Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AF01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ZIDOVUDINE

Ζιδοβουδίνη

### Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες **Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία**: νουκλεοσιδικό ανάλογο, κωδικός ATC: J05A F01.

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • B24 Μη καθορισμένη νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας [HIV]

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μετάδοση HIV από τη μητέρα στο έμβρυο

  • B20 Νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), με εκδηλώσεις λοιμώδους και παρασιτικής νόσου

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): HIV λοίμωξη · Λοίμωξη από τον ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος RETROVIR
expand_more
Πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση (στείρο πυκνό
διάλυμα).
Το Ζιδοβουδίνη IV για έγχυση είναι ένα διαυγές, σχεδόν άχρωμο στείρο υδατικό
διάλυμα με pH περίπου 5.5.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια, Από του στόματος
Χορήγηση:
Κάθε 4 ώρες, δύο φορές την ημέρα, ανά 6ωρο, πέντε φορές την ημέρα, ημερησίως
Δόση έναρξης:
1 mg/kg ή 2 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 4 ώρες (ενδοφλέβια) ή 250 mg ή 300 mg δύο φορές την ημέρα (από του στόματος)
  • Ενήλικες
    Δόση250 mg ή 300 mg δύο φορές την ημέρα (από του στόματος), ή 1-2 mg/kg κάθε 4 ώρες (ενδοφλέβια)
    Η ενδοφλέβια χορήγηση γίνεται μόνο όταν ο ασθενής δεν μπορεί να λάβει από του στόματος θεραπεία.
  • Παιδιά
    Δόση80-160 mg/m2 ανά 6ωρο (ενδοφλέβια) ή 1,5 mg/kg ανά 6ωρο (ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών, αν δεν είναι δυνατή η από του στόματος)
    Τα δεδομένα για ενδοφλέβια σε παιδιά είναι περιορισμένα. Η δόση 120 mg/m2 κάθε 6 ώρες ενδοφλέβια αντιστοιχεί σε 180 mg/m2 κάθε 6 ώρες από του στόματος. Η δόση 360-480 mg/m2 την ημέρα από του στόματος αντιστοιχεί σε 240-320 mg/m2/ημέρα ενδοφλέβια.
  • Έγκυες γυναίκες (πρόληψη μετάδοσης HIV)
    Δόση500 mg ημερησίως (100 mg πέντε φορές την ημέρα) από του στόματος μέχρι τον τοκετό.
    Μετά τη 14η εβδομάδα της κύησης. Κατά τον τοκετό: 2 mg/kg σωματικού βάρους ενδοφλέβια σε 1 ώρα, ακολουθούμενη από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση 1 mg/kg σωματικού βάρους ανά ώρα μέχρι την αποκοπή του ομφάλιου λώρου. Για προγραμματισμένη καισαρική: έναρξη έγχυσης 4 ώρες πριν την επέμβαση. Σε περίπτωση νόθου τοκετού, διακοπή IV και επανέναρξη στοματικής δόσης.
  • Νεογέννητα (πρόληψη μετάδοσης HIV)
    Δόση0,2 ml/kg (2 mg/kg) βάρους σώματος ανά 6ωρο από του στόματος
    Έναρξη εντός 12 ωρών από τη γέννηση και συνέχιση μέχρι την ηλικία των 6 εβδομάδων. Χρήση σύριγγας με βαθμολόγηση 0,1 ml για ακριβή χορήγηση.
  • Ασθενείς με ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημα
    Εάν τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ή ο αριθμός των ουδετερόφιλων μειωθούν σε κλινικά σημαντικά επίπεδα, εξετάζεται αντικατάσταση της ζιδοβουδίνης. Αν δεν υπάρχουν εναλλακτικές θεραπείες, εξετάζεται μείωση της δόσης ή διακοπή.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν υπάρχουν ειδικά δεδομένα. Απαιτείται ειδική μέριμνα και κατάλληλη παρακολούθηση (νεφρική λειτουργία, αιματολογικές παράμετροι) λόγω ηλικιακών αλλαγών.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Η ζιδοβουδίνη μπορεί να συσσωρευτεί. Ενδέχεται να απαιτηθεί μείωση της δοσολογίας ή αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορήγησης, αλλά δεν είναι δυνατές ακριβείς δοσολογικές υποδείξεις λόγω μεγάλης μεταβλητότητας. Παρακολούθηση για σημεία δυσανεξίας, ιδιαίτερα αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη ζιδοβουδίνη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στο τμήμα 6.1
  • Παθολογικά χαμηλός αριθμός ουδετεροφίλων (κάτω των 0,75x10^9/l)
  • Παθολογικά χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (κάτω των 7,5 g/dl ή 4,65 mmol/l)
  • Υπερχολερυθριναιμία που απαιτεί θεραπεία εκτός της φωτοθεραπείας
    Πληθυσμόςνεογέννητα βρέφη
  • Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινάσης πέντε φορές πάνω από τα φυσιολογικά
    Πληθυσμόςνεογέννητα βρέφη
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Θεραπεία HIV/AIDS
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Ζιδοβουδίνη ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία
    Μπορεί να συνεχίσουν να εμφανίζουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές από τη λοίμωξη του HIV.
  • Ταυτόχρονη χορήγηση ριφαμπικίνης ή σταβουδίνης
    προσοχή
    Θα πρέπει να αποφεύγεται
  • Ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημα (αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Ζιδοβουδίνη IV για Έγχυση, ιδιαίτερα σε υψηλότερες δόσεις και με πτωχές μυελικές εφεδρείες πριν την έναρξη της θεραπείας, σε προχωρημένη νόσο HIV
    Αναμένεται η εμφάνιση. Συμβαίνουν συχνότερα σε υψηλότερες δόσεις και σε ασθενείς με πτωχές μυελικές εφεδρείες.
  • Αναιμία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή αναιμία
    Η αναπροσαρμογή της δοσολογίας δεν εξαλείφει απαραίτητα την ανάγκη μεταγγίσεων.
  • Γαλακτική οξέωση
    σοβαρό
    Η θεραπεία με ζιδοβουδίνη θα πρέπει να διακόπτεται
  • Παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς (ιδιαίτερα παχύσαρκες γυναίκες) με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο και ηπατική στεάτωση
    Χρειάζεται προσοχή.
  • Παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωση σε συνδυασμό με ηπατίτιδα C θεραπεία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν επίσης μολυνθεί από ηπατίτιδα C και κάνουν θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα και ριμπαβιρίνη
    Πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από ενδομήτρια έκθεση
    ΠληθυσμόςHIV-αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί ενδομήτρια και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα
    Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.
  • Λιποατροφία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με ζιδοβουδίνη και προϊόντα που περιέχουν ζιδοβουδίνη
    Τακτική αξιολόγηση για σημεία λιποατροφίας. Εάν υπάρχει υποψία για ανάπτυξη λιποατροφίας, θα πρέπει να γίνεται μετάβαση σε ένα εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα.
  • Μεταβολικές διαταραχές (αύξηση σωματικού βάρους, λιπίδια, γλυκόζη)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αντιρετροϊκή θεραπεία
    Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
  • Ηπατική νόσος
    αντένδειξη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική νόσο (Child-Pugh score 7-15)
    Δεν συνιστάται η χρήση της ζιδοβουδίνης.
  • Σοβαρές ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειες
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C που αντιμετωπίζονται με συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία
    Βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
  • Επιδείνωση ηπατικής νόσου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία
    Παρακολούθηση σύμφωνα με την κοινή πρακτική. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή οριστικής διακοπής της θεραπείας (βλ. Δοσολογία).
  • Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης (IRIS)
    ΠληθυσμόςΜολυσμένοι από τον HIV ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της CART
    Εκτίμηση φλεγμονωδών συμπτωμάτων και ορισμός θεραπείας όταν απαιτείται.
  • Αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα) στο πλαίσιο IRIS
    ΠληθυσμόςΜολυσμένοι από τον HIV ασθενείς υπό CART
    Έχουν αναφερθεί. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
  • Ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πρέπει να εφιστάται η προσοχή των ασθενών σχετικά με την ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που ενδεχομένως λαμβάνουν από μόνοι τους (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Οστεονέκρωση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CART
    Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
  • Συγχορήγηση ριμπαβιρίνης
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C
    Δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Αλλεργία στο λάτεξ
    ΠληθυσμόςΆτομα ευαίσθητα στο λάτεξ
    Προσοχή λόγω περιεκτικότητας του ελαστικού πώματος των φιαλιδίων σε ξηρό φυσικό ελαστικό λάτεξ.
  • Περιεκτικότητα σε Νάτριο
    Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά μονάδα δόσης και θεωρείται «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • αντένδειξη
    Μείωση AUC της ζιδοβουδίνης, πιθανή απώλεια αποτελεσματικότητας
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται
  • αντένδειξη
    Ανταγωνιστική δράση in vitro
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται
  • Προβενεσίδη
    προσοχή
    Αύξηση AUC της ζιδοβουδίνης
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για αιματολογική τοξικότητα
  • παρακολούθηση
    Μικρή αύξηση Cmax της ζιδοβουδίνης (28%), AUC ανεπηρέαστη. Η ζιδοβουδίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης.
  • παρακολούθηση
    Αλλαγές στα επίπεδα φαινυτοΐνης στο αίμα (χαμηλά ή υψηλά)
    ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων φαινυτοΐνης
  • Ατοβακουόνη
    προσοχή
    Μείωση μεταβολισμού ζιδοβουδίνης σε γλυκουρονικό μεταβολίτη (αύξηση AUC ζιδοβουδίνης, μείωση Cmax γλυκουρονιδίου)
    ΣύστασηΕπιπλέον μέριμνα στην παρακολούθηση ασθενών που λαμβάνουν παρατεταμένη αγωγή
  • προσοχή
    Αύξηση AUC και μείωση κάθαρσης της ζιδοβουδίνης
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για πιθανή τοξικότητα από ζιδοβουδίνη
  • προσοχή
    Αύξηση AUC και μείωση κάθαρσης της ζιδοβουδίνης
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για πιθανή τοξικότητα από ζιδοβουδίνη
  • προσοχή
    Αύξηση AUC και μείωση κάθαρσης της ζιδοβουδίνης
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για πιθανή τοξικότητα από ζιδοβουδίνη
  • αντένδειξη
    Παροξύνσεις αναιμίας, αυξημένος κίνδυνος αναιμίας
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση. Εξέταση αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης.
  • Συστηματική πενταμιδίνη
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • Κοτριμοξαζόλη
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • Αμφοτερικίνη
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • Ιντερφερόνη
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • Βινμπλαστίνη
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)
    ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
  • Κοτριμοξαζόλη (προφυλακτικές δόσεις)
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών
  • Εισπνεόμενη πενταμιδίνη (προφυλακτικές δόσεις)
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών
  • Πυριμεθαμίνη (προφυλακτικές δόσεις)
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών
  • Ακυκλοβίρη (προφυλακτικές δόσεις)
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αίμα
  • Αναιμία
  • Ουδετεροπενία
  • Λευκοπενία
  • Πανκυτταροπενία
  • Υποπλασία του μυελού των οστών
  • Θρομβοκυτταροπενία
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
  • Απλαστική αναιμία
Μεταβολισμός
  • Γαλακτική οξέωση
  • Ανορεξία
  • Αύξηση σωματικού βάρους
  • Αύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματος
  • Αύξηση γλυκόζης αίματος
  • Απώλεια υποδόριου λίπους
  • Λιποατροφία
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
  • Κατάθλιψη
  • Αϋπνία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Σπασμοί
  • Απώλεια νοητικής εγρήγορσης
  • Παραισθησία
  • Υπνηλία
  • Διαταραχή γεύσης
Καρδιά
  • Καρδιομυοπάθεια
Αναπνευστικό
  • Δύσπνοια
  • Βήχας
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Κοιλιακό άλγος
  • Μετεωρισμός
  • Υπέρχρωση στοματικού βλεννογόνου
  • Δυσπεψία
  • Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές ήπατος και χοληφόρων
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων στο αίμα
  • Αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης στο αίμα
Ήπαρ
  • Ηπατομεγαλία με στεάτωση
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Εφίδρωση
Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
  • Υπέρχρωση των ονύχων
  • Υπέρχρωση του δέρματος
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Μυοπάθεια
  • Οστεονέκρωση
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Συχνουρία
Αναπαραγωγικό
  • Γυναικομαστία
Γενικές
  • Αδυναμία
  • Αδιαθεσία
  • Πυρετός
  • Γενικευμένο άλγος
  • Θωρακικό άλγος
  • Ρίγη
Λοιμώξεις
  • Γριππώδες σύνδρομο
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
  • Φλεγμονώδης αντίδραση σε ευκαιριακές λοιμώξεις (σε HIV ασθενείς με ανοσολογική ανεπάρκεια)
  • Αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων στο αίμα
    Διαταραχές ήπατος και χοληφόρων
    Συχνές
  • Αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης στο αίμα
    Διαταραχές ήπατος και χοληφόρων
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Αδιαθεσία
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Γενικευμένο άλγος
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Θρομβοκυτταροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μυοπάθεια
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Υποπλασία του μυελού των οστών
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Απώλεια νοητικής εγρήγορσης
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Γαλακτική οξέωση
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Γριππώδες σύνδρομο
    Λοιμώξεις
    Σπάνιες
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικό
    Σπάνιες
  • Διαταραχή γεύσης
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Εφίδρωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Ηπατομεγαλία με στεάτωση
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Καρδιομυοπάθεια
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Ρίγη
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Σπασμοί
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Συχνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Υπέρχρωση στοματικού βλεννογόνου
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Υπέρχρωση του δέρματος
    Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Υπέρχρωση των ονύχων
    Διαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Απλαστική αναιμία
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Απώλεια υποδόριου λίπους
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα)
    Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Αύξηση γλυκόζης αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση σωματικού βάρους
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Λιποατροφία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Οστεονέκρωση
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Φλεγμονώδης αντίδραση σε ευκαιριακές λοιμώξεις (σε HIV ασθενείς με ανοσολογική ανεπάρκεια)
    Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Το Ζιδοβουδίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο.
    Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων (περισσότερες από 3.000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο πρώτο τρίμηνο και περισσότερες από 3.000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο) υποδηλώνουν απουσία δυσμορφικής τοξικότητας και ο κίνδυνος εμφάνισης δυσπλασίας στον άνθρωπο δεν είναι πιθανός. Ωστόσο, η ζιδοβουδίνη έχει συσχετιστεί με ευρήματα τοξικότητας στην αναπαραγωγή σε μελέτες σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα) και η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. Έχουν αναφερθεί δυσλειτουργίες των μιτοχονδρίων σε HIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν ενδομήτρια και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η μεταφορά ζιδοβουδίνη μέσω του πλακούντα έχει αποδειχθεί ότι συμβαίνει σε ανθρώπους.
  • Γονιμότητα
    Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ζιδοβουδίνη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στον άνθρωπο.
    Η ζιδοβουδίνη δεν εμπόδισε την αναπαραγωγική λειτουργία σε άρρενες και θήλεις αρουραίους. Στους άνδρες δεν έχει αποδειχθεί η επίδρασή της στον αριθμό, τη μορφολογία και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.
  • Γαλουχία
    Συνιστάται οι γυναίκες που ζούν με τον ιό HIV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV.
    Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 200 mg ζιδοβουδίνης σε γυναίκες μολυσμένες με HIV, η μέση συγκέντρωση της ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοια στο μητρικό γάλα και τον ορό.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντιμετώπιση
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τυχόν συμπτώματα τοξικότητας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) και να τους χορηγείται η κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία. Η περαιτέρω διαχείριση θα πρέπει να γίνεται όπως ενδείκνυται κλινικά ή όπως συνιστάται από το εθνικό κέντρο δηλητηριάσεων, όπου υπάρχει.
ΑιμοκάθαρσηΜερικώς
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
(E965) Διάλυμα μαλτιτόλης
Γλυκερόλη
Κιτρικό οξύ
Βενζοϊκό νάτριο
Νατριούχος σακχαρίνη
Γεύση φράουλας (περιέχει προπυλενογλυκόλη (Ε1520))
Γεύση λευκής ζάχαρης (περιέχει προπυλενογλυκόλη (Ε1520))
Κεκαθαρμένο ύδωρ
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: νουκλεοσιδικό ανάλογο, κωδικός ATC: J05A F01.

Μηχανισμός δράσης

Η ζιδοβουδίνη είναι ένας αντιιικός παράγοντας, που είναι εξαιρετικά δραστικός in vitro έναντι των ρετροϊών, συμπεριλαμβανομένου και του ιού της Ανοσολογικής Ανεπάρκειας του Ανθρώπου (HIV). Η ζιδοβουδίνη φωσφορυλιώνεται, τόσο στα μολυσμένα όσο και τα μη-μολυσμένα κύτταρα από την κυτταρική κινάση της θυμιδίνης, στο μονοφωσφορικό (ΜΡ) παράγωγό του. Η επακόλουθη φωσφορυλίωση της ζιδοβουδίνης-MP στο διφωσφορικό (DP) και στη συνέχεια στο τριφωσφορικό (ΤΡ) παράγωγό του καταλύεται από την κυτταρική θυμιδυλική κινάση και από μη ειδικές κινάσες, αντίστοιχα. Η ζιδοβουδίνη-TP δρα ως αναστολέας και ως υπόστρωμα της ιικής ανάστροφης μεταγραφάσης. Ο περαιτέρω σχηματισμός προ-ιικού DNA αναστέλλεται με την ενσωμάτωση της ζιδοβουδίνης-MP στην άλυσο και με τον επακόλουθο τερματισμό της αλύσου. O ανταγωνισμός της ζιδοβουδίνης-ΤΡ για την HIV ανάστροφη μεταγραφάση είναι περίπου 100 φορές μεγαλύτερος, απ’ ό,τι για την κυτταρική DNA πολυμεράση άλφα.

Κλινική ιολογία

Οι σχέσεις μεταξύ της in vitro ευαισθησίας του HIV στη ζιδοβουδίνη και της κλινικής ανταπόκρισης στη θεραπεία ερευνώνται ακόμη. Ο έλεγχος της ευαισθησίας in vitro δεν έχει τυποποιηθεί και επομένως τα αποτελέσματα είναι δυνατόν να ποικίλουν ανάλογα με τη μέθοδο. Μειωμένη in vitro ευαισθησία στη ζιδοβουδίνη έχει αναφερθεί για απομονωθέντα στελέχη του HIV από ασθενείς που είχαν λάβει μακροχρόνια θεραπεία με Ζιδοβουδίνη. Τα υπάρχοντα στοιχεία υποδεικνύουν ότι για HIV νόσο σε πρώιμο στάδιο, η συχνότητα και ο βαθμός μείωσης της in vitro ευαισθησίας είναι αισθητά μικρότερος από ό,τι σε προχωρημένο στάδιο της νόσου. H μείωση της ευαισθησίας και εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών στη ζιδοβουδίνη περιορίζει την κλινική χρησιμότητα της μονοθεραπείας με ζιδοβουδίνη. Τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών υποδεικνύουν ότι η ζιδοβουδίνη, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη και επίσης με διδανοσίνη ή ζαλκιταβίνη, έχει ως αποτέλεσμα μία σημαντική μείωση του κινδύνου της εξέλιξης της νόσου και της θνησιμότητας. Η χρήση ενός αναστολέα πρωτεάσης σε ένα συνδυασμό ζιδοβουδίνης και λαμιβουδίνης, απεδείχθη ότι παρέχει επιπρόσθετο όφελος στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου και τη βελτίωση της επιβίωσης σε σχέση με το διπλό συνδυασμό μόνο του. Μελετάται η in vitro αντιιική δραστικότητα διαφόρων συνδυασμών αντιιικών παραγόντων. Κλινικές και in vitro μελέτες με ζιδοβουδίνη σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη υποδεικνύουν ότι τα ιικά στελέχη που είναι ανθεκτικά στη ζιδοβουδίνη, μπορεί να γίνουν ευαίσθητα στη ζιδοβουδίνη όταν ταυτόχρονα αποκτούν αντοχή στη λαμιβουδίνη. Επίσης έχει αποδειχθεί κλινικά ότι η ζιδοβουδίνη, σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη επιβραδύνει την εμφάνιση αντοχής στη ζιδοβουδίνη, σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει ξανά αντιρετροϊκά φάρμακα. Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με ζιδοβουδίνη και άλλα αντιρετροϊκά (εξετασθέντες παράγοντες: αβακαβίρη, διδανοσίνη, λαμιβουδίνη και ιντερφερόνη άλφα). Η αντοχή στα ανάλογα θυμιδίνης (ένα εκ των οποίων είναι η ζιδοβουδίνη), είναι γνωστή και αποδίδεται στη σταδιακή συνάθροιση έως 6 ειδικών μεταλλάξεων στην αντίστροφη μεταγραφάση του HIV στα κωδικόνια 41, 67, 70, 210, 215 και 219. Οι ιοί αποκτούν φαινοτυπική αντίσταση στα ανάλογα της θυμιδίνης μέσω συνδυασμού μεταλλάξεων στα κωδικόνια 41 και 215, ή από τη συνάθροιση τουλάχιστον 4 έως 6 μεταλλάξεων. Αυτές οι μεταλλάξεις των αναλόγων θυμιδίνης από μόνες τους δεν προκαλούν διασταυρούμενη αντίσταση υψηλού επιπέδου σε κανένα από τα άλλα νουκλεοσίδια, επιτρέποντας έτσι την επακόλουθη χρήση άλλων εγκεκριμένων αναστολέων μεταγραφάσης. Δύο τρόποι μεταλλάξεων πολυφαρμακευτικής αντίστασης, ο πρώτος χαρακτηριζόμενος από μεταλλάξεις της αντίστροφης μεταγραφάσης του HIV στα κωδικόνια 62, 75, 77, 116 και 151 και ο δεύτερος που αφορά σε μία Τ69S μετάλλαξη και εισαγωγή ενός ζεύγους 6-βάσεων στην ίδια θέση, έχουν σαν αποτέλεσμα ανάπτυξη φαινοτυπικής αντίστασης στο AZT, όπως επίσης και σε άλλους εγκεκριμένους νουκλεοσιδικούς αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης. Ο καθένας από αυτούς τους δύο τρόπους μεταλλάξεων πολυνουκλεοσιδικής αντοχής περιορίζει σημαντικά τις μελλοντικές θεραπευτικές επιλογές. Στην Αμερικάνικη μελέτη ACTG076 το Ζιδοβουδίνη φάνηκε να είναι αποτελεσματικό στη μείωση της συχνότητας μετάδοσης του HIV-1 από τη μητέρα στο έμβρυο (23% συχνότητα μόλυνσης με το εικονικό φάρμακο έναντι 8% με τη ζιδοβουδίνη), όταν χορηγείται (100 mg πέντε φορές την ημέρα) σε οροθετικές εγκύους γυναίκες (από τη 14η-34η εβδομάδα κυήσεως) και τα νεογέννητα βρέφη τους (2 mg/ml κάθε 6 ώρες) ηλικίας μέχρι 6 εβδομάδων. Στη μικρότερης διάρκειας μελέτη Τhailand CDC του 1998, η χρήση μόνο από του στόματος θεραπείας με Ζιδοβουδίνη (300 mg δύο φορές την ημέρα) από την 36η εβδομάδα της κυήσεως μέχρι την γέννηση, επίσης μείωσε σημαντικά τη συχνότητα της μετάδοσης του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο (19% συχνότητα μόλυνσης με το εικονικό φάρμακο έναντι 9% με τη ζιδοβουδίνη). Αυτά τα στοιχεία και τα στοιχεία από δημοσιευμένη μελέτη στην οποία συγκρίθηκαν σχήματα με ζιδοβουδίνη στην πρόληψη της μετάδοσης του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο, έδειξαν ότι βραχείας διάρκειας θεραπεία στη μητέρα (από την 36η εβδομάδα της κυήσεως) είναι λιγότερο αποτελεσματική από μεγαλύτερης διάρκειας θεραπεία στη μητέρα (από την 14η-34η εβδομάδα της κυήσεως) ως προς τη μείωση της περινεογνικής μετάδοσης του HIV.

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Ενήλικες

Απορρόφηση Η φαρμακοκινητική εικόνα που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που ελάμβαναν ωριαίες εγχύσεις 1-5 mg/kg 3 έως 6 φορές ημερησίως, ήταν δοσοεξαρτώμενη. Οι μέσες μέγιστες (Cssmax) και οι μέσες ελάχιστες (Cssmin) συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από ωριαία έγχυση δόσεως 2,5 mg/kg ανά 4ωρο ήταν 4 και 0,4 μΜ αντίστοιχα (ή 1,1 και 0,1 μg/ml).

Κατανομή Ο τελικός χρόνος ημιζωής της στο πλάσμα ήταν περίπου 1,1 ώρες, ο μέσος ρυθμός ολικής σωματικής κάθαρσης ήταν 27,1 ml/min/kg και ο φαινόμενος όγκος κατανομής ήταν 1,6 litres/kg. Στους ενήλικες, η μέση αναλογία του βαθμού συγκέντρωσης της ζιδοβουδίνης σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε σχέση με το πλάσμα, 2 έως 4 ώρες μετά τη χορήγηση, βρέθηκε ότι είναι περίπου 0,5. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η ζιδοβουδίνη διαπερνά τον πλακούντα και εισέρχεται στο αμνιακό υγρό και το αίμα του εμβρύου. Επίσης η ζιδοβουδίνη έχει ανιχνευθεί και στο σπέρμα και το γάλα. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι σχετικά χαμηλή (34-38%) και συνεπώς δεν αναμένονται φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις που να οφείλονται σε παρεκτόπιση από τις θέσεις της πρωτεϊνικής σύνδεσης.

Βιομετασχηματισμός Η ζιδοβουδίνη βασικά αποβάλλεται με ηπατική σύζευξη σε ένα αδρανή γλυκουρονιδιομένο μεταβολίτη. Το 5’-γλυκουρονίδιο της ζιδοβουδίνης αποτελεί τον κύριο μεταβολίτη, τόσο στο πλάσμα, όσο και στα ούρα και αντιστοιχεί περίπου στο 50 έως 80% της χορηγούμενης δόσης, που αποβάλλεται από τους νεφρούς. Η ένωση 3α-μινο-3-δεσοξυθυμιδίνη (ΑΜΤ) έχει προσδιορισθεί ως ένας μεταβολίτης της ζιδοβουδίνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.

Αποβολή Η νεφρική κάθαρση της ζιδοβουδίνης υπερβαίνει κατά πολύ την κάθαρση κρεατινίνης, κάτι που υποδεικνύει ότι λαμβάνει χώρα σημαντική σωληναριακή έκκριση.

Παιδιατρική

Απορρόφηση Στα παιδιά ηλικίας άνω των 5-6 μηνών, η φαρμακοκινητική εικόνα της ζιδοβουδίνης είναι παρόμοια με αυτήν των ενηλίκων. Τα επίπεδα (Cssmax) ήταν 1,46 μg/ml μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσεως 80 mg ζιδοβουδίνης/m2 σώματος, 2,26 μg/ml μετά από δόση 120 mg/m2 σώματος και 2,96 μg/ml μετά από δόση 160 mg /m2 σώματος.

Κατανομή Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής στο πλάσμα βρέθηκε ότι ήταν περίπου 1,5 ώρες και ο ρυθμός ολικής σωματικής κάθαρσης ήταν 30,9 ml/min/kg αντίστοιχα. Στα παιδιά, η μέση αναλογία του βαθμού συγκέντρωσης της ζιδοβουδίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε σχέση με το πλάσμα, κυμαίνεται από 0,52-0,85, όπως προσδιορίσθηκε κατά τη διάρκεια θεραπείας από το στόμα, 0,5 έως 4 ώρες μετά από τη χορήγηση του φαρμάκου και ήταν 0,87 όπως προσδιορίσθηκε κατά τη διάρκεια ενδοφλέβιας θεραπείας, 1-5 ώρες μετά από μία ωριαία έγχυση. Κατά τη διάρκεια συνεχούς ενδοφλέβιας έγχυσης, η μέση αναλογία σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό/πλάσμα, σε σταθερή κατάσταση, ήταν 0,24.

Βιομετασχηματισμός Ο κύριος μεταβολίτης είναι το 5’-γλυκουρονίδιο. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, 29% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα και το 45% απεκκρίνεται ως γλυκουρονίδιο.

Αποβολή Η νεφρική κάθαρση της ζιδοβουδίνης υπερβαίνει κατά πολύ την κάθαρση της κρεατινίνης, γεγονός που υποδηλώνει ότι επισυμβαίνει σε σημαντικό βαθμό σωληναριακή απέκκριση του φαρμάκου. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε νεογνά και βρέφη μικρής ηλικίας υποδεικνύουν μείωση της γλυκουρονιδίωσης της ζιδοβουδίνης με επακόλουθη αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας, μείωση της κάθαρσης και μεγαλύτερη ημιπερίοδο ζωής σε βρέφη ηλικίας κάτω των 14 ημερών. Μετά από αυτήν την ηλικία η φαρμακοκινητική εικόνα φαίνεται να είναι παρόμοια με αυτήν των ενηλίκων.

Κύηση

Η φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης έχει ερευνηθεί σε μελέτη με οκτώ γυναίκες κατά το τελευταίο τρίμηνο της κύησης. Καθώς προχωρούσε η κύηση, δεν υπήρχε ένδειξη συσσώρευσης του φαρμάκου. Η φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοια με εκείνη σε μη-εγκύους ενήλικες. Ως συνέπεια της παθητικής διέλευσης του φαρμάκου διαμέσου του πλακούντα, οι συγκεντρώσεις της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα του νεογνού κατά τη γέννηση, ήταν ουσιαστικά ίδιες με εκείνες του πλάσματος της μητέρας κατά τον τοκετό.

Ηλικιωμένοι

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ειδικά στοιχεία για τη φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης σε ηλικιωμένους.

Νεφρική δυσλειτουργία

Συγκριτικά με υγιή άτομα, οι ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια έχουν 50% υψηλότερη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από του στόματος χορήγηση. Η συστηματική έκθεση (μετρώμενη ως εμβαδόν κάτω από την καμπύλη χρόνου συγκέντρωσης της ζιδοβουδίνης) αυξήθηκε κατά 100% ενώ η ημίσεια ζωή δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Σε νεφρική ανεπάρκεια υπάρχει σημαντική συσσώρευση του κύριου γλυκορουνιδικού μεταβολίτη, αλλά αυτό δεν φαίνεται να προκαλεί τοξικότητα. Η αιμοδιύλυση και η περιτοναϊκή κάθαρση δεν έχουν σημαντική επίδραση στην αποβολή της ζιδοβουδίνης ενώ αυξάνεται η αποβολή του ανενεργού γλυκουρονιδικού μεταβολίτη (βλ. Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία

Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για τη φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Η ζιδοβουδίνη, ένας δομικός ανάλογος της θυμιδίνης, αναστέλλει τη δραστηριότητα της αντίστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV-1, ανταγωνιζόμενη τόσο το φυσικό υπόστρωμα dGTP όσο και μέσω της ενσωμάτωσής της στο ιικό DNA.
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: νουκλεοσιδικό ανάλογο, κωδικός ATC: J05A F01. ### Μηχανισμός δράσης Η ζιδοβουδίνη είναι ένας αντιιικός παράγοντας, που είναι εξαιρετικά δραστικός in vitro έναντι των ρετροϊών,…

Φαρμακοκινητική

Φαρμακοκινητικές ιδιότητες ### Ενήλικες Απορρόφηση Η φαρμακοκινητική εικόνα που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που ελάμβαναν ωριαίες εγχύσεις 1-5 mg/kg 3 έως 6 φορές ημερησίως, ήταν δοσοεξαρτώμενη. Οι μέσες μέγιστες (Cssmax) και οι μέσες ελάχιστες (Cssmin)…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Ηπατικός. Μεταβολίζεται με γλυκουρονιδική σύζευξη σε κύριο, ανενεργό μεταβολίτη, τη 3’-αζιδο-3’-δεοξυ-5’-O-βήτα-D-γλυκοπυρανονουροσυλθυμιδίνη (GZDV). Το ένζυμο UGT2B7 είναι η κύρια ισομορφή UGT που είναι υπεύθυνη για τη γλυκουρονιδίωση. Σε…
Απέκκριση
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία Προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία (χρόνια ενεργός ηπατίτιδα) υπό συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία
Αιματολογικός έλεγχος bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Τουλάχιστον εβδομαδιαίως Θεραπεία με Retrovir IV
Αιμοσφαιρίνη (Hb) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Επίπεδα αιμοσφαιρίνης μεταξύ 7,5 g/dl και 9 g/dl
Ουδετερόφιλα bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Αριθμός ουδετεροφίλων μεταξύ 0,75x10^9/l και 1,0x10^9/l
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας
Λιπίδια αίματος monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Λιποατροφία stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Τακτικά Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more

Περιγραφή

Μια διδεοξυ-νουκλεοσιδική ένωση στην οποία η 3’-υδροξυ-ομάδα στο σάκχαρο έχει αντικατασταθεί από αζιδο-ομάδα. Αυτή η τροποποίηση εμποδίζει τον σχηματισμό φωσφοδιεστερικών δεσμών που είναι απαραίτητες για την ολοκλήρωση των αλυσίδων νουκλεϊνικών οξέων. Η ένωση είναι ισχυρός αναστολέας της αντιγραφής του HIV, δρώντας ως παραλήγοντας-τερματιστής της αλυσίδας του ιικού DNA κατά την αντίστροφη μεταγραφή. Βελτιώνει την ανοσολογική λειτουργία, αντιστρέφει μερικώς τη νευρολογική δυσλειτουργία που προκαλείται από τον HIV και βελτιώνει ορισμένες άλλες κλινικές ανωμαλίες που σχετίζονται με το AIDS. Η κύρια τοξική της δράση είναι η καταστολή του μυελού των οστών, η οποία εξαρτάται από τη δόση και οδηγεί σε αναιμία και λευκοπενία. [PubChem]

DrugBank

Indication

expand_more

Ενδείξεις

Για τη θεραπεία λοιμώξεων από τον ιό του ανθρώπινου ανοσοποιητικού (HIV).

DrugBank

Pharmacology

expand_more

Φαρμακολογία

Η ζιδοβουδίνη είναι ένας αναστολέας της αντίστροφης μεταγραφάσης των νουκλεοσιδίων (NRTI) με δράση κατά του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας Τύπου 1 (HIV-1). Η ζιδοβουδίνη φωσφορυλιώνεται σε ενεργούς μεταβολίτες που ανταγωνίζονται για την ενσωμάτωση στο ιικό DNA. Αναστέλλουν ανταγωνιστικά το ένζυμο της αντίστροφης μεταγραφάσης του HIV και δρουν ως παραλήγοντας-τερματιστής της σύνθεσης του DNA. Η απουσία της 3’-ΟΗ ομάδας στον ενσωματωμένο αναλόγου νουκλεοσιδίου εμποδίζει τον σχηματισμό του φωσφοδιεστερικού δεσμού 5’ προς 3’ που είναι απαραίτητος για την επιμήκυνση της αλυσίδας του DNA, και συνεπώς, η ανάπτυξη του ιικού DNA τερματίζεται.

DrugBank

Mechanism of action

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Η ζιδοβουδίνη, ένας δομικός ανάλογος της θυμιδίνης, αναστέλλει τη δραστηριότητα της αντίστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV-1, ανταγωνιζόμενη τόσο το φυσικό υπόστρωμα dGTP όσο και μέσω της ενσωμάτωσής της στο ιικό DNA.

DrugBank

Absorption

expand_more

Απορρόφηση

Ταχεία και σχεδόν πλήρης απορρόφηση από τον γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου, η συστημική βιοδιαθεσιμότητα των καψουλών και του διαλύματος ζιδοβουδίνης είναι περίπου 65% (εύρος, 52 έως 75%). Η βιοδιαθεσιμότητα σε νεογνά έως 14 ημερών είναι περίπου 89% και μειώνεται σε περίπου 61% και 65% σε νεογνά άνω των 14 ημερών και παιδιά 3 μηνών έως 12 ετών, αντίστοιχα. Η χορήγηση με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μπορεί να μειώσει τον ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης.

DrugBank

Half life

expand_more

Χρόνος Ημίσειας Ζωής

0.5-3 ώρες

DrugBank

Protein binding

expand_more

Σύνδεση με Πρωτεΐνες

30-38%

DrugBank

Route of elimination

expand_more

Οδός Απέκκρισης

Όπως και σε ενήλικες ασθενείς, η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω μεταβολισμού σε GZDV. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, περίπου το 29% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα αμετάβλητο και περίπου το 45% της δόσης απεκκρίθηκε ως GZDV.

DrugBank

Clearance

expand_more

Κάθαρση

  • 0.65 +/- 0.29 L/hr/kg [Μολυσμένοι από HIV, Ηλικίας Γέννησης έως 14 ημερών]
  • 1.14 +/- 0.24 L/hr/kg [Μολυσμένοι από HIV, Ηλικίας 14 ημερών έως 3 μηνών]
  • 1.85 +/- 0.47 L/hr/kg [Μολυσμένοι από HIV, Ηλικίας 3 μηνών έως 12 ετών]
DrugBank

Toxicity

expand_more

Τοξικότητα

Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν κόπωση, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετο. LD50 είναι 3084 mg/kg (από το στόμα σε ποντίκια).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

0.5-3 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

30-38%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

65%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 15 ώρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
35370
Μοριακός τύπος
C10H13N5O4
Μοριακό βάρος
267.24
IUPAC
1-[(2R,4S,5S)-4-azido-5-(hydroxymethyl)oxolan-2-yl]-5-methylpyrimidine-2,4-dione
InChIKey
HBOMLICNUCNMMY-XLPZGREQSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολιζόμενα, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν σε φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.2033)
  • Αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ενός ενζύμου που συνθέτει DNA σε ένα RNA πρότυπο.
  • Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για την αναστολή της εξάπλωσης της λοίμωξης HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.