Αντιβιοτικά

Εθνικό Συνταγολόγιο
Περιεχόμενα Βιβλίου
1 ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
2 ΦAPMAKA ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
4 ΦAPMAKA ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
1.8 0 συνδεδεμένες δραστικές

Φάρμακα ηπατοπαθειών και παθήσεων χοληφόρων

Φάρμακα ηπατοπαθειών και παθήσεων χοληφόρων · 1.8

Στις ηπατοπάθειες περιλαμβάνονται οξέα ή χρόνια νοσήματα που εμφανίζονται πρωταρχικά στο ήπαρ ή αποτελούν ηπατική συμμετοχή εξωηπατικών νοσημάτων. Στη συντηρητική αντιμετώπιση των χρόνιων ιογενών ηπατοπαθειών...

Περιγραφή
Στις ηπατοπάθειες περιλαμβάνονται οξέα ή χρόνια νοσήματα που εμφανίζονται πρωταρχικά στο ήπαρ ή αποτελούν ηπατική συμμετοχή εξωηπατικών νοσημάτων. Στη συντηρητική αντιμετώπιση των χρόνιων ιογενών ηπατοπαθειών περιλαμβάνονται ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες (ιντερφερόνη Α) και νουκλεοσιδικά ανάλογα (λαμιβουντίνη, ριμπαβιρίνη), ενώ στα χρόνια χολοστατικά σύνδρομα χρησιμοποιούνται χολικά οξέα (ουρσοδεοξυχολικό οξύ) και ρητίνες (χολεστυραμίνη) που δεσμεύουν τα χολικά άλατα. Η ιντερφερόνη Α χρησιμοποιείται στην θεραπεία των χρόνιων ηπατοπαθειών B και C. Η χορήγησή της στην χρόνια ηπατίτιδα Β οδηγεί σε παρατεταμένη ύφεση το 30-40% των ασθενών. Στη χρόνια ηπατίτιδα C χορηγείται μόνη ή σε συνδυασμό με ριμπαβιρίνη και οδηγεί σε παρατεταμένη ύφεση το 5-15% ή το 30-40% αντίστοιχα. Η πεγκυλιωμένη μορφή της ιντερφερόνης υπερτερεί της απλής. Η χορήγηση της ιντερφερόνης απαιτεί προσεκτική επιλογή των ασθενών και συστηματική παρακολούθηση δεδομένου ότι συνοδεύεται από συχνές και σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Λοιπά: βλ. 8.9. Η λαμιβουντίνη χρησιμοποιείται στην θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας Β. Χορηγείται από το στόμα και έχει λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από την ιντερφερόνη. Η μακρόχρονη χορήγησή της όμως οδηγεί στην εμφάνιση μεταλλαγμένων στελεχών του ιού. Υπολογίζεται ότι στο τέλος του πρώτου έτους χορήγησης μεταλλαγμένα στελέχη ανιχνεύονται στο 15-30% των ασθενών. Δεν είναι γνωστή ή τουλάχιστον επαρκώς τεκμηριωμένη η έκβαση στους ασθενείς αυτούς. Λοιπά: βλ. 5.3.2.1. Η ριμπαβιρίνη χρησιμοποιείται στη θεραπεία της χρόνιας ηπατίτιδας C σε συνδυασμό με την ιντερφερόνη Α και στις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες της ιντερφερόνης προστίθενται και εκείνες της ριμπαβιρίνης με προεξάρχουσα την αιμόλυση. Λοιπά: βλ. 5.3.4. Η χολεστυραμίνη είναι ρητίνη που προσροφά τα χολικά άλατα στο έντερο και χρησιμοποιείται για την ανακούφιση του κνησμού της χολόστασης. Το ουρσοδεοξυχολικό οξύ είναι αμφίφιλο οξύ και χρησιμοποιείται ως λιθολυτικό σε ορισμένες-λίγες ειδικές περιπτώσεις χοληστερινικών χολολίθων καθώς και στη συμπτωματική αντιμετώπιση των χολοστατικών συνδρόμων ποικίλης αιτιολογίας (πρωτοπαθής χολική κίρρωση, σκληρυντική χολαγγειΐτιδα). Tα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις διάφορες, άλλες, χρόνιες κυρίως, ηπατοπάθειες (π.χ. κορτικοστεροειδή, ανοσοκατασταλτικά, χηλικοί παράγοντες κλπ.) καθώς και η ενεργητική και παθητική ανοσοποίηση περιγράφονται στα οικεία κεφάλαια. Στην ηπατική εγκεφαλοπάθεια χρησιμοποιούνται η λακτιτόλη και λακτουλόζη (βλ. 1.5.3.) καθώς και αντιβιοτικά όπως η νεομυκίνη (βλ. 5.1.6.).