GRANISETRON
Γρανισετρόνη
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PRAZONEX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα / δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 40 mg
- Τιτλοποίηση: Συνιστάται η συνέχιση της θεραπείας για άλλες 4 εβδομάδες σε όσους ασθενείς δεν έχει επιτευχθεί επούλωση των βλαβών της οισοφαγίτιδας ή σε όσους έχουν συμπτώματα που επιμένουν. Για τη θεραπεία του Συνδρόμου Zollinger-Ellison, η δόση πρέπει να εξατομικεύεται. Οι δόσεις που υπερβαίνουν τα 80 mg ημερησίως, θα πρέπει να διαιρούνται σε δύο λήψεις την ημέρα.
-
Ενήλικες και έφηβοι από 12 ετών και άνω, θεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από γαστρο-οισοφαγική παλίνδρομηΔόση40 mg μια φορά την ημέρα
-
Ενήλικες και έφηβοι από 12 ετών και άνω, μακροχρόνια θεραπεία για την πρόληψη υποτροπής σε ασθενείς στους οποίους οι βλάβες από την οισοφαγίτιδα έχουν επουλωθείΔόση20 mg μια φορά την ημέρα
-
Ενήλικες και έφηβοι από 12 ετών και άνω, αντιμετώπιση συμπτωμάτων γαστρο-οισοφαγικής παλινδρομικής νόσου (ΓΟΠΝ)Δόση20 mg μία φορά την ημέρα
-
Ενήλικες, για την εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού και την επούλωση του δωδεκαδακτυλικού έλκους που σχετίζεται με το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, και την πρόληψη της υποτροπής του πεπτικού έλκους σε ασθενείς με έλκος που σχετίζεται με το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού (σε συνδυασμό με αμοξικιλλίνη και κλαριθρομυκίνη)Δόση20 mg εσομεπραζόλης δύο φορές την ημέρα
-
Ενήλικες, για τη θεραπεία του Συνδρόμου Zollinger-EllisonΔόση40 mg δύο φορές την ημέρα (αρχική)
-
Ενήλικες, για τη θεραπεία του Συνδρόμου Zollinger-EllisonΔόση80-160 mg την ημέρα (συνήθης)Δόσεις που υπερβαίνουν τα 80 mg ημερησίως, θα πρέπει να διαιρούνται σε δύο λήψεις την ημέρα.
-
Ενήλικες, για επούλωση γαστρικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦΔόση20 mg μια φορά την ημέρα
-
Ενήλικες, για πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνοΔόση20 mg μια φορά την ημέρα
-
Ενήλικες, για παρατεταμένη θεραπεία μετά από ενδοφλέβια αγωγή για την πρόληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκώνΔόση40mg μια φορά την ημέρα
block
SPC-PRAZONEX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στην εσομεπραζόλη, υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο άλλο από τα συστατικά του φαρμάκου.
-
Συγχορήγηση με νελφιναβίρη
warning
SPC-PRAZONEX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Παρουσία ανησυχητικών συμπτωμάτωνΠληθυσμόςΑσθενείς με ανησυχητικά συμπτώματα (π.χ. σημαντική μη επιδιωκόμενη απώλεια βάρους, επαναλαμβανόμενοι έμετοι, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα) και σε περίπτωση υποψίας ή παρουσίας γαστρικού έλκουςΑποκλεισμός ύπαρξης κακοήθειας, αφού η θεραπεία με εσομεπραζόλη μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα, καθυστερώντας έτσι τη διάγνωση.
-
Μακροχρόνια θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία (ιδιαίτερα πάνω από ένα χρόνο)Παρακολούθηση σε τακτά χρονικά διαστήματα.
-
Κατ' επίκληση θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς σε κατ' επίκληση θεραπείαΕπικοινωνία με τον γιατρό αν εμφανισθεί αλλαγή στους χαρακτήρες των συμπτωμάτων τους. Λήψη υπόψη αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα.
-
Εκρίζωση Ελικοβακτηριδίου του πυλωρούΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν τριπλό θεραπευτικό σχήμαΛήψη υπόψη πιθανών αλληλεπιδράσεων για όλα τα συστατικά του σχήματος, ειδικά της κλαριθρομυκίνης με φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 (π.χ. σισαπρίδη).
-
Γαστρεντερικές λοιμώξειςΠιθανή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων (π.χ. Salmonella, Campylobacter).
-
Συγχορήγηση με αταζαναβίρηΔεν συνίσταται. Εάν κρίνεται αναπόφευκτος, απαιτείται προσεκτικός κλινικός έλεγχος και αύξηση δόσης αταζαναβίρης (400 mg) με ριτοναβίρη (100 mg), με εσομεπραζόλη 20 mg να μην υπερβαίνει.
swap_horiz
SPC-PRAZONEX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΜειωμένη απορρόφησηΣύστασηΗ απορρόφησή τους μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εσομεπραζόλη.
-
Αταζαναβίρη (με ριτοναβίρη)μη συνιστάταιΜειωμένα επίπεδα στον ορόΣύστασηΗ συγχορήγηση με εσομεπραζόλη δεν συνίσταται.
-
αντένδειξηΜειωμένα επίπεδα στον ορόΣύστασηΗ συγχορήγηση με εσομεπραζόλη αντενδείκνυται.
-
Σακουιναβίρη (με ριτοναβίρη)παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα ορού
-
παρακολούθησηΑυξημένη συγκέντρωση στο πλάσμα (μείωση κάθαρσης κατά 45% με 30mg εσομεπραζόλης)ΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης.
-
παρακολούθησηΑυξημένη συγκέντρωση στο πλάσμαΣύστασηΜπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης.
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα στο πλάσμα (αύξηση 13% με 40mg εσομεπραζόλης)ΣύστασηΣυνιστάται έλεγχος των συγκεντρώσεων της φαινυτοΐνης στο πλάσμα όταν αρχίζει ή σταματά η θεραπεία με εσομεπραζόλη.
-
παρακολούθησηΑυξημένη AUC_T (κατά 280% με 40mg εσομεπραζόλης)
-
Βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα κουμαρίνηςπαρακολούθησηΚλινικά σημαντικές αυξήσεις του INR (μεμονωμένες αναφορές)ΣύστασηΣυνιστάται έλεγχος κατά την έναρξη και τη λήξη της συγχορήγησης.
-
παρακολούθησηΑύξηση AUC (32%) και παράταση t1/2 (31%), χωρίς σημαντική αύξηση Cmax. Δεν παρατηρήθηκε περαιτέρω παράταση του QT διάστημα.
-
ΑμοξικιλλίνηπαρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση
-
παρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση
-
παρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση
-
παρακολούθησηΚαμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση
-
παρακολούθησηΔιπλασιασμός των συγκεντρώσεων (AUC) της εσομεπραζόλης
sick
SPC-PRAZONEX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτικές αντιδράσεις/καταπληξία (shock)
- Περιφερικό οίδημα
- Υπονατριαιμία
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Επιθετικότητα
- Ψευδαισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησίες
- Υπνηλία
- Διαταραχές της γεύσης
- Θάμβος οράσεως
- Ίλιγγος
- Βρογχόσπασμος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Μετεωρισμός
- Ναυτία/έμετος
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Γαστρεντερική καντιντίαση
- Αύξηση των ηπατικών ενζύμων
- Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)
- Αρθραλγίες
- Μυαλγίες
- Μυϊκή αδυναμία
- Διάμεσος νεφρίτις
- Γυναικομαστία
- Αίσθημα κακουχίας
- Αυξημένη εφίδρωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΔιαταραχές αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΔιαταραχές αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΔιαταραχές αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΔιαταραχές αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτικές αντιδράσεις/καταπληξία (shock)Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΠεριφερικό οίδημαΜεταβολικές διαταραχές και διαταραχές θρέψης
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΜεταβολικές διαταραχές και διαταραχές θρέψης
-
ΑσυνήθειςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΖάληΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΠαραισθησίεςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΑσυνήθειςΥπνηλίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές της γεύσηςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘάμβος οράσεωςΔιαταραχές των οφθαλμών
-
ΑσυνήθειςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του μεσοθωρακίου και της θωρακικής χώρας
-
ΣυνήθειςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΔιάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΝαυτία/έμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΞηροστομίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική καντιντίασηΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΑσυνήθειςΑύξηση των ηπατικών ενζύμωνΔιαταραχές ήπατος-χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα με ή χωρίς ίκτεροΔιαταραχές ήπατος-χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΔιαταραχές ήπατος-χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσοΔιαταραχές ήπατος-χοληφόρων
-
ΑσυνήθειςΔερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
ΑσυνήθειςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
ΑσυνήθειςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
ΑσυνήθειςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔιαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
-
ΣπάνιεςΜυαλγίεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
-
Πολύ σπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεσος νεφρίτιςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑυξημένη εφίδρωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
pregnant_woman
SPC-PRAZONEX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χορήγηση εσομεπραζόλης στην κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες σε μεγάλο αριθμό κυήσεων, με το ρακεμικό μίγμα την ομεπραζόλη, δεν έδειξαν δυσμορφική ή εμβρυοτοξική δράση. Οι μελέτες σε ζώα με την εσομεπραζόλη δεν έχουν δείξει άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου. Μελέτες σε ζώα με το ρακεμικό μίγμα δεν έδειξαν άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση όσον αφορά την κύηση, τον τοκετό ή την ανάπτυξη του νεογνού.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό αν η εσομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν έχουν γίνει μελέτες σε γυναίκες που θηλάζουν. Για το λόγο αυτό η εσομεπραζόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PRAZONEX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PRAZONEX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PRAZONEX
expand_more
Δοσολογία
Τα δισκία συνιστάται να καταπίνονται ολόκληρα με τη βοήθεια υγρού. Τα δισκία δεν πρέπει να μασώνται ή να θρυμματίζονται. Για ασθενείς που παρουσιάζουν δυσκολία στην κατάποση, τα δισκία μπορούν επίσης να διαλυθούν σε μισό ποτήρι μη ανθρακούχο νερό. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται άλλα υγρά επειδή μπορεί να διαλυθεί η εντερική επικάλυψη των κοκκίων. Ανακινήστε έως ότου τα δισκία διαλυθούν. Η λήψη του εναιωρήματος των κοκκίων πρέπει να γίνεται αμέσως ή εντός 30 λεπτών από την παρασκευή του. Στη συνέχεια, για να καθαρίσει το ποτήρι από τα κοκκία, προσθέστε νερό έως τη μέση και πιείτε το. Τα κοκκία δεν πρέπει να μασώνται ή να θρυμματίζονται. Για ασθενείς που παρουσιάζουν αδυναμία κατάποσης, τα δισκία μπορούν να διαλυθούν σε μη ανθρακούχο νερό και να χορηγηθούν μέσω ρινογαστρικού σωλήνα. Συνιστάται να ελέγχεται προσεκτικά πριν την χορήγηση η καταλληλότητα της σύριγγας και του σωλήνα που επιλέχθηκαν για την διαδικασία αυτή. Για οδηγίες παρασκευής και χορήγησης βλέπε λήμμα 6.6.
Ενήλικες και έφηβοι από 12 ετών και άνω
Γαστρο-οισοφαγική παλινδρομική νόσος (ΓΟΠΝ):
- θεραπεία της διαβρωτικής οισοφαγίτιδας από γαστρο-οισοφαγική παλίνδρομη 40 mg μια φορά την ημέρα για 4 εβδομάδες Συνιστάται η συνέχιση της θεραπείας για άλλες 4 εβδομάδες σε όσους ασθενείς δεν έχει επιτευχθεί επούλωση των βλαβών της οισοφαγίτιδας ή σε όσους έχουν συμπτώματα που επιμένουν.
- μακροχρόνια θεραπεία για την πρόληψη υποτροπής σε ασθενείς στους οποίους οι βλάβες από την οισοφαγίτιδα έχουν επουλωθεί 20 mg μια φορά την ημέρα
- αντιμετώπιση συμπτωμάτων γαστρο-οισοφαγικής παλινδρομικής νόσου (ΓΟΠΝ) 20 mg μία φορά την ημέρα σε ασθενείς χωρίς οισοφαγίτιδα. Αν δεν επιτευχθεί ο έλεγχος των συμπτωμάτων μετά από 4 εβδομάδες, πρέπει να γίνεται περαιτέρω έλεγχος των ασθενών. Μετά την απαλλαγή από τα συμπτώματα, ο έλεγχος των συμπτωμάτων στο μέλλον μπορεί να επιτευχθεί με 20 mg μια φορά την ημέρα. Σε ενήλικες, όταν υπάρχει ανάγκη, μπορεί να γίνει κατ’ επίκληση λήψη 20 mg μια φορά την ημέρα. Σε ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ με κίνδυνο να εμφανίσουν γαστρικά και δωδεκαδακτυλικά έλκη, κατ’ επίκληση λήψη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων δε συνιστάται.
Ενήλικες
-
Σε συνδυασμό με το κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα αντιβιοτικών για την εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού και την:
- επούλωση του δωδεκαδακτυλικού έλκους που σχετίζεται με το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, και
- πρόληψη της υποτροπής του πεπτικού έλκους σε ασθενείς με έλκος που σχετίζεται με το Ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού. 20 mg εσομεπραζόλης με 1 g αμοξικιλλίνης και 500 mg κλαριθρομυκίνης δύο φορές την ημέρα για 7 ημέρες.
-
Σε ασθενείς που απαιτείται συνεχής θεραπεία με ΜΣΑΦ
- Επούλωση γαστρικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ: Η συνήθης δοσολογία είναι 20 mg μια φορά την ημέρα. Η διάρκεια της θεραπείας είναι 4-8 εβδομάδες.
- Πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών που σχετίζονται με τη χρήση ΜΣΑΦ σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο δημιουργίας έλκους: 20 mg μια φορά την ημέρα.
-
Παρατεταμένη θεραπεία μετά από ενδοφλέβια αγωγή για την πρόληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκών. 40mg μια φορά την ημέρα για 4 βδομάδες μετά από ενδοφλέβια για την αγωγή για την πρόσληψη επαναιμορραγίας πεπτικών ελκών
-
Θεραπεία του Συνδρόμου Zollinger-Ellison Η συνιστώμενη αρχική δοσολογία είναι 40 mg εσομεπραζόλης δύο φορές την ημέρα. Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται και η θεραπεία να συνεχίζεται για όσο διάστημα ενδείκνυται κλινικά. Βάσει των διαθέσιμων κλινικών δεδομένων, το μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών μπορεί να ελεγχθεί με δόσεις μεταξύ 80 και 160 mg την ημέρα. Οι δόσεις που υπερβαίνουν τα 80 mg ημερησίως, θα πρέπει να διαιρούνται σε δύο λήψεις την ημέρα.
Παιδιά μικρότερα των 12 ετών
Η εσομεπραζόλη δεν πρέπει να χορηγείται σε παιδιά μικρότερα των 12 ετών καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν χρειάζεται τροποποίηση της δοσολογίας. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια καθώς υπάρχει περιορισμένη εμπειρία, (βλέπε λήμμα 5.2)
Ηπατική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια δεν χρειάζεται τροποποίηση της δοσολογίας. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια η μέγιστη δόση είναι 20 mg εσομεπραζόλης και δεν πρέπει να υπερβαίνεται (βλέπε λήμμα 5.2).
Ηλικιωμένοι
Στους ηλικιωμένους δεν χρειάζεται τροποποίηση της δοσολογίας.
block
Αντενδείξεις
SPC-PRAZONEX
expand_more
Αντενδείξεις
- Γνωστή υπερευαισθησία στην εσομεπραζόλη, υποκατεστημένες βενζιμιδαζόλες ή σε κάποιο άλλο από τα συστατικά του φαρμάκου.
- Η εσομεπραζόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με νελφιναβίρη (βλέπε λήμμα 4.5).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PRAZONEX
expand_more
Προειδοποιήσεις
Παρουσία ανησυχητικών συμπτωμάτων: (π.χ. σημαντική μη επιδιωκόμενη απώλεια βάρους, επαναλαμβανόμενοι έμετοι, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα) και σε περίπτωση υποψίας ή παρουσίας γαστρικού έλκους, θα πρέπει πρώτα να αποκλείεται η ύπαρξη κακοήθειας, αφού η θεραπεία με εσομεπραζόλη μπορεί να ανακουφίσει από τα συμπτώματα, καθυστερώντας έτσι τη διάγνωση.
Μακροχρόνια θεραπεία: Ασθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία (ιδιαίτερα όσοι ακολουθούν θεραπεία για πάνω από ένα χρόνο) πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Κατ’ επίκληση θεραπεία: Ασθενείς που βρίσκονται σε κατ’ επίκληση θεραπεία θα πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνήσουν με τον γιατρό τους αν εμφανισθεί αλλαγή στους χαρακτήρες των συμπτωμάτων τους. Όταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για κατ’ επίκληση θεραπεία, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επιπλοκές των αλληλεπιδράσεων με άλλα φάρμακα, λόγω της αυξομείωσης των συγκεντρώσεων στο πλάσμα της εσομεπραζόλης. Βλέπε λήμμα 4.5.
Εκρίζωση Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού: Όταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για την εκρίζωση του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πιθανές αλληλεπιδράσεις για όλα τα συστατικά του τριπλού θεραπευτικού σχήματος. Η κλαριθρομυκίνη είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αντενδείξεις και οι αλληλεπιδράσεις της κλαριθρομυκίνης όταν χρησιμοποιείται το τριπλό θεραπευτικό σχήμα σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλα φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP3A4 όπως η σισαπρίδη.
Γαστρεντερικές λοιμώξεις: Η θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων όπως από Salmonella και Campylobacter (βλέπε λήμμα 5.1).
Συγχορήγηση με αταζαναβίρη: Δεν συνίσταται συγχορήγηση εσομεπραζόλης με αταζαναβίρη (βλέπε λήμμα 4.5). Εάν ο συνδυασμός αταζαναβίρης με αναστολέα της αντλίας πρωτονίων κρίνεται αναπόφευκτος, συνίσταται προσεκτικός κλινικός έλεγχος σε συνδυασμό με μία αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης στα 400 mg με 100 mg ριτοναβίρη, εσομεπραζόλη 20 mg δεν πρέπει να υπερβαίνει.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PRAZONEX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Επίδραση της εσομεπραζόλης στη φαρμακοκινητική άλλων φαρμάκων
Φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων n απορρόφηση εξαρτάται από το pΗ
Η μειωμένη ενδογαστρική οξύτητα κατά τη διάρκεια θεραπείας με εσομεπραζόλη, μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει την απορρόφηση κάποιων φαρμάκων εάν ο μηχανισμός απορρόφησης επηρεάζεται από τη γαστρική οξύτητα. Όπως συμβαίνει και με άλλους αναστολείς της έκκρισης οξέος ή με αντιόξινα, η απορρόφηση της κετοκοναζόλης και της ιτρακοναζόλης μπορεί να μειωθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εσομεπραζόλη.
Έχει αναφερθεί ότι η ομερπραζόλη αλληλεπιδρά με κάποιους αναστολείς της πρωτεάσης. Η κλινική σημασία και οι μηχανισμοί πίσω από αυτές τις αναφερθείσες αλληλεπιδράσεις δεν είναι πάντα γνωστά. Αυξημένο γαστρικό ρΗ κατά τη διάρκεια θεραπείας με ομερπαραζόλη μπορεί να μεταβάλλει την απορρόφηση των αναστολέων της πρωτεάσης. Άλλοι πιθανοί μηχανισμοί αλληλεπίδρασης είναι μέσω του CYP2C19. Για την αταζαναβίρη και την νελφιναβίρη έχουν αναφερθεί μειωμένα επίπεδα στον ορό όταν χορηγούνται μαζί με την ομεπραζόλη και έτσι δεν συνίσταται η συγχορήγηση. Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (40mg εφάπαξ ημερησίως) με αταζαναβίρη 300 mg/ριτοναβίρη 100 mg σε υγιείς εθελοντές είχε σαν αποτέλεσμα σημαντική μείωση της έκθεσης στην αταζαναβίρη (περίπου 75% μείωση της AUC, C ma x και Cmin). Αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης σε 400 mg δεν αντιστάθμισε την επίπτωση της ομεπραζόλης στην έκθεση στην αταζαναβίρη. Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (20mg qd) με αταζαναβίρη. 400mg/ριτοναβίρη 100mg σε υγιής εθελοντές είχε σαν αποτέλεσμα μία μείωση περίπου 30% της έκθεσης της αταζαναβίρης σε σύγκριση με τη έκθεση που παρατηρήθηκε με αταζαναβίρη 300/ριτοναβίρη 100 mg qd χωρίς ομεπραζόλη 20 mg qd. Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (40 mg qd) με νελφιναβίρη μείωσε τη μέση AUC, C ma x και Cmin της νελφιναβίρης κατά 36-39% και η μέση AUC, C ma x και Cmin του φαρμακολογικά δραστικού μεταβολίτη Μ8 μειώθηκε κατά 75-92%. Για την σακουιναβίρη (ταυτόχρονα με ριτοναβίρη) αναφέρθηκε αύξηση των επιπέδων ορού (80-100%) κατά τη διάρκεια συγχορήγησης με θεραπεία ομερπαραζόλης (40 mg qd). Η θεραπεία με ομερπραζόλη 20 mg qd δεν έχει καμία επίδραση στην έκθεση της αμπρεναβίρης (με ή χωρίς ριτοναβίρη). Η θεραπεία με ομεπραζόλη 40mg qd δεν έχει καμία επίδραση στην έκθεση της λοπιναβίρης (ταυτόχρονα με ριτοναβίρη). Λόγω των παρόμοιων φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων της ομερπραζόλης και της εσομεπραζόλης η συγχορήγηση εσομεπραζόλης με αταζαναβίρη δεν συνίσταται και η συγχορήγηση εσομεπραζόλης με νελφιναβίρη αντενδείκνυται.
Φάρμακα τα οποία μεταβολίζονται από το CYP 2 C 19
Η εσομεπραζόλη αναστέλλει το CYP2C19, το κύριο ένζυμο που μεταβολίζει την εσομεπραζόλη. Έτσι, στις περιπτώσεις που η εσομεπραζόλη συνδυάζεται με φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP2C19, όπως η διαζεπάμη, σιταλοπράμη, ιμιπραμίνη, κλομιπραμίνη, φαινυτοΐνη κ.λ.π., μπορεί να αυξηθεί η συγκέντρωση αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα και να χρειαστεί μείωση της δόσης τους. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ιδιαίτερα όταν συνταγογραφείται εσομεπραζόλη για θεραπεία κατ’επίκληση. Η ταυτόχρονη χορήγηση 30 mg εσομεπραζόλης είχε σαν αποτέλεσμα την κατά 45% μείωση της κάθαρσης της διαζεπάμης που είναι υπόστρωμα του CYP2C19. Η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg εσομεπραζόλης σε επιληπτικούς ασθενείς είχε σαν αποτέλεσμα την κατά 13% αύξηση των χαμηλότερων επιπέδων της φαινυτoίνης στο πλάσμα. Συνιστάται ο έλεγχος των συγκεντρώσεων της φαινυτoίνης στο πλάσμα όταν αρχίζει ή σταματά η θεραπεία με εσομεπραζόλη. Η ομεπραζόλη (40 mg εφάπαξ ημερησίως) αυξάνει την C max και την AUC T της βορικοναζόλης (υπόστρωμα του CYP2C19) κατά 15% και 41% αντίστοιχα.
Σε μία κλινική μελέτη η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg εσομεπραζόλης σε ασθενείς που ελάμβαναν βαρφαρίνη έδειξε ότι ο χρόνος πήξεως ήταν μέσα στα αποδεκτά όρια. Εντούτοις, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης αναφέρθηκαν μεμονωμένες περιπτώσεις αύξησης του INR, κλινικά σημαντικές. Συνιστάται, επομένως έλεγχος κατά την έναρξη και τη λήξη της συγχορήγησης εσομεπραζόλης κατά τη διάρκεια θεραπείας με βαρφαρίνη ή άλλα παράγωγα κουμαρίνης.
Η ταυτόχρονη χορήγηση 40 mg εσομεπραζόλης σε υγιείς εθελοντές είχε σαν αποτέλεσμα την κατά 32% αύξηση του εμβαδού κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης στο πλάσμα ως προς τον χρόνο (AUC) και την κατά 31% παράταση του χρόνου ημιζωής (t 1/2 ) της σισαπρίδης αλλά δεν αύξησε σημαντικά τα υψηλότερα επίπεδα της σισαπρίδης στο πλάσμα. Το ελαφρά παρατεταμένο QT c διάστημα που παρατηρείται μετά τη χορήγηση της σισαπρίδης ως μονοθεραπεία, δεν παρουσίασε περαιτέρω παράταση όταν η σισαπρίδη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με εσομεπραζόλη (βλέπε επίσης λήμμα 4.4).
Έχει αποδειχθεί ότι η εσομεπραζόλη δεν έχει κλινικά σημαντική επίδραση στην φαρμακοκινητική της αμοξικιλλίνης ή της κινιδίνης.
Μελέτες που αξιολογούν την συγχορήγηση εσομεπραζόλης με ναπροξένη ή με ροφεκοξίμπη δεν έδειξαν κάποια κλινικά σημαντική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια βραχυχρόνιων μελετών.
Επίδραση άλλων φαρμάκων στη φαρμακοκινητική της εσομεπραζόλης
Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται από το CYP2C19 και το CYP3A4. Η ταυτόχρονη χορήγηση της εσομεπραζόλης με έναν αναστολέα του CYP3A4, την κλαριθρομυκίνη (500 mg δύο φορές την ημέρα), είχε σαν αποτέλεσμα τον διπλασιασμό των συγκεντρώσεων (AUC) της εσομεπραζόλης. Η ταυτόχρονη χορήγηση εσομεπραζόλης και ενός αναστολέα τόσο του CYP2C19 όσο και του CYP3A4, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον διπλασιασμό και πλέον των συγκεντρώσεων της εσομεπραζόλης. Η βορικοναζόλη, αναστολέας των CYP2C19 και CYP3A4 αυξάνει την AUC T της εσομεπραζόλης κατά 280%. Κανονικά δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας της εσομεπραζόλης σε καμία από αυτές τις καταστάσεις. Ωστόσο, προσαρμογή της δοσολογίας πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια και όπου απαιτείται μακρόχρονη θεραπεία.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PRAZONEX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν διαπιστωθεί ή υπάρχει υποψία συσχέτισης τους με την εσομεπραζόλη από τις κλινικές μελέτες. Καμία απ’ αυτές δεν έχει βρεθεί ότι είναι δοσοεξαρτώμενη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται σύμφωνα με την συχνότητα (συνήθεις >1/100, <1/10, ασυνήθεις
1/1000, <1/100, σπάνιες >1/10.000, <1/1000, πολύ σπάνιες <1/10.000).
Διαταραχές αιμοποιητικού και λεμφικού συστήματος
- Σπάνιες: Λευκοπενία, θρομβοπενία
- Πολύ σπάνιες: Ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
- Σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτικές αντιδράσεις/καταπληξία (shock)
Μεταβολικές διαταραχές και διαταραχές θρέψης
- Ασυνήθεις: Περιφερικό οίδημα
- Σπάνιες: Υπονατριαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Ασυνήθεις: Αϋπνία
- Σπάνιες: Διέγερση, σύγχυση, κατάθλιψη
- Πολύ σπάνιες: Επιθετικότητα, ψευδαισθήσεις
Διαταραχές νευρικού συστήματος
- Συνήθεις: Κεφαλαλγία
- Ασυνήθεις: Ζάλη, παραισθησίες, υπνηλία
- Σπάνιες: Διαταραχές της γεύσης
Διαταραχές των οφθαλμών
- Σπάνιες: Θάμβος οράσεως
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Ασυνήθεις: Ίλιγγος
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του μεσοθωρακίου και της θωρακικής χώρας
- Σπάνιες: Βρογχόσπασμος
Γαστρεντερικές διαταραχές
- Συνήθεις: Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, ναυτία/έμετος
- Ασυνήθεις: Ξηροστομία
- Σπάνιες: Στοματίτιδα, γαστρεντερική καντιντίαση
Διαταραχές ήπατος-χοληφόρων
- Ασυνήθεις: Αύξηση των ηπατικών ενζύμων
- Σπάνιες: Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο
- Πολύ σπάνιες: Ηπατική ανεπάρκεια, εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο
Διαταραχές του δέρματος και του υποδορίου ιστού
- Ασυνήθεις: Δερματίτιδα, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση
- Σπάνιες: Αλωπεκία, φωτοευαισθησία
- Πολύ σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών
- Σπάνιες: Αρθραλγίες, μυαλγίες
- Πολύ σπάνιες: Μυϊκή αδυναμία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Πολύ σπάνιες: Διάμεσος νεφρίτις
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και των μαστών
- Σπάνιες: Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
- Σπάνιες: Αίσθημα κακουχίας, αυξημένη εφίδρωση
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PRAZONEX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PRAZONEX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναστολέας της αντλίας πρωτονίων ATC κατάταξη: Α02Β C05
Η εσομεπραζόλη είναι το S-ισομερές της ομεπραζόλης και ελαττώνει τη γαστρική έκκριση οξέος μέσω ενός συγκεκριμένου μηχανισμού δράσης. Είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων στα τοιχωματικά κύτταρα. To R~ και το S-ισομερές της ομεπραζόλης έχουν παρόμοια φαρμακοδυναμική δράση.
Θέση και μηχανισμός δράσης
Η εσομεπραζόλη είναι μια ασθενής βάση, που συγκεντρώνεται και μετατρέπεται σε δραστική μορφή στο πολύ όξινο περιβάλλον των εκκριτικών σωληναρίων του τοιχωματικού κυττάρου, όπου και αναστέλλει το ένζυμο Η + , Κ + -ΑΤΡάση, δηλ. την αντλία πρωτονίων και αναστέλλει τόσο τη βασική, όσο και την μετά από διέγερση έκκριση οξέος.
Δράση στην έκκριση γαστρικού οξέος
Η έναρξη της δράσης εμφανίζεται μέσα σε μία ώρα μετά την από του στόματος λήψη δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 20mg εσομεπραζόλης μία φορά την ημέρα για πέντε ημέρες, η μέση μέγιστη έκκριση οξέος μετά από διέγερση με πενταγαστρίνη μειώνεται κατά 90% όταν μετράται 6-7 ώρες μετά τη λήψη της δόσης κατά την πέμπτη ημέρα.
Μετά από πέντε ημέρες από του στόματος χορήγηση δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης σε ασθενείς με συμπτωματική γαστρο-οισοφαγική παλίνδρομη, τιμές του ενδογαστρικού pΗ άνω του 4 διατηρήθηκαν για διάστημα 13 ωρών και 17 ωρών κατά μέσο όρο αντίστοιχα, στη διάρκεια του 24ώρου. Το ποσοστό των ασθενών στους οποίους διατηρείται ενδογαστρικό pΗ > 4 για τουλάχιστο 8, 12 και 16 ώρες με 20 mg εσομεπραζόλης είναι 76%, 54% και 24% αντίστοιχα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τα 40 mg εσομεπραζόλης είναι 97%, 92% και 56%. Χρησιμοποιώντας την AUC ως παράμετρο για την εκτίμηση της συγκέντρωσης του φαρμάκου στο πλάσμα, καταδεικνύεται μία σχέση μεταξύ της αναστολής της έκκρισης του γαστρικού οξέος και της έκθεσης στο φάρμακο.
Θεραπευτική δράση στην έκκριση γαστρικού οξέος
Η επούλωση της οισοφαγίτιδας από γαστρο-οισοφαγική παλίνδρομη με 40 mg εσομεπραζόλης επιτυγχάνεται στο 78% περίπου των ασθενών μετά από τέσσερις εβδομάδες και στο 93% μετά από οκτώ εβδομάδες θεραπείας.
Θεραπεία μιας εβδομάδας με την εσομεπραζόλη 20 mg δύο φορές την ημέρα και τα κατάλληλα αντιβιοτικά έχει σαν αποτέλεσμα την επιτυχή εκρίζωση του ελικοβακτηριδίου του Η. pylori περίπου στο 90% των ασθενών.
Μετά από τη θεραπεία εκρίζωσης για μία εβδομάδα, δεν υπάρχει ανάγκη επακόλουθης μονοθεραπείας με αντι-εκκριτικά φάρμακα για την αποτελεσματική επούλωση του έλκους και την εξάλειψη των συμπτωμάτων σε δωδεκαδακτυλικά έλκη χωρίς επιπλοκές.
Σε μία τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη, οι ασθενείς με αιμορραγία του πεπτικού έλκους επιβεβαιωμένου ενδοσκοπικά και χαρακτηριζόμενο ως Forest Ia, Ib, IIa ή IIb (9%, 43%, 38% και 10% αντίστοιχα) τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν διάλυμα εσομεπραζόλης για έγχυση (n=375) ή εικονικό φάρμακο (n=389). Μετά από ενδοσκοπική αιμόσταση, οι ασθενείς έλαβαν είτε 80 mg εσομεπραζόλης ως ενδοφλέβια έγχυση για 30 λεπτά ακολουθούμενη από συνεχή έγχυση 8 mg ανά ώρα ή εικονικό φάρμακο για 72 ώρες. Μετά την αρχική περίοδο των 72 ωρών, όλοι οι ασθενείς έλαβαν από του στόματος εσομεπραζόλη 40 mg για 27 ημέρες για καταστολή του οξέος. Η εμφάνιση επαναιμορραγίας μέσα σε 3 ημέρες ήταν 5,9% στην ομάδα που χορηγήθηκε εσομεπραζόλη, σε σύγκριση με 10,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στις 30 ημέρες μετά την θεραπεία, η εμφάνιση επαναιμορραγίας στην ομάδα που χορηγήθηκε η εσομεπραζόλη έναντι της ομάδας του εικονικού φαρμάκου ήταν 7,7% έναντι 13,6%.
Άλλες δράσεις που σχετίζονται με την αναστολή έκκρισης του οξέος
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αντι-εκκριτικά φάρμακα τα επίπεδα της γαστρίνης στον ορό αυξάνονται ως απάντηση στη μειωμένη έκκριση γαστρικού οξέος.
Αύξηση στον αριθμό των ECL-κυττάρων που πιθανά σχετίζεται με την αύξηση των επιπέδων της γαστρίνης στον ορό έχει παρατηρηθεί σε μερικούς ασθενείς, κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με εσομεπραζόλη.
Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας θεραπείας με αντι-εκκριτικά φάρμακα έχει αναφερθεί η εμφάνιση γαστρικών αδενωδών κύστεων με κάπως αυξημένη συχνότητα. Οι αλλαγές αυτές είναι ένα φυσιολογικό επακόλουθο της έντονης αναστολής της έκκρισης οξέος, είναι καλοήθεις και φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμες.
Μειωμένη γαστρική οξύτητα για κάθε λόγο συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, αυξάνει τον αριθμό των γαστρικών βακτηρίων που φυσιολογικά υπάρχουν στον γαστρεντερικό σωλήνα. Η θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε μικρή αύξηση του κινδύνου γαστρεντερικών λοιμώξεων όπως από Salmonella και Campylobacter.
Σε δύο μελέτες με φάρμακο σύγκρισης τη ρανιτιδίνη, η εσομεπραζόλη έδειξε καλύτερη δράση στην επούλωση των γαστρικών ελκών σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των COX-2 εκλεκτικών ΜΣΑΦ. Σε δύο μελέτες σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, η εσομεπραζόλη έδειξε καλύτερη δράση στην πρόληψη γαστρικών και δωδεκαδακτυλικών ελκών σε ασθενείς που χρησιμοποίησαν ΜΣΑΦ (ασθενείς ηλικίας>60 ετών και/ή με προϋπάρχον έλκος), συμπεριλαμβανομένων των COX-2 εκλεκτικών ΜΣΑΦ.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PRAZONEX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση και κατανομή
Η εσομεπραζόλη είναι οξεο-ευαίσθητη ουσία και χορηγείται από το στόμα υπό μορφή εντεροδιαλυτών κοκκίων. Η in vivo μετατροπή στο R-ισομερές είναι αμελητέα. Η απορρόφηση της εσομεπραζόλης είναι ταχεία, με επίτευξη μέγιστων επιπέδων στο πλάσμα εντός περίπου 1-2 ωρών από τη λήψη. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του φαρμάκου είναι 64% μετά από εφάπαξ δόση 40 mg και αυξάνεται σε 89% μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις εφάπαξ ημερησίως. Για τα 20 mg εσομεπραζόλης οι αντίστοιχες τιμές είναι 50% και 68%. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε υγιή άτομα είναι περίπου 0.22 L/Kg βάρους σώματος. Η εσομεπραζόλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες σε ποσοστό 97%.
Η λήψη της τροφής καθυστερεί και μειώνει την απορρόφηση της εσομεπραζόλης χωρίς όμως αυτό να έχει κάποια σημαντική επίπτωση στη δράση της εσομεπραζόλης στην ενδογαστρική οξύτητα.
Μεταβολισμός και απέκκριση
Η εσομεπραζόλη μεταβολίζεται εξ ολοκλήρου, από το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος Ρ450 (CYP). Ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης κατά το μεγαλύτερο μέρος, εξαρτάται από το πολυμορφικό CYP2C19, που είναι υπεύθυνο για το σχηματισμό των υδρόξυ- και ο δεσμεθυλ- μεταβολιτών της εσομεπραζόλης. Το υπόλοιπο μέρος του μεταβολισμού εξαρτάται από μια άλλη ειδική ισόμορφη, το CYP3C4, που είναι υπεύθυνη για το σχηματισμό της σουλφονικής εσομεπραζόλης, κυρίου μεταβολίτη στο πλάσμα.
Οι ακόλουθες παράμετροι απεικονίζουν κυρίως τη φαρμακοκινητική σε άτομα με λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο, δηλαδή άτομα με δυνατότητα εκτεταμένου μεταβολισμού.
Η ολική κάθαρση πλάσματος είναι περίπου 17 L/h μετά από μία εφάπαξ δόση και περίπου 9 L/h μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις. Ο χρόνος ημιζωής της εσομεπραζόλης είναι περίπου 1.3 ώρες μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερησίως χορηγήσεις. Η φαρμακοκινητική της εσομεπραζόλης έχει μελετηθεί σε δόσεις μέχρι 40 mg δύο φορές την ημέρα. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης ως προς τον χρόνο (AUC), στο πλάσμα, αυξάνει μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις. Αυτή η αύξηση είναι δοσο- εξαρτώμενη και έχει σαν αποτέλεσμα μία μεγαλύτερη αύξηση της AUG αναλογικά με την δόση μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Αυτή η χρονο-δοσο-εξάρτηση οφείλεται στη μείωση του μεταβολισμού πρώτης διόδου και της συστηματικής κάθαρσης που πιθανά προκαλείται από την αναστολή του ενζύμου CYP2C19 από την εσομεπραζόλη και/ή τον σουλφονικό μεταβολίτη της. Η εσομεπραζόλη απομακρύνεται εξ ολοκλήρου από το πλάσμα μεταξύ των δόσεων χωρίς να εμφανίζεται τάση συσσώρευσης σε εφάπαξ ημερήσια χορήγηση.
Οι κύριοι μεταβολίτες της εσομεπραζόλης δεν έχουν καμιά δράση στην έκκριση γαστρικού οξέος. Το 80% περίπου της από του στόματος χορηγούμενης δόσης της εσομεπραζόλης αποβάλλεται υπό τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα και το υπόλοιπο στα κόπρανα. Λιγότερο από 1% της αρχικής ουσίας βρίσκεται στα ούρα.
Ειδικές ομάδες ασθενών
Περίπου 2,9±1,5% του πληθυσμού παρουσιάζει έλλειψη λειτουργικού CYP2C19 ενζύμου είναι δηλαδή άτομα με μικρή δυνατότητα μεταβολισμού. Στα άτομα αυτά ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης πιθανά καταλύεται κυρίως από το CYP3A4. Μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις 40 mg εσομεπραζόλης εφάπαξ ημερησίως, το μέσο εμβαδόν της περιοχής κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης ως προς τον χρόνο, στο πλάσμα, ήταν περίπου 100% μεγαλύτερο σε άτομα με μικρή δυνατότητα μεταβολισμού από ότι σε άτομα που έχουν λειτουργικό CYP2C19 ένζυμο (άτομα με δυνατότητα εκτεταμένου μεταβολισμού). Η μέση τιμή των μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα αυξήθηκε περίπου 60%. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν καμιά επίπτωση στη δοσολογία της εσομεπραζόλης.
Ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης δεν αλλάζει σημαντικά στους ηλικιωμένους (71-80 ετών). Μετά από μία εφάπαξ δόση 40 mg εσομεπραζόλης η μέση τιμή του εμβαδού της περιοχής κάτω από την καμπύλη της συγκέντρωσης ως προς τον χρόνο είναι περίπου 30% μεγαλύτερη στις γυναίκες από τους άντρες. Δεν έχει παρατηρηθεί διαφορά μεταξύ των δύο φύλων μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις, εφ’ άπαξ ημερησίως. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν καμιά επίπτωση στη δοσολογία της εσομεπραζόλης.
Ανεπάρκεια οργανικής λειτουργίας
Ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης μπορεί να επηρεαστεί δυσμενώς σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Ο ρυθμός μεταβολισμού μειώνεται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια με αποτέλεσμα το διπλασιασμό του εμβαδού της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης - χρόνου της εσομεπραζόλης. Για τον λόγο αυτό, σε ασθενείς με σοβαρή ανεπάρκεια δεν πρέπει να χορηγείται δόση μεγαλύτερη από 20 mg. Η εσομεπραζόλη ή οι κύριοι μεταβολίτες της δεν παρουσιάζουν τάση συσσώρευσης όταν χορηγούνται εφάπαξ ημερησίως.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Καθώς οι νεφροί είναι υπεύθυνοι για την απέκκριση των μεταβολιτών της εσομεπραζόλης αλλά όχι για την απομάκρυνση της αρχικής ουσίας, ο μεταβολισμός της εσομεπραζόλης δεν αναμένεται να αλλάξει σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία.
Παιδιατρικά δεδομένα
Έφηβοι 12-18 ετών
Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης 20 mg και 40 mg εσομεπραζόλης, η συνολική έκθεση (AUC) και ο χρόνος που απαιτείται για να επιτευχθεί η μέγιστη συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα (t max ) σε εφήβους ηλικίας 12-18 ετών ήταν παρόμοια με αυτά των ενηλίκων και για τις δύο δόσεις εσομεπραζόλης.
ΕΟΦ · 4.14
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
expand_more
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.
Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.
O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.
Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).
Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.
Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.
Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 0.52 L/h/kg [Καρκινικοί Ασθενείς με 1 mg bid για 7 ημέρες]
- 0.41 L/h/kg [Υγιείς ασθενείς με μια μεμονωμένη δόση 1 mg]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η γκρανιστρόνη είναι εκλεκτικός αναστολέας των υποδοχέων σεροτονίνης τύπου 3 (5-HT3). Η γκρανιστρόνη έχει μικρή ή καμία συγγένεια για άλλους υποδοχείς σεροτονίνης, συμπεριλαμβανομένων των 5-HT 1 , 5-HT 1A , 5-HT 1B/C , ή 5-HT 2 ; για α-1, α-2, ή β-αδρενοϋποδοχείς; για υποδοχείς ντοπαμίνης D 2 ; για υποδοχείς ισταμίνης H 1 ; για υποδοχείς βενζοδιαζεπίνης; για υποδοχείς πικοτοξίνης; ή για οπιοειδείς υποδοχείς. Στις περισσότερες μελέτες σε ανθρώπους, η γκρανιστρόνη είχε μικρή επίδραση στην αρτηριακή πίεση, τον καρδιακό ρυθμό ή το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ). Το φάρμακο είναι δομικά και φαρμακολογικά σχετιζόμενο με την ονδανσετρόνη, έναν άλλο εκλεκτικό αναστολέα των υποδοχέων 5-HT3.
Οι υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT3 βρίσκονται στα νευρικά άκρα του πνευμονογαστρικού νεύρου στην περιφέρεια, και κεντρικά στην χημειοϋποδοχική ζώνη εκλυσης του εμέτου (chemoreceptor trigger zone) της περιοχής postrema. Η χρονική σχέση μεταξύ της εμετογόνου δράσης των εμετογόνων φαρμάκων και της απελευθέρωσης σεροτονίνης, καθώς και η αποτελεσματικότητα των αντιεμετικών παραγόντων, υποδηλώνουν ότι οι χημειοθεραπευτικοί παράγοντες απελευθερώνουν σεροτονίνη από τα εντεροχρωμαφινικά κύτταρα του λεπτού εντέρου προκαλώντας εκφυλιστικές αλλαγές στο γαστρεντερικό σύστημα. Η σεροτονίνη στη συνέχεια διεγείρει τους υποδοχείς του πνευμονογαστρικού και σπλαχνικού νεύρου που προβάλλουν στο εμετικό κέντρο του προμήκους μυελού, καθώς και τους υποδοχείς 5-HT3 στην περιοχή postrema, προκαλώντας έτσι την έναρξη του αντανακλαστικού του εμέτου, προκαλώντας ναυτία και έμετο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η γκρανιστρόνη είναι ένας ισχυρός, εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων 5-HT3. Η αντιεμετική δράση του φαρμάκου επιτυγχάνεται μέσω της αναστολής των υποδοχέων 5-HT3 που υπάρχουν τόσο κεντρικά (χημειοϋποδοχική ζώνη εκλυσης του εμέτου) όσο και περιφερικά (γαστρεντερικό σύστημα). Αυτή η αναστολή των υποδοχέων 5-HT3, με τη σειρά της, αναστέλλει την σπλαχνική προσαγωγική διέγερση του εμετικού κέντρου, πιθανώς έμμεσα στο επίπεδο της περιοχής postrema, καθώς και μέσω άμεσης αναστολής της δραστηριότητας της σεροτονίνης εντός της περιοχής postrema και της χημειοϋποδοχικής ζώνης εκλυσης του εμέτου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απορρόφηση είναι ταχεία και πλήρης, αν και η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα μειώνεται στο 60% περίπου ως αποτέλεσμα του μεταβολισμού πρώτης διόδου (first pass metabolism).
Το υπόλοιπο της δόσης απεκκρίνεται ως μεταβολίτες, 48% στα ούρα και 38% στα κόπρανα.
- 0.52 L/h/kg [Ασθενείς με καρκίνο με 1 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες]
- 0.41 L/h/kg [Υγιείς εθελοντές με μία εφάπαξ δόση 1 mg]
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
65%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Κυρίως ηπατικός. Υφίσταται N-απομεθυλίωση και οξείδωση αρωματικού δακτυλίου ακολουθούμενη από σύζευξη. Μελέτες σε ζώα υποδεικνύουν ότι ορισμένοι από τους μεταβολίτες μπορεί να έχουν δραστηριότητα ανταγωνιστή υποδοχέων 5-HT3.
Η γκρανιστρόνη έχει γνωστούς μεταβολίτες σε ανθρώπους, οι οποίοι περιλαμβάνουν την 7-Υδροξυγκρανιστρόνη και την 9’-Δεσμεθυλγκρανιστρόνη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
4-6 ώρες σε υγιείς ασθενείς, 9-12 ώρες σε ασθενείς με καρκίνο
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
WZG3J2MCOL
GRANISETRON
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Σεροτονίνης 3
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέων Σεροτονίνης-3
Η γκρανιστρόνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέων Σεροτονίνης-3. Ο μηχανισμός δράσης της γκρανιστρόνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Σεροτονίνης 3.
GRANISETRON
Ανταγωνιστής Υποδοχέων Σεροτονίνης-3 [EPC]; Ανταγωνιστές Υποδοχέων Σεροτονίνης 3 [MoA]