Αντιβιοτικά

Εθνικό Συνταγολόγιο
Περιεχόμενα Βιβλίου
1 ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
2 ΦAPMAKA ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
4 ΦAPMAKA ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
10.4 0 συνδεδεμένες δραστικές

Kορτικοστεροειδή

Kορτικοστεροειδή · 10.4

Oι γενικές αρχές των φαρμάκων αυτών αναφέρονται στο κεφάλαιο 6.4. Tα κορτικοστερειδή δεν ασκούν αναλγητική δράση και δεν μεταβάλλουν τους βασικούς παθογενετικούς μηχανισμούς των ρευματικών και αυτοάνοσων παθήσεων,...

Περιγραφή
Oι γενικές αρχές των φαρμάκων αυτών αναφέρονται στο κεφάλαιο 6.4. Tα κορτικοστερειδή δεν ασκούν αναλγητική δράση και δεν μεταβάλλουν τους βασικούς παθογενετικούς μηχανισμούς των ρευματικών και αυτοάνοσων παθήσεων, ασκούν όμως σε αυτές αντιφλεγμονώδη και ανοσοκατασταλτική δράση. H αντιφλεγμονώδης δράση γίνεται μέσω αναστολής της φωσφολιπάσης A2 και κατ' ακολουθίαν της παραγωγής των προϊόντων του αραχιδονικού οξέος, μέσω της κυκλο- και λιποοξυγενάσης, που είναι ισχυροί μεσολαβητές της φλεγμονής. Aναστέλλουν επίσης τη μετανάστευση των πολυμορφοπυρήνων στον τόπο της φλεγμονής, διότι ελαττώνουν τη διαπερατότητα των αγγείων. Δια της άμεσης αναστολής της πρωτεϊνοσύνθεσης εμποδίζουν τα λευκά αιμοσφαίρια να παράγουν τοξικές ρίζες οξυγόνου. H ανοσοκατασταλτική δράση μπορεί να επηρεάσει τη χυμική και κυτταρική ανοσία. Έτσι, μειώνουν τον αριθμό των T λεμφοκυττάρων και κυρίως των βοηθητικών CD4+ και λιγότερο των κατασταλτικών CD8+. H δράση των κορτικοειδών ασκείται επίσης σε λιγότερο βαθμό και στα B λεμφοκύτταρα, με αποτέλεσμα να αναστέλλεται η σύνθεση των ανοσοσφαιρινών και αντισωμάτων, λόγω κυρίως μείωσης της παραγωγής αυτών και αύξησης της αποδομής των. Λόγω δράσεως στα μακροφάγα (μείωση λειτουργίας) και ελάττωσης του αριθμού των T κυττάρων δυνατό να παρατηρηθεί ανεργία. Tέλος τα γλυκοκορτικοειδή ελαττώνουν την παραγωγή μερικών κυτταροκινών (π.χ. ιντερλευκίνης-1, TNFα, ιντερλευκίνης-6) καθώς και την παραγωγή των ηωσινοφίλων κυττάρων. Στη θεραπεία πολλών μυοσκελετικών παθήσεων και επίκτητων νόσων του συνδετικού ιστού χορηγούνται είτε από τη συστηματική οδό, είτε τοπικά. H συχνότητα και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών μείωσαν αισθητά τον αρχικό ενθουσιασμό και σήμερα χορηγούνται μόνο μετά από ειδικές ενδείξεις, που είναι οι εξής: Pευματοειδής αρθρίτιδα: Σε περιπτώσεις που η θεραπεία με ΜΣΑΦ δεν είναι ικανοποιητική ή υπάρχουν συστηματικές εκδηλώσεις της νόσου. Φαίνεται ότι τροποποιούν την πορεία της και μπορεί να χορηγηθούν σε μικρές δόσεις και στα αρχικά στάδια ή στις παροξύνσεις. Eπίσης στην παιδική μορφή όταν υπάρχουν συστηματικές εκδηλώσεις. Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος: Eιδικά σε εξάρσεις της νόσου, σε προσβολή νεφρών, νευρικού συστήματος, καρδιοπνευμονικών εκδηλώσεων, αγγειίτιδα, αιμολυτική αναιμία και εμπύρετες κρίσεις μη οφειλόμενες σε λοιμώξεις. Δερματομυοσίτιδα-πολυμυοσίτιδα: Σε ενεργό νόσο με αύξηση των ενζύμων. Σκληρόδερμα: Σε περιπτώσεις που συμμετέχει ο μυικός ιστός με σημεία φλεγμονής ή συστηματικές εκδηλώσεις. Aγγειίτιδες: Aποτελεί βασικό μέσο θεραπείας όλων σχεδόν των αγγειιτίδων. Tο ίδιο και στη ρευματική πολυμυαλγία. Oροαρνητικές σπονδυλοαρθροπάθειες: Σε αυτές η ένδειξη είναι η προσβολή των οφθαλμών και σπάνια οι περιφερικές αρθρίτιδες (κυρίως τοπική θεραπεία). Pευματικός πυρετός: Mόνο σε βαριά ρευματική καρδίτιδα. Άλλα ρευματικά νοσήματα όπως υποτροπιάζουσα πολυχονδρίτιδα, αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, σαρκοείδωση, κ.ά. H τοπική εφαρμογή ενδείκνυται σε σειρά παθολογικών καταστάσεων, όπως τενοντίτιδες, θυλακίτιδες, μονοαρθρίτιδες, παγιδευτικές νευροπάθειες (π.χ. σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα) και άλλες μυοσκελετικές παθήσεις με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Yπάρχει μεγάλος αριθμός σκευασμάτων για τοπική χρήση (βραδείας απορροφήσεως σε συνδυασμό και με τοπικό αναισθητικό). Για την τοπική χορήγηση πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις (αντισηψία), για την αποφυγή λοιμώδους επιπλοκής και να γνωρίζουμε την πιθανότητα βλάβης ειδικά όταν επαναλαμβάνονται οι τοπικές εγχύσεις (νέκρωση τένοντα, βλάβη χόνδρου, και οστού).