Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J05AF01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ZIDOVUDINE

Ζιδοβουδίνη

H ακυκλοβίρη και η πενσυκλοβίρη αναστέλλουν την σύνθεση του DNA των ερπητοϊών, εφόσον φωσφορυλιωθούν.

Chemical structure of ZIDOVUDINE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Ενδείξεις Για τη θεραπεία λοιμώξεων από τον ιό του ανθρώπινου ανοσοποιητικού (HIV).
medication
SPC-RETROVIR

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια (IV) ή από του στόματος
Χορήγηση:
Κάθε 4 ώρες (IV) ή δύο φορές την ημέρα (από του στόματος)
Δόση έναρξης:
1 ή 2 mg/kg IV κάθε 4 ώρες
Τιτλοποίηση:
Δεν περιγράφεται ρητά, αλλά αναφέρεται αναπροσαρμογή δοσολογίας σε περίπτωση αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών, νεφρικής ή ηπατικής ανεπάρκειας.
  • Ενήλικες
    Δόση1 ή 2 mg ζιδοβουδίνης/kg σωματικού βάρους κάθε 4 ώρες (IV)
    Παρέχει παρόμοια έκθεση (AUC) με 1,5 ή 3 mg ζιδοβουδίνης/kg κάθε 4 ώρες (600 ή 1.200 mg ημερησίως για ένα ασθενή βάρους 70 kg). Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν Retrovir IV για έγχυση μόνο για το διάστημα που δεν είναι σε θέση να λάβουν θεραπεία από του στόματος.
  • Παιδιά
    Δόση80-160 mg/m² επιφάνειας σώματος ανά 6ωρο (320-640 mg/m²/ημερησίως)
    Η υπολογιζόμενη έκθεση στο φάρμακο, μετά τη χορήγηση δόσης 120 mg/m² κάθε 6 ώρες περίπου αντιστοιχεί σε δόση από το στόμα 180 mg/m² κάθε 6 ώρες. Μία δόση από του στόματος Retrovir 360 έως 480 mg/m² την ημέρα αντιστοιχεί περίπου σε ενδοφλέβια δόση 240-320 mg/m²/ημέρα. Τα δεδομένα είναι περιορισμένα.
  • Έγκυες γυναίκες (μετά τη 14η εβδομάδα της κύησης)
    Δόση500 mg ημερησίως (100 mg πέντε φορές την ημέρα) από το στόμα μέχρι την ημέρα του τοκετού.
    Κατά τη διάρκεια του τοκετού και τη γέννηση: 2 mg/kg βάρους σώματος IV χορηγούμενη σε διάστημα 1 ώρας ακολουθούμενη από συνεχή IV έγχυση 1 mg/kg βάρους σώματος ανά ώρα μέχρι να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος. Σε περίπτωση προγραμματισμένης καισαρικής επέμβασης, η έγχυση πρέπει να αρχίσει 4 ώρες πριν την επέμβαση. Σε περίπτωση νόθου τοκετού, η έγχυση του Retrovir πρέπει να διακόπτεται και να επαναχορηγείται η συνιστώμενη δοσολογία από το στόμα.
  • Νεογέννητα βρέφη
    Δόση2 mg/kg βάρους σώματος από το στόμα ανά 6ωρο, αρχίζοντας εντός 12 ωρών από τη γέννηση και συνεχίζοντας μέχρι 6 εβδομάδων.
    Σε βρέφη που δεν μπορούν να πάρουν το φάρμακο από το στόμα: 1,5 mg/kg βάρους σώματος IV έγχυση διάρκειας 30 min ανά 6ωρο.
  • Ασθενείς με ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημα
    Εξέταση αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης εάν τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ή ο αριθμός ουδετερόφιλων μειώνονται σε κλινικά σημαντικά επίπεδα. Εξέταση μείωσης της δόσης ή διακοπής του Retrovir εάν δεν υπάρχουν εναλλακτικές θεραπείες.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα εξειδικευμένα στοιχεία. Συνιστάται κατάλληλη παρακολούθηση λόγω ηλικιακών αλλαγών (μείωση νεφρικής λειτουργίας, μεταβολές αιματολογικών παραμέτρων).
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
    Δόση1 mg/Kg 3-4 φορές ημερησίως (IV)
    Ισοδυναμεί με 300-400 mg ημερησίως από του στόματος. Έλεγχος αιματολογικών παραμέτρων και κλινικής ανταπόκρισης για περαιτέρω αναπροσαρμογή. Για ασθενείς σε αιμοκάθαρση/περιτοναϊκή κάθαρση: 100 mg κάθε 6-8 ώρες (300-400 mg ημερησίως).
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Ενδέχεται να απαιτείται μείωση της δοσολογίας. Απαιτείται προσοχή σε σημεία δυσανεξίας (αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες). Μείωση δόσης ή/και αύξηση μεσοδιαστημάτων χορήγησης.
block
SPC-RETROVIR

Αντενδείξεις

expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στη ζιδοβουδίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
  • Παθολογικά χαμηλός αριθμός ουδετεροφίλων (κάτω των 0,75x10^9/lt.).
  • Παθολογικά χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (κάτω των 7,5 g/dl ή 4.65 mmol/l).
  • Νεογέννητα βρέφη με υπερ-χολερυθριναιμία που απαιτεί θεραπεία εκτός της φωτοθεραπείας.
  • Νεογέννητα βρέφη με αυξημένα επίπεδα τρανσαμινάσης πέντε φορές πάνω από τα φυσιολογικά.
warning
SPC-RETROVIR

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Κίνδυνος μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή
    Λήψη προφυλάξεων σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες.
  • Αντιμετώπιση HIV/AIDS
    Το Retrovir δεν θεραπεύει την λοίμωξη από τον HIV ή το AIDS. Οι ασθενείς μπορεί να συνεχίσουν να εμφανίζουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές.
  • Αντενδείξεις ταυτόχρονης χορήγησης
    Αποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης ριφαμπικίνης ή σταβουδίνης με ζιδοβουδίνη (βλέπε παράγραφο 4.5).
  • Ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημα
    Αναμένεται εμφάνιση αναιμίας, ουδετεροπενίας και λευκοπενίας, ιδιαίτερα σε υψηλότερες δόσεις ή σε ασθενείς με πτωχές μυελικές εφεδρείες. Οι αιματολογικές παράμετροι πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά. Συνιστάται αιματολογικός έλεγχος τουλάχιστον εβδομαδιαίως. Εάν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης ή ο αριθμός των ουδετεροφίλων πέσουν κάτω από συγκεκριμένα όρια, η δόση μπορεί να μειωθεί ή να διακοπεί προσωρινά η θεραπεία.
  • Γαλακτική οξέωση
    Γαλακτική οξέωση έχει αναφερθεί με τη χρήση ζιδοβουδίνης, συχνά με υψηλή θνησιμότητα. Συμπτώματα περιλαμβάνουν ήπια δυσπεπτικά, κακουχία, απώλεια όρεξης/βάρους, αναπνευστικά ή νευρολογικά συμπτώματα. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται με την εμφάνιση συμπτωμάτων αύξησης γαλακτικού οξέος, μεταβολικής/γαλακτικής οξέωσης, προοδευτικής ηπατομεγαλίας ή ραγδαία αυξανόμενων επιπέδων αμινοτρανσφερασών. Χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο, ειδικά σε παχύσαρκες γυναίκες. Ασθενείς με ηπατίτιδα C υπό θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα και ριμπαβιρίνη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο. Ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
  • Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από ενδομήτρια έκθεση
    Νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα ενδέχεται να επηρεάσουν τη μιτοχονδριακή λειτουργία. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV-αρνητικά βρέφη με έκθεση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα, κυρίως με σχήματα που περιείχαν ζιδοβουδίνη. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αιματολογικές και μεταβολικές διαταραχές, σπάνια νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης. Τα ευρήματα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για παιδιά με σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά. Τα ευρήματα δεν επηρεάζουν τις εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊκής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες.
  • Λιποατροφία
    Η θεραπεία με ζιδοβουδίνη έχει συσχετιστεί με απώλεια υποδόριου λίπους, πιθανώς μη αναστρέψιμη. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται τακτικά για σημεία λιποατροφίας. Εάν υπάρχει υποψία, πρέπει να γίνεται μετάβαση σε εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα.
  • Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι
    Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους, καθώς και των επιπέδων λιπιδίων και γλυκόζης στο αίμα. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων αντιμετωπίζονται κλινικά.
  • Ηπατική νόσος
    Σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh score 5-6), δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης. Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική νόσο (Child-Pugh score 7-15), η χρήση ζιδοβουδίνης δεν συνιστάται. Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C σε συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται. Εάν υπάρχει επιδείνωση της ηπατικής νόσου, εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας.
  • Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης
    Σε ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια, κατά την έναρξη της CART, μπορεί να εμφανιστεί φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά παθογόνα, προκαλώντας σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις τυπικά παρουσιάζονται εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών. Παραδείγματα περιλαμβάνουν αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια, πνευμονία από Pneumocystis carinii. Εκτιμώνται φλεγμονώδη συμπτώματα και ορίζεται θεραπεία. Αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves) έχουν επίσης αναφερθεί. Ο χρόνος έναρξης ποικίλει.
  • Οστεονέκρωση
    Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης, κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη HIV λοίμωξη και/ή μακρά έκθεση σε CART, με πολυπαραγοντική αιτιολογία. Οι ασθενείς πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία ή δυσκολία στην κίνηση.
  • Ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας C
    Η συγχορήγηση ριμπαβιρίνης και ζιδοβουδίνης δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλέπε παράγραφο 4.5).
  • Αλλεργία στο λάτεξ
    Το ελαστικό πώμα των φιαλιδίων Retrovir IV περιέχει φυσικό ελαστικό λάτεξ που μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις σε ευαίσθητα άτομα.
swap_horiz
SPC-RETROVIR

Αλληλεπιδράσεις

expand_more

Αλληλεπιδράσεις * Ριφαμπικίνη: Ταυτόχρονη χορήγηση μειώνει την AUC της ζιδοβουδίνης κατά 48%±34%. Αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση. * Σταβουδίνη: Ανταγωνιστές in vitro. Η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται. * Προβενεσίδη: Αυξάνει την AUC…

sick
SPC-RETROVIR

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more

Ανεπιθύμητες Ενέργειες Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες και παιδιά φαίνεται ότι είναι παρόμοιο. Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις: αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία. Εμφανίζονται συχνότερα σε υψηλότερες δόσεις (1.200-1.500…

pregnant_woman
SPC-RETROVIR

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο expand_more
  • Κύηση
    Μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο
    Στην προκειμένη περίπτωση, η χρήση ζιδοβουδίνης σε έγκυες γυναίκες με επακόλουθη θεραπεία των νεογέννητων βρεφών, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον ρυθμό μητέρα στο έμβρυο μετάδοση του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο. Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων από έγκυες γυναίκες (περισσότερες από 3000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο πρώτο τρίμηνο και περισσότερες από 3000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο) υποδηλώνουν απουσία δυσμορφικής τοξικότητας. Με βάση αυτό το μεγάλο όγκο δεδομένων ο κίνδυνος εμφάνισης δυσπλασίας στον άνθρωπο δεν είναι πιθανός. Η ζιδοβουδίνη έχει συσχετιστεί με ευρήματα τοξικότητας στην αναπαραγωγή σε μελέτες σε ζώα (βλ. προκλινικά δεδομένα). Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. Η μεταφορά ζιδοβουδίνη μέσω του πλακούντα έχει αποδειχθεί ότι συμβαίνει σε ανθρώπους. Τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα έχουν δείξει in vitro και in vivo ότι προκαλούν ποικίλου βαθμού βλάβη των μιτοχονδρίων. Τα δραστικά συστατικά του Retrovir μπορούν να αναστείλουν την αναπαραγωγή του κυτταρικού DΝΑ και η ζιδοβουδίνη έχει αποδειχθεί ότι είναι ένα μεταπλακτιδικό καρκινογόνο σε μία μελέτη σε ζώα. Υπάρχουν αναφορές δυσλειτουργίας των μιτοχονδρίων σε HIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν ενδομήτρια και/ή μετά την γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (βλ. ειδικές προειδοποιήσεις).
  • Γονιμότητα
    Δεν είναι γνωστό
    Η ζιδοβουδίνη δεν εμπόδισε την αναπαραγωγική λειτουργία σε άρρενες και θήλεις αρουραίους στους οποίους χορηγήθηκαν από το στόμα δόσεις 450 mg/kg/ημερησίως. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ζιδοβουδίνη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στον άνθρωπο. Στους άνδρες δεν έχει αποδειχθεί η επίδρασή του στον αριθμό, τη μορφολογία και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 200 mg ζιδοβουδίνης σε γυναίκες μολυσμένες με HIV, η μέση συγκέντρωση της ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοια στο μητρικό γάλα και στον ορό. Συνιστάται οι μητέρες που έχουν μολυνθεί από τον HIV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους σε καμία περίπτωση προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση της HIV λοίμωξης.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η ζιδοβουδίνη, ένας δομικός ανάλογος της θυμιδίνης, αναστέλλει τη δραστηριότητα της αντίστροφης μεταγραφάσης (RT) του HIV-1, ανταγωνιζόμενη τόσο το φυσικό υπόστρωμα dGTP όσο και μέσω της ενσωμάτωσής της στο ιικό DNA.
monitor_heart
SPC-RETROVIR

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: νουκλεοσιδικό ανάλογο, κωδικός ATC: J05AF01. Μηχανισμός δράσης: Η ζιδοβουδίνη είναι αντιιικός παράγοντας δραστικός in vitro έναντι των ρετροϊών, συμπεριλαμβανομένου του HIV. Μετατρέπεται στα κύτταρα…

biotech
SPC-RETROVIR

Φαρμακοκινητική

expand_more

Φαρμακοκινητική Ενήλικες: * Απορρόφηση: Δοσο-εξαρτώμενη. Μετά από IV έγχυση 2,5 mg/kg ανά 4ωρο: Cmax 4 μΜ, Cmin 0,4 μΜ. * Κατανομή: Τελικός χρόνος ημιζωής ~1,1 ώρες. Ολική κάθαρση 27,1 ml/min/kg. Όγκος κατανομής 1,6 L/kg. Αναλογία CSF/πλάσμα…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ηπατικός. Μεταβολίζεται με γλυκουρονιδική σύζευξη σε κύριο, ανενεργό μεταβολίτη, τη 3’-αζιδο-3’-δεοξυ-5’-O-βήτα-D-γλυκοπυρανονουροσυλθυμιδίνη (GZDV). Το ένζυμο UGT2B7 είναι η κύρια ισομορφή UGT που είναι υπεύθυνη για τη γλυκουρονιδίωση. Σε…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-RETROVIR
expand_more

Δοσολογία

To Retrovir πρέπει να συνταγογραφείται από γιατρούς που έχουν εμπειρία στην αντιμετώπιση της λοίμωξης από HIV.

Η απαιτούμενη δόση του διαλύματος Retrovir IV για έγχυση πρέπει να χορηγείται με βραδεία ενδοφλέβια έγχυση του αραιωθέντος προϊόντος διάρκειας μιας ώρας.

Το διάλυμα Retrovir για έγχυση ΔΕΝ πρέπει να χορηγείται ενδομυϊκά.

Αραίωση: Το διάλυμα Retrovir για έγχυση πρέπει να αραιώνεται αμέσως πριν τη χορήγηση (βλέπε παράγραφο 6.6).

Δοσολογία σε ενήλικες: Μία δόση Retrovir IV για έγχυση 1 ή 2 mg ζιδοβουδίνης/kg σωματικού βάρους κάθε 4 ώρες παρέχει παρόμοια έκθεση (AUC) με μία από του στόματος δόση 1,5 ή 3 mg ζιδοβουδίνης/kg κάθε 4 ώρες (600 ή 1.200 mg ημερησίως για ένα ασθενή βάρους 70 kg). Η τρέχουσα συνιστώμενη δόση του Retrovir από του στόματος είναι 250 mg ή 300 mg δύο φορές την ημέρα. Αυτή η δόση χρησιμοποιείται σαν μέρος μιας πολυφαρμακευτικής θεραπευτικής αγωγής.

Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν Retrovir IV για έγχυση μόνο για το διάστημα που δεν είναι σε θέση να λάβουν θεραπεία από του στόματος.

Δοσολογία σε παιδιά: Τα δεδομένα γύρω από τη χορήγηση Retrovir IV για έγχυση σε παιδιά είναι περιορισμένα. Δόσεις που κυμαίνονται μεταξύ 80-160 mg/m² επιφάνειας σώματος ανά 6ωρο (320-640 mg/m²/ ημερησίως) έχουν χρησιμοποιηθεί. Εντούτοις, η υπολογιζόμενη έκθεση στο φάρμακο, μετά τη χορήγηση δόσης 120 mg/m² κάθε 6 ώρες περίπου αντιστοιχεί σε δόση από το στόμα 180 mg/m² κάθε 6 ώρες. Μία δόση από του στόματος Retrovir 360 έως 480 mg/m² την ημέρα αντιστοιχεί περίπου σε ενδοφλέβια δόση 240-320 mg/m²/ημέρα.

Δοσολογία για την πρόληψη μετάδοσης του HIV από την μητέρα στο έμβρυο:

Για έγκυες γυναίκες (μετά τη 14η εβδομάδα της κύησης) συνιστάται η χορήγηση από το στόμα 500 mg ημερησίως (100 mg πέντε φορές την ημέρα) μέχρι την ημέρα του τοκετού. Κατά τη διάρκεια του τοκετού και τη γέννηση η χορήγηση του Retrovir πρέπει να γίνεται ενδοφλεβίως με δόση 2 mg/kg βάρους σώματος χορηγούμενη σε διάστημα 1 ώρας ακολουθούμενη από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση δόσεως 1 mg/kg βάρους σώματος ανά ώρα μέχρι να αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος.

Στα νεογέννητα βρέφη πρέπει να χορηγούνται από το στόμα 2 mg/kg βάρους σώματος ανά 6ωρο αρχίζοντας εντός 12 ωρών από τη γέννηση και συνεχίζοντας μέχρι το βρέφος να γίνει ηλικίας 6 εβδομάδων (δηλαδή ένα νεογνό 3kg θα χρειασθεί δόση 0.6ml πόσιμου διαλύματος κάθε 6 ώρες). Σε βρέφη που δεν μπορούν να πάρουν το φάρμακο από το στόμα πρέπει να χορηγείται ανά 6ωρο ενδοφλέβια δόση Retrovir 1,5 mg/kg βάρους σώματος υπό μορφή έγχυσης διάρκειας 30 min.

Σε περίπτωση που έχει προγραμματισθεί καισαρική επέμβαση, η έγχυση πρέπει να αρχίσει 4 ώρες πριν την επέμβαση. Στην περίπτωση νόθου τοκετού η έγχυση του Retrovir πρέπει να διακόπτεται και να επαναχορηγείται η συνιστώμενη δοσολογία από το στόμα.

Αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημα: Σε ασθενείς των οποίων τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ή o αριθμός των ουδετερόφιλων μειώνεται σε κλινικά σημαντικά επίπεδα, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης. Άλλες δυνητικές αιτίες για την αναιμία ή την ουδετεροπενία θα πρέπει να αποκλείονται. Σε περίπτωση απουσίας εναλλακτικών θεραπειών, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή διακοπής του Retrovir (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).

Δοσολογία σε ηλικιωμένους: Η φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς άνω των 65 ετών και δεν υπάρχουν διαθέσιμα εξειδικευμένα στοιχεία. Πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα σ΄ αυτή την ομάδα ασθενών, λόγω αλλαγών που σχετίζονται με την ηλικία τους, όπως μείωση της νεφρικής λειτουργίας και μεταβολές στις αιματολογικές παραμέτρους, γι’ αυτό συνιστάται η κατάλληλη παρακολούθηση αυτών των ασθενών πριν από και κατά τη χρήση του Retrovir.

Δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η συνιστώμενη ενδοφλέβια δοσολογία είναι 1 mg/Kg 3-4 φορές ημερησίως. Αυτή η δόση ισοδυναμεί με την τρέχουσα συνιστώμενη ημερήσια δόση από του στόματος, των 300-400 mg, με βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος 60-70% γι’ αυτή την ομάδα ασθενών. Ο έλεγχος των αιματολογικών παραμέτρων σε συνδυασμό με την κλινική ανταπόκριση, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αναπροσαρμογή της δοσολογίας. Για ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση και περιτοναϊκή κάθαρση η συνιστώμενη δόση είναι 100 mg κάθε 6-8 ώρες (300-400 mg ημερησίως) (βλέπε παράγραφο 5.2).

Δοσολογία σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια: Τα στοιχεία, που υπάρχουν για ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, υποδηλώνουν ότι η ζιδοβουδίνη μπορεί να συσσωρεύεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, εξαιτίας της μειωμένης ικανότητας σύζευξης με τα γλουκουρονίδια. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ενδέχεται να είναι αναγκαία μείωση της δοσολογίας, αλλά λόγω της μεγάλης μεταβλητότητας στην έκθεση ζιδοβουδίνης στους ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική νόσο, αλλά δεν είναι δυνατόν να δοθούν ακριβείς δοσολογικές υποδείξεις.. Εάν ο έλεγχος των επιπέδων της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα δεν είναι εφικτός, ο θεράπων ιατρός πρέπει να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή σε τυχόν σημεία δυσανεξίας όπως η ανάπτυξη αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών (αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία) και να μειώνει τη δόση και/ή να αυξάνει κατάλληλα τα μεσοδιαστήματα χορήγησης των δόσεων (βλέπε παράγραφο 4.4).

block

Αντενδείξεις

SPC-RETROVIR
expand_more
To Retrovir IV για έγχυση αντενδείκνυται σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στη ζιδοβουδίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στο τμήμα 6.1. Το Retrovir IV για έγχυση δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με παθολογικά χαμηλό αριθμό ουδετεροφίλων (κάτω των 0,75x10g/lt.) ή με παθολογικά χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (κάτω των 7,5 g/dl ή 4.65 mmol/l). To Retrovir αντενδείκνυται σε νεογέννητα βρέφη με υπερ-χολερυθριναιμία που απαιτεί θεραπεία εκτός της φωτοθεραπείας, ή με αυξημένα επίπεδα τρανσαμινάσης πέντε φορές πάνω από τα φυσιολογικά.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-RETROVIR
expand_more
Αν και η αποτελεσματική ιολογική καταστολή με αντιρετροϊκή θεραπεία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού με σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να αποκλειστεί υπολειπόμενος κίνδυνος. Θα πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες. Το Retrovir δεν θεραπεύει την λοίμωξη από τον HIV ή το AIDS. Οι ασθενείς που λαμβάνουν Retrovir ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή θεραπεία μπορεί να συνεχίσουν να εμφανίζουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές από τη λοίμωξη του HIV. Η ταυτόχρονη χορήγηση ριφαμπικίνης ή σταβουδίνης με ζιδοβουδίνη θα πρέπει να αποφεύγεται (βλέπε παράγραφο 4.5). Ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημα: Σε ασθενείς, οι οποίοι λαμβάνουν Retrovir IV για Έγχυση αναμένεται η εμφάνιση αναιμίας (που συνήθως δεν παρουσιάζεται πριν από 6 εβδομάδες θεραπείας με Retrovir, αλλά ενίοτε παρουσιάζεται ενωρίτερα), ουδετεροπενίας (που συνήθως δεν παρουσιάζεται πριν από την παρέλευση 4 εβδομάδων θεραπείας, αλλά ενίοτε παρουσιάζεται ενωρίτερα) και λευκοπενίας (που συνήθως έπεται της ουδετεροπενίας). Αυτές συμβαίνουν συχνότερα σε υψηλότερες δόσεις (1.200- 1.500mg/ημέρα από του στόματος) και σε ασθενείς με πτωχές μυελικές εφεδρείες πριν την έναρξη της θεραπείας, ιδιαίτερα σε προχωρημένη νόσο HIV. Οι αιματολογικές παράμετροι πρέπει να παρακολουθούνται και να ελέγχονται προσεκτικά. Συνιστάται να γίνεται αιματολογικός έλεγχος τουλάχιστον εβδομαδιαίως σε ασθενείς που λαμβάνουν Retrovir IV για Έγχυση. Αν τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης πέσουν μεταξύ 7,5 g/dl (4,65 mmol/l) και 9 /l g/dl (5,59 mmol/l) ή ο αριθμός των ουδετεροφίλων πέσει μεταξύ 0,75 x 10 /l και 1,0 x 10 , η ημερήσια δόση μπορεί να μειωθεί έως ότου υπάρξει ένδειξη ανάκαμψης του μυελού των οστών. Εναλλακτικά, η ανάκαμψη μπορεί να επιταχυνθεί με μικρής διάρκειας (2-4 εβδομάδες) διακοπή της θεραπείας με Retrovir. Η ανάκαμψη του μυελού των οστών συνήθως παρατηρείται μέσα σε 2 εβδομάδες και μετά από αυτό το διάστημα μπορεί να ξαναρχίσει η θεραπεία με Retrovir σε μειωμένη δοσολογία. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα χρήσης του ενδοφλέβιου Retrovir για περιόδους μεγαλύτερες των 2 εβδομάδων. Σε ασθενείς με σοβαρή αναιμία, η αναπροσαρμογή της δοσολογίας δεν εξαλείφει απαραίτητα την ανάγκη μεταγγίσεων (βλέπε παράγραφο 4.3). Γαλακτική οξέωση: γαλακτική οξέωση συνήθως συνδεόμενη με ηπατομεγαλία και ηπατική στεάτωση έχει αναφερθεί με τη χρήση ζιδοβουδίνης. Πρώιμα συμπτώματα (συμπτωματική υπεργαλακταιμία) περιλαμβάνουν ήπια δυσπεπτικά συμπτώματα (ναυτία, έμετος και κοιλιακό άλγος), μη ειδική κακουχία, απώλεια ορέξεως, απώλεια βάρους, συμπτώματα εκ του αναπνευστικού (ταχύπνοια και/ή βαθιά αναπνοή) ή νευρολογικά συμπτώματα (περιλαμβανομένης κινητικής αδυναμίας). Η γαλακτική οξέωση έχει υψηλή θνησιμότητα και μπορεί να σχετίζεται με παγκρεατίτιδα, ηπατική ανεπάρκεια, ή νεφρική ανεπάρκεια. Η γαλακτική οξέωση γενικά εμφανίσθηκε μετά από λίγους ή μερικούς μήνες θεραπείας. Η θεραπεία με ζιδοβουδίνη θα πρέπει να διακόπτεται με την εμφάνιση συμπτωματικής αύξησης γαλακτικού οξέος στο αίμα και μεταβολικής/γαλακτικής οξέωσης, προοδευτικής ηπατομεγαλίας, ή ραγδαία αυξανόμενων επιπέδων αμινοτρανσφερασών. Χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται ζιδοβουδίνη σε οποιοδήποτε ασθενή (ιδιαίτερα σε παχύσαρκες γυναίκες) με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο και ηπατική στεάτωση (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων φαρμακευτικών προϊόντων και αλκοόλης). Οι ασθενείς που έχουν επίσης μολυνθεί από ηπατίτιδα C και κάνουν θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα και ριμπαβιρίνη μπορεί να αποτελούν ομάδα ιδιαίτερου κινδύνου. Ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από ενδομήτρια έκθεση: Τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα ενδέχεται να επηρεάσουν τη μιτοχονδριακή λειτουργία σε ποικίλο βαθμό το οποίο είναι εντονότερο με τη σταβουδίνη, διδανοσίνη και ζιδοβουδίνη. Έχει αναφερθεί μιτοχονδριακή δυσλειτουργία σε HIV-αρνητικά βρέφη α οποία είχαν εκτεθεί ενδομήτρια και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα. Οι αναφορές αυτές αφορούσαν κυρίως στη θεραπεία με θεραπευτικά σχήματα που περιείχαν ζιδοβουδίνη. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν είναι αιματολογικές διαταραχές (αναιμία, ουδετεροπενία) και μεταβολικές διαταραχές (υψηλό επίπεδο γαλακτικού οξέος στο αίμα, υψηλό επίπεδο λιπάσης στο αίμα). Οι ενέργειες αυτές συχνά ήταν παροδικές. Έχουν αναφερθεί σπάνια νευρολογικές διαταραχές όψιμης έναρξης (υπερτονία, σπασμοί, μη φυσιολογική συμπεριφορά). Δεν είναι γνωστό επί του παρόντος αν τέτοιες νευρολογικές διαταραχές είναι παροδικές ή μόνιμες. Τα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που εκτέθηκε ενδομήτρια σε νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα, το οποίο παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα. Τα ευρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τις παρούσες εθνικές συστάσεις για τη χρήση αντιρετροϊκής θεραπείας σε έγκυες γυναίκες προκειμένου να προληφθεί η κάθετη μετάδοση του ιού HIV. Λιποατροφία: Η θεραπεία με ζιδοβουδίνη έχει συσχετιστεί με απώλεια υποδόριου λίπους, η οποία έχει συνδεθεί με μιτοχονδριακή τοξικότητα. Η συχνότητα εμφάνισης και η σοβαρότητα της λιποατροφίας σχετίζονται με την αθροιστική έκθεση. Αυτή η απώλεια λίπους, η οποία είναι περισσότερο έκδηλη στο πρόσωπο, στα άκρα και στους γλουτούς, ενδέχεται να μην είναι αναστρέψιμη ύστερα από μετάβαση σε ένα σχήμα που δεν περιέχει ζιδοβουδίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται τακτικά για σημεία λιποατροφίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ζιδοβουδίνη και προϊόντα που περιέχουν ζιδοβουδίνη (Combivir και Trizivir). Εάν υπάρχει υποψία για ανάπτυξη λιποατροφίας, θα πρέπει να γίνεται μετάβαση σε ένα εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα. Σωματικό βάρος και μεταβολικές παράμετροι: Κατά τη διάρκεια της αντιρετροϊκής θεραπείας ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση του σωματικού βάρους καθώς και των επιπέδων των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα. Οι αλλαγές αυτές μπορεί, εν μέρει, να συνδέονται με τον έλεγχο της νόσου και τον τρόπο ζωής. Αναφορικά με τα λιπίδια, σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν ενδείξεις για επίδραση της θεραπείας, ενώ όσον αφορά την αύξηση του σωματικού βάρους δεν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις που να τη συσχετίζουν με οποιαδήποτε συγκεκριμένη θεραπεία. Η παρακολούθηση των λιπιδίων και της γλυκόζης στο αίμα πρέπει να βασίζεται στις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας του HIV. Οι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά. Ηπατική νόσος: Η κάθαρση της ζιδοβουδίνης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, χωρίς κίρρωση (Child-Pugh score 5-6), είναι παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε σε υγιή άτομα, επομένως δεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης της ζιδοβουδίνης. Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική νόσο (Child-Pugh score 7-15), δεν μπορούν να γίνουν ειδικές δοσολογικές συστάσεις, λόγω της μεγάλης μεταβλητότητας στην έκθεση ζιδοβουδίνης που παρατηρήθηκε. Επομένως η χρήση της ζιδοβουδίνης σε αυτή την ομάδα ασθενών δεν συνιστάται. Ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C που αντιμετωπίζονται με συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπεία, βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χορήγησης αντιιικής θεραπείας για την ηπατίτιδα Β ή C, παρακαλείσθε να αναφέρεσθε επίσης στη σχετική συνταγογραφική πληροφορία γι αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα. Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία, περιλαμβανομένης της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας έχουν αυξημένη συχνότητα ανωμαλιών της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της συνδυασμένης αντιρετροϊκής θεραπείας και θα πρέπει να παρακολουθούνται σύμφωνα με την κοινή πρακτική. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης της ηπατικής νόσου σε τέτοιους ασθενείς, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή οριστικής διακοπής της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.2) Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης: σε μολυσμένους από τον HIV ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια ενδέχεται να εμφανίσει, κατά την έναρξη της συνδυασμένης αντιρετροϊκής αγωγής (CART), μία φλεγμονώδης αντίδραση σε ασυμπτωματικά ή υπολειμματικά ευκαιριακά παθογόνα και να προκληθούν σοβαρές κλινικές καταστάσεις ή επιδείνωση των συμπτωμάτων. Τέτοιες αντιδράσεις έχουν τυπικά παρουσιαστεί εντός των πρώτων εβδομάδων ή μηνών από την έναρξη της CART. Σχετικά παραδείγματα είναι η αμφιβληστροειδίτιδα από κυτταρομεγαλοϊό, οι γενικευμένες και/ή εστιακές λοιμώξεις από μυκοβακτηρίδια και η πνευμονία οφειλόμενη σε Pneumocystis carinii. Θα πρέπει να εκτιμώνται οποιαδήποτε φλεγμονώδη συμπτώματα και να ορίζεται θεραπεία όταν απαιτείται. Αυτοάνοσες διαταραχές (όπως η νόσος Graves) έχουν επίσης αναφερθεί στα πλαίσια συνδρόμου ανοσολογικής αποκατάστασης. Ωστόσο, ο χρόνος ενάρξεως τους, ποικίλει πολύ και μπορεί να εμφανιστούν αρκετούς μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας. Πρέπει να εφιστάται η προσοχή των ασθενών σχετικά με την ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων, που ενδεχομένως λαμβάνουν από μόνοι τους (βλέπε παράγραφο 4.5). Οστεονέκρωση: Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οστεονέκρωσης, κυρίως σε ασθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και /ή μακράς διάρκειας έκθεση σε συνδυασμό αντιρετροϊκής θεραπείας (CART), αν και η αιτιολογία θεωρείται πολυπαραγοντική (συμπεριλαμβάνονται η χρήση κορτικοστεροειδών, η κατανάλωση αλκοόλ, η σοβαρή ανοσοκαταστολή, ο υψηλότερος δείκτης μάζας σώματος). Οι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση. Ασθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιο της ηπατίτιδας C: Η συγχορήγηση ριμπαβιρίνης και ζιδοβουδίνης δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλέπε παράγραφο 4.5). Αλλεργία στο λάτεξ: Το ελαστικό πώμα των φιαλιδίων Retrovir IV για έγχυση περιέχει ξηρό φυσικό ελαστικό λάτεξ που έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις σε ευαίσθητα στο λατέξ άτομα.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-RETROVIR
expand_more

Αλληλεπιδράσεις

  • Ριφαμπικίνη: Ταυτόχρονη χορήγηση μειώνει την AUC της ζιδοβουδίνης κατά 48%±34%. Αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
  • Σταβουδίνη: Ανταγωνιστές in vitro. Η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
  • Προβενεσίδη: Αυξάνει την AUC της ζιδοβουδίνης κατά 106%. Παρακολούθηση για αιματολογική τοξικότητα.
  • Λαμιβουδίνη: Μικρή αύξηση του Cmax της ζιδοβουδίνης (28%), χωρίς σημαντική αλλαγή στην AUC. Η ζιδοβουδίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης.
  • Φαινυτοΐνη: Αναφέρθηκαν χαμηλά ή υψηλά επίπεδα φαινυτοΐνης. Τα επίπεδα της φαινυτοΐνης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
  • Ατοβακουόνη: Μειώνει το ρυθμό μεταβολισμού της ζιδοβουδίνης στο γλουκορινικό μεταβολίτη (αύξηση AUC ζιδοβουδίνης κατά 33%). Απαιτείται επιπλέον μέριμνα κατά τη μακροχρόνια αγωγή με ατοβακουόνη.
  • Βαλπροϊκό οξύ, Φλουκοναζόλη, Μεθαδόνη: Αύξηση της AUC και μείωση της κάθαρσης της ζιδοβουδίνης. Παρακολούθηση για πιθανή τοξικότητα.
  • Ριμπαβιρίνη: Παροξύνσεις αναιμίας. Η συγχορήγηση δεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας. Εξέταση αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης.
  • Δυνητικά νεφροτοξικά ή μυελοκατασταλτικά φάρμακα (π.χ. πενταμιδίνη, δαψόνη, πυριμεθαμίνη, κο-τριμοξαζόλη, αμφοτερικίνη, φλουκυτοκίνη, γκανκυκλοβίρη, ιντερφερόνη, βινκριστίνη, βινμπλαστίνη, δοξορουμπισίνη): Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών. Έλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης εάν χρειαστεί.
  • Κοτριμοξαζόλη, εισπνεόμενη πενταμιδίνη, πυριμεθαμίνη, ακυκλοβίρη: Δεν φάνηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από τη ζιδοβουδίνη σε προφυλακτικές δόσεις.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-RETROVIR
expand_more

Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Το προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες και παιδιά φαίνεται ότι είναι παρόμοιο.

Σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις: αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία. Εμφανίζονται συχνότερα σε υψηλότερες δόσεις (1.200-1.500 mg/ημερησίως), σε ασθενείς με προχωρημένη HIV νόσο, πτωχή μυελική εφεδρεία, και χαμηλά CD4 (<100/mm³). Μπορεί να απαιτηθεί μείωση δοσολογίας ή διακοπή.

Η συχνότητα ουδετεροπενίας αυξήθηκε σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ουδετεροπενία, χαμηλή αιμοσφαιρίνη και χαμηλή βιταμίνη Β12.

Ανεπιθύμητες φαρμακευτικές αντιδράσεις (ΑΦΑ) ανά συχνότητα:

  • Πολύ Συχνές (≥1/10):
    • Κεφαλαλγία
    • Ναυτία
  • Συχνές (≥1/100 έως <1/10):
    • Αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία
    • Ζάλη
    • Έμετος, διάρροια, κοιλιακό άλγος
    • Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης στο αίμα
    • Μυαλγία
    • Αδυναμία
  • Όχι Συχνές (≥1/1.000 έως <1/100):
    • Πανκυτταροπενία με υποπλασία μυελού των οστών, θρομβοκυτταροπενία
    • Δύσπνοια
    • Μετεωρισμός
    • Εξάνθημα, κνησμός
    • Μυοπάθεια
    • Αδιαθεσία, πυρετός, γενικευμένο άλγος
  • Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000):
    • Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
    • Γαλακτική οξέωση απουσία υποξαιμίας, ανορεξία
    • Άγχος, κατάθλιψη
    • Σπασμοί, απώλεια νοητικής εγρήγορσης, αϋπνία, παραισθησία, υπνηλία
    • Καρδιομυοπάθεια
    • Βήχας
    • Υπέρχρωση στοματικού βλεννογόνου, διαταραχές γεύσης, δυσπεψία, παγκρεατίτιδα
    • Ηπατικές διαταραχές (σοβαρή ηπατομεγαλία με στεάτωση)
    • Κνίδωση, υπέρχρωση ονύχων/δέρματος, εφίδρωση
    • Γυναικομαστία
    • Θωρακικό άλγος, γριππώδες σύνδρομο, ρίγη
  • Πολύ Σπάνιες (<1/10.000):
    • Απλαστική αναιμία

Εμπειρία με Retrovir IV: Περιορισμένη (>2 εβδομάδες). Συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες: αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία. Τοπικές αντιδράσεις όχι συχνές.

Ανεπιθύμητες ενέργειες από του στόματος: Ναυτία και άλλες συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες μειώνονται με τον χρόνο.

Πρόληψη μετάδοσης Μητέρας-Εμβρύου:

  • Μητέρες: Παρόμοιος αριθμός κλινικών ανεπιθύμητων ενεργειών και παθολογικών εργαστηριακών τιμών σε σχέση με εικονικό φάρμακο. Τάση για ήπια/μέτρια αναιμία πριν τον τοκετό.
  • Βρέφη: Οριακά μικρότερες συγκεντρώσεις αιμοσφαιρίνης, χωρίς ανάγκη μετάγγισης. Αναιμία υποχώρησε εντός 6 εβδομάδων. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες παρόμοιες.

Συνδεόμενες με τη ζιδοβουδίνη:

  • Γαλακτική οξέωση (μερικές φορές θανατηφόρα) που συνδέεται με σοβαρή ηπατομεγαλία και ηπατική στεάτωση.
  • Απώλεια υποδόριου λίπους (πρόσωπο, άκρα, γλουτοί). Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστεί λιποατροφία.
  • Αύξηση σωματικού βάρους, επιπέδων λιπιδίων και γλυκόζης.
  • Σύνδρομο επαναδραστηριοποίησης ανοσοποιητικού (σε ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια).
  • Οστεονέκρωση (άγνωστη συχνότητα, κυρίως σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου, προχωρημένη HIV ή μακρά έκθεση σε CART).
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-RETROVIR
expand_more

Κύηση

Ως γενικός κανόνας, κατά την απόφαση χρήσης αντιρετροϊκών παραγόντων για τη θεραπεία της λοίμωξης από τον HIV σε έγκυες γυναίκες και, κατά συνέπεια, τη μείωση του κινδύνου κάθετης μετάδοσης του HIV στο νεογνό, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα από ζώα (βλ. προκλινικά δεδομένα) καθώς και η κλινική εμπειρία από έγκυες γυναίκες. Στην προκειμένη περίπτωση, η χρήση ζιδοβουδίνης σε έγκυες γυναίκες με επακόλουθη θεραπεία των νεογέννητων βρεφών, έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τον ρυθμό μητέρα στο έμβρυο μετάδοση του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο. Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων από έγκυες γυναίκες (περισσότερες από 3000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο πρώτο τρίμηνο και περισσότερες από 3000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο) υποδηλώνουν απουσία δυσμορφικής τοξικότητας. Το Retrovir μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Με βάση αυτό το μεγάλο όγκο δεδομένων ο κίνδυνος εμφάνισης δυσπλασίας στον άνθρωπο δεν είναι πιθανός. Η ζιδοβουδίνη έχει συσχετιστεί με ευρήματα τοξικότητας στην αναπαραγωγή σε μελέτες σε ζώα (βλ. προκλινικά δεδομένα). Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. Η μεταφορά ζιδοβουδίνη μέσω του πλακούντα έχει αποδειχθεί ότι συμβαίνει σε ανθρώπους.

Δυσλειτουργία των μιτοχονδρίων

Τα νουκλεοσιδικά και νουκλεοτιδικά ανάλογα έχουν δείξει in vitro και in vivo ότι προκαλούν ποικίλου βαθμού βλάβη των μιτοχονδρίων. Τα δραστικά συστατικά του Retrovir μπορούν να αναστείλουν την αναπαραγωγή του κυτταρικού DΝΑ και η ζιδοβουδίνη έχει αποδειχθεί ότι είναι ένα μεταπλακτιδικό καρκινογόνο σε μία μελέτη σε ζώα. Υπάρχουν αναφορές δυσλειτουργίας των μιτοχονδρίων σε HIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν ενδομήτρια και/ή μετά την γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (βλ. ειδικές προειδοποιήσεις).

Γονιμότητα

Η ζιδοβουδίνη δεν εμπόδισε την αναπαραγωγική λειτουργία σε άρρενες και θήλεις αρουραίους στους οποίους χορηγήθηκαν από το στόμα δόσεις 450 mg/kg/ημερησίως. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο η ζιδοβουδίνη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στον άνθρωπο. Στους άνδρες δεν έχει αποδειχθεί η επίδρασή του στον αριθμό, τη μορφολογία και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.

Θηλασμός

Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 200 mg ζιδοβουδίνης σε γυναίκες μολυσμένες με HIV, η μέση συγκέντρωση της ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοια στο μητρικό γάλα και στον ορό. Συνιστάται οι μητέρες που έχουν μολυνθεί από τον HIV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους σε καμία περίπτωση προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση της HIV λοίμωξης.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-RETROVIR
expand_more

Φαρμακοδυναμικές

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: νουκλεοσιδικό ανάλογο, κωδικός ATC: J05AF01.

Μηχανισμός δράσης:

Η ζιδοβουδίνη είναι αντιιικός παράγοντας δραστικός in vitro έναντι των ρετροϊών, συμπεριλαμβανομένου του HIV. Μετατρέπεται στα κύτταρα σε μονο-, δι- και τριφωσφορικά παράγωγα. Η ζιδοβουδίνη-TP δρα ως αναστολέας και υπόστρωμα της ιικής ανάστροφης μεταγραφάσης, αναστέλλοντας τον σχηματισμό του προ-ιικού DNA με ενσωμάτωση στην άλυσο και τερματισμό της αλύσου. Ο ανταγωνισμός της για την HIV ανάστροφη μεταγραφάση είναι περίπου 100 φορές μεγαλύτερος από ό,τι για την κυτταρική DNA πολυμεράση άλφα.

Κλινική ιολογία:

  • Η σχέση μεταξύ in vitro ευαισθησίας και κλινικής ανταπόκρισης ερευνάται. Μειωμένη ευαισθησία έχει αναφερθεί σε στελέχη HIV από ασθενείς με μακροχρόνια θεραπεία.
  • Η εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών περιορίζει την κλινική χρησιμότητα της μονοθεραπείας. Ο συνδυασμός με άλλα αντιρετροϊκά (λαμιβουδίνη, διδανοσίνη, ζαλκιταβίνη, αναστολείς πρωτεάσης) βελτιώνει την έκβαση και επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου.
  • Αντοχή στα ανάλογα θυμιδίνης οφείλεται σε μεταλλάξεις στην αντίστροφη μεταγραφάση (κωδικόνια 41, 67, 70, 210, 215, 219). Δεν προκαλεί διασταυρούμενη αντίσταση υψηλού επιπέδου σε άλλα νουκλεοσίδια.
  • Άλλοι τρόποι μεταλλάξεων (κωδικόνια 62, 75, 77, 116, 151 ή T69S) προκαλούν φαινοτυπική αντίσταση σε πολλαπλούς νουκλεοσιδικούς αναστολείς.
  • Πρόληψη μετάδοσης Μητέρας-Εμβρύου: Η μελέτη ACTG076 έδειξε αποτελεσματικότητα στη μείωση της μετάδοσης (23% -> 8%) με χορήγηση από 14-34 εβδομάδας κύησης και στα νεογέννητα. Μικρότερης διάρκειας θεραπεία (από 36η εβδομάδα) ήταν λιγότερο αποτελεσματική.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-RETROVIR
expand_more

Φαρμακοκινητική

Ενήλικες:

  • Απορρόφηση: Δοσο-εξαρτώμενη. Μετά από IV έγχυση 2,5 mg/kg ανά 4ωρο: Cmax 4 μΜ, Cmin 0,4 μΜ.
  • Κατανομή: Τελικός χρόνος ημιζωής ~1,1 ώρες. Ολική κάθαρση 27,1 ml/min/kg. Όγκος κατανομής 1,6 L/kg. Αναλογία CSF/πλάσμα ~0,5 (2-4 ώρες μετά τη χορήγηση). Διαπερνά τον πλακούντα, ανιχνεύεται σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό, αμνιακό υγρό, αίμα εμβρύου, σπέρμα, γάλα.
  • Σύνδεση με πρωτεΐνες: 34-38% (χαμηλή).
  • Βιομετασχηματισμός: Κυρίως ηπατική σύζευξη σε γλυκουρονιδιωμένο μεταβολίτη (5’-γλυκουρονίδιο, ~50-80% της δόσης στα ούρα). Σχηματίζεται επίσης 3-αμινο-3-δεσοξυθιμιδίνη (AMΤ).
  • Αποβολή: Νεφρική κάθαρση > κάθαρση κρεατινίνης (σημαντική σωληναριακή έκκριση).

Παιδιατρική (άνω των 5-6 μηνών):

  • Απορρόφηση: Παρόμοια με ενήλικες. Cmax 1,46-2,96 μg/ml (ανάλογα με τη δόση IV).
  • Κατανομή: Χρόνος ημιζωής ~1,5 ώρες. Κάθαρση 30,9 ml/min/kg. Αναλογία CSF/πλάσμα 0,52-0,87 (θεραπεία από στόματος), 0,24 (συνεχής IV έγχυση).
  • Βιομετασχηματισμός: Κύριος μεταβολίτης 5’-γλυκουρονίδιο (29% της δόσης αναλλοίωτο στα ούρα, 45% ως γλυκουρονίδιο).
  • Αποβολή: Νεφρική κάθαρση > κάθαρση κρεατινίνης (σωληναριακή απέκκριση).
  • Νεογνά/Βρέφη (<14 ημερών): Μειωμένη γλυκουρονιδίωση, αυξημένη βιοδιαθεσιμότητα, μειωμένη κάθαρση, μεγαλύτερη ημιπερίοδος ζωής.

Κύηση:

  • Φαρμακοκινητική παρόμοια με μη-εγκύους. Συγκεντρώσεις στο πλάσμα νεογνού κατά τη γέννηση ίδιες με της μητέρας.

Ηλικιωμένοι:

  • Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ειδικά στοιχεία.

Νεφρική δυσλειτουργία:

  • Ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια: ~50% υψηλότερη Cmax (από στόματος), ~100% αυξημένη συστηματική έκθεση (AUC). Ημίσεια ζωή όχι σημαντικά μεταβλητή. Συσσώρευση γλυκουρονιδικού μεταβολίτη. Αιμοδιύλυση/περιτοναϊκή κάθαρση δεν επηρεάζουν σημαντικά την αποβολή ζιδοβουδίνης, αλλά αυξάνουν την αποβολή του γλυκουρονιδικού μεταβολίτη.

Ηπατική δυσλειτουργία:

  • Περιορισμένα δεδομένα.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

0.5-3 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

30-38%
DrugBank

Βιοδιαθεσιμότητα

65%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
35370
Μοριακός τύπος
C10H13N5O4
Μοριακό βάρος
267.24
IUPAC
1-[(2R,4S,5S)-4-azido-5-(hydroxymethyl)oxolan-2-yl]-5-methylpyrimidine-2,4-dione
InChIKey
HBOMLICNUCNMMY-XLPZGREQSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολιζόμενα, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν σε φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σ.2033)
  • Αναστολείς της ανάστροφης μεταγραφάσης (RNA-DIRECTED DNA POLYMERASE), ενός ενζύμου που συνθέτει DNA σε ένα RNA πρότυπο.
  • Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του AIDS ή/και για την αναστολή της εξάπλωσης της λοίμωξης HIV. Αυτοί δεν περιλαμβάνουν φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία συμπτωμάτων ή ευκαιριακών λοιμώξεων που σχετίζονται με το AIDS.

Σχετικά Εργαλεία