέκκριση ραδιενέργειας ως εκπνεόμενο διοξείδιο του άνθρακα αντιστοιχούσε μόνο στο 2-3% της δόσης. Η 6-βήτα-υδροξυτριαμσινολόνη ακετονίδιο ήταν ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα των τριών μορφών. Η υδρολυτική διάσπαση της ακετονιδικής ομάδας δεν φάνηκε να είναι σημαντική.
Έξι υγιείς άνδρες έλαβαν ο καθένας μία εφάπαξ δόση 100 μCi (περίπου 800 μg) από του στόματος (14)C-τριαμσινολόνη ακετονιδίου. Δείγματα πλάσματος, ούρων και κοπράνων συλλέχθηκαν σε επιλεγμένους χρόνους και αναλύθηκαν για τριαμσινολόνη ακετονίδιο και ραδιενέργεια που προέρχεται από (14)C. Η σύνδεση πρωτεϊνών πλάσματος της τριαμσινολόνης ακετονιδίου προσδιορίστηκε επίσης. Η ανάλυση μεταβολιτών και η ταυτοποίηση πραγματοποιήθηκαν σε πλάσμα και εκκρίματα. Οι κύριοι μεταβολίτες αξιολογήθηκαν για δραστηριότητα με in vitro αντιφλεγμονώδη μοντέλα. Η (14)C-τριαμσινολόνη ακετονίδιο απορροφήθηκε συστημικά μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο προσυστημικός μεταβολισμός και η κάθαρση της τριαμσινολόνης ακετονιδίου ήταν εκτεταμένοι, με μόνο ένα μικρό κλάσμα της συνολικής ραδιενέργειας πλάσματος να αποτελείται από τριαμσινολόνη ακετονίδιο. Ελάχιστη ή καθόλου μητρική ένωση ανιχνεύθηκε στο πλάσμα 24 ώρες μετά τη χορήγηση. Το μεγαλύτερο μέρος της ραδιενέργειας που προέρχεται από (14)C στα ούρα και στα κόπρανα επίσης απεκκρίθηκε εντός 24 και 72 ωρών μετά τη δόση, αντίστοιχα. Η μέση σύνδεση πρωτεϊνών πλάσματος της τριαμσινολόνης ακετονιδίου ήταν σταθερή, προβλέψιμη και σχετικά χαμηλή 68% σε ένα εύρος συγκεντρώσεων πλάσματος 24 φορές μεγαλύτερο. Τρεις κύριοι μεταβολίτες της τριαμσινολόνης ακετονιδίου αναλύθηκαν σε πλάσμα, ούρα και κόπρανα. Αυτοί οι μεταβολίτες ταυτοποιήθηκαν ως 6-βήτα-υδροξυ τριαμσινολόνη, 21-καρβοξυλικό οξύ τριαμσινολόνη ακετονίδιο και 6-βήτα-υδροξυ-21-οικό τριαμσινολόνη ακετονίδιο. Και οι τρεις μεταβολίτες δεν έδειξαν καμία συγκέντρωση-εξαρτώμενη επίδραση σε αντιφλεγμονώδη μοντέλα που αξιολογούν τη βιωσιμότητα των ηωσινοφίλων που υποστηρίζεται από IL-5 και την απελευθέρωση ισταμίνης από βασιόφιλα που προκαλείται από IgE.
Η τριαμσινολόνη ακετονίδιο είναι ένα γλυκοκορτικοειδές που χορηγείται με από του στόματος εισπνοή στη διαχείριση του άσθματος. Με την από του στόματος εισπνοή γλυκοκορτικοειδών, η συστημική απορρόφηση μπορεί να προέλθει από στοματοφαρυγγική, γαστρεντερική ή αεραγωγική εναπόθεση του φαρμάκου. Οι στόχοι αυτής της μελέτης ήταν ο προσδιορισμός της απόλυτης βιοδιαθεσιμότητας της τριαμσινολόνης ακετονιδίου μετά από χορήγηση εισπνοής και ο καθορισμός της συμβολής των αεραγωγών στην απορρόφηση της τριαμσινολόνης ακετονιδίου σε σχέση με την απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα. Όλοι οι συμμετέχοντες έλαβαν μια ενδοφλέβια έγχυση 400 mcg τριαμσινολόνης ακετονιδίου διάρκειας 5 λεπτών και μια εφάπαξ δόση 800 mcg εισπνεόμενης τριαμσινολόνης ακετονιδίου με και χωρίς χορήγηση από του στόματος άνθρακα σε μια τυχαία διασταυρούμενη μελέτη τριών ομάδων. Ο από του στόματος άνθρακας επέτρεψε την απομόνωση του πνευμονικού συστατικού της απορρόφησης, προσροφώντας το φάρμακο που εναποτίθεται στο στοματοφάρυγγα και το γαστρεντερικό σωλήνα. Η μέση (+/- Τυπική Απόκλιση) τιμή απόλυτης βιοδιαθεσιμότητας για την εισπνεόμενη τριαμσινολόνη ακετονίδιο ήταν 25% (8,75%). Ο καθορισμός της συμβολής των αεραγωγών στην απορρόφηση της τριαμσινολόνης ακετονιδίου έδειξε ότι το 10,4% μιας εισπνεόμενης δόσης απορροφάται ως τριαμσινολόνη ακετονίδιο από τους πνεύμονες. Η μέση (+/- Τυπική Απόκλιση) ολική κάθαρση του σώματος ήταν ταχεία στο 0,57 (0,12) L/hr/kg. Ο μέσος (+/- Τυπική Απόκλιση) φαινομενικός όγκος κατανομής μετά την ενδοφλέβια δόση ήταν χαμηλός 1,96 (0,31) L/kg. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στον φαινομενικό τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής της τριαμσινολόνης ακετονιδίου (περίπου 2,4 ώρες) μεταξύ των θεραπειών.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΤΡΙΑΜΣΙΝΟΛΟΝΗ (9 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η τριαμσινολόνη συνδέεται κυρίως με την κορτικοστεροειδή-δεσμευτική σφαιρίνη (CBG) ή την αλβουμίνη του ορού. Η τριαμσινολόνη ακετονίδιο συνδέεται περίπου 68% με πρωτεΐνες στο πλάσμα.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο κύριος μεταβολίτης της τριαμσινολόνης είναι η 6-βήτα-υδροξυ-τριαμσινολόνη. Δεδομένα σχετικά με το μεταβολισμό της τριαμσινολόνης δεν είναι άμεσα διαθέσιμα.
Ηπατικός μεταβολισμός σε 3 λιγότερο δραστικούς μεταβολίτες: 6-βήτα-υδροξυτριαμσινολόνη ακετονίδιο, 21-καρβοξυλικο οξύ τριαμσινολόνη ακετονίδιο, και 21-καρβοξυ-6-βήτα-υδροξυτριαμσινολόνη ακετονίδιο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τριαμσινολόνης είναι 2.7 ώρες. Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής μετά από εισπνεόμενη δόση τριαμσινολόνης ακετονιδίου είναι 2.4 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τριαμσινολόνης διακετάτης είναι 2.8 ώρες.
Ενδοφλέβια: Περίπου 90 λεπτά (πλάσμα). Ενδορρινική: Ο φαινομενικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι 4 ώρες (πλάσμα) (εύρος, 1 έως 7 ώρες). Ωστόσο, αυτή η τιμή πιθανότατα αντανακλά παρατεταμένη απορρόφηση. 3,1 ώρες με υδατικό διάλυμα.
88 λεπτά (πλάσμα). ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών δεν αντιστοιχεί καλά με τον βιολογικό χρόνο ημίσειας ζωής.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση ηπατικού γλυκογόνου, αύξηση ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΚΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και έχουν ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στο μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης των συνδετικών ιστών στην κάκωση, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
1ZK20VI6TY
ΤΡΙΑΜΣΙΝΟΛΟΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κορτικοστεροειδές
Μηχανισμός Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέων Ορμονών Κορτικοστεροειδών
Η τριαμσινολόνη είναι ένα Κορτικοστεροειδές. Ο μηχανισμός δράσης της τριαμσινολόνης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέων Ορμονών Κορτικοστεροειδών.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση ηπατικού γλυκογόνου, αύξηση ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΚΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και έχουν ισχυρή αντιφλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στο μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης των συνδετικών ιστών στην κάκωση, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.