Εθνικό Συνταγολόγιο
Περιεχόμενα Βιβλίου
1
ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΠΕΠΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
1.10
Διαγνωστικές ουσίες
1.1
Φάρμακα αφορώντα στη λειτουργία της γαστρικής έκκρισης
1.2
Φάρμακα επιδρώντα στην κινητικότητα του πεπτικού συστήματος
1.3
Αντιεμετικά
1.4
Φάρμακα κατά της διάρροιας, του μετεωρισμού και της δυσπεψίας
1.5
Kαθαρτικά
1.6
Φάρμακα κατά των ιδιοπαθών φλεγμονωδών νόσων του εντέρου
1.7
Φάρμακα παθήσεων δακτυλίου
1.8
Φάρμακα ηπατοπαθειών και παθήσεων χοληφόρων
1.9
Φάρμακα παγκρεατικών παθήσεων
2
ΦAPMAKA ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
2.10
Ινωδολυτικά - Θρομβολυτικά
2.1
Φάρμακα με θετική ινότροπο δράση
2.11
Αντιινωδολυτικά - Αιμοστατικά
2.12
Προϊόντα αίματος
2.13
Υπολιπιδαιμικοί παράγοντες
2.14
Προσταγλαδίνες
2.15
Περιφερικά αγγειοδιασταλτικά -"αγγειοπροστατευτικά"
2.2
Διουρητικά
2.3
Αντιαρρυθμικά φάρμακα
2.4
β-Αδρενεργικοί αποκλειστές
2.5
Αντιυπερτασικά
2.6
Νιτρώδη, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου και άλλα αντιστηθαγχικά φάρμακα
2.7
Συμπαθομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες)
2.8
Αντιπηκτικά και Πρωταμίνη
2.9
Αντιαιμοπεταλιακά
4
ΦAPMAKA ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
4.1
Aγχολυτικά (ελάσσονα ηρεμιστικά) και υπνωτικά
4.10
Αγγειοδιασταλτικά εγκεφαλικών αγγείων
4.11
Oπιοειδή αναλγητικά
4.12
Φάρμακα απεξάρτησης από ουσίες
4.13
Φάρμακα κατά της άνοιας
4.14
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
4.15
Φάρμακα κατά της παχυσαρκίας
4.2
Aντιψυχωσικά φάρμακα
4.3
Φάρμακα κατά της μανίας και της διπολικής διαταραχής
4.4
Aντικαταθλιπτικά
4.5
Aντιεπιληπτικά
4.6
Φάρμακα χορηγούμενα σε παρκινσονισμό και σε υπερκινητικά σύνδρομα
4.7
Φάρμακα κατά της ημικρανίας
4.8
Aντιμυασθενικά
4.9
Διεγερτικά του KNΣ - Φάρμακα επί υπερκινητικών συνδρόμων
10
ΦΑΡΜΑΚΑ ΑΡΘΡΟΠΑΘΕΙΩΝ ΚΑΙ ΜΥΟΣΚΕΛΕΤΙΚΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ
10.1
Aναλγητικά - Αντιπυρετικά
10.2
Mη στεροειδή αντιφλεγμονώδη
10.3
Mυοχαλαρωτικά σκελετικών μυών
10.4
Kορτικοστεροειδή
10.5
Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων
10.6
Φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδας και της υπερουριχαιμίας
10.7
Φάρμακα επιδρώντα στον μεταβολισμο των οστών
10.8
Αλλα φάρμακα
11
ΦΑΡΜΑΚΑ ΟΦΘΑΛΜΙΚΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ
11.10
Διαγνωστικές ουσίες
11.1
Φάρμακα κατά των οφθαλμικών λοιμώξεων
11.2
Kορτικοστεροειδή
11.3
Mυδριατικά - Kυκλοπληγικά
11.4
Aντιγλαυκωματικά
11.5
Tοπικά αναισθητικά
11.6
Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά
11.7
Yποκατάστατα δακρύων και παρεμφερή προϊόντα
11.8
Aναστολείς προσταγλανδινών
11.9
Διάφορα άλλα φάρμακα
13
ΦΑΡΜΑΚΑ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΔΕΡΜΑΤΟΣ
13.10
Διάφορα άλλα φάρμακα
13.1
Έκδοχα - Mορφές
13.2
Toπικά κορτικοστεροειδή
13.3
Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων
13.4
Αντιαλλεργικά - Αντικνησμώδη -Τοπικά αναισθητικά
13.5
Φάρμακα κατά της ακμής
13.6
Φάρμακα κατά της ψωρίασης
13.7
Ανοσοτροποποιητικά
13.8
Kερατολυτικά
13.9
Φάρμακα διαταραχών της μελάγχρωσης
2.2
0 συνδεδεμένες δραστικές
Διουρητικά
Διουρητικά · 2.2
Τα διουρητικά αυξάνουν την νεφρική απέκκριση νατρίου (νατριουρητικά) ή αποβαλλόμενα τα ίδια (ωσμωτικώς δρώντα) συμπαρασύρουν ύδωρ αυξάνοντας έτσι τη διούρηση. Χρησιμοποιούνται για να ανακουφισθεί το οίδημα από καρδιακή...
Περιγραφή
Τα διουρητικά αυξάνουν την νεφρική απέκκριση νατρίου (νατριουρητικά) ή αποβαλλόμενα τα ίδια (ωσμωτικώς δρώντα) συμπαρασύρουν ύδωρ αυξάνοντας έτσι τη διούρηση. Χρησιμοποιούνται για να ανακουφισθεί το οίδημα από καρδιακή ανεπάρκεια ή άλλες αιτίες και, σε μικρότερες δόσεις, για ν΄ αντιμετωπισθεί η υπέρταση. Σε ανουρία (ή έντονη ολιγουρία) συνήθως δεν δρουν. Από τα νατριουρητικά, οι θειαζίδες (και τα παρόμοιας δράσης), τα διουρητικά της αγκύλης και οι αναστολείς της καρβοανυδράσης συναπεκκρίνουν κάλιο (καλιουρητικά). Αντιθέτως, οι ανταγωνιστές της αλδοστερόνης και τα προστατευτικά της απώλειας καλίου μειώνουν την αποβολή του.
Ανεπιθύμητη ενέργεια των ανταγωνιστών της αλδοστερόνης και των προστατευτικών της απώλειας καλίου διουρητικών είναι η υπερκαλιαιμία, ενώ των καλιουρητικών η υποκαλιαιμία. Γι αυτό, σε χρόνια χορήγηση, συχνά συνδυάζονται ένα φάρμακο της μίας κατηγορίας με ένα της άλλης. Κοινή ανεπιθύμητη ενέργεια και των δύο κατηγοριών είναι η υπονατριαιμία. Όλων των διουρητικών πιθανή ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η αφυδάτωση, ιδιαιτέρως όταν συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως πχ. πυρετός, διάρροια και ιδίως σε ηλικιωμένα άτομα τους θερινούς μήνες.
Η φουροσεμίδη ενδέχεται να μειώσει το ασβέστιο του ορού, ενώ οι θειαζίδες να το αυξήσουν. Τα ωσμωτικώς δρώντα ενδέχεται, πριν εκδηλώσουν τη διουρητική τους δράση, να αυξήσουν τον όγκο αίματος της κυκλοφορίας και να επιδεινώσουν προϋπάρχουσα καρδιακή ανεπάρκεια. Όλα μπορούν να προκαλέσουν αύξηση της ουρίας, αλλά η ουραιμία δεν είναι απόλυτη αντένδειξη στη χορήγησή τους (αντιθέτως, αν οφείλεται σε μείωση της σπειραματικής διήθησης από καρδιακή ανεπάρκεια, ενδέχεται να μειωθεί με τα κατάλληλα διουρητικά).
Διουρητικό εκλογής σε πνευμονικό οίδημα ή βαριά χρόνια νεφρική ανεπάρκεια είναι τα διουρητικά της αγκύλης. Σε ηπιότερες χρόνιες μορφές μπορεί να χρησιμοποιηθεί η χλωροθαλιδόνη ή μια θειαζίδη συνήθως σε συνδυασμό με κάλιο ή με ένα από τα διουρητικά που κατακρατούν κάλιο.
Σε ελαφρά υπέρταση χρησιμοποιείται συνήθως μια θειαζίδη ή η χλωροθαλιδόνη, είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με ένα διουρητικό προστατευτικό της απώλειας καλίου. Συχνός είναι και ο συνδυασμός του διουρητικού με έναν αναστολέα του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, που επίσης κατακρατεί κάλιο. Σε βαρύτερη υπέρταση είναι συνήθως προτιμότερο να συνδυαστεί το διουρητικό με αντιυπερτασικό άλλης κατηγορίας παρά να αυξηθεί η δόση του διουρητικού. Για τον ασκίτη από κίρρωση πρέπει να δοθεί έμφαση στα καλιοσυντηρητικά διουρητικά, καθώς η υποκαλιαιμία ενδέχεται να ευνοήσει την εμφάνιση εγκεφαλοπάθειας.
Σε ηλικιωμένους ασθενείς πρέπει να χρησιμοποιούνται αρχικά χαμηλότερες δόσεις διουρητικών και ακολούθως να τροποποιούνται οι δόσεις ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία. Τα διουρητικά δεν πρέπει να χορηγούνται μακροχρόνια σε ασθενείς με οίδημα εκ στάσεως.