Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ B01AA07 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ACENOCOUMAROL

Ασενοκουμαρόλη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικό, ανταγωνιστής βιταμίνης Κ, κωδικός ATC: B01AA07.

Εμπορικά Ονόματα

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 06/2021
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
πάντα την ίδια ώρα της ημέρας, μία εφάπαξ δόση
Δόση έναρξης:
2 mg έως 4 mg ημερησίως (χωρίς δόση εφόδου) ή 6 mg την πρώτη ημέρα ακολουθούμενη από 4 mg τη δεύτερη ημέρα (με δόση εφόδου)
Τιτλοποίηση:
προσαρμογή της δοσολογίας με βάση τα αποτελέσματα των ελέγχων PT/INR, μέχρι τα επίπεδα πηκτικότητας να σταθεροποιηθούν μέσα στα θεραπευτικά όρια
  • Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)
    Μπορεί να χρειάζονται χαμηλότερη αρχική δόση και δόση συντήρησης. Συνιστάται προσοχή και πιο συχνοί έλεγχοι του PT/INR.
  • Ασθενείς με ηπατική ασθένεια
    Μπορεί να χρειάζονται χαμηλότερες δόσεις κατά την έναρξη και τη διατήρηση της θεραπείας.
  • Ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια με ηπατική συμφόρηση
    Μπορεί να χρειάζονται χαμηλότερες δόσεις κατά την έναρξη και τη διατήρηση της θεραπείας.
  • Ασθενείς με κακή θρέψη
    Μπορεί να χρειάζονται χαμηλότερες δόσεις κατά την έναρξη και τη διατήρηση της θεραπείας.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Αντενδείκνυται λόγω αυξημένου κινδύνου για αιμορραγία.
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία
    Συνιστάται προσοχή.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Αντενδείκνυται λόγω αυξημένου κινδύνου για αιμορραγία.
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Συνιστάται προσοχή.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Περιορισμένη εμπειρία. Συνιστάται προσοχή και πιο συχνοί έλεγχοι του χρόνου προθρομβίνης και INR.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στην ασενοκουμαρόλη και στα συγγενή παράγωγα της κουμαρίνης ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Κύηση
  • Έλλειψη συνεργασίας και χωρίς επίβλεψη
    Πληθυσμόςμη επιτηρούμενοι και ηλικιωμένοι ασθενείς, αλκοολικοί και ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές
  • Παθολογικές καταστάσεις στις οποίες ο κίνδυνος αιμορραγίας είναι μεγαλύτερος από το πιθανό κλινικό όφελος
  • Προδιάθεση για αιμορραγία ή δυσκρασία του αίματος
  • Λίγο μετά ή πριν από χειρουργική επέμβαση στο κεντρικό νευρικό σύστημα ή στους οφθαλμούς και μετά από μείζονα χειρουργική επέμβαση
  • Πεπτικό έλκος ή αιμορραγία στον γαστρεντερικό σωλήνα, στον ουροποιογεννητικό σωλήνα ή στο αναπνευστικό σύστημα, καθώς επίσης εγκεφαλικές αγγειακές αιμορραγίες, οξεία περικαρδίτιδα και περικαρδιακό υγρό, καθώς και λοιμώδη (μικροβιακή) ενδοκαρδίτιδα
  • Σοβαρή υπέρταση
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
  • Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
  • Αυξημένη ινωδολυτική δράση, που εμφανίζεται μετά από επεμβάσεις στον πνεύμονα, στον προστάτη, ή τη μήτρα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία
    Συνιστάται προσοχή
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    προσοχή
    Πληθυσμόςπεριπτώσεις σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας
    Πρέπει να υιοθετηθεί ένα πολύ προσεκτικό δοσολογικό σχήμα. Κατά την αναστροφή της ηπατικής συμφόρησης, μπορεί να είναι απαραίτητη η αύξηση της δοσολογίας.
  • Αιματολογικές καταστάσεις
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με γνωστή ή πιθανή ανεπάρκεια πρωτεΐνης C ή ανεπάρκειας πρωτεΐνης S
    Συνιστάται προσοχή
  • Ειδικοί πληθυσμοί
    προσοχή
    Πληθυσμόςπαιδιατρικοί και ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)
    Συνιστάται προσοχή και πιο συχνή παρακολούθηση του χρόνου προθρομβίνης και του INR
  • Αιμορραγία
    σοβαρή
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία
    Το Ασενοκουμαρόλη μπορεί να προκαλέσει μείζονα ή θανατηφόρο αιμορραγία. Τακτική παρακολούθηση του INR. Παράγοντες κινδύνου: υψηλή ένταση αντιπηκτικής δράσης (INR >4,0), ηλικία ≥ 65 ετών, ιστορικό μεγάλων διακυμάνσεων του INR, ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας, υπέρταση, αγγειακή εγκεφαλική νόσο, σοβαρή καρδιοπάθεια, αναιμία, κακοήθεια, τραυματισμό, νεφρική ανεπάρκεια, συγχορηγούμενα φάρμακα.
  • Καταστάσεις ή νοσήματα που μειώνουν τη δέσμευση του Ασενοκουμαρόλη από τις πρωτεΐνες
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με θυρεοτοξίκωση, όγκους, νεφρικές ασθένειες, λοιμώξεις και φλεγμονές
    Συνιστάται αυστηρή ιατρική παρακολούθηση
  • Διαταραχές που επηρεάζουν την απορρόφηση από το γαστρεντερικό
    Μπορεί να μεταβάλλουν την αντιπηκτική δράση του Ασενοκουμαρόλη
  • Ενδομυϊκές ενέσεις
    προσοχή
    Θα πρέπει να αποφεύγονται. Οι υποδόριες και οι ενδοφλέβιες ενέσεις, δεν οδηγούν σε τέτοιες επιπλοκές.
  • Διαγνωστικές ή θεραπευτικές παρεμβάσεις
    προσοχή
    Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα, όταν επιβάλλουν τη μείωση του PT/ΙΝR (π.χ. αγγειογραφία, οσφυονωτιαία παρακέντηση, μικροχειρουργική επέμβαση, εξαγωγή δοντιών).
  • Καλσιφύλαξη
    σοβαρή
    Πληθυσμόςκυρίως σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου (έλλειψη πρωτεΐνης C ή S, υπερφωσφαταιμία, υπερασβεστιαιμία ή υπολευκωματιναιμία). Σπάνια σε απουσία νεφροπάθειας.
    Στην περίπτωση διάγνωσης καλσιφύλαξης, πρέπει να ξεκινήσει η χορήγηση κατάλληλης θεραπείας και θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με Ασενοκουμαρόλη.
  • Λακτόζη
    αντένδειξη
    Πληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • προσοχή
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης και/ή μεταβολή αιμόστασης, αύξηση κινδύνου αιμορραγίας. Δεν συνιστάται συγχορήγηση, εκτός από περιπτώσεις όπου απαιτείται γρήγορη αντιπηκτική δράση.
    ΣύστασηΌταν χρησιμοποιείται, συνιστάται συχνότερη διενέργεια ελέγχων της πηκτικότητας.
  • Αντιβιοτικά (π.χ. κλινδαμυκίνη)
    προσοχή
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης και/ή μεταβολή αιμόστασης, αύξηση κινδύνου αιμορραγίας. Δεν συνιστάται συγχορήγηση.
    ΣύστασηΌταν χρησιμοποιείται, συνιστάται συχνότερη διενέργεια ελέγχων της πηκτικότητας.
  • Αναστολείς της συγκόλλησης των αιμοπεταλίων (σαλικυλικό οξύ, παράγωγά του, κλοπιδογρέλη, τικλοπιδίνη)
    προσοχή
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης και/ή μεταβολή αιμόστασης, αύξηση κινδύνου αιμορραγίας. Δεν συνιστάται συγχορήγηση.
    ΣύστασηΌταν χρησιμοποιείται, συνιστάται συχνότερη διενέργεια ελέγχων της πηκτικότητας.
  • Φαινυλοβουταζόνη ή άλλα πυραζολονικά παράγωγα (π.χ. σουλφινπυραζόνη)
    προσοχή
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης και/ή μεταβολή αιμόστασης, αύξηση κινδύνου αιμορραγίας. Δεν συνιστάται συγχορήγηση.
    ΣύστασηΌταν χρησιμοποιείται, συνιστάται συχνότερη διενέργεια ελέγχων της πηκτικότητας.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της κυκλοξυγενάσης-2 π.χ. σελεκοξίμπη)
    προσοχή
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης και/ή μεταβολή αιμόστασης, αύξηση κινδύνου αιμορραγίας. Δεν συνιστάται συγχορήγηση.
    ΣύστασηΌταν χρησιμοποιείται, συνιστάται συχνότερη διενέργεια ελέγχων της πηκτικότητας.
  • Γλυκοζαμίνη
    προσοχή
    Αύξηση INR. Δεν συνιστάται συγχορήγηση.
    ΣύστασηΟι ασθενείς που λαμβάνουν ανταγωνιστές βιταμίνης Κ πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά την έναρξη ή λήξη της θεραπείας με γλυκοζαμίνη.
  • παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αναβολικά στεροειδή
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Ανδρογόνα
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αντιαρρυθμικά σκευάσματα (π.χ. αμιωδαρόνη, κινιδίνη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αντιβιοτικά (π.χ. αμοξυκιλίνη, κεφαλοσπορίνες δεύτερης, τρίτης γενιάς, χλωραμφαινικόλη, ερυθρομυκίνη, φλουοροκινολόνες, νεομυκίνη, τετρακυκλίνες)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Εθακρυνικό οξύ
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Φιμπράτες (π.χ. κλοφιβρικό οξύ)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Παράγωγα της ιμιδαζόλης (π.χ. μετρονιδαζόλη, μικοναζόλη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (π.χ. σιταλοπράμη, φλουοξετίνη, σερτραλίνη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Στατίνες (π.χ. φλουβαστατίνη, ατορβαστατίνη, σιμβαστατίνη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Σουλφοναμίδες (συμπεριλαμβανομένων των κοτριμοξαζόλων)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Σουλφονυλουρίες (όπως τολβουταμίδη, χλωροπροπαμίδη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Θυρεοειδικές ορμόνες (συμπεριλαμβανομένης της δεξτροθυροξίνης)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (π.χ. ομεπραζόλη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Ενεργοποιητές πλασμινογόνου (π.χ. ουροκινάση, στρεπτοκινάση, αλτεπλάση)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αναστολείς της θρομβίνης (π.χ. αργατροβίνη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Προκινητικοί παράγοντες (π.χ. σιζαπρίδη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αντιόξινα (π.χ. υδροξείδιο του μαγνησίου)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Βιλοξαζίνη
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Βιταμίνη Ε
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Κορτικοστεροειδή (π.χ. μεθυλπρεδνιζολόνη, πρεδνιζόνη)
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αναστολείς του CYP2C9
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αμινογλουτεθιμίδη
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αντινεοπλασματικά φάρμακα (αζαθιοπρίνη, 6-μερκαπτοπουρίνη)
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Βαρβιτουρικά (π.χ. φαινοβαρβιτάλη)
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αναστολείς πρωτεάσης HIV (π.χ. ριτοναβίρη, νελφιναβίρη)
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Από του στόματος αντισυλληπτικά
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Βαλσαμόχορτο St. John’s (hypericum perforatum)
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Ενισχυτές των CYP2C9, CYP2C19 ή CYP3A4
    παρακολούθηση
    Μείωση αντιπηκτικής δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Αλκοόλ
    προσοχή
    Μη προβλέψιμες αλληλεπιδράσεις. Οι ασθενείς θα πρέπει να περιορίσουν την κατανάλωση.
    ΣύστασηΠεριορισμός κατανάλωσης, ειδικά σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
  • Τροφές πλούσιες σε βιταμίνη Κ
    παρακολούθηση
    Μείωση της δράσης της ασενοκουμαρόλης.
  • Παράγωγα της υδαντοΐνης (π.χ. φαινυτοΐνη)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της συγκέντρωσης υδαντοΐνης στον ορό.
  • Παράγωγα σουλφονυλουρίας
    παρακολούθηση
    Ενίσχυση της υπογλυκαιμικής δράσης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αγγειακές
  • Αιμορραγία
  • Αγγειίτιδα
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία (π.χ. κνίδωση, εξάνθημα)
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
Ήπαρ
  • Ηπατική βλάβη
Δέρμα
  • Αλωπεκία
Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
  • Νέκρωση δέρματος (αιμορραγική)
  • Καλσιφύλαξη
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Αναιμία (δευτερεύουσα της αιμορραγίας)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αιμορραγία
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Υπερευαισθησία (π.χ. κνίδωση, εξάνθημα)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Πολύ σπάνιες
  • Ηπατική βλάβη
    Ήπαρ
    Πολύ σπάνιες
  • Νέκρωση δέρματος (αιμορραγική)
    Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
    Πολύ σπάνιες
  • Αναιμία (δευτερεύουσα της αιμορραγίας)
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Μη γνωστή
  • Καλσιφύλαξη
    Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
    Μη γνωστή
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Το Ασενοκουμαρόλη, όπως και τα άλλα κουμαρινικά παράγωγα, μπορεί να συσχετιστεί με συγγενείς ανωμαλίες του εμβρύου.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Παρόλο που το Ασενοκουμαρόλη περνάει στο μητρικό γάλα, οι ποσότητες που περνούν στο γάλα είναι μικρές και συνήθως δεν αναμένεται να υπάρχουν ανεπιθύμητες ενέργειες στα βρέφη. Η λήψη της απόφασης για θηλασμό ενώ χορηγείται ταυτόχρονα θεραπεία με Ασενοκουμαρόλη θα πρέπει να λαμβάνεται αφού αξιολογηθεί με προσοχή και θα πρέπει να περιλαμβάνει ελέγχους πηκτικότητας και εκτίμηση της βιταμίνης Κ στα βρέφη πριν την έναρξη του θηλασμού. Οι γυναίκες που θηλάζουν και λαμβάνουν θεραπεία με Ασενοκουμαρόλη θα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή ώστε να διασφαλίζεται ότι οι συνιστώμενες τιμές PT/INR δε θα υπερβούν τα αποδεκτά όρια. Σε περίπτωση θηλασμού και ταυτόχρονης θεραπείας με Ασενοκουμαρόλη, το βρέφος θα πρέπει να λαμβάνει προφυλακτικά 1 mg βιταμίνης Κ εβδομαδιαίως.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Ασενοκουμαρόλη και την επίδρασή του στη γονιμότητα στους ανθρώπους.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικό, ανταγωνιστής βιταμίνης Κ, κωδικός ATC: B01AA07.

Μηχανισμός δράσης

Η ασενοκουμαρόλη, το δραστικό συστατικό του Ασενοκουμαρόλη, είναι ένα κουμαρινικό παράγωγο και δρα ως ανταγωνιστής της βιταμίνης Κ. Οι ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ παρουσιάζουν την αντιπηκτική τους δράση αναστέλλοντας την έποξυ-ρεντουκτάση της βιταμίνης Κ με συνέπεια την μείωση της γ-καρβοξυλίωσης ορισμένων μορίων του γλουταμικού οξέος, που βρίσκονται σε διάφορες θέσεις κοντά στο τελικό άκρο της πεπτιδικής αλυσίδας, τόσο των παραγόντων πήξης ΙΙ (προθρομβίνη), VII, IX και X όσο και της πρωτεΐνης C ή του συμπαράγοντά της πρωτεΐνης S. Αυτή η γ-καρβοξυλίωση ασκεί σημαντική επίδραση στην αλληλεπίδραση των προαναφερόμενων παραγόντων πήξης με ιόντα ασβεστίου (Ca). Χωρίς αυτήν την αντίδραση, δεν μπορεί να αρχίσει η πήξη του αίματος.

Ανάλογα με το μέγεθος της αρχικής δοσολογίας, η ασενοκουμαρόλη προκαλεί παράταση του PT/INR σε περίπου 36-72 ώρες. Μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής το PT/INR συνήθως επανέρχεται στο φυσιολογικό μετά από μερικές ημέρες.

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση

Η ασενοκουμαρόλη, μία ρακεμική ένωση των οπτικών εναντιομερών R(+) και S(-) απορροφάται γρήγορα από το στόμα και τουλάχιστον το 60% της δόσης περνά στη συστηματική κυκλοφορία.

Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των 0,3±0,05 mg/mL επιτυγχάνονται μέσα σε 1-3 ώρες μετά από μία εφάπαξ δόση 10 mg. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και οι περιοχές κάτω από την καμπύλη των συγκεντρώσεων στο αίμα (AUC) είναι ανάλογες της δόσης, για δόσεις μεταξύ 8-16 mg.

Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μεταξύ ασθενών ποικίλλουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί να υπάρξει συσχέτιση μεταξύ των δόσεων, των συγκεντρώσεων της ασενοκουμαρόλης στο πλάσμα και του υπολογιζόμενου επιπέδου προθρομβίνης.

Κατανομή

Η μεγαλύτερη ποσότητα της χορηγούμενης ασενοκουμαρόλης κατανέμεται στο πλάσμα του αίματος όπου το 98,7% αυτής δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κύρια από τη λευκωματίνη. Ο υπολογιζόμενος όγκος κατανομής είναι 0,16-0,18 l/kg για το εναντιομερές R(+) και 0,22-0,34 l/kg για το εναντιομερές S(-).

Η ασενοκουμαρόλη περνά στο μητρικό γάλα, αλλά μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες, που δεν είναι ανιχνεύσιμες με τις συνηθισμένες αναλυτικές μεθόδους. Επίσης περνά το φραγμό του πλακούντα (βλ. Κύηση και γαλουχία).

Βιομετασχηματισμός/Μεταβολισμός

Η ασενοκουμαρόλη μεταβολίζεται πλήρως. Οι 6- και 7-υδροξυλιώσεις των δύο εναντιομερών της ασενοκουμαρόλης είναι οι κύριοι μεταβολίτες και το κυτόχρωμα Ρ450 2C9 είναι ο κύριος καταλύτης για το σχηματισμό αυτών των τεσσάρων μεταβολιτών. Άλλα ένζυμα εμπλεκόμενα στον μεταβολισμό της R-ασενοκουμαρόλης είναι το CYP1A2 και το CYP2C19. Με αναγωγή της κετο-ομάδας σχηματίζονται δύο διαφορετικοί υδροξυμεταβολίτες. Ένας αμινομεταβολίτης σχηματίζεται από την αναγωγή της νιτρο-ομάδας. Κανένας από αυτούς τους μεταβολίτες δε συνεισφέρει στην αντιπηκτική δράση του τελικού φαρμάκου στον άνθρωπο (φαρμακολογικά ανενεργοί), αλλά είναι όλοι ενεργοί σε ζωικό μοντέλο. Η γενετική μεταβλητότητα που σχετίζεται με το CYP2C9 υπολογίζεται στο 14% της ενδοεξατομικευμένης διακύμανσης στην φαρμακοδυναμική απάντηση της ασενοκουμαρόλης.

Αποβολή

H ασενοκουμαρόλη αποβάλλεται από το πλάσμα με περίοδο ημίσειας ζωής 8-11 ωρών. Η φαινομενική κάθαρση στο πλάσμα ανέρχεται σε 3,65 l/h μετά από χορήγηση από το στόμα. Η συνολική κάθαρση στο πλάσμα του R(+) εναντιομερούς της ασενοκουμαρόλης, το οποίο διαθέτει σημαντικά υψηλότερη αντιπηκτική δράση, είναι πολύ χαμηλότερη από εκείνη του S(-) εναντιομερούς.

Μόνο το 0,12-0,18% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα. Η αθροιστική απέκκριση των μεταβολιτών και της αναλλοίωτης δραστικής ουσίας μέσα σε μία εβδομάδα αντιστοιχεί στο 60% της δόσης στα ούρα και στο 29% της δόσης στα κόπρανα.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι ασθενείς

Σε μια μελέτη, οι συγκεντρώσεις της ασενοκουμαρόλης στο πλάσμα η οποία παράγεται σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο προθρομβίνης φάνηκε να είναι υψηλότερη σε ασθενείς ηλικίας άνω των 70 ετών σε σύγκριση με νεότερους ασθενείς αν και οι δόσεις που χορηγήθηκαν δεν ήταν μεγαλύτερες.

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες κλινικές φαρμακοκινητικές πληροφορίες για την ασενοκουμαρόλη στη νεφρική δυσλειτουργία. Με βάση την ουρική απέκκριση της ασενοκουμαρόλης, η πιθανότητα συσσώρευσης των μεταβολιτών σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς η χρήση της ασενοκουμαρόλης αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμες κλινικές φαρμακοκινητικές πληροφορίες για την ασενοκουμαρόλη στην ηπατική δυσλειτουργία. Με βάση το μεταβολισμό της ασενοκουμαρόλης και την πιθανή μείωση των ενεργοτήτων των ενζύμων CYP2C9, CYP1A2 και CYP3A4, η κάθαρση της ασενοκουμαρόλης είναι πιθανό να μειωθεί. Συνεπώς η χρήση της ασενοκουμαρόλης αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Εθνικότητα

Τα CYP2C9 ενζυμικά συστήματα εκφράζονται με πολυμορφισμούς και η συχνότητα αυτών διαφέρει σε ένα πληθυσμό. Στους Καυκάσιους, οι συχνότητες εμφάνισης του CYP2C92 και του CYP2C93 είναι 12 και 8% αντίστοιχα. Οι ασθενείς με μία ή περισσότερες από αυτές τις παραλλαγές του CYP2C9 αλληλόμορφου παρουσιάζουν μειωμένη κάθαρση της S-ασενοκουμαρόλης. Σε αφρικανούς ασθενείς, τα αλληλόμορφα CYP2C92 και CYP2C93 εμφανίζονται σε πολύ χαμηλότερες συχνότητες, 1-4% και 0,5-2,3%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους Καυκάσιους. Ιαπωνικοί πληθυσμοί είχαν χαμηλότερες συχνότητες των αλληλόμορφων CYP2C9* και CYP2C9*3, 0,1% και 1-6%, αντίστοιχα.

Η δόση συντήρησης της ασενοκουμαρόλης διαφέρει με βάση το γονότυπο.

Πίνακας 3 Γονότυπος CYP2C9 και δόση συντήρησης της ασενοκουμαρόλης

Γονότυπος N Μέση δόση (mg/εβδομάδα) SD Μέση δόση (mg/εβδομάδα) Εύρος
CYP2C9*1 169 17,1 8,7 15,8 2,3- 61
CYP2C9*2 90 14,4 6,3 13,5 3,5- 37,3
CYP2C9*3 48 11,0 5,1 10,5 2,3- 22
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός δράσης. Η ασενοκουμαρόλη εμποδίζει τη βιταμίνη Κ αναγωγάση, με αποτέλεσμα την εξάντληση της μειωμένης μορφής της βιταμίνης Κ (βιταμίνη KH2). Δεδομένου ότι η βιταμίνη Κ αποτελεί συντελεστή για τη γάμα-καρβοξυλίωση των γλουταμικών υπολειμμάτων…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικό, ανταγωνιστής βιταμίνης Κ, κωδικός ATC: B01AA07. ### Μηχανισμός δράσης Η ασενοκουμαρόλη, το δραστικό συστατικό του Ασενοκουμαρόλη, είναι ένα κουμαρινικό παράγωγο και δρα ως ανταγωνιστής της βιταμίνης Κ. Οι…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση Η ασενοκουμαρόλη, μία ρακεμική ένωση των οπτικών εναντιομερών R(+) και S(-) απορροφάται γρήγορα από το στόμα και τουλάχιστον το 60% της δόσης περνά στη συστηματική κυκλοφορία. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα των 0,3±0,05 mg/mL

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Εκτενώς μεταβολίζεται στο ήπαρ μέσω οξείδωσης σχηματίζοντας δύο υδροξυ-μεταβολίτες και μέσω αναγωγής κετόνης παράγοντας δύο αλκοολικούς μεταβολίτες. Η αναγωγή της νιτρο-ομάδας παράγει έναν αμινο-μεταβολίτη ο οποίος μετασχηματίζεται περαιτέρω…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση * Ταχεία από του στόματος απορρόφηση με βιοδιαθεσιμότητα μεγαλύτερη του 60%. * Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 1 έως 3 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση. * Κυρίως μέσω των νεφρών ως μεταβολίτες. * Ο…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Διεθνής Κανονικοποιημένη Αναλογία (INR) water_dropΠηκτικότητα αίματος τακτική
Χρόνος προθρομβίνης (INR) water_dropΠηκτικότητα αίματος πιο συχνή Παιδιατρικοί και ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Ασενοκουμαρόλη είναι κουμαρινικό παράγωγο που χρησιμοποιείται ως αντιπηκτικό. Τα παράγωγα κουμαρίνης εμποδίζουν τη μείωση της βιταμίνης Κ από την αναγωγάση βιταμίνης Κ. Αυτό εμποδίζει την καρβοξυλίωση των παραγόντων πήξης II, VII, IX και X που είναι βιταμίνη Κ-εξαρτώμενοι, και επηρεάζει τη πήξη.
DrugBank

Indication

expand_more
Για τη θεραπεία και πρόληψη θρομβοεμβολικών νοσημάτων.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Φαρμακολογία. Η ασενοκουμαρόλη αναστέλλει τη μείωση της βιταμίνης Κ από την αναγωγάση βιταμίνης Κ. Αυτό εμποδίζει την καρβοξυλίωση ορισμένων υπολειμμάτων γλουταμικού οξέος κοντά στις περιοχές N-terminal των παραγόντων πήξης II, VII, IX και X, τους βιταμίνη Κ-εξαρτώμενους παράγοντες πήξης. Η καρβοξυλίωση του γλουταμικού οξέος είναι σημαντική για την αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των παραγόντων πήξης και ασβεστίου. Χωρίς αυτή την αλληλεπίδραση, η πήξη δεν μπορεί να συμβεί. Η εξωτερική οδός (μέσω των παραγόντων VII, X και II) και η εσωτερική οδός (μέσω IX, X και II) επηρεάζονται από την ασενοκουμαρόλη.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Μηχανισμός δράσης. Η ασενοκουμαρόλη εμποδίζει τη βιταμίνη Κ αναγωγάση, με αποτέλεσμα την εξάντληση της μειωμένης μορφής της βιταμίνης Κ (βιταμίνη KH2). Δεδομένου ότι η βιταμίνη Κ αποτελεί συντελεστή για τη γάμα-καρβοξυλίωση των γλουταμικών υπολειμμάτων στις περιοχές Ν-τελικές των παραγόντων πήξης που εξαρτώνται από τη βιταμίνη Κ, αυτό περιορίζει τη γάμα-καρβοξυλίωση και την επακόλουθη ενεργοποίηση των βιταμίνη Κ-εξαρτώμενων πρωτεϊνών πήξης. Η σύνθεση των παραγόντων πήξης II, VII, IX και X και των αντιπηκτικών πρωτεϊνών C και S εξαρτώμενη από τη βιταμίνη Κ αναστέλλεται, με αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων προθρομβίνης και τη μείωση της ποσότητας θρομβίνης που παράγεται και συνδέεται με τον ινιδικό σχηματισμό. Αυτό μειώνει τη θρομβογένεια των θρόμβων.
DrugBank

Absorption

expand_more
Απορρόφηση. Απορροφάται γρήγορα από το στόμα με βιοδιαθεσιμότητα άνω του 60%. Τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 1–3 ωρών μετά την από του στόματος χορήγηση.
DrugBank

Half life

expand_more
Ημιζωή: 8–11 ώρες.
DrugBank

Protein binding

expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών. 98.7% δεσμεύεται κυρίως σε αλβουμίνη.
DrugBank

Toxicity

expand_more
Τοξικότητα. Η έναρξη και η βαρύτητα των συμπτωμάτων εξαρτώνται από την ευαισθησία του ατόμου στα από του στόματος αντιπηκτικά φάρμακα, από τη βαρύτητα της υπερδοσολογίας και τη διάρκεια της θεραπείας. Η αιμορραγία αποτελεί το κύριο σημάδι τοξικότητας με από του στόματος αντιπηκτικά φάρμακα. Τα συνηθέστερα συμπτώματα που παρατηρούνται είναι: δερματικές αιμορραγίες (80%), αιμορτουρία (με κολικό νεφρών) (52%), αιματώματα, αιμορραγία γαστρεντερικού, αιμορραγία με έμετο, αιμορραγία μήτρας, ρινορραγία, αιμορραγία των ούλων και αιμορραγία στις αρθρώσεις. Επιπλέον συμπτώματα περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, υπόταση, περιφερειακές διαταραχές κυκλοφορίας λόγω απώλειας αίματος, ναυτία, έμετο, διάρροια και κοιλιακούς πόνους.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

8-11 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

98.7%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 2 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Κολπική Μαρμαρυγή — Αντιθρομβωτική Αγωγή Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ 1-VKA B01AA07
    Ανταγωνιστές βιταμίνης Κ (VKAs) — υποχρεωτικά για βαλβιδοπάθεια
    Μηχανική προσθετική βαλβίδα Ή μέτρια/σοβαρή στένωση μιτροειδούς (αντενδείκνυνται NOACs)
    Δοσολογία: Εξατομικευμένη — τιτλοποίηση βάσει INR · Δια βίου
  • ΒΗΜΑ cardioversion B01AA07
    Προ/μετά επιλεκτικής ανάταξης
    Νεοδιαγνωσθέντες χωρίς μόνιμη ένδειξη OAC, προετοιμαζόμενοι για ανάταξη
    Δοσολογία: INR 2.5–3.0 · 3 εβδ. πριν + 4 εβδ. μετά

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
54676537
Μοριακός τύπος
C19H15NO6
Μοριακό βάρος
353.3
IUPAC
4-hydroxy-3-[1-(4-nitrophenyl)-3-oxobutyl]chromen-2-one
InChIKey
VABCILAOYCMVPS-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Παράγοντες που προλαμβάνουν την πήξη του αίματος.