Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
RETROVIR 100MG/CAP
Διακοπή
|
100 / CAP | 101.56 € |
|
RETROVIR 100MG/CAP
Διακοπή
|
100 / CAP | 106.85 € |
| 200 / VIAL | 54.23 € | |
|
RETROVIR 250MG/CAP
Διακοπή
|
250 / CAP | 56.73 € |
|
RETROVIR 300MG/TAB
Διακοπή
|
300 / TAB | 181.15 € |
| 50 / ML | 12.57 € | |
| 10 / ML | 12.58 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
B24 Μη καθορισμένη νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας [HIV]
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μετάδοση HIV από τη μητέρα στο έμβρυο
-
B20 Νόσος από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), με εκδηλώσεις λοιμώδους και παρασιτικής νόσου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): HIV λοίμωξη · Λοίμωξη από τον ιό της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας
RETROVIR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, Από του στόματος
- Χορήγηση: Κάθε 4 ώρες, δύο φορές την ημέρα, ανά 6ωρο, πέντε φορές την ημέρα, ημερησίως
- Δόση έναρξης: 1 mg/kg ή 2 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 4 ώρες (ενδοφλέβια) ή 250 mg ή 300 mg δύο φορές την ημέρα (από του στόματος)
-
ΕνήλικεςΔόση250 mg ή 300 mg δύο φορές την ημέρα (από του στόματος), ή 1-2 mg/kg κάθε 4 ώρες (ενδοφλέβια)Η ενδοφλέβια χορήγηση γίνεται μόνο όταν ο ασθενής δεν μπορεί να λάβει από του στόματος θεραπεία.
-
ΠαιδιάΔόση80-160 mg/m2 ανά 6ωρο (ενδοφλέβια) ή 1,5 mg/kg ανά 6ωρο (ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών, αν δεν είναι δυνατή η από του στόματος)Τα δεδομένα για ενδοφλέβια σε παιδιά είναι περιορισμένα. Η δόση 120 mg/m2 κάθε 6 ώρες ενδοφλέβια αντιστοιχεί σε 180 mg/m2 κάθε 6 ώρες από του στόματος. Η δόση 360-480 mg/m2 την ημέρα από του στόματος αντιστοιχεί σε 240-320 mg/m2/ημέρα ενδοφλέβια.
-
Έγκυες γυναίκες (πρόληψη μετάδοσης HIV)Δόση500 mg ημερησίως (100 mg πέντε φορές την ημέρα) από του στόματος μέχρι τον τοκετό.Μετά τη 14η εβδομάδα της κύησης. Κατά τον τοκετό: 2 mg/kg σωματικού βάρους ενδοφλέβια σε 1 ώρα, ακολουθούμενη από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση 1 mg/kg σωματικού βάρους ανά ώρα μέχρι την αποκοπή του ομφάλιου λώρου. Για προγραμματισμένη καισαρική: έναρξη έγχυσης 4 ώρες πριν την επέμβαση. Σε περίπτωση νόθου τοκετού, διακοπή IV και επανέναρξη στοματικής δόσης.
-
Νεογέννητα (πρόληψη μετάδοσης HIV)Δόση0,2 ml/kg (2 mg/kg) βάρους σώματος ανά 6ωρο από του στόματοςΈναρξη εντός 12 ωρών από τη γέννηση και συνέχιση μέχρι την ηλικία των 6 εβδομάδων. Χρήση σύριγγας με βαθμολόγηση 0,1 ml για ακριβή χορήγηση.
-
Ασθενείς με ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημαΕάν τα επίπεδα αιμοσφαιρίνης ή ο αριθμός των ουδετερόφιλων μειωθούν σε κλινικά σημαντικά επίπεδα, εξετάζεται αντικατάσταση της ζιδοβουδίνης. Αν δεν υπάρχουν εναλλακτικές θεραπείες, εξετάζεται μείωση της δόσης ή διακοπή.
-
ΗλικιωμένοιΔεν υπάρχουν ειδικά δεδομένα. Απαιτείται ειδική μέριμνα και κατάλληλη παρακολούθηση (νεφρική λειτουργία, αιματολογικές παράμετροι) λόγω ηλικιακών αλλαγών.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΗ ζιδοβουδίνη μπορεί να συσσωρευτεί. Ενδέχεται να απαιτηθεί μείωση της δοσολογίας ή αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορήγησης, αλλά δεν είναι δυνατές ακριβείς δοσολογικές υποδείξεις λόγω μεγάλης μεταβλητότητας. Παρακολούθηση για σημεία δυσανεξίας, ιδιαίτερα αιματολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη ζιδοβουδίνη ή κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στο τμήμα 6.1
-
Παθολογικά χαμηλός αριθμός ουδετεροφίλων (κάτω των 0,75x10^9/l)
-
Παθολογικά χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης (κάτω των 7,5 g/dl ή 4,65 mmol/l)
-
Υπερχολερυθριναιμία που απαιτεί θεραπεία εκτός της φωτοθεραπείαςΠληθυσμόςνεογέννητα βρέφη
-
Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινάσης πέντε φορές πάνω από τα φυσιολογικάΠληθυσμόςνεογέννητα βρέφη
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Θεραπεία HIV/AIDSΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Ζιδοβουδίνη ή οποιαδήποτε άλλη αντιρετροϊκή θεραπείαΜπορεί να συνεχίσουν να εμφανίζουν ευκαιριακές λοιμώξεις και άλλες επιπλοκές από τη λοίμωξη του HIV.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ριφαμπικίνης ή σταβουδίνηςπροσοχήΘα πρέπει να αποφεύγεται
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες από το αιμοποιητικό σύστημα (αναιμία, ουδετεροπενία, λευκοπενία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Ζιδοβουδίνη IV για Έγχυση, ιδιαίτερα σε υψηλότερες δόσεις και με πτωχές μυελικές εφεδρείες πριν την έναρξη της θεραπείας, σε προχωρημένη νόσο HIVΑναμένεται η εμφάνιση. Συμβαίνουν συχνότερα σε υψηλότερες δόσεις και σε ασθενείς με πτωχές μυελικές εφεδρείες.
-
ΑναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή αναιμίαΗ αναπροσαρμογή της δοσολογίας δεν εξαλείφει απαραίτητα την ανάγκη μεταγγίσεων.
-
Γαλακτική οξέωσησοβαρόΗ θεραπεία με ζιδοβουδίνη θα πρέπει να διακόπτεται
-
Παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωσηΠληθυσμόςΑσθενείς (ιδιαίτερα παχύσαρκες γυναίκες) με ηπατομεγαλία, ηπατίτιδα ή άλλους παράγοντες κινδύνου για ηπατική νόσο και ηπατική στεάτωσηΧρειάζεται προσοχή.
-
Παράγοντες κινδύνου για γαλακτική οξέωση σε συνδυασμό με ηπατίτιδα C θεραπείαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν επίσης μολυνθεί από ηπατίτιδα C και κάνουν θεραπεία με ιντερφερόνη άλφα και ριμπαβιρίνηΠρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
Μιτοχονδριακή δυσλειτουργία μετά από ενδομήτρια έκθεσηΠληθυσμόςHIV-αρνητικά βρέφη τα οποία είχαν εκτεθεί ενδομήτρια και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογαΤα ευρήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για οποιοδήποτε παιδί που παρουσιάζει σοβαρά κλινικά ευρήματα αγνώστου αιτιολογίας, ιδίως νευρολογικά ευρήματα.
-
ΛιποατροφίαΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με ζιδοβουδίνη και προϊόντα που περιέχουν ζιδοβουδίνηΤακτική αξιολόγηση για σημεία λιποατροφίας. Εάν υπάρχει υποψία για ανάπτυξη λιποατροφίας, θα πρέπει να γίνεται μετάβαση σε ένα εναλλακτικό θεραπευτικό σχήμα.
-
Μεταβολικές διαταραχές (αύξηση σωματικού βάρους, λιπίδια, γλυκόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αντιρετροϊκή θεραπείαΟι διαταραχές των λιπιδίων θα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως ενδείκνυται κλινικά.
-
Ηπατική νόσοςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική νόσο (Child-Pugh score 7-15)Δεν συνιστάται η χρήση της ζιδοβουδίνης.
-
Σοβαρές ηπατικές ανεπιθύμητες ενέργειεςΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατίτιδα Β ή C που αντιμετωπίζονται με συνδυασμένη αντιρετροϊκή θεραπείαΒρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρών και δυνητικά θανατηφόρων ηπατικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Επιδείνωση ηπατικής νόσουΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργίαΠαρακολούθηση σύμφωνα με την κοινή πρακτική. Εάν υπάρχει ένδειξη επιδείνωσης, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσωρινής ή οριστικής διακοπής της θεραπείας (βλ. Δοσολογία).
-
Σύνδρομο Ανοσολογικής Αποκατάστασης (IRIS)ΠληθυσμόςΜολυσμένοι από τον HIV ασθενείς με σοβαρή ανοσολογική ανεπάρκεια κατά την έναρξη της CARTΕκτίμηση φλεγμονωδών συμπτωμάτων και ορισμός θεραπείας όταν απαιτείται.
-
Αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα) στο πλαίσιο IRISΠληθυσμόςΜολυσμένοι από τον HIV ασθενείς υπό CARTΈχουν αναφερθεί. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
-
Ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκωνΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να εφιστάται η προσοχή των ασθενών σχετικά με την ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που ενδεχομένως λαμβάνουν από μόνοι τους (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΟστεονέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένη λοίμωξη HIV και/ή μακράς διάρκειας έκθεση σε CARTΟι ασθενείς θα πρέπει να ζητούν ιατρική συμβουλή εάν παρουσιάζουν ενοχλήσεις και άλγος στις αρθρώσεις, δυσκαμψία άρθρωσης ή δυσκολία στην κίνηση.
-
Συγχορήγηση ριμπαβιρίνηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ταυτόχρονη λοίμωξη από τον ιό της ηπατίτιδας CΔεν συνιστάται λόγω αυξημένου κινδύνου αναιμίας (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλλεργία στο λάτεξΠληθυσμόςΆτομα ευαίσθητα στο λάτεξΠροσοχή λόγω περιεκτικότητας του ελαστικού πώματος των φιαλιδίων σε ξηρό φυσικό ελαστικό λάτεξ.
-
Περιεκτικότητα σε ΝάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά μονάδα δόσης και θεωρείται «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΜείωση AUC της ζιδοβουδίνης, πιθανή απώλεια αποτελεσματικότηταςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται
-
αντένδειξηΑνταγωνιστική δράση in vitroΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται
-
ΠροβενεσίδηπροσοχήΑύξηση AUC της ζιδοβουδίνηςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για αιματολογική τοξικότητα
-
παρακολούθησηΜικρή αύξηση Cmax της ζιδοβουδίνης (28%), AUC ανεπηρέαστη. Η ζιδοβουδίνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της λαμιβουδίνης.
-
παρακολούθησηΑλλαγές στα επίπεδα φαινυτοΐνης στο αίμα (χαμηλά ή υψηλά)ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων φαινυτοΐνης
-
ΑτοβακουόνηπροσοχήΜείωση μεταβολισμού ζιδοβουδίνης σε γλυκουρονικό μεταβολίτη (αύξηση AUC ζιδοβουδίνης, μείωση Cmax γλυκουρονιδίου)ΣύστασηΕπιπλέον μέριμνα στην παρακολούθηση ασθενών που λαμβάνουν παρατεταμένη αγωγή
-
προσοχήΑύξηση AUC και μείωση κάθαρσης της ζιδοβουδίνηςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για πιθανή τοξικότητα από ζιδοβουδίνη
-
προσοχήΑύξηση AUC και μείωση κάθαρσης της ζιδοβουδίνηςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για πιθανή τοξικότητα από ζιδοβουδίνη
-
προσοχήΑύξηση AUC και μείωση κάθαρσης της ζιδοβουδίνηςΣύστασηΣτενή παρακολούθηση για πιθανή τοξικότητα από ζιδοβουδίνη
-
αντένδειξηΠαροξύνσεις αναιμίας, αυξημένος κίνδυνος αναιμίαςΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση. Εξέταση αντικατάστασης της ζιδοβουδίνης.
-
Συστηματική πενταμιδίνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
ΚοτριμοξαζόληπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
ΑμφοτερικίνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
ΙντερφερόνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
ΒινμπλαστίνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών από ζιδοβουδίνη (νεφροτοξικότητα/μυελοκαταστολή)ΣύστασηΈλεγχος νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρων, μείωση δόσης αν χρειαστεί
-
Κοτριμοξαζόλη (προφυλακτικές δόσεις)παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών
-
Εισπνεόμενη πενταμιδίνη (προφυλακτικές δόσεις)παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών
-
Πυριμεθαμίνη (προφυλακτικές δόσεις)παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών
-
Ακυκλοβίρη (προφυλακτικές δόσεις)παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Υποπλασία του μυελού των οστών
- Θρομβοκυτταροπενία
- Αμιγής απλασία ερυθράς σειράς
- Απλαστική αναιμία
- Γαλακτική οξέωση
- Ανορεξία
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Αύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματος
- Αύξηση γλυκόζης αίματος
- Απώλεια υποδόριου λίπους
- Λιποατροφία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Σπασμοί
- Απώλεια νοητικής εγρήγορσης
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Διαταραχή γεύσης
- Καρδιομυοπάθεια
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Υπέρχρωση στοματικού βλεννογόνου
- Δυσπεψία
- Παγκρεατίτιδα
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης στο αίμα
- Ηπατομεγαλία με στεάτωση
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Εφίδρωση
- Υπέρχρωση των ονύχων
- Υπέρχρωση του δέρματος
- Μυαλγία
- Μυοπάθεια
- Οστεονέκρωση
- Συχνουρία
- Γυναικομαστία
- Αδυναμία
- Αδιαθεσία
- Πυρετός
- Γενικευμένο άλγος
- Θωρακικό άλγος
- Ρίγη
- Γριππώδες σύνδρομο
- Φλεγμονώδης αντίδραση σε ευκαιριακές λοιμώξεις (σε HIV ασθενείς με ανοσολογική ανεπάρκεια)
- Αυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων στο αίμαΔιαταραχές ήπατος και χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης στο αίμαΔιαταραχές ήπατος και χοληφόρων
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑδιαθεσίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΓενικευμένο άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΥποπλασία του μυελού των οστώνΑίμα
-
ΣπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑμιγής απλασία ερυθράς σειράςΑίμα
-
ΣπάνιεςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑπώλεια νοητικής εγρήγορσηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΓαλακτική οξέωσηΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΓριππώδες σύνδρομοΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕφίδρωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΗπατομεγαλία με στεάτωσηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΚαρδιομυοπάθειαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΡίγηΓενικές
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣυχνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΥπέρχρωση στοματικού βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΥπέρχρωση του δέρματοςΔιαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΥπέρχρωση των ονύχωνΔιαταραχές δέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑπώλεια υποδόριου λίπουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυτοάνοσες διαταραχές (π.χ. νόσος Graves, αυτοάνοση ηπατίτιδα)Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑύξηση γλυκόζης αίματοςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑύξηση επιπέδων λιπιδίων αίματοςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΛιποατροφίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΟστεονέκρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΦλεγμονώδης αντίδραση σε ευκαιριακές λοιμώξεις (σε HIV ασθενείς με ανοσολογική ανεπάρκεια)Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Ζιδοβουδίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο.Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων (περισσότερες από 3.000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο πρώτο τρίμηνο και περισσότερες από 3.000 εκβάσεις μετά από έκθεση στο δεύτερο και τρίτο τρίμηνο) υποδηλώνουν απουσία δυσμορφικής τοξικότητας και ο κίνδυνος εμφάνισης δυσπλασίας στον άνθρωπο δεν είναι πιθανός. Ωστόσο, η ζιδοβουδίνη έχει συσχετιστεί με ευρήματα τοξικότητας στην αναπαραγωγή σε μελέτες σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα) και η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. Έχουν αναφερθεί δυσλειτουργίες των μιτοχονδρίων σε HIV-αρνητικά βρέφη που εκτέθηκαν ενδομήτρια και/ή μετά τη γέννηση σε νουκλεοσιδικά ανάλογα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η μεταφορά ζιδοβουδίνη μέσω του πλακούντα έχει αποδειχθεί ότι συμβαίνει σε ανθρώπους.
-
ΓονιμότηταΔεν είναι γνωστό κατά πόσο η ζιδοβουδίνη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα στον άνθρωπο.Η ζιδοβουδίνη δεν εμπόδισε την αναπαραγωγική λειτουργία σε άρρενες και θήλεις αρουραίους. Στους άνδρες δεν έχει αποδειχθεί η επίδρασή της στον αριθμό, τη μορφολογία και την κινητικότητα των σπερματοζωαρίων.
-
ΓαλουχίαΣυνιστάται οι γυναίκες που ζούν με τον ιό HIV να μη θηλάζουν τα βρέφη τους προκειμένου να αποφευχθεί η μετάδοση του ιού HIV.Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 200 mg ζιδοβουδίνης σε γυναίκες μολυσμένες με HIV, η μέση συγκέντρωση της ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοια στο μητρικό γάλα και τον ορό.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: νουκλεοσιδικό ανάλογο, κωδικός ATC: J05A F01.
Μηχανισμός δράσης
Η ζιδοβουδίνη είναι ένας αντιιικός παράγοντας, που είναι εξαιρετικά δραστικός in vitro έναντι των ρετροϊών, συμπεριλαμβανομένου και του ιού της Ανοσολογικής Ανεπάρκειας του Ανθρώπου (HIV). Η ζιδοβουδίνη φωσφορυλιώνεται, τόσο στα μολυσμένα όσο και τα μη-μολυσμένα κύτταρα από την κυτταρική κινάση της θυμιδίνης, στο μονοφωσφορικό (ΜΡ) παράγωγό του. Η επακόλουθη φωσφορυλίωση της ζιδοβουδίνης-MP στο διφωσφορικό (DP) και στη συνέχεια στο τριφωσφορικό (ΤΡ) παράγωγό του καταλύεται από την κυτταρική θυμιδυλική κινάση και από μη ειδικές κινάσες, αντίστοιχα. Η ζιδοβουδίνη-TP δρα ως αναστολέας και ως υπόστρωμα της ιικής ανάστροφης μεταγραφάσης. Ο περαιτέρω σχηματισμός προ-ιικού DNA αναστέλλεται με την ενσωμάτωση της ζιδοβουδίνης-MP στην άλυσο και με τον επακόλουθο τερματισμό της αλύσου. O ανταγωνισμός της ζιδοβουδίνης-ΤΡ για την HIV ανάστροφη μεταγραφάση είναι περίπου 100 φορές μεγαλύτερος, απ’ ό,τι για την κυτταρική DNA πολυμεράση άλφα.
Κλινική ιολογία
Οι σχέσεις μεταξύ της in vitro ευαισθησίας του HIV στη ζιδοβουδίνη και της κλινικής ανταπόκρισης στη θεραπεία ερευνώνται ακόμη. Ο έλεγχος της ευαισθησίας in vitro δεν έχει τυποποιηθεί και επομένως τα αποτελέσματα είναι δυνατόν να ποικίλουν ανάλογα με τη μέθοδο. Μειωμένη in vitro ευαισθησία στη ζιδοβουδίνη έχει αναφερθεί για απομονωθέντα στελέχη του HIV από ασθενείς που είχαν λάβει μακροχρόνια θεραπεία με Ζιδοβουδίνη. Τα υπάρχοντα στοιχεία υποδεικνύουν ότι για HIV νόσο σε πρώιμο στάδιο, η συχνότητα και ο βαθμός μείωσης της in vitro ευαισθησίας είναι αισθητά μικρότερος από ό,τι σε προχωρημένο στάδιο της νόσου. H μείωση της ευαισθησίας και εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών στη ζιδοβουδίνη περιορίζει την κλινική χρησιμότητα της μονοθεραπείας με ζιδοβουδίνη. Τα αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών υποδεικνύουν ότι η ζιδοβουδίνη, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη και επίσης με διδανοσίνη ή ζαλκιταβίνη, έχει ως αποτέλεσμα μία σημαντική μείωση του κινδύνου της εξέλιξης της νόσου και της θνησιμότητας. Η χρήση ενός αναστολέα πρωτεάσης σε ένα συνδυασμό ζιδοβουδίνης και λαμιβουδίνης, απεδείχθη ότι παρέχει επιπρόσθετο όφελος στην επιβράδυνση της εξέλιξης της νόσου και τη βελτίωση της επιβίωσης σε σχέση με το διπλό συνδυασμό μόνο του. Μελετάται η in vitro αντιιική δραστικότητα διαφόρων συνδυασμών αντιιικών παραγόντων. Κλινικές και in vitro μελέτες με ζιδοβουδίνη σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη υποδεικνύουν ότι τα ιικά στελέχη που είναι ανθεκτικά στη ζιδοβουδίνη, μπορεί να γίνουν ευαίσθητα στη ζιδοβουδίνη όταν ταυτόχρονα αποκτούν αντοχή στη λαμιβουδίνη. Επίσης έχει αποδειχθεί κλινικά ότι η ζιδοβουδίνη, σε συνδυασμό με λαμιβουδίνη επιβραδύνει την εμφάνιση αντοχής στη ζιδοβουδίνη, σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει ξανά αντιρετροϊκά φάρμακα. Δεν παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές επιδράσεις in vitro με ζιδοβουδίνη και άλλα αντιρετροϊκά (εξετασθέντες παράγοντες: αβακαβίρη, διδανοσίνη, λαμιβουδίνη και ιντερφερόνη άλφα). Η αντοχή στα ανάλογα θυμιδίνης (ένα εκ των οποίων είναι η ζιδοβουδίνη), είναι γνωστή και αποδίδεται στη σταδιακή συνάθροιση έως 6 ειδικών μεταλλάξεων στην αντίστροφη μεταγραφάση του HIV στα κωδικόνια 41, 67, 70, 210, 215 και 219. Οι ιοί αποκτούν φαινοτυπική αντίσταση στα ανάλογα της θυμιδίνης μέσω συνδυασμού μεταλλάξεων στα κωδικόνια 41 και 215, ή από τη συνάθροιση τουλάχιστον 4 έως 6 μεταλλάξεων. Αυτές οι μεταλλάξεις των αναλόγων θυμιδίνης από μόνες τους δεν προκαλούν διασταυρούμενη αντίσταση υψηλού επιπέδου σε κανένα από τα άλλα νουκλεοσίδια, επιτρέποντας έτσι την επακόλουθη χρήση άλλων εγκεκριμένων αναστολέων μεταγραφάσης. Δύο τρόποι μεταλλάξεων πολυφαρμακευτικής αντίστασης, ο πρώτος χαρακτηριζόμενος από μεταλλάξεις της αντίστροφης μεταγραφάσης του HIV στα κωδικόνια 62, 75, 77, 116 και 151 και ο δεύτερος που αφορά σε μία Τ69S μετάλλαξη και εισαγωγή ενός ζεύγους 6-βάσεων στην ίδια θέση, έχουν σαν αποτέλεσμα ανάπτυξη φαινοτυπικής αντίστασης στο AZT, όπως επίσης και σε άλλους εγκεκριμένους νουκλεοσιδικούς αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης. Ο καθένας από αυτούς τους δύο τρόπους μεταλλάξεων πολυνουκλεοσιδικής αντοχής περιορίζει σημαντικά τις μελλοντικές θεραπευτικές επιλογές. Στην Αμερικάνικη μελέτη ACTG076 το Ζιδοβουδίνη φάνηκε να είναι αποτελεσματικό στη μείωση της συχνότητας μετάδοσης του HIV-1 από τη μητέρα στο έμβρυο (23% συχνότητα μόλυνσης με το εικονικό φάρμακο έναντι 8% με τη ζιδοβουδίνη), όταν χορηγείται (100 mg πέντε φορές την ημέρα) σε οροθετικές εγκύους γυναίκες (από τη 14η-34η εβδομάδα κυήσεως) και τα νεογέννητα βρέφη τους (2 mg/ml κάθε 6 ώρες) ηλικίας μέχρι 6 εβδομάδων. Στη μικρότερης διάρκειας μελέτη Τhailand CDC του 1998, η χρήση μόνο από του στόματος θεραπείας με Ζιδοβουδίνη (300 mg δύο φορές την ημέρα) από την 36η εβδομάδα της κυήσεως μέχρι την γέννηση, επίσης μείωσε σημαντικά τη συχνότητα της μετάδοσης του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο (19% συχνότητα μόλυνσης με το εικονικό φάρμακο έναντι 9% με τη ζιδοβουδίνη). Αυτά τα στοιχεία και τα στοιχεία από δημοσιευμένη μελέτη στην οποία συγκρίθηκαν σχήματα με ζιδοβουδίνη στην πρόληψη της μετάδοσης του HIV από τη μητέρα στο έμβρυο, έδειξαν ότι βραχείας διάρκειας θεραπεία στη μητέρα (από την 36η εβδομάδα της κυήσεως) είναι λιγότερο αποτελεσματική από μεγαλύτερης διάρκειας θεραπεία στη μητέρα (από την 14η-34η εβδομάδα της κυήσεως) ως προς τη μείωση της περινεογνικής μετάδοσης του HIV.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Ενήλικες
Απορρόφηση Η φαρμακοκινητική εικόνα που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που ελάμβαναν ωριαίες εγχύσεις 1-5 mg/kg 3 έως 6 φορές ημερησίως, ήταν δοσοεξαρτώμενη. Οι μέσες μέγιστες (Cssmax) και οι μέσες ελάχιστες (Cssmin) συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από ωριαία έγχυση δόσεως 2,5 mg/kg ανά 4ωρο ήταν 4 και 0,4 μΜ αντίστοιχα (ή 1,1 και 0,1 μg/ml).
Κατανομή Ο τελικός χρόνος ημιζωής της στο πλάσμα ήταν περίπου 1,1 ώρες, ο μέσος ρυθμός ολικής σωματικής κάθαρσης ήταν 27,1 ml/min/kg και ο φαινόμενος όγκος κατανομής ήταν 1,6 litres/kg. Στους ενήλικες, η μέση αναλογία του βαθμού συγκέντρωσης της ζιδοβουδίνης σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε σχέση με το πλάσμα, 2 έως 4 ώρες μετά τη χορήγηση, βρέθηκε ότι είναι περίπου 0,5. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η ζιδοβουδίνη διαπερνά τον πλακούντα και εισέρχεται στο αμνιακό υγρό και το αίμα του εμβρύου. Επίσης η ζιδοβουδίνη έχει ανιχνευθεί και στο σπέρμα και το γάλα. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι σχετικά χαμηλή (34-38%) και συνεπώς δεν αναμένονται φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις που να οφείλονται σε παρεκτόπιση από τις θέσεις της πρωτεϊνικής σύνδεσης.
Βιομετασχηματισμός Η ζιδοβουδίνη βασικά αποβάλλεται με ηπατική σύζευξη σε ένα αδρανή γλυκουρονιδιομένο μεταβολίτη. Το 5’-γλυκουρονίδιο της ζιδοβουδίνης αποτελεί τον κύριο μεταβολίτη, τόσο στο πλάσμα, όσο και στα ούρα και αντιστοιχεί περίπου στο 50 έως 80% της χορηγούμενης δόσης, που αποβάλλεται από τους νεφρούς. Η ένωση 3α-μινο-3-δεσοξυθυμιδίνη (ΑΜΤ) έχει προσδιορισθεί ως ένας μεταβολίτης της ζιδοβουδίνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Αποβολή Η νεφρική κάθαρση της ζιδοβουδίνης υπερβαίνει κατά πολύ την κάθαρση κρεατινίνης, κάτι που υποδεικνύει ότι λαμβάνει χώρα σημαντική σωληναριακή έκκριση.
Παιδιατρική
Απορρόφηση Στα παιδιά ηλικίας άνω των 5-6 μηνών, η φαρμακοκινητική εικόνα της ζιδοβουδίνης είναι παρόμοια με αυτήν των ενηλίκων. Τα επίπεδα (Cssmax) ήταν 1,46 μg/ml μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσεως 80 mg ζιδοβουδίνης/m2 σώματος, 2,26 μg/ml μετά από δόση 120 mg/m2 σώματος και 2,96 μg/ml μετά από δόση 160 mg /m2 σώματος.
Κατανομή Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής στο πλάσμα βρέθηκε ότι ήταν περίπου 1,5 ώρες και ο ρυθμός ολικής σωματικής κάθαρσης ήταν 30,9 ml/min/kg αντίστοιχα. Στα παιδιά, η μέση αναλογία του βαθμού συγκέντρωσης της ζιδοβουδίνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε σχέση με το πλάσμα, κυμαίνεται από 0,52-0,85, όπως προσδιορίσθηκε κατά τη διάρκεια θεραπείας από το στόμα, 0,5 έως 4 ώρες μετά από τη χορήγηση του φαρμάκου και ήταν 0,87 όπως προσδιορίσθηκε κατά τη διάρκεια ενδοφλέβιας θεραπείας, 1-5 ώρες μετά από μία ωριαία έγχυση. Κατά τη διάρκεια συνεχούς ενδοφλέβιας έγχυσης, η μέση αναλογία σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό/πλάσμα, σε σταθερή κατάσταση, ήταν 0,24.
Βιομετασχηματισμός Ο κύριος μεταβολίτης είναι το 5’-γλυκουρονίδιο. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, 29% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα και το 45% απεκκρίνεται ως γλυκουρονίδιο.
Αποβολή Η νεφρική κάθαρση της ζιδοβουδίνης υπερβαίνει κατά πολύ την κάθαρση της κρεατινίνης, γεγονός που υποδηλώνει ότι επισυμβαίνει σε σημαντικό βαθμό σωληναριακή απέκκριση του φαρμάκου. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε νεογνά και βρέφη μικρής ηλικίας υποδεικνύουν μείωση της γλυκουρονιδίωσης της ζιδοβουδίνης με επακόλουθη αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας, μείωση της κάθαρσης και μεγαλύτερη ημιπερίοδο ζωής σε βρέφη ηλικίας κάτω των 14 ημερών. Μετά από αυτήν την ηλικία η φαρμακοκινητική εικόνα φαίνεται να είναι παρόμοια με αυτήν των ενηλίκων.
Κύηση
Η φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης έχει ερευνηθεί σε μελέτη με οκτώ γυναίκες κατά το τελευταίο τρίμηνο της κύησης. Καθώς προχωρούσε η κύηση, δεν υπήρχε ένδειξη συσσώρευσης του φαρμάκου. Η φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης ήταν παρόμοια με εκείνη σε μη-εγκύους ενήλικες. Ως συνέπεια της παθητικής διέλευσης του φαρμάκου διαμέσου του πλακούντα, οι συγκεντρώσεις της ζιδοβουδίνης στο πλάσμα του νεογνού κατά τη γέννηση, ήταν ουσιαστικά ίδιες με εκείνες του πλάσματος της μητέρας κατά τον τοκετό.
Ηλικιωμένοι
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ειδικά στοιχεία για τη φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης σε ηλικιωμένους.
Νεφρική δυσλειτουργία
Συγκριτικά με υγιή άτομα, οι ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια έχουν 50% υψηλότερη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από του στόματος χορήγηση. Η συστηματική έκθεση (μετρώμενη ως εμβαδόν κάτω από την καμπύλη χρόνου συγκέντρωσης της ζιδοβουδίνης) αυξήθηκε κατά 100% ενώ η ημίσεια ζωή δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Σε νεφρική ανεπάρκεια υπάρχει σημαντική συσσώρευση του κύριου γλυκορουνιδικού μεταβολίτη, αλλά αυτό δεν φαίνεται να προκαλεί τοξικότητα. Η αιμοδιύλυση και η περιτοναϊκή κάθαρση δεν έχουν σημαντική επίδραση στην αποβολή της ζιδοβουδίνης ενώ αυξάνεται η αποβολή του ανενεργού γλυκουρονιδικού μεταβολίτη (βλ. Δοσολογία).
Ηπατική δυσλειτουργία
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για τη φαρμακοκινητική της ζιδοβουδίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).