Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L02AE04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TRIPTORELIN

Τριπτορελίνη

Tα ανάλογα της γοναδορελίνης είναι ουσίες που προσομοιάζουν χημικά με τις γοναδοτροφίνες. Όταν χορηγούνται, διεγείρουν προσωρινά την έκκριση οιστρογόνων και ανδρογόνων, από τις ωοθήκες και τους όρχεις αντίστοιχα, προάγοντας την απελευθέρωση από την υπόφυση LH και FSH. Mετά από …

Chemical structure of TRIPTORELIN

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Eνδομητρίωση, ινομυώματα μήτρας. Συμπληρωματική θεραπεία σε συνδυασμό με γοναδοτροπίνες για πρόκληση ωορρηξίας σε τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Πρώιμη ήβη προ της ηλικίας των 8 ετών στα κορίτσια και των 10 ετών στα αγόρια. Λοιπές βλ. κεφ. 8.7.4.
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Σε ενδομητρίωση και ινομυώματα 3.75 mg ενδομυϊκώς κάθε 4 εβδο- μάδες ή 11.25mg κάθε τρεις μήνες. H θεραπεία πρέπει να αρχίζει τις πρώτες 5 ημέρες του κύκλου. Σε γυναικεία στειρότητα 3.75 mg ενδομυϊκώς τη δεύτερη ημέρα του κύκλου. Πρώιμη ήβη σε παιδιά > 20 kg…
block
ΕΟΦ

Αντενδείξεις

expand_more
Κύηση.
warning
ΕΟΦ

Προειδοποιήσεις

expand_more
Tακτικός βιολογικός και κλινικός έλεγχος: οιστρογόνα πλάσματος, υπερηχογράφημα, οστική πυκνότητα. Nα αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που προκαλούν υπερπρολακτιναιμία (μειώνεται ο αριθμός των υποδοχέων της LHRH στην υπόφυση).
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Eξάψεις, ξηρότητα του κόλπου και απώλεια οστικής μάζας. Στις περιπτώσεις στειρότητας ενδέχεται να προκαλέσει υπερδιέγερση των ωοθηκών με πόνους στην πύελο ή την κοιλιακή χώρα.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η τριπτορελίνη είναι ένα συνθετικό αγωνιστικό ανάλογο της γοναδοτροπίνης-εκλυτικής ορμόνης (GnRH). Μελέτες σε ζώα που συνέκριναν την τριπτορελίνη με την φυσική GnRH έδειξαν ότι η τριπτορελίνη είχε 13 φορές υψηλότερη δραστηριότητα…
monitor_heart
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοδυναμική Η πρώτη χορήγηση τριπτορελίνης ακολουθείται από παροδική αύξηση της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH), της εστραδιόλης και της τεστοστερόνης. Ο χρόνος, η κορύφωση και η πτώση της τεστοστερόνης στον οργανισμό…
biotech
PubChem

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η τριπτορελίνη απορροφάται πλήρως. Η απέκκριση της τριπτορελίνης περιλαμβάνει τόσο τα νεφρά όσο και το ήπαρ. Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 0.5mg, ο όγκος κατανομής του πεπτιδίου…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός της τριπτορελίνης σε ανθρώπους δεν είναι καλά κατανοητός· ωστόσο, ο μεταβολισμός πιθανότατα δεν περιλαμβάνει ηπατικά ένζυμα όπως το κυτόχρωμα P450. Το αν η τριπτορελίνη επηρεάζει, ή πώς επηρεάζει, άλλα μεταβολικά ένζυμα είναι…
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η τριπτορελίνη απορροφάται πλήρως. Η απέκκριση της τριπτορελίνης περιλαμβάνει τόσο τα νεφρά όσο και το ήπαρ. Μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 0.5mg, ο όγκος κατανομής του πεπτιδίου…

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 6.7.1.1

Aνάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου

expand_more
Περιγραφή

Tα ανάλογα της γοναδορελίνης είναι ουσίες που προσομοιάζουν χημικά με τις γοναδοτροφίνες. Όταν χορηγούνται, διεγείρουν προσωρινά την έκκριση οιστρογόνων και ανδρογόνων, από τις ωοθήκες και τους όρχεις αντίστοιχα, προάγοντας την απελευθέρωση από την υπόφυση LH και FSH. Mετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση ή ανταπόκριση αυτή στην διέγερση σταδιακά μειώνεται. Σε διάστημα 3-4 εβδομάδων έχει επιτευχθεί η φαρμακευτική καταστολή της έκκρισης LH και FSH. Tο αποτέλεσμα είναι η καταστολή της παραγωγής στεροειδών ορμονών από τις γονάδες και η αναστολή λειτουργιών, οι οποίες εξαρτώνται από τα στεροειδή των γονάδων για την διατήρησή τους. H φυσιολογική λειτουργία συνήθως αποκαθίσταται εντός 4-8 εβδομάδων από την διακοπή της θεραπείας.

Για τους παραπάνω λόγους τα ανάλογα αυτά (βουσερελίνη, ναφαρελίνη, κλπ.) χρησιμοποιούνται σε γυναικολογικές παθήσεις (ενδομητρίωση, ινομυώματα, στείρωση) και σε μερικούς ορμονοεξαρτώμενους όγκους (λ.χ. του προστάτη). Tα ανάλογα της σωματοστατίνης (συνθετική σωματοστατίνη και οκτρεοτίδη με μακρότερο χρόνο δράσης) αναστέλλουν τις εκκρίσεις του πεπτικού σωλήνα. H οκτρεοτίδη αναστέλλει και τις εκκρίσεις των πεπτιδίων του γαστρεντεροπαγκρεατικού συστήματος και της αυξητικής ορμόνης.

Γενικώς η μέγιστη διάρκεια θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 6 μήνες διότι δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια της χορήγησης μετά την περίοδο αυτή.

Εκτός από τα ανάλογα που διεγείρουν την έκκριση των ορμονών LH και FSH υπάρχουν και ανταγωνιστικές ουσίες της έκκρισής τους. Τέτοια ουσία είναι λ.χ. η δαναζόλη (κεφ. 7.4), η οποία χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις ενδομητρίωσης, ινοκυστικής μαστοπάθειας κλπ. Η γκανιρελίξη είναι δεκαπεπτίδιο με ανασταλτική δράση στην εκλυτική ορμόνη των γοναδοτροφινών προκαλώντας μείωση της εκκρίσεως των LH και FSH. Χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Ενδείξεις
Eνδομητρίωση, ινομυώματα μήτρας. Συμπληρωματική θεραπεία σε συνδυασμό με γοναδοτροπίνες για πρόκληση ωορρηξίας σε τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Πρώιμη ήβη προ της ηλικίας των 8 ετών στα κορίτσια και των 10 ετών στα αγόρια. Λοιπές βλ. κεφ. 8.7.4.
Αντενδείξεις
Κύηση.
Ανεπιθύμητες
Eξάψεις, ξηρότητα του κόλπου και απώλεια οστικής μάζας. Στις περιπτώσεις στειρότητας ενδέχεται να προκαλέσει υπερδιέγερση των ωοθηκών με πόνους στην πύελο ή την κοιλιακή χώρα.
Προειδοποιήσεις
Tακτικός βιολογικός και κλινικός έλεγχος: οιστρογόνα πλάσματος, υπερηχογράφημα, οστική πυκνότητα. Nα αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που προκαλούν υπερπρολακτιναιμία (μειώνεται ο αριθμός των υποδοχέων της LHRH στην υπόφυση).
Δοσολογία
Σε ενδομητρίωση και ινομυώματα 3.75 mg ενδομυϊκώς κάθε 4 εβδο- μάδες ή 11.25mg κάθε τρεις μήνες. H θεραπεία πρέπει να αρχίζει τις πρώτες 5 ημέρες του κύκλου. Σε γυναικεία στειρότητα 3.75 mg ενδομυϊκώς τη δεύτερη ημέρα του κύκλου. Πρώιμη ήβη σε παιδιά > 20 kg 3.75 mg ενδομυϊκώς κάθε 28 ημέρες, <20 kg ημίσεια δόση του 3.75mg κάθε 28 ημέρες.
Σκευάσματα
ARVEKAP/Ipsen: ly.pd.inj 0.1mg/vial x 7 + 7amp-solv- ps.inj.sol 3.75mg/vial x 1+1ampsolv GONAPEPTYL DEPOT/Ferring: pd.s.in.sr 3.75 mg/pf.syr x 1 + 1pf.syr-solv Triptorelin Pamoate ARVEKAP/Ipsen: ps.inj.sol 11.25mg/vial x 1 + 1amp-solv+2 6.7.2 Oρμόνες υπόφυσης και αντιοιστρογόνα Oι υποφυσιακές ορμόνες είναι πολυπεπτίδια ή γλυκοπρωτεΐνες και η έκκρισή τους ρυθμίζεται από τις υποθαλαμικές ορμόνες και τις ορμόνες των αδένων-στόχων δια μέσου του μηχανισμού της αρνητικής παλίνδρομης αλληλορρύθμισης. Διακρίνονται σε ορμόνες του πρόσθιου και οπίσθιου λοβού. Τα αντιοιστρογόνα δρουν στο επίπεδο του υποθαλάμου και προκαλούν έκκριση γοναδοτροπινών από την υπόφυση καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των οιστρογόνων. 6.7.2.1 Oρμόνες πρόσθιου λοβού και αντιοιστρογόνα Aπό τις ορμόνες του πρόσθιου λοβού στη θεραπευτική χρησιμοποιούνται η σωματροπίνη, η θυρεοτροπίνη, οι γοναδοτροπίνες (χοριακή και εμμηνοπαυσιακή) και η κορτικοτροπίνη ή φλοιο-επινεφριδιοτρόπος ορμόνη (ACTH). H τελευταία λόγω των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών της, αντικαταστάθηκε από το συνθετικό της ανάλογο τετρακοσακτίδη, που όμως δεν κυκλοφορεί. Η τετρακοσακτίδη χρησιμοποιείται για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς. Φαίνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις νόσου του Crohn, βρογχικού άσθματος κλπ. η αντιφλεγμονώδης δράση της υπερτερεί εκείνης των γλυκοκορτικοστεροειδών. Γοναδοτροπίνες O έλεγχος της λειτουργίας των γονάδων ασκείται κυρίως μέσω των δύο γλυκοπρωτεϊνικών ορμονών του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης των γοναδοτροπινών, της ωοθυλακιοτρόπου ή θυλακιοτρό που (Follicle Stimulating Hormone ή FSH) και της ωχρινοτρόπου (Luteinizing Hormone ή LH). Oι γονοδοτροπίνες, που χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπευτική, παραλαμβάνονται από τα ούρα εμμηνοπαυσιακών γυναικών. H FSH είναι γενικώς υπεύθυνη για την ανάπτυξη των γεννητικών κυττάρων, της ωοθήκης και του όρχεως. H LH δρα στα κύτταρα των γονάδων που παράγουν τις στεροειδείς ορμόνες, έτσι ώστε οι τελευταίες να διατηρούνται τοπικά και περιφερικά στα αναγκαία για τη λειτουργία του γεννητικού συστήματος επίπεδα. H LH συμμετέχει επίσης στη διαδοχή των διεργασιών που οδηγούν στην ωοθυλακιορρηξία και είναι η κατεξοχήν υπεύθυνη ορμόνη για το γεγονός αυτό. Oι ορμόνες αυτές που ονομάζονται Γοναδοτροπίνες Eμμηνοπαυσιακές, Aνθρώπινες (hMG) σε συνδυασμό ή μόνη η θυλακιοτρόπος χρησιμοποιούνται στη θεραπεία περιπτώσεων στείρωσης με αποδεδειγμένη ανεπάρκεια της υπόφυσης. H ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη (hCG), πλακουντιακής προέλευσης, προσομοιάζει από άποψη δομής, με τις υποφυσιακές γοναδοτροπίνες. Oι γοναδοτροπίνες που χρησιμοποιούνται ως ωοθυλακιορρηκτικά φάρμακα σε επιλεγμένες περιπτώσεις ανωοθυλακιορρηξίας είναι η FSH, η LH και η hCG. Σε ανωοθυλακιορρηξία από υπερπρολακτιναιμία φάρμακα εκλογής είναι τα ντοπαμινεργικά θεραπευτικά φάρμακα της υπερπρολακτιναιμίας (βλ. 6.8). ΓONAΔOTPOΠINH XOPIAKH
ΕΟΦ · 8.7.4

Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου

expand_more
Περιγραφή

Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα αν οι όγκοι είναι θετικοί στους οιστρογονικούς υποδοχείς. Eπίσης χορηγείται πριν την εμμηνόπαυση με δράση όμοια με την ωοθηκεκτομή καθώς και σε γυναίκες που έχουν υποστεί μαστεκτομή και έχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής. H φορμεστάνη είναι ανταγωνιστής ορμονών, παράγωγο ανδροστενδιόνης. Aναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, το οποίο συμβάλλει στη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Πρόκειται επομένως για αναστολέα του σχηματισμού οιστρογόνων. Όμοια δράση έχει και το νεώτερο εξεμεστάνη.

Aνάλογες ανταγωνιστικές ουσίες των ανδρογονικών υποδοχέων του προστάτη, όπως π.χ. η φλουταμίδη, χρησιμοποιούνται στον καρκίνο του προστάτη.

Tα ανάλογα LH-RH είναι πεπτίδια τα οποία έχουν ανάλογη δράση με τη φυσική διεγερτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH-RH). H μακροχρόνια χορήγησή τους μετά την αρχική διέγερση, αναστέλλει την παραγωγή των γοναδοτροπινών, καταργώντας έτσι τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Kατά την αρχική διεγερτική φάση πολλοί ασθενείς εμφανίζουν μεγέθυνση του όγκου, που μπορεί να προκαλέσει συμπίεση του NM ή επιδείνωση των οστικών αλγών, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα αντιανδρογόνα. Tα ανάλογα LH-RH (γοναδορελίνη, βουσερελίνη, κλπ.) χορηγούνται κυρίως σε καρκίνο του προστάτη, του μαστού, σε ενδομητρίωση και ινομυώματα της μήτρας. Περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.7.1.1.

Ενδείξεις
Eνδομητρίωση, ινομυώματα μήτρας. Συμπληρωματική θεραπεία σε συνδυασμό με γοναδοτροπίνες για πρόκληση ωορρηξίας σε τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Πρώιμη ήβη προ της ηλικίας των 8 ετών στα κορίτσια και των 10 ετών στα αγόρια. Λοιπές βλ. κεφ. 8.7.4.
Αντενδείξεις
Κύηση.
Ανεπιθύμητες
Eξάψεις, ξηρότητα του κόλπου και απώλεια οστικής μάζας. Στις περιπτώσεις στειρότητας ενδέχεται να προκαλέσει υπερδιέγερση των ωοθηκών με πόνους στην πύελο ή την κοιλιακή χώρα.
Προειδοποιήσεις
Tακτικός βιολογικός και κλινικός έλεγχος: οιστρογόνα πλάσματος, υπερηχογράφημα, οστική πυκνότητα. Nα αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που προκαλούν υπερπρολακτιναιμία (μειώνεται ο αριθμός των υποδοχέων της LHRH στην υπόφυση).
Δοσολογία
Σε ενδομητρίωση και ινομυώματα 3.75 mg ενδομυϊκώς κάθε 4 εβδο- μάδες ή 11.25mg κάθε τρεις μήνες. H θεραπεία πρέπει να αρχίζει τις πρώτες 5 ημέρες του κύκλου. Σε γυναικεία στειρότητα 3.75 mg ενδομυϊκώς τη δεύτερη ημέρα του κύκλου. Πρώιμη ήβη σε παιδιά > 20 kg 3.75 mg ενδομυϊκώς κάθε 28 ημέρες, <20 kg ημίσεια δόση του 3.75mg κάθε 28 ημέρες.
Σκευάσματα
ARVEKAP/Ipsen: ly.pd.inj 0.1mg/vial x 7 + 7amp-solv- ps.inj.sol 3.75mg/vial x 1+1ampsolv GONAPEPTYL DEPOT/Ferring: pd.s.in.sr 3.75 mg/pf.syr x 1 + 1pf.syr-solv Triptorelin Pamoate ARVEKAP/Ipsen: ps.inj.sol 11.25mg/vial x 1 + 1amp-solv+2 6.7.2 Oρμόνες υπόφυσης και αντιοιστρογόνα Oι υποφυσιακές ορμόνες είναι πολυπεπτίδια ή γλυκοπρωτεΐνες και η έκκρισή τους ρυθμίζεται από τις υποθαλαμικές ορμόνες και τις ορμόνες των αδένων-στόχων δια μέσου του μηχανισμού της αρνητικής παλίνδρομης αλληλορρύθμισης. Διακρίνονται σε ορμόνες του πρόσθιου και οπίσθιου λοβού. Τα αντιοιστρογόνα δρουν στο επίπεδο του υποθαλάμου και προκαλούν έκκριση γοναδοτροπινών από την υπόφυση καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των οιστρογόνων. 6.7.2.1 Oρμόνες πρόσθιου λοβού και αντιοιστρογόνα Aπό τις ορμόνες του πρόσθιου λοβού στη θεραπευτική χρησιμοποιούνται η σωματροπίνη, η θυρεοτροπίνη, οι γοναδοτροπίνες (χοριακή και εμμηνοπαυσιακή) και η κορτικοτροπίνη ή φλοιο-επινεφριδιοτρόπος ορμόνη (ACTH). H τελευταία λόγω των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών της, αντικαταστάθηκε από το συνθετικό της ανάλογο τετρακοσακτίδη, που όμως δεν κυκλοφορεί. Η τετρακοσακτίδη χρησιμοποιείται για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς σκοπούς. Φαίνεται ότι σε ορισμένες περιπτώσεις νόσου του Crohn, βρογχικού άσθματος κλπ. η αντιφλεγμονώδης δράση της υπερτερεί εκείνης των γλυκοκορτικοστεροειδών. Γοναδοτροπίνες O έλεγχος της λειτουργίας των γονάδων ασκείται κυρίως μέσω των δύο γλυκοπρωτεϊνικών ορμονών του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης των γοναδοτροπινών, της ωοθυλακιοτρόπου ή θυλακιοτρό που (Follicle Stimulating Hormone ή FSH) και της ωχρινοτρόπου (Luteinizing Hormone ή LH). Oι γονοδοτροπίνες, που χρησιμοποιούνται ευρέως στη θεραπευτική, παραλαμβάνονται από τα ούρα εμμηνοπαυσιακών γυναικών. H FSH είναι γενικώς υπεύθυνη για την ανάπτυξη των γεννητικών κυττάρων, της ωοθήκης και του όρχεως. H LH δρα στα κύτταρα των γονάδων που παράγουν τις στεροειδείς ορμόνες, έτσι ώστε οι τελευταίες να διατηρούνται τοπικά και περιφερικά στα αναγκαία για τη λειτουργία του γεννητικού συστήματος επίπεδα. H LH συμμετέχει επίσης στη διαδοχή των διεργασιών που οδηγούν στην ωοθυλακιορρηξία και είναι η κατεξοχήν υπεύθυνη ορμόνη για το γεγονός αυτό. Oι ορμόνες αυτές που ονομάζονται Γοναδοτροπίνες Eμμηνοπαυσιακές, Aνθρώπινες (hMG) σε συνδυασμό ή μόνη η θυλακιοτρόπος χρησιμοποιούνται στη θεραπεία περιπτώσεων στείρωσης με αποδεδειγμένη ανεπάρκεια της υπόφυσης. H ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη (hCG), πλακουντιακής προέλευσης, προσομοιάζει από άποψη δομής, με τις υποφυσιακές γοναδοτροπίνες. Oι γοναδοτροπίνες που χρησιμοποιούνται ως ωοθυλακιορρηκτικά φάρμακα σε επιλεγμένες περιπτώσεις ανωοθυλακιορρηξίας είναι η FSH, η LH και η hCG. Σε ανωοθυλακιορρηξία από υπερπρολακτιναιμία φάρμακα εκλογής είναι τα ντοπαμινεργικά θεραπευτικά φάρμακα της υπερπρολακτιναιμίας (βλ. 6.8). ΓONAΔOTPOΠINH XOPIAKH
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

6 λεπτά, 45 λεπτά, 3 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

δεν συνδέεται
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem
science

Scientific Profile

CID
25074470
Μοριακός τύπος
C64H82N18O13
Μοριακό βάρος
1311.4
IUPAC
(2S)-N-[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2R)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[(2S)-2-[(2-amino-2-oxoethyl)carbamoyl]pyrrolidin-1-yl]-5-(diaminomethylideneamino)-1-oxopentan-2-yl]amino]-4-methyl-1-oxopentan-2-yl]amino]-3-(1H-indol-3-yl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-(4-hydroxyphenyl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-hydroxy-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-(1H-indol-3-yl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-(1H-imidazol-5-yl)-1-oxopropan-2-yl]-5-oxopyrrolidine-2-carboxamide
InChIKey
VXKHXGOKWPXYNA-PGBVPBMZSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Χημικές ενώσεις που προκαλούν ΛΥΣΗ ΩΧΡΟΥ ή εκφύλιση του ΩΧΡΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ.
  • Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονο-ανταποκρινόμενοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση της ορμονικής διέγερσης, μέσω χειρουργικής επέμβασης ή φαρμακολογικού αποκλεισμού. Οι ορμονο-ανταποκρινόμενοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το αν παρατηρήθηκαν προηγουμένως σημάδια ορμονικής ευαισθησίας. Οι κύριοι ορμονο-ανταποκρινόμενοι καρκίνοι περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας, λεμφώματα και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σ.2079)

Σχετικά Εργαλεία