Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
DEXAMYCIN 0,3%+0,1%(W/V)
Διακοπή
|
0,3%+0,1% | 2.79 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Φλεγμονώδεις καταστάσεις του οφθαλμού που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή
όπου υπάρχει μικροβιακή επιμόλυνση ή κίνδυνος μικροβιακής επιμόλυνσης
- H05 Διαταραχές του οφθαλμικού κόγχου
-
Συμπτωματική αντιμετώπιση αλλεργικών καταστάσεων επιπεφυκότα, κερατοειδούς και βλεφάρων
ανεξαρτήτως αλλεργιογόνου αιτίου
-
Φλεγμονώδεις καταστάσεις ραγοειδούς, σκληρού και επισκληρίου, όπως και κερατοειδούς
-
Μετεγχειρητικά σε ενδοβολβικές, κυρίως επεμβάσεις, τραύματα του βολβού και κερατοειδοπλαστικές
- S05 Τραύμα του οφθαλμού και της κόγχης
-
Λοιμώξεις από αδενοϊούς και κοινά βακτηρίδια (επιπεφυκίτιδες) στις πρώιμες έντονες φάσεις της φλεγμονής
κάτω από γενική χημειοθεραπευτική κάλυψη. Γενικά πάντως καλό είναι ν’ αποφεύγονται σε όλες τις λοιμώδεις καταστάσεις του οφθαλμού.
DEXAMYCIN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Οφθαλμική
- Χορήγηση: 4-6 φορές ημερησίως / 2-3 φορές την ημέρα και πριν από τον ύπνο
- Δόση έναρξης: 1 σταγόνα / 5 mm ταινία αλοιφής
-
ΕνήλικεςΔόση1 σταγόνα4-6 φορές ημερησίως (οφθαλμικές σταγόνες)
-
ΕνήλικεςΔόση5 mm ταινία αλοιφής2-3 φορές την ημέρα και πριν από τον ύπνο (οφθαλμική αλοιφή)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Ερπητική επιθηλιακή κερατοειδίτιδα
-
Μυκητιάσεις
-
Κερατοειδίτιδα μετά από δαμαλισμό, τράχωμα
-
Πυώδεις φλεγμονέςΠληθυσμόςχωρίς χημειοθεραπευτική κάλυψη
-
Έλκος και απόστημα κερατοειδούς
-
Μακροχρόνια χορήγησηΠληθυσμόςΠαιδιά
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Έλλειψη βελτίωσηςΕάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση μετά από 7-8 ημέρες θεραπείας, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν άλλα θεραπευτικά μέσα. Η ανταπόκριση του ασθενούς θα πρέπει να καταγράφεται.
-
ΓλαύκωμαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γλαύκωμα (ειδικά γλαύκωμα κλειστής γωνίας)Η χρήση ενδείκνυται μόνο μετά από αυστηρή αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου, λόγω πιθανής αύξησης της ενδοφθάλμιας πίεσης. Θα πρέπει να παρακολουθείται η ενδοφθάλμια πίεση και, αν χρειαστεί, να εφαρμόζεται επιπρόσθετος τοπικός αντιγλαυκωματικός παράγοντας.
-
Διακοπή θεραπείαςΗ διακοπή του φαρμάκου μετά από παρατεταμένη χρήση θα πρέπει να πραγματοποιείται σταδιακά.
-
Οφθαλμικές παρενέργειεςπροσοχήΕνδέχεται να προκαλέσει καταρράκτη και γλαύκωμα όταν χρησιμοποιείται στην περιοχή των οφθαλμών για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
-
Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς CYP3AπροσοχήΥπάρχει αυξημένος κίνδυνος συστηματικών παρενεργειών όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με θεραπεία με αναστολείς του CYP3A (συμπεριλαμβανομένων προϊόντων που περιέχουν κομπισιστάτη). Ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές παρενέργειες.
-
ΈκδοχαΗ οφθαλμική αλοιφή περιέχει λανολίνη, η οποία μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα επαφής).
-
ΈκδοχαΗ οφθαλμική αλοιφή περιέχει βουτυλιωμένο ύδροξυ τολουόλιο, το οποίο μπορεί να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα επαφής) ή ερεθισμό στα μάτια και τους βλεννογόνους.
-
ΈκδοχαΗ οφθαλμική αλοιφή περιέχει προπυλενογλυκόλη, η οποία μπορεί να προκαλέσει δερματικό ερεθισμό.
-
Φακοί επαφήςΟι φακοί επαφής δεν πρέπει να φοριούνται κατά τη χρήση του Dexamytrex.
-
Σύνδρομο Cushing / καταστολή επινεφριδίωνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιάθεση, παιδιά, ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς του CYP3A4 (συμπεριλαμβανομένης της ριτοναβίρης και της κομπισιστάτης)Μπορεί να συμβεί μετά από εντατική ή μακροχρόνια συνεχή θεραπεία. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σταδιακά.
-
Οπτική διαταραχήπροσοχήΕνδέχεται να αναφερθεί οπτική διαταραχή με τη συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα (θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές), θα πρέπει να παραπεμφθεί σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση πιθανών αιτιών (καταρράκτης, γλαύκωμα, ΚΟΧΑ).
-
Τοπική χρήση στα βλέφαραΧρειάζεται προσοχή ώστε το φάρμακο να μην έλθει σε επαφή με τον οφθαλμό.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με γενταμικίνηΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης.
-
ΧλωραμφενικόληαντένδειξηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με γενταμικίνηΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης.
-
Αναστολείς του CYP3A4 (ριτοναβίρη, κομπισιστάτη)προσοχήΜείωση της κάθαρσης της δεξαμεθαζόνης με αποτέλεσμα αύξηση των επιδράσεων και καταστολή επινεφριδίων/σύνδρομο Cushing.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου των συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών των κορτικοστεροειδών. Παρακολούθηση για συστηματική επίδραση των κορτικοστεροειδών.
-
Άλλες οφθαλμικές σταγόνες ή οφθαλμικές αλοιφέςπαρακολούθησηΑπαιτείται διάστημα τουλάχιστον 15 λεπτών μεταξύ των εφαρμογών.ΣύστασηΝα μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 15 λεπτών μεταξύ κάθε φαρμάκου. Οι οφθαλμικές αλοιφές θα πρέπει να χρησιμοποιούνται τελευταίες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σύνδρομο Cushing
- Καταστολή επινεφριδίων
- Θολή όραση
- Ασβέστωση κερατοειδούς
- Ξηροφθαλμία
- Υπεραιμία επιπεφυκότα
- Μυδρίαση
- Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
- Καταρράκτης (κυρίως στο οπίσθιο περιφάκιο)
- Τοπικοί ερεθισμοί (αίσθημα καύσου και τσούξιμο)
- Οίδημα βλεφάρου και επιπεφυκότα
- Δερματίτιδα επαφής
- Διάτρηση κερατοειδούς
- Πτώση άνω βλεφάρου
- Περιστασιακή λοίμωξη
- Λέπτυνση του σκληρού χιτώνα
- Κνησμός
- Μειωμένη επούλωση
- Υπερευαισθησία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΑσβέστωση κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔερματίτιδα επαφήςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΔιάτρηση κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚαταρράκτης (κυρίως στο οπίσθιο περιφάκιο)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚαταστολή επινεφριδίωνΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστής συχνότηταςΛέπτυνση του σκληρού χιτώναΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜειωμένη επούλωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστής συχνότηταςΜυδρίασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΟίδημα βλεφάρου και επιπεφυκόταΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠεριστασιακή λοίμωξηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΠτώση άνω βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΣύνδρομο CushingΕνδοκρινικό
-
Μη γνωστής συχνότηταςΤοπικοί ερεθισμοί (αίσθημα καύσου και τσούξιμο)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΥπεραιμία επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Μη γνωστής συχνότηταςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεδομένου ότι η σχετική συστηματική έκθεση δεν μπορεί να αποκλειστεί και μετά τη τοπική χρήση των γλυκοκορτικοειδών στο μάτι, η χρήση του Dexamytrex θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν είναι δυνατόν. Εάν η χορήγηση του Dexamytrex είναι σαφώς απαραίτητη, θα πρέπει να χορηγείται στη χαμηλότερη δυνατή δόση για το συντομότερο χρονικό διάστημα. Η μακροχρόνια θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή κατά τη διάρκεια της κύησης έχει σχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ενδομήτριας επιβράδυνσης της ανάπτυξης. Σε μελέτες σε ζώα, τα γλυκοκορτικοειδή έχουν οδηγήσει σε υπερωιοσχιστία (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο αυξημένος κίνδυνος για υπερωιοσχιστία σε ανθρώπινα έμβρυα μετά από χορήγηση γλυκοκορτικοειδών κατά το πρώτο τρίμηνο είναι υπό συζήτηση. Επιπλέον, λόγω επιδημιολογικών μελετών σε δοκιμές σε ζώα, συζητείται εάν η ενδομήτρια έκθεση σε γλυκοκορτικοειδή συμβάλλει σε αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ασθενειών όπως οι μεταβολικές και καρδιαγγειακές διαταραχές με την ενηλικίωση. Γενικά τα συνθετικά γλυκοκορτικοειδή όπως η δεξαμεθαζόνη απενεργοποιούνται λιγότερο αποτελεσματικά όταν διαπερνούν τον πλακούντα σε σχέση με την ενδογενή κορτιζόνη (= υδροκορτιζόνη) και ως εκ τούτου θέτουν σε κίνδυνο το έμβρυο. Εάν χορηγούνται γλυκοκορτικοειδή στο τέλος της εγκυμοσύνης, υπάρχει κίνδυνος ατροφίας του εμβρυϊκού φλοιού των επινεφριδίων και το οποίο μπορεί να απαιτεί σταδιακή μείωση της θεραπείας υποκατάστασης στο νεογέννητο.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΤα γλυκοκορτικοειδή περνούν στο μητρικό γάλα. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ενδείξεις βλάβης στα βρέφη που θηλάζουν. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τη γαλουχία μόνον και εφόσον είναι απολύτως απαραίτητο, οπότε η ποσότητα του φαρμάκου και η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο. Εάν απαιτούνται υψηλότερες δόσεις λόγω ασθένειας, θα πρέπει να σταματήσει ο θηλασμός. Λόγω της χαμηλής απορρόφησης της γενταμικίνης στην κυκλοφορία του αίματος, δεν αναμένονται ανεπιθύμητες ενέργειες στα θηλάζοντα βρέφη.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Κορτικοστεροειδή και αντιλοιμώδη σε συνδυασμό, Κωδικός ATC: S01CA01
α) Γενταμικίνη
Μηχανισμός δράσης:
Η γενταμικίνη είναι ένα αντιβιοτικό που ανήκει στην ομάδα των αμινογλυκοσιδών. Αντιπροσωπεύει ένα μείγμα δομικά πολύ ομοίων ομολόγων γενταμικίνης C1, C1a και C2. Ο μηχανισμός δράσης της γενταμικίνης βασίζεται στη διαταραχή της βιοσύνθεσης πρωτεϊνών στο βακτηριακό ριβόσωμα μέσω αλληλεπίδρασης με το 30S rRNA και/ή επακόλουθη αναστολή της μετάφρασης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη βακτηριοκτόνο δράση της γενταμικίνης.
Όρια ευαισθησίας και αντίστασης:
Η γενταμικίνη ελέγχεται χρησιμοποιώντας τη συνήθη μέθοδο των εν σειρά διαδοχικών αραιώσεων. Οι ακόλουθες ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις έχουν καθοριστεί για ευαίσθητα και ανθεκτικά μικρόβια:
EUCAST (Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας)
| ΠΑΘΟΓΟΝΟ | Ευαίσθητο | Ανθεκτικό |
|---|---|---|
| Enterobacteriaceae | ≤ 2 mg /l | > 4 mg / l |
| Pseudomonas spp. | ≤ 4 mg /l | > 4 mg / l |
| Acinetobacter spp. | ≤ 4 mg /l | > 4 mg / l |
| Staphylococcus spp. | ≤ 1 mg /l | > 1 mg / l |
| Ανεξαρτήτου είδους * | ≤ 2 mg /l | > 4 mg / l |
- Βασίζεται κυρίως στη φαρμακοκινητική στον ορό.
Αντιβακτηριακό φάσμα:
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής επιλεγμένων ειδών μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και χρονικά. Για το λόγο αυτό, ιδιαίτερα κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων, η πληροφόρηση σε τοπικό επίπεδο γύρω από την αντοχή είναι επιθυμητή.. Όταν ο επιπολασμός της αντοχής σε τοπικό επίπεδο είναι τέτοιος, ώστε η αποτελεσματικότητα της γενταμικίνης είναι υπό αμφισβήτηση, θα πρέπει να αναζητηθούν συμβουλές θεραπείας από ειδικούς. Εάν αυτό είναι απαραίτητο,θα πρέπει να αναζητηθεί μικροβιολογική διάγνωση με την ανίχνευση του παθογόνου και την ευαισθησία του στη γενταμικίνη, ιδιαίτερα στην περίπτωση σοβαρών λοιμώξεων ή αποτυχίας της θεραπείας.
Οι πληροφορίες που δίνονται παρακάτω προέρχονται κυρίως από μια τρέχουσα μελέτη δοκιμής της αντοχής με 1391 οφθαλμικά δείγματα (κυρίως εξωτερικά αποξέσματα) από 31 γερμανικά κέντρα. Τα δεδομένα βασίζονται στα προαναφερθέντα όρια ευαισθησίας και αντοχής για συστηματική χορήγηση. Όταν η γενταμικίνη χορηγείται τοπικά στο μάτι, (συνήθως) επιτυγχάνονται σημαντικά υψηλότερες συγκεντρώσεις του αντιβιοτικού από ό, τι στη συστηματική χορήγηση και έτσι κλινική αποτελεσματικότητα μπορεί επίσης να επιτευχθεί στις εγκεκριμένες ενδείξεις για παθογόνους παράγοντες που έχουν οριστεί ως ανθεκτικοί στον in vitro προσδιορισμό της αντοχής. Αυτό ισχύει π.χ. σε στρεπτόκοκκους και εντεροκόκκους.
Συχνά ευαίσθητα είδη
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί
- Bacillus spp.
- Corynebacterium spp.
- Staphylococcus aureus
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροργανισμοί
- Acinetobacter baumannii
- Acinetobacter lwoffii
- Haemophilus influenzae
- Haemophilus parainfluenzae
- Enterobacter cloacae
- Escherichia coli
- Klebsiella oxytoca
- Klebsiella pneumoniae
- Moraxella catarrhalis
- Proteus mirabilis
- Pseudomonas aeruginosa
- Serratia marcescens
Είδη στα οποία η αποκτηθείσα αντίσταση μπορεί να προκαλέσει πρόβλημα χρήσης
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί
- Staphylococcus aureus (ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη)
- Staphylococcus epidermidis
- Streptococcus pneumoniae
- other streptococci (εκτός από την ομάδα viridans)
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί
- Enterococcus spp. (χαμηλού βαθμού εγγενής αντοχή)
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί
- Stenotrophomonas maltophilia
β) Δεξαμεθαζόνη
Η δεξαμεθαζόνη είναι ένα συνθετικό, φθοριωμένο γλυκοκορτικοειδές. Λειτουργεί μέσω της ενδοκυτταρικής δέσμευσης στον υποδοχέα στεροειδών. Αυτό το σύμπλεγμα υποδοχέων δεξαμεθαζόνης επηρεάζει την πρωτεϊνική σύνθεση και τη μεταγραφή του DNA που λαμβάνει χώρα στον πυρήνα του κυττάρου. Έτσι, στον οργανισμό, η δεξαμεθαζόνη επηρεάζει τον μεταβολισμό των υδατανθράκων, του λίπους και των πουρινών, την ισορροπία του νερού και των ηλεκτρολυτών, και το καρδιαγγειακό, μυοσκελετικό, κεντρικό νευρικό, αιματοποιητικό, λεμφικό και ανοσοποιητικό σύστημα. Τα θεραπευτικά αποτελέσματα της δεξαμεθαζόνης βασίζονται στην ισχυρή αντιφλεγμονώδη και ανοσοκατασταλτική δράση της, η οποία είναι περίπου 30 φορές ισχυρότερη από εκείνη του φυσιολογικού γλυκοκορτικοειδούς υδροκορτιζόνη, ενώ ανεπιθύμητες επιδράσεις όπως αυτές των μεταλλοκορτικοειδών είναι λιγότερο εμφανείς. Η καταστολή της φλεγμονώδους αντίδρασης λαμβάνει χώρα ανεξάρτητα από το ερέθισμα διέγερσης και παράγεται κυρίως τοπικά. Η θεραπευτική χρήση της δεξαμεθαζόνης προκύπτει από αυτές τις φαρμακολογικές επιδράσεις (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές
Γενταμικίνη H τοπική ενστάλαξη του φαρμάκου συνοδεύεται από περιορισμένη ενδοφθάλμια και συστηματική απορρόφηση. Αποτελεσματικά ενδοφθάλμια επίπεδα της γενταμικίνης μπορούν να επιτευχθούν με ένεση της υπό τον επιπεφυκότα. Η τοπική εφαρμογή παρέχει ικανοποιητικά θεραπευτικά επίπεδα του φαρμάκου στον επιπεφυκότα και τον κερατοειδή. Σε ύπαρξη ενδοφθάλμιας φλεγμονής η διαπερατότητα του κερατοειδούς για το φάρμακο αυξάνεται, και επιτυγχάνονται αποτελεσματικές συγκεντρώσεις στο υδατοειδές υγρό και την ίριδα.
Δεξαμεθαζόνη Η απορρόφηση της νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης στο μάτι εξαρτάται ιδιαίτερα από την κατάσταση του επιθηλίου του κερατοειδούς και από οποιαδήποτε φλεγμονή. Οι έρευνες με 14C-δεξαμεθαζόνη σε κουνέλια έδειξαν ότι στα μάτια χωρίς ερεθισμό με ακέραιο επιθήλιο, δεν υπάρχει σχετική απορρόφηση της δραστικής ουσίας (όριο ανίχνευσης 1 ng). Ωστόσο, σε μάτι με φλεγμονή και άθικτο επιθήλιο, μπορούν να ανιχνευθούν μέγιστα επίπεδα δραστικής ουσίας της τάξης των 31 μg/g στον κερατοειδή μετά από 5 λεπτά και 1,5 μg/mL στο υδατοειδές υγρό μετά από 60 λεπτά. Εάν αφαιρεθεί το επιθήλιο του κερατοειδούς μη ερεθισμένου οφθαλμού, ανιχνεύονται μέγιστα επίπεδα 107 μg/g στον κερατοειδή μετά από 3 λεπτά και 7 μg/mL στο υδατοειδές υγρό μετά από 30 λεπτά. Μετά από τοπική εφαρμογή, η δεξαμεθαζόνη φθάνει στις υψηλότερες συγκεντρώσεις στον ιστό του κερατοειδούς, ακολουθούμενη από ίριδα, υδατοειδές υγρό, επιπεφυκότα, πρόσθιο σκληρό χιτώνα και ακτινωτό σώμα. Ωστόσο, στα οπίσθια τμήματα των οφθαλμών και το υαλώδες σώμα δεν επιτυγχάνονται επαρκείς συγκεντρώσεις από τη δραστική ουσία. Δεσμεύονται σε ποικίλο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Μεταβολίζονται κύρια στο ήπαρ και απεκκρίνονται μέσω των νεφρών. Μερικά από τα τοπικά κορτικοστεροειδή και τους μεταβολίτες τους απεκκρίνονται επίσης από τη χολή.
Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τοξικότητα
α) Γενταμικίνη Οι έρευνες για την οξεία τοξικότητα στα διάφορα είδη ζώων δεν οδήγησαν σε ιδιαίτερη ευαισθησία. Βλέπε επίσης στην παράγραφο 4.9 Νεφροτοξικές και ωτοτοξικές βλάβες παρατηρήθηκαν σε μελέτες χρόνιας τοξικότητας (ενδομυϊκή χορήγηση) σε διαφορετικά είδη ζώων.
Οφθαλμική χρήση Με τοπική χορήγηση στο μάτι, δεν αναμένονται καθόλου συστηματικές τοξικές επιδράσεις εξαιτίας της αμελητέα χαμηλής απορρόφησης. Βλέπε επίσης στην παράγραφο 4.8 Έχει αποδειχθεί σε μάτια κουνελιού ότι η τοπικά χορηγούμενη γενταμικίνη είναι καλά ανεκτή ακόμη και μετά από παρατεταμένη χρήση υψηλών δόσεων.
β) Δεξαμεθαζόνη Η νατριούχος φωσφορική δεξαμεθαζόνη μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως σε δεξαμεθαζόνη τόσο κατά τη διείσδυση μέσω του κερατοειδούς όσο και μετά από συστηματική απορρόφηση. Η LD50 (από του στόματος) της νατριούχου φωσφορικής δεξαμεθαζόνης είναι > 1,8 g/kg BW (ποντίκι) και της δεξαμεθαζόνης > 3 g/kg BW (αρουραίος). Η χαμηλότερη δημοσιευμένη δόση που έδειξε τοξικές επιδράσεις στους ανθρώπους μετά από ενδοφλέβια χορήγηση φωσφορικής δεξαμεθαζόνης είναι 0,36 mg/kg BW. Σε αρουραίους, η από του στόματος χορήγηση ημερήσιας δόσης 3 mg/kg δεξαμεθαζόνης σε διάστημα 2 εβδομάδων καταστέλλει τη δραστηριότητα των επινεφριδιακών φλοιών κατά 39,1%. Τα συμπτώματα δηλητηρίασης που προκαλούνται από κορτικοστεροειδή δεν είναι γνωστά.
Μεταλλαξογόνος δράση και ογκογονικό δυναμικό
α) Γενταμικίνη Δεν υπάρχουν λεπτομερείς δοκιμές μεταλλαξογένεσης για τη γενταμικίνη. Οι προηγούμενες έρευνες ήταν αρνητικές. Δεν έχουν διεξαχθεί μακροχρόνιες μελέτες σε ζώα σχετικά με το ογκογονικό δυναμικό της γενταμικίνης.
β) Δεξαμεθαζόνη Σε καλλιέργειες ανθρώπινων λεμφοκυττάρων, η δεξαμεθαζόνη προκάλεσε σημαντική αύξηση στη συχνότητα μετάλλαξης σε συγκεντρώσεις 10 και 100 μg/mL για 72 ώρες. Τα αποτελέσματα της ανταλλαγής αδελφών χρωματίδων (SCE) σε ανθρώπινα λεμφοκύτταρα έδειξαν ότι η δεξαμεθαζόνη είναι ένας πολύ ισχυρός επαγωγέας SCEs. Στη δοκιμή μικροπυρήνων σε κύτταρα μυελού των οστών ποντικού, η δεξαμεθαζόνη έδειξε μια εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση αύξηση των μικροπυρήνων πολυχρωματικών ερυθροκυττάρων μετά από 30 ώρες θεραπείας. Το Dexamytrex δεν προορίζεται για μακροχρόνια θεραπεία. Μέχρι σήμερα, δεν υπάρχουν στοιχεία άμεσης καρκινογένεσης. Ωστόσο, τα στεροειδή προορίζονται να χρησιμεύσουν ως υποκινητές της καρκινογένεσης που προκαλείται από άλλες ουσίες.
Αναπαραγωγική τοξικότητα
α) Γενταμικίνη Η γενταμικίνη διασχίζει τον πλακούντα όταν χορηγείται συστηματικά και διέρχεται στο μητρικό γάλα σε μικρές ποσότητες. Παρόλο που δεν υπάρχουν αναφορές για βλάβη από τη γενταμικίνη, υπάρχει πιθανός κίνδυνος βλάβης του εσωτερικού αυτιού και των νεφρών στο έμβρυο.
Οφθαλμική χρήση Σε τοπική οφθαλμική χρήση, δεν αναμένονται ανεπιθύμητες ενέργειες λόγω της αμελητέας χαμηλής απορρόφησης.
β) Δεξαμεθαζόνη Σε όλα τα κατοικίδια ζώα, εκτός από τα πρόβατα, τα γλυκοκορτικοειδή έχουν σημαντική επίδραση στην αλληλεπίδραση του υποθάλαμου, της υπόφυσης και των ωοθηκών. Γενικά, αυτό απεδείχθη με αναστολή της έκκρισης γοναδοτροπίνης και ρυθμού ωορρηξίας. Ωστόσο, σε μια μελέτη κουνελιού, δεν αποδείχθηκε η αναστολή της ωορρηξίας για τη δεξαμεθαζόνη. Επιπλέον, η δεξαμεθαζόνη προκαλεί αποβολές σε αρουραίους και κουνέλια. Μια ημερήσια δόση 0,1 mg/kg σε 5 ημέρες σε διαφορετικές φάσεις κύησης προκαλεί έως και 11% αποβολή σε αρουραίους. Αν αυτή η δόση ληφθεί από την 2η - 19η ημέρα της κύησης, τότε σε σχεδόν 100% των περιπτώσεων αναμένεται αποβολή. Μία ημερήσια ενδομυϊκή χορήγηση 6 mg δεξαμεθαζόνης ανά κουνέλι από την 21η ημέρα της κύησης μέχρι τη γέννηση οδήγησε σε αποβολή εντός 3 - 6 ημερών.