ZIDOVUDINE
Ζιδοβουδίνη
H ακυκλοβίρη και η πενσυκλοβίρη αναστέλλουν την σύνθεση του DNA των ερπητοϊών, εφόσον φωσφορυλιωθούν.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-RETROVIR
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια (IV) ή από του στόματος
- Χορήγηση: Κάθε 4 ώρες (IV) ή δύο φορές την ημέρα (από του στόματος)
- Δόση έναρξης: 1 ή 2 mg/kg IV κάθε 4 ώρες
- Τιτλοποίηση: Δεν περιγράφεται ρητά, αλλά αναφέρεται αναπροσαρμογή δοσολογίας σε περίπτωση αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών, νεφρικής ή ηπατικής ανεπάρκειας.
-
ΕνήλικεςΔόση1 ή 2 mg ζιδοβουδίνης/kg σωματικού βάρους κάθε 4 ώρες (IV)Παρέχει παρόμοια έκθεση (AUC) με 1,5 ή 3 mg ζιδοβουδίνης/kg κάθε 4 ώρες (600 ή 1.200 mg ημερησίως για ένα ασθενή βάρους 70 kg). Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν Retrovir IV για έγχυση μόνο για το διάστημα που δεν είναι σε θέση να λάβουν θεραπεία από του στόματος.
-
ΠαιδιάΔόση80-160 mg/m² επιφάνειας σώματος ανά 6ωρο (320-640 mg/m²/ημερησίως)Η υπολογιζόμενη έκθεση στο φάρμακο, μετά τη χορήγηση δόσης 120 mg/m² κάθε 6 ώρες περίπου αντιστοιχεί σε δόση από το στόμα 180 mg/m² κάθε 6 ώρες. Μία δόση από του στόματος Retrovir 360 έως 480 mg/m² την ημέρα αντιστοιχεί περίπου σε ενδοφλέβια δόση 240-320 mg/m²/ημέρα. Τα δεδομένα είναι περιορισμένα.
-
Έγκυες γυναίκες (μετά τη 14η εβδομάδα της κύησης)Δόση500 mg ημερησίως (100 mg πέντε φορές την ημέρα) από το στόμα μέχρι την ημέρα του τοκετού.Κατά τη διάρκεια του τοκετού και τη γέννηση: 2 mg/kg βάρους σώματος IV χορηγούμενη σε διάστημα 1 ώρας ακολουθούμενη από συνεχή IV έγχυση 1 mg/kg βάρους σώματος ανά ώρα μέχρι να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος. Σε περίπτωση προγραμματισμένης καισαρικής επέμβασης, η έγχυση πρέπει να αρχίσει 4 ώρες πριν την επέμβαση. Σε περίπτωση νόθου τοκετού, η έγχυση του Retrovir πρέπει να διακόπτεται και να επαναχορηγείται η συνιστώμενη δοσολογία από το στόμα.
-
Νεογέννητα βρέφηΔόση2 mg/kg βάρους σώματος από το στόμα ανά 6ωρο, αρχίζοντας εντός 12 ωρών από τη γέννηση και συνεχίζοντας μέχρι 6 εβδομάδων.Σε βρέφη που δεν μπορούν να πάρουν το φάρμακο από το στόμα: 1,5 mg/kg βάρους σώματος IV έγχυση διάρκειας 30 min ανά 6ωρο.
-
Ασθενείς με ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημαΕξέταση αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης εάν τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ή ο αριθμός ουδετερόφιλων μειώνονται σε κλινικά σημαντικά επίπεδα. Εξέταση μείωσης της δόσης ή διακοπής του Retrovir εάν δεν υπάρχουν εναλλακτικές θεραπείες.
-
ΗλικιωμένοιΔεν υπάρχουν διαθέσιμα εξειδικευμένα στοιχεία. Συνιστάται κατάλληλη παρακολούθηση λόγω ηλικιακών αλλαγών (μείωση νεφρικής λειτουργίας, μεταβολές αιματολογικών παραμέτρων).
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΔόση1 mg/Kg 3-4 φορές ημερησίως (IV)Ισοδυναμεί με 300-400 mg ημερησίως από του στόματος. Έλεγχος αιματολογικών παραμέτρων και κλινικής ανταπόκρισης για περαιτέρω αναπροσαρμογή. Για ασθενείς σε αιμοκάθαρση/περιτοναϊκή κάθαρση: 100 mg κάθε 6-8 ώρες (300-400 mg ημερησίως).
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΕνδέχεται να απαιτείται μείωση της δοσολογίας. Απαιτείται προσοχή σε σημεία δυσανεξίας (αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες). Μείωση δόσης ή/και αύξηση μεσοδιαστημάτων χορήγησης.
block
SPC-RETROVIR
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη ζιδοβουδίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Παθολογικά χαμηλός αριθμός ουδετεροφίλων (κάτω των 0,75x10^9/lt.).
-
Παθολογικά χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (κάτω των 7,5 g/dl ή 4.65 mmol/l).
-
Νεογέννητα βρέφη με υπερ-χολερυθριναιμία που απαιτεί θεραπεία εκτός της φωτοθεραπείας.
-
Νεογέννητα βρέφη με αυξημένα επίπεδα τρανσαμινάσης πέντε φορές πάνω από τα φυσιολογικά.
warning
SPC-RETROVIR
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Κίνδυνος μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφήΛήψη προφυλάξεων σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
-
Αντιμετώπιση HIV/AIDSΤο Retrovir δεν θεραπεύει την λοίμωξη από τον HIV ή το AIDS. Οι ασθενείς μπορεί να συνεχίσουν να εμφανίζουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές.
-
Αντενδείξεις ταυτόχρονης χορήγησηςΑποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης ριφαμπικίνης ή σταβουδίνης με ζιδοβουδίνη (βλέπε παράγραφο 4.5).
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημαΑναμένεται εμφάνιση αναιμίας, ουδετεροπενίας και λευκοπενίας, ιδιαίτερα σε υψηλότερες δόσεις ή σε ασθενείς με πτωχές μυελικές εφεδρείες. Οι αιματολογικές παράμετροι πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Συνιστάται αιματολογικός έλεγχος τουλάχιστον εβδομαδιαίως. Εάν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης ή ο αριθμός των ουδετεροφίλων πέσουν κάτω από συγκεκριμένα όρια, η δόση μπορεί να μειωθεί ή να διακοπεί προσωρινά η θεραπεία.
-
Γαλακτική οξέωσηΓαλακτική οξέωση έχει αναφερθεί με τη χρήση ζιδοβουδίνης, συχνά με υψηλή θνησιμότητα. Συμπτώματα περιλαμβάνουν ήπια δυσπεπτικά, κακουχία, απώλεια όρεξης/βάρους, αναπνευστικά ή νευρολογικά συμπτώματα. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται με την εμφάνιση συμπτωμάτων αύξησης γαλακτικού οξέος, μεταβολικής/γαλακτικής οξέωσης, προοδευτικής ηπατομεγαλίας ή ραγδαία αυξανόμενων επιπέδων αμινοτρανσφερασών. Χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο, ειδικά σε παχύσαρκες γυναίκες. Ασθενείς με ηπατίτιδα C υπό θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα και ριμπαβιρίνη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από ενδομήτρια έκθεσηΝουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα ενδέχεται να επηρεάσουν τη μιτοχονδριακή λειτουργία. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV-αρνητικά βρέφη με έκθεση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα, κυρίως με σχήματα που περιείχαν ζιδοβουδίνη. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αιματολογικές και μεταβολικές διαταραχές, σπάνια νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης. Τα ευρήματα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για παιδιά με σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά. Τα ευρήματα δεν επηρεάζουν τις εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊκής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες.
-
ΛιποατροφίαΗ θεραπεία με ζιδοβουδίνη έχει συσχετιστεί με απώλεια υποδόριου λίπους, πιθανώς μη αναστρέψιμη. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται τακτικά για σημεία λιποατροφίας. Εάν υπάρχει υποψία, πρέπει να γίνεται μετάβαση σε εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα.
-
Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροιΚατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους, καθώς και των επιπέδων λιπιδίων και γλυκόζης στο αίμα. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων αντιμετωπίζονται κλινικά.
-
Ηπατική νόσοςΣε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh score 5-6), δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης. Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική νόσο (Child-Pugh score 7-15), η χρήση ζιδοβουδίνης δεν συνιστάται. Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C σε συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται. Εάν υπάρχει επιδείνωση της ηπατικής νόσου, εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας.
-
Σύνδρομο Ανοσολογικής ΑποκατάστασηςΣε ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια, κατά την έναρξη της CART, μπορεί να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά παθογόνα, προκαλώντας σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις τυπικά παρουσιάζονται εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών. Παραδείγματα περιλαμβάνουν αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια, πνευμονία από Pneumocystis carinii. Εκτιμώνται φλεγμονώδη συμπτώματα και ορίζεται θεραπεία. Αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves) έχουν επίσης αναφερθεί. Ο χρόνος έναρξης ποικίλει.
-
ΟστεονέκρωσηΈχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης, κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη HIV λοίμωξη και/ή μακρά έκθεση σε CART, με πολυπαραγοντική αιτιολογία. Οι ασθενείς πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας CΗ συγχορήγηση ριμπαβιρίνης και ζιδοβουδίνης δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλέπε παράγραφο 4.5).
-
Αλλεργία στο λάτεξΤο ελαστικό πώμα των φιαλιδίων Retrovir IV περιέχει φυσικό ελαστικό λάτεξ που μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις σε ευαίσθητα άτομα.
swap_horiz
SPC-RETROVIR
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις * Ριφαμπικίνη: Ταυτόχρονη χορήγηση μειώνει την AUC της ζιδοβουδίνης κατά 48%±34%. Αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση. * Σταβουδίνη: Ανταγωνιστές in vitro. Η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται. * Προβενεσίδη: Αυξάνει την AUC…
sick
SPC-RETROVIR
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες Ενέργειες Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες και παιδιά φαίνεται ότι είναι παρόμοιο. Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις: αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία. Εμφανίζονται συχνότερα σε υψηλότερες δόσεις (1.200-1.500…
pregnant_woman
SPC-RETROVIR
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητοΣτην προκειμένη περίπτωση, η χρήση ζιδοβουδίνης σε έγκυες γυναίκες με επακόλουθη θεραπεία των νεογέννητων βρεφών, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον ρυθμό μητέρα στο έμβρυο μετάδοση του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο. Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων από έγκυες γυναίκες (περισσότερες από 3000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο πρώτο τρίμηνο και περισσότερες από 3000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο) υποδηλώνουν απουσία δυσμορφικής τοξικότητας. Με βάση αυτό το μεγάλο όγκο δεδομένων ο κίνδυνος εμφάνισης δυσπλασίας στον άνθρωπο δεν είναι πιθανός. Η ζιδοβουδίνη έχει συσχετιστεί με ευρήματα τοξικότητας στην αναπαραγωγή σε μελέτες σε ζώα (βλ. προκλινικά δεδομένα). Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. Η μεταφορά ζιδοβουδίνη μέσω του πλακούντα έχει αποδειχθεί ότι συμβαίνει σε ανθρώπους. Τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα έχουν δείξει in vitro και in vivo ότι προκαλούν ποικίλου βαθμού βλάβη των μιτοχονδρίων. Τα δραστικά συστατικά του Retrovir μπορούν να αναστείλουν την αναπαραγωγή του κυτταρικού DΝΑ και η ζιδοβουδίνη έχει αποδειχθεί ότι είναι ένα μεταπλακτιδικό καρκινογόνο σε μία μελέτη σε ζώα. Υπάρχουν αναφορές δυσλειτουργίας των μιτοχονδρίων σε HIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν ενδομήτρια και/ή μετά την γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (βλ. ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓονιμότηταΔεν είναι γνωστόΗ ζιδοβουδίνη δεν εμπόδισε την αναπαραγωγική λειτουργία σε άρρενες και θήλεις αρουραίους στους οποίους χορηγήθηκαν από το στόμα δόσεις 450 mg/kg/ημερησίως. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ζιδοβουδίνη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στον άνθρωπο. Στους άνδρες δεν έχει αποδειχθεί η επίδρασή του στον αριθμό, τη μορφολογία και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΜετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 200 mg ζιδοβουδίνης σε γυναίκες μολυσμένες με HIV, η μέση συγκέντρωση της ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοια στο μητρικό γάλα και στον ορό. Συνιστάται οι μητέρες που έχουν μολυνθεί από τον HIV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους σε καμία περίπτωση προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση της HIV λοίμωξης.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-RETROVIR
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: νουκλεοσιδικό ανάλογο, κωδικός ATC: J05AF01. Μηχανισμός δράσης: Η ζιδοβουδίνη είναι αντιιικός παράγοντας δραστικός in vitro έναντι των ρετροϊών, συμπεριλαμβανομένου του HIV. Μετατρέπεται στα κύτταρα…
biotech
SPC-RETROVIR
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική Ενήλικες: * Απορρόφηση: Δοσο-εξαρτώμενη. Μετά από IV έγχυση 2,5 mg/kg ανά 4ωρο: Cmax 4 μΜ, Cmin 0,4 μΜ. * Κατανομή: Τελικός χρόνος ημιζωής ~1,1 ώρες. Ολική κάθαρση 27,1 ml/min/kg. Όγκος κατανομής 1,6 L/kg. Αναλογία CSF/πλάσμα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-RETROVIR
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
To Retrovir πρέπει να συνταγογραφείται από γιατρούς που έχουν εμπειρία στην αντιμετώπιση της λοίμωξης από HIV.
Η απαιτούμενη δόση του διαλύματος Retrovir IV για έγχυση πρέπει να χορηγείται με βραδεία ενδοφλέβια έγχυση του αραιωθέντος προϊόντος διάρκειας μιας ώρας.
Το διάλυμα Retrovir για έγχυση ΔΕΝ πρέπει να χορηγείται ενδομυϊκά.
Αραίωση: Το διάλυμα Retrovir για έγχυση πρέπει να αραιώνεται αμέσως πριν τη χορήγηση (βλέπε παράγραφο 6.6).
Δοσολογία σε ενήλικες: Μία δόση Retrovir IV για έγχυση 1 ή 2 mg ζιδοβουδίνης/kg σωματικού βάρους κάθε 4 ώρες παρέχει παρόμοια έκθεση (AUC) με μία από του στόματος δόση 1,5 ή 3 mg ζιδοβουδίνης/kg κάθε 4 ώρες (600 ή 1.200 mg ημερησίως για ένα ασθενή βάρους 70 kg). Η τρέχουσα συνιστώμενη δόση του Retrovir από του στόματος είναι 250 mg ή 300 mg δύο φορές την ημέρα. Αυτή η δόση χρησιμοποιείται σαν μέρος μιας πολυφαρμακευτικής θεραπευτικής αγωγής.
Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν Retrovir IV για έγχυση μόνο για το διάστημα που δεν είναι σε θέση να λάβουν θεραπεία από του στόματος.
Δοσολογία σε παιδιά: Τα δεδομένα γύρω από τη χορήγηση Retrovir IV για έγχυση σε παιδιά είναι περιορισμένα. Δόσεις που κυμαίνονται μεταξύ 80-160 mg/m² επιφάνειας σώματος ανά 6ωρο (320-640 mg/m²/ ημερησίως) έχουν χρησιμοποιηθεί. Εντούτοις, η υπολογιζόμενη έκθεση στο φάρμακο, μετά τη χορήγηση δόσης 120 mg/m² κάθε 6 ώρες περίπου αντιστοιχεί σε δόση από το στόμα 180 mg/m² κάθε 6 ώρες. Μία δόση από του στόματος Retrovir 360 έως 480 mg/m² την ημέρα αντιστοιχεί περίπου σε ενδοφλέβια δόση 240-320 mg/m²/ημέρα.
Δοσολογία για την πρόληψη μετάδοσης του HIV από την μητέρα στο έμβρυο:
Για έγκυες γυναίκες (μετά τη 14η εβδομάδα της κύησης) συνιστάται η χορήγηση από το στόμα 500 mg ημερησίως (100 mg πέντε φορές την ημέρα) μέχρι την ημέρα του τοκετού. Κατά τη διάρκεια του τοκετού και τη γέννηση η χορήγηση του Retrovir πρέπει να γίνεται ενδοφλεβίως με δόση 2 mg/kg βάρους σώματος χορηγούμενη σε διάστημα 1 ώρας ακολουθούμενη από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση δόσεως 1 mg/kg βάρους σώματος ανά ώρα μέχρι να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος.
Στα νεογέννητα βρέφη πρέπει να χορηγούνται από το στόμα 2 mg/kg βάρους σώματος ανά 6ωρο αρχίζοντας εντός 12 ωρών από τη γέννηση και συνεχίζοντας μέχρι το βρέφος να γίνει ηλικίας 6 εβδομάδων (δηλαδή ένα νεογνό 3kg θα χρειασθεί δόση 0.6ml πόσιμου διαλύματος κάθε 6 ώρες). Σε βρέφη που δεν μπορούν να πάρουν το φάρμακο από το στόμα πρέπει να χορηγείται ανά 6ωρο ενδοφλέβια δόση Retrovir 1,5 mg/kg βάρους σώματος υπό μορφή έγχυσης διάρκειας 30 min.
Σε περίπτωση που έχει προγραμματισθεί καισαρική επέμβαση, η έγχυση πρέπει να αρχίσει 4 ώρες πριν την επέμβαση. Στην περίπτωση νόθου τοκετού η έγχυση του Retrovir πρέπει να διακόπτεται και να επαναχορηγείται η συνιστώμενη δοσολογία από το στόμα.
Αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημα: Σε ασθενείς των οποίων τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ή o αριθμός των ουδετερόφιλων μειώνεται σε κλινικά σημαντικά επίπεδα, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης. Άλλες δυνητικές αιτίες για την αναιμία ή την ουδετεροπενία θα πρέπει να αποκλείονται. Σε περίπτωση απουσίας εναλλακτικών θεραπειών, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής του Retrovir (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).
Δοσολογία σε ηλικιωμένους: Η φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς άνω των 65 ετών και δεν υπάρχουν διαθέσιμα εξειδικευμένα στοιχεία. Πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα σ΄ αυτή την ομάδα ασθενών, λόγω αλλαγών που σχετίζονται με την ηλικία τους, όπως μείωση της νεφρικής λειτουργίας και μεταβολές στις αιματολογικές παραμέτρους, γι’ αυτό συνιστάται η κατάλληλη παρακολούθηση αυτών των ασθενών πριν από και κατά τη χρήση του Retrovir.
Δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η συνιστώμενη ενδοφλέβια δοσολογία είναι 1 mg/Kg 3-4 φορές ημερησίως. Αυτή η δόση ισοδυναμεί με την τρέχουσα συνιστώμενη ημερήσια δόση από του στόματος, των 300-400 mg, με βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος 60-70% γι’ αυτή την ομάδα ασθενών. Ο έλεγχος των αιματολογικών παραμέτρων σε συνδυασμό με την κλινική ανταπόκριση, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αναπροσαρμογή της δοσολογίας. Για ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και περιτοναϊκή κάθαρση η συνιστώμενη δόση είναι 100 mg κάθε 6-8 ώρες (300-400 mg ημερησίως) (βλέπε παράγραφο 5.2).
Δοσολογία σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: Τα στοιχεία, που υπάρχουν για ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, υποδηλώνουν ότι η ζιδοβουδίνη μπορεί να συσσωρεύεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, εξαιτίας της μειωμένης ικανότητας σύζευξης με τα γλουκουρονίδια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ενδέχεται να είναι αναγκαία μείωση της δοσολογίας, αλλά λόγω της μεγάλης μεταβλητότητας στην έκθεση ζιδοβουδίνης στους ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική νόσο, αλλά δεν είναι δυνατόν να δοθούν ακριβείς δοσολογικές υποδείξεις.. Εάν ο έλεγχος των επιπέδων της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα δεν είναι εφικτός, ο θεράπων ιατρός πρέπει να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν σημεία δυσανεξίας όπως η ανάπτυξη αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών (αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία) και να μειώνει τη δόση και/ή να αυξάνει κατάλληλα τα μεσοδιαστήματα χορήγησης των δόσεων (βλέπε παράγραφο 4.4).
block
Αντενδείξεις
SPC-RETROVIR
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-RETROVIR
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-RETROVIR
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
- Ριφαμπικίνη: Ταυτόχρονη χορήγηση μειώνει την AUC της ζιδοβουδίνης κατά 48%±34%. Αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
- Σταβουδίνη: Ανταγωνιστές in vitro. Η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
- Προβενεσίδη: Αυξάνει την AUC της ζιδοβουδίνης κατά 106%. Παρακολούθηση για αιματολογική τοξικότητα.
- Λαμιβουδίνη: Μικρή αύξηση του Cmax της ζιδοβουδίνης (28%), χωρίς σημαντική αλλαγή στην AUC. Η ζιδοβουδίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης.
- Φαινυτοΐνη: Αναφέρθηκαν χαμηλά ή υψηλά επίπεδα φαινυτοΐνης. Τα επίπεδα της φαινυτοΐνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
- Ατοβακουόνη: Μειώνει το ρυθμό μεταβολισμού της ζιδοβουδίνης στο γλουκορινικό μεταβολίτη (αύξηση AUC ζιδοβουδίνης κατά 33%). Απαιτείται επιπλέον μέριμνα κατά τη μακροχρόνια αγωγή με ατοβακουόνη.
- Βαλπροϊκό οξύ, Φλουκοναζόλη, Μεθαδόνη: Αύξηση της AUC και μείωση της κάθαρσης της ζιδοβουδίνης. Παρακολούθηση για πιθανή τοξικότητα.
- Ριμπαβιρίνη: Παροξύνσεις αναιμίας. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας. Εξέταση αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης.
- Δυνητικά νεφροτοξικά ή μυελοκατασταλτικά φάρμακα (π.χ. πενταμιδίνη, δαψόνη, πυριμεθαμίνη, κο-τριμοξαζόλη, αμφοτερικίνη, φλουκυτοκίνη, γκανκυκλοβίρη, ιντερφερόνη, βινκριστίνη, βινμπλαστίνη, δοξορουμπισίνη): Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών. Έλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης εάν χρειαστεί.
- Κοτριμοξαζόλη, εισπνεόμενη πενταμιδίνη, πυριμεθαμίνη, ακυκλοβίρη: Δεν φάνηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από τη ζιδοβουδίνη σε προφυλακτικές δόσεις.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-RETROVIR
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες και παιδιά φαίνεται ότι είναι παρόμοιο.
Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις: αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία. Εμφανίζονται συχνότερα σε υψηλότερες δόσεις (1.200-1.500 mg/ημερησίως), σε ασθενείς με προχωρημένη HIV νόσο, πτωχή μυελική εφεδρεία, και χαμηλά CD4 (<100/mm³). Μπορεί να απαιτηθεί μείωση δοσολογίας ή διακοπή.
Η συχνότητα ουδετεροπενίας αυξήθηκε σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ουδετεροπενία, χαμηλή αιμοσφαιρίνη και χαμηλή βιταμίνη Β12.
Ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις (ΑΦΑ) ανά συχνότητα:
- Πολύ Συχνές (≥1/10):
- Κεφαλαλγία
- Ναυτία
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10):
- Αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία
- Ζάλη
- Έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης στο αίμα
- Μυαλγία
- Αδυναμία
- Όχι Συχνές (≥1/1.000 έως <1/100):
- Πανκυτταροπενία με υποπλασία μυελού των οστών, θρομβοκυτταροπενία
- Δύσπνοια
- Μετεωρισμός
- Εξάνθημα, κνησμός
- Μυοπάθεια
- Αδιαθεσία, πυρετός, γενικευμένο άλγος
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000):
- Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
- Γαλακτική οξέωση απουσία υποξαιμίας, ανορεξία
- Άγχος, κατάθλιψη
- Σπασμοί, απώλεια νοητικής εγρήγορσης, αϋπνία, παραισθησία, υπνηλία
- Καρδιομυοπάθεια
- Βήχας
- Υπέρχρωση στοματικού βλεννογόνου, διαταραχές γεύσης, δυσπεψία, παγκρεατίτιδα
- Ηπατικές διαταραχές (σοβαρή ηπατομεγαλία με στεάτωση)
- Κνίδωση, υπέρχρωση ονύχων/δέρματος, εφίδρωση
- Γυναικομαστία
- Θωρακικό άλγος, γριππώδες σύνδρομο, ρίγη
- Πολύ Σπάνιες (<1/10.000):
- Απλαστική αναιμία
Εμπειρία με Retrovir IV: Περιορισμένη (>2 εβδομάδες). Συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες: αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία. Τοπικές αντιδράσεις όχι συχνές.
Ανεπιθύμητες ενέργειες από του στόματος: Ναυτία και άλλες συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες μειώνονται με τον χρόνο.
Πρόληψη μετάδοσης Μητέρας-Εμβρύου:
- Μητέρες: Παρόμοιος αριθμός κλινικών ανεπιθύμητων ενεργειών και παθολογικών εργαστηριακών τιμών σε σχέση με εικονικό φάρμακο. Τάση για ήπια/μέτρια αναιμία πριν τον τοκετό.
- Βρέφη: Οριακά μικρότερες συγκεντρώσεις αιμοσφαιρίνης, χωρίς ανάγκη μετάγγισης. Αναιμία υποχώρησε εντός 6 εβδομάδων. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες παρόμοιες.
Συνδεόμενες με τη ζιδοβουδίνη:
- Γαλακτική οξέωση (μερικές φορές θανατηφόρα) που συνδέεται με σοβαρή ηπατομεγαλία και ηπατική στεάτωση.
- Απώλεια υποδόριου λίπους (πρόσωπο, άκρα, γλουτοί). Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί λιποατροφία.
- Αύξηση σωματικού βάρους, επιπέδων λιπιδίων και γλυκόζης.
- Σύνδρομο επαναδραστηριοποίησης ανοσοποιητικού (σε ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια).
- Οστεονέκρωση (άγνωστη συχνότητα, κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη HIV ή μακρά έκθεση σε CART).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-RETROVIR
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Ως γενικός κανόνας, κατά την απόφαση χρήσης αντιρετροϊκών παραγόντων για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον HIV σε έγκυες γυναίκες και, κατά συνέπεια, τη μείωση του κινδύνου κάθετης μετάδοσης του HIV στο νεογνό, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα από ζώα (βλ. προκλινικά δεδομένα) καθώς και η κλινική εμπειρία από έγκυες γυναίκες. Στην προκειμένη περίπτωση, η χρήση ζιδοβουδίνης σε έγκυες γυναίκες με επακόλουθη θεραπεία των νεογέννητων βρεφών, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον ρυθμό μητέρα στο έμβρυο μετάδοση του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο. Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων από έγκυες γυναίκες (περισσότερες από 3000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο πρώτο τρίμηνο και περισσότερες από 3000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο) υποδηλώνουν απουσία δυσμορφικής τοξικότητας. Το Retrovir μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Με βάση αυτό το μεγάλο όγκο δεδομένων ο κίνδυνος εμφάνισης δυσπλασίας στον άνθρωπο δεν είναι πιθανός. Η ζιδοβουδίνη έχει συσχετιστεί με ευρήματα τοξικότητας στην αναπαραγωγή σε μελέτες σε ζώα (βλ. προκλινικά δεδομένα). Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. Η μεταφορά ζιδοβουδίνη μέσω του πλακούντα έχει αποδειχθεί ότι συμβαίνει σε ανθρώπους.
Δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων
Τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα έχουν δείξει in vitro και in vivo ότι προκαλούν ποικίλου βαθμού βλάβη των μιτοχονδρίων. Τα δραστικά συστατικά του Retrovir μπορούν να αναστείλουν την αναπαραγωγή του κυτταρικού DΝΑ και η ζιδοβουδίνη έχει αποδειχθεί ότι είναι ένα μεταπλακτιδικό καρκινογόνο σε μία μελέτη σε ζώα. Υπάρχουν αναφορές δυσλειτουργίας των μιτοχονδρίων σε HIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν ενδομήτρια και/ή μετά την γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (βλ. ειδικές προειδοποιήσεις).
Γονιμότητα
Η ζιδοβουδίνη δεν εμπόδισε την αναπαραγωγική λειτουργία σε άρρενες και θήλεις αρουραίους στους οποίους χορηγήθηκαν από το στόμα δόσεις 450 mg/kg/ημερησίως. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ζιδοβουδίνη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στον άνθρωπο. Στους άνδρες δεν έχει αποδειχθεί η επίδρασή του στον αριθμό, τη μορφολογία και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.
Θηλασμός
Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 200 mg ζιδοβουδίνης σε γυναίκες μολυσμένες με HIV, η μέση συγκέντρωση της ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοια στο μητρικό γάλα και στον ορό. Συνιστάται οι μητέρες που έχουν μολυνθεί από τον HIV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους σε καμία περίπτωση προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση της HIV λοίμωξης.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-RETROVIR
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: νουκλεοσιδικό ανάλογο, κωδικός ATC: J05AF01.
Μηχανισμός δράσης:
Η ζιδοβουδίνη είναι αντιιικός παράγοντας δραστικός in vitro έναντι των ρετροϊών, συμπεριλαμβανομένου του HIV. Μετατρέπεται στα κύτταρα σε μονο-, δι- και τριφωσφορικά παράγωγα. Η ζιδοβουδίνη-TP δρα ως αναστολέας και υπόστρωμα της ιικής ανάστροφης μεταγραφάσης, αναστέλλοντας τον σχηματισμό του προ-ιικού DNA με ενσωμάτωση στην άλυσο και τερματισμό της αλύσου. Ο ανταγωνισμός της για την HIV ανάστροφη μεταγραφάση είναι περίπου 100 φορές μεγαλύτερος από ό,τι για την κυτταρική DNA πολυμεράση άλφα.
Κλινική ιολογία:
- Η σχέση μεταξύ in vitro ευαισθησίας και κλινικής ανταπόκρισης ερευνάται. Μειωμένη ευαισθησία έχει αναφερθεί σε στελέχη HIV από ασθενείς με μακροχρόνια θεραπεία.
- Η εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών περιορίζει την κλινική χρησιμότητα της μονοθεραπείας. Ο συνδυασμός με άλλα αντιρετροϊκά (λαμιβουδίνη, διδανοσίνη, ζαλκιταβίνη, αναστολείς πρωτεάσης) βελτιώνει την έκβαση και επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου.
- Αντοχή στα ανάλογα θυμιδίνης οφείλεται σε μεταλλάξεις στην αντίστροφη μεταγραφάση (κωδικόνια 41, 67, 70, 210, 215, 219). Δεν προκαλεί διασταυρούμενη αντίσταση υψηλού επιπέδου σε άλλα νουκλεοσίδια.
- Άλλοι τρόποι μεταλλάξεων (κωδικόνια 62, 75, 77, 116, 151 ή T69S) προκαλούν φαινοτυπική αντίσταση σε πολλαπλούς νουκλεοσιδικούς αναστολείς.
- Πρόληψη μετάδοσης Μητέρας-Εμβρύου: Η μελέτη ACTG076 έδειξε αποτελεσματικότητα στη μείωση της μετάδοσης (23% -> 8%) με χορήγηση από 14-34 εβδομάδας κύησης και στα νεογέννητα. Μικρότερης διάρκειας θεραπεία (από 36η εβδομάδα) ήταν λιγότερο αποτελεσματική.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-RETROVIR
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητική
Ενήλικες:
- Απορρόφηση: Δοσο-εξαρτώμενη. Μετά από IV έγχυση 2,5 mg/kg ανά 4ωρο: Cmax 4 μΜ, Cmin 0,4 μΜ.
- Κατανομή: Τελικός χρόνος ημιζωής ~1,1 ώρες. Ολική κάθαρση 27,1 ml/min/kg. Όγκος κατανομής 1,6 L/kg. Αναλογία CSF/πλάσμα ~0,5 (2-4 ώρες μετά τη χορήγηση). Διαπερνά τον πλακούντα, ανιχνεύεται σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό, αμνιακό υγρό, αίμα εμβρύου, σπέρμα, γάλα.
- Σύνδεση με πρωτεΐνες: 34-38% (χαμηλή).
- Βιομετασχηματισμός: Κυρίως ηπατική σύζευξη σε γλυκουρονιδιωμένο μεταβολίτη (5’-γλυκουρονίδιο, ~50-80% της δόσης στα ούρα). Σχηματίζεται επίσης 3-αμινο-3-δεσοξυθιμιδίνη (AMΤ).
- Αποβολή: Νεφρική κάθαρση > κάθαρση κρεατινίνης (σημαντική σωληναριακή έκκριση).
Παιδιατρική (άνω των 5-6 μηνών):
- Απορρόφηση: Παρόμοια με ενήλικες. Cmax 1,46-2,96 μg/ml (ανάλογα με τη δόση IV).
- Κατανομή: Χρόνος ημιζωής ~1,5 ώρες. Κάθαρση 30,9 ml/min/kg. Αναλογία CSF/πλάσμα 0,52-0,87 (θεραπεία από στόματος), 0,24 (συνεχής IV έγχυση).
- Βιομετασχηματισμός: Κύριος μεταβολίτης 5’-γλυκουρονίδιο (29% της δόσης αναλλοίωτο στα ούρα, 45% ως γλυκουρονίδιο).
- Αποβολή: Νεφρική κάθαρση > κάθαρση κρεατινίνης (σωληναριακή απέκκριση).
- Νεογνά/Βρέφη (<14 ημερών): Μειωμένη γλυκουρονιδίωση, αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα, μειωμένη κάθαρση, μεγαλύτερη ημιπερίοδος ζωής.
Κύηση:
- Φαρμακοκινητική παρόμοια με μη-εγκύους. Συγκεντρώσεις στο πλάσμα νεογνού κατά τη γέννηση ίδιες με της μητέρας.
Ηλικιωμένοι:
- Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ειδικά στοιχεία.
Νεφρική δυσλειτουργία:
- Ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια: ~50% υψηλότερη Cmax (από στόματος), ~100% αυξημένη συστηματική έκθεση (AUC). Ημίσεια ζωή όχι σημαντικά μεταβλητή. Συσσώρευση γλυκουρονιδικού μεταβολίτη. Αιμοδιύλυση/περιτοναϊκή κάθαρση δεν επηρεάζουν σημαντικά την αποβολή ζιδοβουδίνης, αλλά αυξάνουν την αποβολή του γλυκουρονιδικού μεταβολίτη.
Ηπατική δυσλειτουργία:
- Περιορισμένα δεδομένα.
ΕΟΦ · 5.3.1
Aντιερπητικά
expand_more
Aντιερπητικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Μια διδεοξυ-νουκλεοσιδική ένωση στην οποία η 3’-υδροξυ-ομάδα στο σάκχαρο έχει αντικατασταθεί από αζιδο-ομάδα. Αυτή η τροποποίηση εμποδίζει τον σχηματισμό φωσφοδιεστερικών δεσμών που είναι απαραίτητες για την ολοκλήρωση των αλυσίδων νουκλεϊνικών οξέων. Η ένωση είναι ισχυρός αναστολέας της αντιγραφής του HIV, δρώντας ως παραλήγοντας-τερματιστής της αλυσίδας του ιικού DNA κατά την αντίστροφη μεταγραφή. Βελτιώνει την ανοσολογική λειτουργία, αντιστρέφει μερικώς τη νευρολογική δυσλειτουργία που προκαλείται από τον HIV και βελτιώνει ορισμένες άλλες κλινικές ανωμαλίες που σχετίζονται με το AIDS. Η κύρια τοξική της δράση είναι η καταστολή του μυελού των οστών, η οποία εξαρτάται από τη δόση και οδηγεί σε αναιμία και λευκοπενία. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία λοιμώξεων από τον ιό του ανθρώπινου ανοσοποιητικού (HIV).
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ζιδοβουδίνη είναι ένας αναστολέας της αντίστροφης μεταγραφάσης των νουκλεοσιδίων (NRTI) με δράση κατά του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας Τύπου 1 (HIV-1). Η ζιδοβουδίνη φωσφορυλιώνεται σε ενεργούς μεταβολίτες που ανταγωνίζονται για την ενσωμάτωση στο ιικό DNA. Αναστέλλουν ανταγωνιστικά το ένζυμο της αντίστροφης μεταγραφάσης του HIV και δρουν ως παραλήγοντας-τερματιστής της σύνθεσης του DNA. Η απουσία της 3’-ΟΗ ομάδας στον ενσωματωμένο αναλόγου νουκλεοσιδίου εμποδίζει τον σχηματισμό του φωσφοδιεστερικού δεσμού 5’ προς 3’ που είναι απαραίτητος για την επιμήκυνση της αλυσίδας του DNA, και συνεπώς, η ανάπτυξη του ιικού DNA τερματίζεται.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ζιδοβουδίνη, ένας δομικός ανάλογος της θυμιδίνης, αναστέλλει τη δραστηριότητα της αντίστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV-1, ανταγωνιζόμενη τόσο το φυσικό υπόστρωμα dGTP όσο και μέσω της ενσωμάτωσής της στο ιικό DNA.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Ταχεία και σχεδόν πλήρης απορρόφηση από τον γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου, η συστημική βιοδιαθεσιμότητα των καψουλών και του διαλύματος ζιδοβουδίνης είναι περίπου 65% (εύρος, 52 έως 75%). Η βιοδιαθεσιμότητα σε νεογνά έως 14 ημερών είναι περίπου 89% και μειώνεται σε περίπου 61% και 65% σε νεογνά άνω των 14 ημερών και παιδιά 3 μηνών έως 12 ετών, αντίστοιχα. Η χορήγηση με γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά μπορεί να μειώσει τον ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
0.5-3 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
30-38%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Όπως και σε ενήλικες ασθενείς, η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω μεταβολισμού σε GZDV. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, περίπου το 29% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα αμετάβλητο και περίπου το 45% της δόσης απεκκρίθηκε ως GZDV.
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 0.65 +/- 0.29 L/hr/kg [Μολυσμένοι από HIV, Ηλικίας Γέννησης έως 14 ημερών]
- 1.14 +/- 0.24 L/hr/kg [Μολυσμένοι από HIV, Ηλικίας 14 ημερών έως 3 μηνών]
- 1.85 +/- 0.47 L/hr/kg [Μολυσμένοι από HIV, Ηλικίας 3 μηνών έως 12 ετών]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν κόπωση, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετο. LD50 είναι 3084 mg/kg (από το στόμα σε ποντίκια).
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ζιδοβουδίνη είναι ένας αναστολέας νουκλεοσιδικής ανάστροφης μεταγραφάσης (NRTI) με δράση κατά του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας Τύπου 1 (HIV-1). Η ζιδοβουδίνη φωσφορυλιώνεται σε ενεργούς μεταβολίτες που ανταγωνίζονται για την ενσωμάτωση στο ιικό DNA. Αναστέλλουν ανταγωνιστικά το ένζυμο της ανάστροφης μεταγραφάσης του HIV και δρουν ως τερματιστές αλυσίδας της σύνθεσης DNA. Η απουσία ομάδας 3’-OH στον ενσωματωμένο αναλόγου νουκλεοσιδίου αποτρέπει τον σχηματισμό του φωσφοδιεστερικού δεσμού 5’ προς 3’ που είναι απαραίτητος για την επιμήκυνση της αλυσίδας DNA, και ως εκ τούτου, η ανάπτυξη του ιικού DNA τερματίζεται.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ζιδοβουδίνη, ένας δομικός αναλόγος της θυμιδίνης, είναι ένα προφάρμακο που πρέπει να φωσφορυλιωθεί στον ενεργό μεταβολίτη της 5′-τριφωσφορικής της μορφής, τη ζιδοβουδίνη τριφωσφορική (ZDV-TP). Αναστέλλει τη δραστηριότητα της ανάστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV-1 μέσω τερματισμού της αλυσίδας DNA μετά την ενσωμάτωση του αναλόγου νουκλεοτιδίου. Ανταγωνίζεται το φυσικό υπόστρωμα dGTP και ενσωματώνεται στο ιικό DNA. Είναι επίσης ασθενής αναστολέας της κυτταρικής DNA πολυμεράσης α και γ.
Η ζιδοβουδίνη τριφωσφορική μπορεί να συνδεθεί και να αναστείλει κάποιες ζωικές κυτταρικές DNA πολυμεράσες, ιδιαίτερα τις βήτα και γάμμα πολυμεράσες, in vitro. Ωστόσο, η ζιδοβουδίνη τριφωσφορική φαίνεται να έχει πολύ μεγαλύτερη συγγένεια για την ιική RNA-εξαρτώμενη DNA πολυμεράση παρά για τις ζωικές DNA πολυμεράσες.
Η αντιρετροϊκή δράση της ζιδοβουδίνης φαίνεται να εξαρτάται από την ενδοκυτταρική μετατροπή του φαρμάκου σε τριφωσφορικό μεταβολίτη· επομένως, η ζιδοβουδίνη τριφωσφορική και όχι η αμετάβλητη ζιδοβουδίνη φαίνεται να είναι η φαρμακολογικά ενεργή μορφή του φαρμάκου. Η ζιδοβουδίνη μετατρέπεται σε ζιδοβουδίνη μονοφωσφορική από την κυτταρική θυμιδινική κινάση· το μονοφωσφορικό φωσφορυλιώνεται σε ζιδοβουδίνη διφωσφορική μέσω της κυτταρικής θυμιδιλατικής κινάσης και στη συνέχεια σε τριφωσφορική μέσω άλλων κυτταρικών ενζύμων. Η μετατροπή του φαρμάκου στο ενεργό τριφωσφορικό παράγωγο συμβαίνει τόσο σε μολυσμένα όσο και σε μη μολυσμένα κύτταρα.
Η ζιδοβουδίνη τριφωσφορική φαίνεται να ανταγωνίζεται τη θυμιδίνη τριφωσφορική για την ιική RNA-εξαρτώμενη DNA πολυμεράση και την ενσωμάτωση στο ιικό DNA. Μετά την ενσωμάτωση της ζιδοβουδίνης τριφωσφορικής στην ιική αλυσίδα DNA αντί της θυμιδίνης τριφωσφορικής, η σύνθεση DNA τερματίζεται πρόωρα επειδή η 3’-αζιδομάδα της ζιδοβουδίνης εμποδίζει περαιτέρω φωσφοδιεστερικούς δεσμούς 5’ προς 3’. Επιπλέον, η ζιδοβουδίνη μονοφωσφορική αναστέλλει ανταγωνιστικά τη θυμιδιλατική κινάση, με αποτέλεσμα τη μείωση του σχηματισμού θυμιδίνης τριφωσφορικής· έτσι, το φάρμακο μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις αυτού του φυσικού υποστρώματος για την RNA-εξαρτώμενη DNA πολυμεράση και να διευκολύνει τη σύνδεση της ζιδοβουδίνης τριφωσφορικής με το ένζυμο. Το φάρμακο φαίνεται επίσης να μειώνει τις συγκεντρώσεις 2’-δεοξυσιτιδίνης τριφωσφορικής, αλλά ο μηχανισμός αυτής της επίδρασης δεν είναι γνωστός.
Η αντιβακτηριακή δράση της ζιδοβουδίνης φαίνεται να οφείλεται στον πρόωρο τερματισμό της σύνθεσης βακτηριακού DNA δευτεροπαθώς στην ενσωμάτωση της φωσφορυλιωμένης ζιδοβουδίνης στην αλυσίδα βακτηριακού DNA. Η έκθεση in vitro ευαίσθητων βακτηρίων στο φάρμακο οδηγεί σε επιμήκυνση και θάνατο των βακτηρίων δευτεροπαθώς σε λύση των κυττάρων. Η αντιβακτηριακή δράση φαίνεται να εξαρτάται από τη μετατροπή της ζιδοβουδίνης στην ενεργό φωσφορυλιωμένη μορφή μέσω βακτηριακών ενζύμων και όχι μέσω ενζύμων του ξενιστή. Η ζιδοβουδίνη μονοφωσφορική, διφωσφορική και τριφωσφορική εμφανίζουν αντιβακτηριακή δράση in vitro, με την τριφωσφορική να είναι η πιο δραστική και τη μονοφωσφορική η λιγότερο δραστική. Η ευαισθησία των βακτηρίων στη ζιδοβουδίνη φαίνεται να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία βακτηριακής θυμιδινικής κινάσης. Οργανισμοί που στερούνται θυμιδινικής κινάσης… έχουν αναπτύξει αντοχή στη ζιδοβουδίνη, ενώ αυτοί με σχετικά υψηλές συγκεντρώσεις του ενζύμου… ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητοι στο φάρμακο· επιπλέον, μεταλλάξεις ανθεκτικές στο φάρμακο είχαν σχετικά χαμηλές συγκεντρώσεις του ενζύμου. Η αντιβακτηριακή δράση της ζιδοβουδίνης φαίνεται επίσης να εξαρτάται εν μέρει από άλλους παράγοντες, όπως η διαπερατότητα του οργανισμού στο φάρμακο.
Η ζιδοβουδίνη φαίνεται να μεταβάλλει τον μεταβολισμό των νουκλεοσιδίων εντός των κυττάρων του ξενιστή, με αποτέλεσμα μειωμένα επίπεδα θυμιδίνης τριφωσφορικής, 2’-δεοξυσιτιδίνης τριφωσφορικής και πολλών άλλων δεοξυ νουκλεοσιδικών τριφωσφορικών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: Ταχεία και σχεδόν πλήρης απορρόφηση από το γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου, η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα των καψουλών και του διαλύματος ζιδοβουδίνης είναι περίπου 65% (εύρος, 52-75%). Η βιοδιαθεσιμότητα σε νεογνά έως 14 ημερών είναι περίπου 89% και μειώνεται σε περίπου 61% και 65% σε νεογνά άνω των 14 ημερών και παιδιά 3 μηνών έως 12 ετών, αντίστοιχα. Η χορήγηση με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά μπορεί να μειώσει τον ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης.
- Κατανομή: Φαινόμενος όγκος κατανομής σε ασθενείς με HIV, IV χορήγηση = 1.6 ± 0.6 L/kg.
- Απέκκριση:
- Όπως και σε ενήλικες ασθενείς, η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω μεταβολισμού σε GZDV. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, περίπου το 29% της δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα και περίπου το 45% της δόσης απεκκρίθηκε ως GZDV.
- Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, οι συγκεντρώσεις της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν και ο χρόνος ημίσειας ζωής να παραταθεί. Σε μια μελέτη σε ενήλικες με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 6-31 ml/min) χωρίς HIV λοιμώξεις, ο βήτα χρόνος ημίσειας ζωής της ζιδοβουδίνης ήταν κατά μέσο όρο 1,4 ώρες και ήταν παρόμοιος με αυτόν που αναφέρθηκε για ενήλικες με HIV λοιμώξεις που είχαν φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ωστόσο, ο βήτα χρόνος ημίσειας ζωής της γλυκουρονιδικής μορφής σε αυτούς τους ενήλικες με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία ήταν κατά μέσο όρο 8 ώρες και παρατάθηκε σημαντικά σε σύγκριση με αυτόν που αναφέρθηκε για ενήλικες με HIV λοιμώξεις που είχαν φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
- Μετά από από του στόματος χορήγηση ζιδοβουδίνης σε ασθενείς με HIV λοιμώξεις, 63-95% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα· περίπου 14-18% της δόσης απεκκρίνεται ως αμετάβλητη ζιδοβουδίνη και 72-74% ως ζιδοβουδίνη 5’-O-γλυκουρονίδη εντός 6 ωρών.
- Μετά από IV χορήγηση του φαρμάκου σε ενήλικες ή παιδιά με HIV λοιμώξεις, περίπου 18-29% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο και 45-60% ως ζιδοβουδίνη 5’-O-γλυκουρονίδη εντός 6 ωρών.
- Η ζιδοβουδίνη και η 3’-αζο-3’-δεοξυ-5’-O-βήτα-d-γλυκοπυρανονουροσυλθυμιδίνη αποβάλλονται κυρίως στα ούρα μέσω τόσο της σπειραματικής διήθησης όσο και της σωληνικής έκκρισης.
- Μετά από από του στόματος ή IV χορήγηση σε ενήλικες με HIV λοίμωξη, η συνολική κάθαρση του σώματος της ζιδοβουδίνης είναι κατά μέσο όρο 1,6 L/hr/kg (εύρος: 0,8-2,7 L/hr/kg) και η νεφρική κάθαρση του φαρμάκου είναι κατά μέσο όρο 0,34 L/hr/kg.
- Σε παιδιά 3 μηνών έως 12 ετών, η συνολική κάθαρση του σώματος ήταν κατά μέσο όρο 1,85 L/hr/kg.
- Σε μια περιορισμένη μελέτη σε νεογνά και βρέφη κάτω των 3 μηνών, η συνολική κάθαρση του σώματος του φαρμάκου ήταν κατά μέσο όρο 0,65 L/hr/kg σε αυτά ηλικίας 14 ημερών ή νεότερων και 1,14 L/hr/kg σε αυτά άνω των 14 ημερών.
- Οι μεταφορείς ABCB1, ABCC4, ABCC5 και ABCG2 εμπλέκονται στην κάθαρση της ζιδοβουδίνης.
- Η ζιδοβουδίνη μεταβολίζεται ταχέως μέσω γλυκουρονιδίωσης στο ήπαρ σε ζιδοβουδίνη 5’-O-γλυκουρονίδη (GAZT)· ο μεταβολίτης έχει φαινόμενο χρόνο ημίσειας ζωής 1 ώρα (εύρος: 0,6-1,7 ώρες). Η ζιδοβουδίνη 5’-O-γλυκουρονίδη δεν φαίνεται να έχει αντιική δράση κατά του HIV.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Δέσμευση
30-38%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Μεταβολίζεται με γλυκουρονιδική σύζευξη σε κύριο, ανενεργό μεταβολίτη, τη 3’-αζιδο-3’-δεοξυ-5’-O-βήτα-D-γλυκοπυρανονουροσυλθυμιδίνη (GZDV). Το ένζυμο UGT2B7 είναι η κύρια ισομορφή UGT που είναι υπεύθυνη για τη γλυκουρονιδίωση. Σε σύγκριση με τη ζιδοβουδίνη, η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) του GZDV είναι περίπου 3 φορές μεγαλύτερη. Οι ισοένζυμες του κυτοχρώματος P450 είναι υπεύθυνες για την αναγωγή της αζιδο-ομάδας για τον σχηματισμό της 3’-αμινο-3’-δεοξυθυμιδίνης (AMT).
Η ζιδοβουδίνη μεταβολίζεται ταχέως μέσω γλυκουρονιδίωσης στο ήπαρ κυρίως σε 3-αζιδο-3-δεοξυ-5-O-βήτα-d-γλυκοπυρανονουροσυλθυμιδίνη (GZDV· παλαιότερα GAZT)· η ζιδοβουδίνη μεταβολίζεται επίσης σε GZDV στα ηπατικά μικροσώματα. Το GZDV έχει φαινόμενο χρόνο ημίσειας ζωής 1 ώρα (εύρος: 0,6-1,7 ώρες) και δεν φαίνεται να έχει αντιική δράση κατά του HIV. Επιπλέον, δύο άλλοι ηπατικοί μεταβολίτες της ζιδοβουδίνης έχουν αναγνωριστεί ως 3-αμινο-3-δεοξυθυμιδίνη (AMT) και το γλυκουρονίδιο παράγωγό του (GAMT). Ενδοκυτταρικά, τόσο σε μολυσμένα όσο και σε μη μολυσμένα κύτταρα, η ζιδοβουδίνη μετατρέπεται σε ζιδοβουδίνη μονοφωσφορική από την κυτταρική θυμιδινική κινάση· το μονοφωσφορικό παράγωγο φωσφορυλιώνεται σε ζιδοβουδίνη διφωσφορική μέσω της κυτταρικής dTMP κινάσης (θυμιδιλατική κινάση) και στη συνέχεια σε ζιδοβουδίνη τριφωσφορική μέσω άλλων κυτταρικών ενζύμων. Η ενδοκυτταρική (κυττάρων ξενιστή) μετατροπή της ζιδοβουδίνης στο τριφωσφορικό παράγωγο είναι απαραίτητη για την αντιική δράση του φαρμάκου. Η ενεργοποίηση για αντιβακτηριακή δράση, ωστόσο, δεν εξαρτάται από τη φωσφορυλίωση εντός των κυττάρων του ξενιστή, αλλά μάλλον εξαρτάται από τη μετατροπή εντός των βακτηριακών κυττάρων.
Μελετήθηκαν οι μηχανισμοί εντερικής βλεννογόνιας μεταφοράς και μεταβολισμού της ζιδοβουδίνης και άλλων αναλόγων θυμιδίνης. Κανένας μεταβολίτης της ζιδοβουδίνης δεν εμφανίστηκε σε κανένα μέρος του γαστρεντερικού σωλήνα. Άλλα ανάλογα θυμιδίνης μεταβολίστηκαν ταχέως στο ανώτερο γαστρεντερικό σωλήνα, αλλά όχι στο κόλον.
Ηπατικός. Μεταβολίζεται με γλυκουρονιδική σύζευξη σε κύριο, ανενεργό μεταβολίτη, τη 3’-αζιδο-3’-δεοξυ-5’-O-βήτα-D-γλυκοπυρανονουροσυλθυμιδίνη (GZDV). Το ένζυμο UGT2B7 είναι η κύρια ισομορφή UGT που είναι υπεύθυνη για τη γλυκουρονιδίωση. Σε σύγκριση με τη ζιδοβουδίνη, η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) του GZDV είναι περίπου 3 φορές μεγαλύτερη. Οι ισοένζυμες του κυτοχρώματος P450 είναι υπεύθυνες για την αναγωγή της αζιδο-ομάδας για τον σχηματισμό της 3’-αμινο-3’-δεοξυθυμιδίνης (AMT).
Οδός Απέκκρισης: Όπως και σε ενήλικες ασθενείς, η κύρια οδός απέκκρισης ήταν μέσω μεταβολισμού σε GZDV. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, περίπου το 29% της δόσης απεκκρίθηκε αμετάβλητο στα ούρα και περίπου το 45% της δόσης απεκκρίθηκε ως GZDV.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: Χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής, ασθενείς με HIV, IV χορήγηση = 1,1 ώρες (εύρος 0,5 - 2,9 ώρες).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής, ασθενείς με HIV, IV χορήγηση = 1,1 ώρες (εύρος 0,5 - 2,9 ώρες).
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα της ζιδοβουδίνης στους ενήλικες είναι κατά μέσο όρο περίπου 0,53 ώρες μετά από από του στόματος ή IV χορήγηση. Μετά από IV χορήγηση της ζιδοβουδίνης σε ενήλικες ή παιδιά, οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα φαίνεται να μειώνονται διφασικά. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στους ενήλικες είναι λιγότερο από 10 λεπτά στην αρχική φάση και 1 ώρα στην τελική φάση. Μετά από IV χορήγηση διάρκειας 1 ώρας μιας εφάπαξ δόσης 80, 120 ή 160 mg/m² σε παιδιά 1-13 ετών με συμπτωματική HIV λοίμωξη, ο άλφα χρόνος ημίσειας ζωής της ζιδοβουδίνης ήταν κατά μέσο όρο 0,16-0,25 ώρες και ο βήτα χρόνος ημίσειας ζωής ήταν κατά μέσο όρο 1-1,7 ώρες.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα της ζιδοβουδίνης είναι γενικά μεγαλύτερος στα νεογνά από ό,τι σε μεγαλύτερα παιδιά και ενήλικες, αλλά μειώνεται με την ωρίμανση του νεογνού. Σε μια περιορισμένη μελέτη σε νεογνά και βρέφη κάτω των 3 μηνών, ο χρόνος ημίσειας ζωής της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα ήταν κατά μέσο όρο 3,1 ώρες σε αυτά ηλικίας 14 ημερών ή νεότερων και 1,9 ώρες σε αυτά άνω των 14 ημερών. Σε μια μελέτη σε πρόωρα νεογνά (26-32 εβδομάδες κύησης· βάρος γέννησης 0,7-1,9 kg), ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα της ζιδοβουδίνης ήταν κατά μέσο όρο 7,3 ώρες σε μέση ηλικία μετά τη γέννηση 6,3 ημερών και 4,4 ώρες σε μέση ηλικία μετά τη γέννηση 17,7 ημερών.
Η τιμή για τον χρόνο ημίσειας ζωής της ζιδοβουδίνης είναι 1-2 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολιζόμενα, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν σε φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.2033)
- Αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ενός ενζύμου που συνθέτει DNA σε ένα RNA πρότυπο.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για την αναστολή της εξάπλωσης της λοίμωξης HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
4B9XT59T7S
ZIDOVUDINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναλόγου Νουκλεοσιδίου Αντιρετροϊκού Αναστολέα Αντίστροφης Μεταγραφάσης του Ανθρώπινου Ιού της Ανοσοανεπάρκειας
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Νουκλεοσιδικής Αντίστροφης Μεταγραφάσης
Η ζιδοβουδίνη είναι ένας Αναλόγου Νουκλεοσιδίου Αντιρετροϊκού Αναστολέας Αντίστροφης Μεταγραφάσης του Ανθρώπινου Ιού της Ανοσοανεπάρκειας. Ο μηχανισμός δράσης της ζιδοβουδίνης είναι ως Αναστολέας Νουκλεοσιδικής Αντίστροφης Μεταγραφάσης.
ZIDOVUDINE
Αναλόγου Νουκλεοσιδίου Αντιρετροϊκού Αναστολέας Αντίστροφης Μεταγραφάσης του Ανθρώπινου Ιού της Ανοσοανεπάρκειας [EPC]· Αναστολείς Νουκλεοσιδικής Αντίστροφης Μεταγραφάσης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολιζόμενα, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν σε φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.2033)
- Αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ενός ενζύμου που συνθέτει DNA σε ένα RNA πρότυπο.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για την αναστολή της εξάπλωσης της λοίμωξης HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.