Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΕΚΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Πρωτότυπο

KYTRIL

granisetron

κυτρηλ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα λιανικής τιμής / ΕΟΦ

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Μορφή Συσκευασία Barcode Λιανική
KYTRIL 2mg/TAB Διακοπή
2 / TAB επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο 5 (blister 1 × 5) 2802041406012 39.35 €
KYTRIL 3MG/3ML AMP Διακοπή
3 / ML διάλυμα για ενδοφλέβια έγχυση 1 αμπούλα × 3 ML 2802041401017 20.80 €

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο από ΠΧΠ και Εθνικό Συνταγολόγιο

Σελίδα δραστικής open_in_new
ΕΟΦ · 4.14

Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά

expand_more
Περιγραφή

Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.

Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.

O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.

Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).

Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.

Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.

Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.

Ενδείξεις
Από το στόμα: Πρόληψη ναυτίας και εμέτων που προκαλούνται από κυτταροστατική χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία. Παρεντερικώς για την πρόληψη και θεραπεία ναυτίας και εμέτων που σχετίζονται με χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία και μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτων που σχετίζονται με ενδοκοιλιακές γυναικολογικές επεμβάσεις.
Ανεπιθύμητες
Kεφαλαλγία, δυσκοιλιότητα. Σπανίως αντιδράσεις υπερευαισθησίας και παροδική αύξηση τρανσαμινασών.
Προειδοποιήσεις
Σε ασθενείς με ύποπτη εικόνα ειλεού. Για κύηση, γαλουχία δεν υπάρχουν δεδομένα.
Δοσολογία
Ναυτία και έμετοι που σχετίζονται με χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία: Από το στόμα: Ενήλικες: 1mg δύο φορές την ημέρα ή 2mg μία φορά την ημέρα για χημειοθεραπεία και ακτινοθεραπεία. Πρώτη δόση 1 ώρα πριν από την έναρξη της χημειοθεραπείας ή της ακτινοθεραπείας. Μέγιστη δόση εντός 24 ωρών 9mg. Παιδιά >2 ετών: 20μg/kg (μέχρι 1mg) δύο φορές την ημέρα κατά τη διάρκεια της κυτταροστατικής θεραπείας. Πρώτη δόση εντός μίας ώρας πριν την έναρξη της κυτταροστατικής θεραπείας. Παρεντερικώς: Ενήλικες: Για την πρόληψη μία εφάπαξ δόση 3mg, ως βραδεία ενδοφλέβια ένεση (εντός 30 δευτερολέπτων) ή ως ενδοφλέβια έγχυση (διαλύματος του φαρμάκου σε 20-50ml υγρού έγχυσης) διαρκείας 5΄, πριν από την έναρξη της θεραπείας. Για τη θεραπεία της εγκατεστημένης ναυτίας και των εμέτων η ίδια δόση. Πρόσθετες δόσεις μπορούν να χορηγηθούν εάν χρειαστεί, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 10. Μέγιστη δόση εντός 24 ωρών 9mg. Παιδιά >2 ετών: Μία εφάπαξ δόση 20-40μg/kg ως ενδοφλέβια έγχυση, διαλυμένη σε 10-30ml υγρού έγχυσης διαρκείας 5, πριν από την έναρξη της κυτταροστατικής θεραπείας. Μετεγχειρητική ναυτία και έμετοι σε ενήλικες: Για πρόληψη μία δόση 1mg ως βραδεία ενδοφλέβια ένεση (εντός 30 δευτερολέπτων) πριν την εισαγωγή στην αναισθησία. Για θεραπεία η ίδια δόση. Δεν υπάρχει εμπειρία για αυτή τη χρήση στα παιδιά.
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

granisetron

ATC4 Φαρμακολογική Ομάδα

ATC5 Code

pill