Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 50 / ML | 632.80 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Προφύλαξη από τις κλινικές εκδηλώσεις της λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό
σε: ασθενείς που υπόκεινται σε ανοσοκατασταλτική αγωγή, ιδίως σε λήπτες μοσχευμάτων
Για την προφύλαξη έναντι του CMV θα πρέπει να μελετάται το ενδεχόμενο ταυτόχρονης χρήσης επαρκών ιοστατικών παραγόντων.
- B25 Νόσος από κυτταρομεγαλοϊό
MEGALOTECT — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Αρχίζει την ημέρα της μεταμόσχευσης (ή έως 10 ημέρες πριν σε μεταμόσχευση μυελού των οστών). Συνολικά τουλάχιστον 6 εφάπαξ δόσεις με μεσοδιαστήματα 2 έως 3 εβδομάδων. Αρχικός ρυθμός έγχυσης 0,08 ml/kg ΣΒ/ώρα για 10 λεπτά, μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε μέγιστο 0,8 ml/kg ΣΒ/ώρα.
- Δόση έναρξης: 1 ml ανά κιλό σωματικού βάρους (αρχική εφάπαξ δόση). Αρχικός ρυθμός έγχυσης: 0,08 ml/kg ΣΒ/ώρα.
- Τιτλοποίηση: Εάν είναι καλά ανεκτός, ο ρυθμός της χορήγησης μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε ένα μέγιστο των 0,8 ml/kg ΣΒ/ώρα για το υπόλοιπο της έγχυσης.
-
ΕνήλικεςΔόση1 ml ανά κιλό σωματικού βάρουςΤουλάχιστον 6 εφάπαξ δόσεις με μεσοδιαστήματα 2 έως 3 εβδομάδων. Η χορήγηση πρέπει να αρχίζει την ημέρα της μεταμόσχευσης. Σε περίπτωση μεταμόσχευσης μυελού των οστών, μπορεί να εξεταστεί η έναρξη προφύλαξης έως και 10 ημέρες πριν τη μεταμόσχευση, ιδιαίτερα σε ασθενείς οροθετικούς έναντι του CMV.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (0-18 ετών)Η δοσολογία δεν διαφέρει από εκείνη των ενηλίκων, καθώς η δοσολογία για κάθε ένδειξη δίνεται κατά σωματικό βάρος και προσαρμόζεται στην κλινική έκβαση των προαναφερόμενων καταστάσεων.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία που να απαιτούν προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης εκτός και αν απαιτείται κλινικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης εκτός και αν απαιτείται κλινικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία (ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη κατά του κυτταρομεγαλοϊού) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Επιλεκτική ανεπάρκεια IgAΠληθυσμόςασθενείς οι οποίοι ανέπτυξαν αντισώματα στην IgA
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΙχνηλασιμότηταΠροκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, θα πρέπει να καταγράφεται ευκρινώς το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγηθέντος προϊόντος.
-
Προφυλάξεις κατά τη χρήση / Αντίδραση στην έγχυσηΟι πιθανές επιπλοκές μπορούν συχνά να αποφευχθούν, εφόσον διασφαλιστεί ότι οι ασθενείς δεν είναι ευαίσθητοι στην ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη ενίοντας αρχικά το προϊόν αργά (0,08 ml/kg/σωματικό βάρος/ώρα) και παρακολουθούνται προσεκτικά για την εμφάνιση οποιουδήποτε συμπτώματος σε όλη τη διάρκεια της έγχυσης. Ιδιαίτερα, ασθενείς που λαμβάνουν για πρώτη φορά ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη, ασθενείς που άλλαξαν από ένα ενδοφλέβιο προϊόν ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης (IVIg) ή όταν έχει μεσολαβήσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση, θα πρέπει να ελέγχονται στο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της πρώτης έγχυσης και για την πρώτη ώρα μετά την πρώτη έγχυση, με σκοπό να διαπιστωθούν πιθανά ανεπιθύμητα σημεία. Όλοι οι άλλοι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 20 λεπτά μετά τη χορήγηση. Σε περίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών, είτε ο ρυθμός της χορήγησης θα πρέπει να μειώνεται είτε η έγχυση να διακόπτεται. Η απαιτούμενη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση και τη βαρύτητα της ανεπιθύμητης ενέργειας. Ορισμένες ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. κεφαλαλγία, έξαψη, ρίγη, μυαλγία, αναπνευστικός συριγμός, ταχυκαρδία, οσφυαλγία, ναυτία και υπόταση) μπορεί να σχετίζονται με τον ρυθμό έγχυσης. Πρέπει να ακολουθείται πιστά ο συνιστώμενος ρυθμός έγχυσης που δίδεται στην (βλ. Δοσολογία). Οι ασθενείς πρέπει να ελέγχονται στενά και να παρακολουθούνται προσεκτικά για την εμφάνιση τυχόν συμπτωμάτων καθ' όλη τη διάρκεια της έγχυσης.
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες (σχετιζόμενες με την έγχυση)Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη για πρώτη φορά ή, σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν το προϊόν με ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη υποκαθίσταται ή όταν έχει μεσολαβήσει μεγάλο χρονικό διάστημα από την προηγούμενη έγχυση, σε ασθενείς με μη υποβαλλόμενη σε θεραπεία λοίμωξη ή υποκείμενη χρόνια φλεγμονήΜπορεί να εμφανιστούν συχνότερα
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΠληθυσμόςασθενείς με μη ανιχνεύσιμη IgA οι οποίοι έχουν αντισώματα αντι-IgA, ασθενείς στους οποίους είχε γίνει ανεκτή η προηγούμενη θεραπεία με ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνηείναι σπάνιες. Μπορεί να αναπτυχθεί αναφυλαξία. Σε περίπτωση καταπληξίας, θα πρέπει να εφαρμόζεται η συνήθης ιατρική φροντίδα για την καταπληξία.
-
Θρομβοεμβολικά επεισόδιαπροσοχήΠληθυσμόςπαχύσαρκους ασθενείς και σε ασθενείς με προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για θρομβωτικά επεισόδια (όπως η προχωρημένη ηλικία, η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης και το ιστορικό αγγειακής νόσου ή θρομβωτικών επεισοδίων, ασθενείς με επίκτητες ή κληρονομικές θρομβοφιλικές διαταραχές, ασθενείς με παρατεταμένες περιόδους ακινησίας, σε σοβαρά υποογκαιμικούς ασθενείς, ασθενείς με νόσους που αυξάνουν το ιξώδες του αίματος)Πρέπει να δίδεται προσοχή στη συνταγογράφηση και έγχυση IVIg. Σε ασθενείς με κίνδυνο για θρομβοεμβολικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, τα προϊόντα IVIg θα πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο πρακτικά δυνατό ρυθμό έγχυσης και την ελάχιστη πρακτικά δυνατή δόση.
-
Οξεία νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, υποογκαιμία, υπερβολικό βάρος, ταυτόχρονη χορήγηση νεφροτοξικών φαρμακευτικών προϊόντων ή ηλικία άνω των 65 ετώνΈχουν αναφερθεί περιπτώσεις οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Σε ασθενείς με κίνδυνο οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, τα προϊόντα IVIg θα πρέπει να χορηγούνται με τον ελάχιστο πρακτικά δυνατό ρυθμό έγχυσης και την ελάχιστη πρακτικά δυνατή δόση. Σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της IVIg. Σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο, μπορεί να μελετηθεί το ενδεχόμενο χρήσης προϊόντων IVIg που δεν περιέχουν σακχαρόζη.
-
Σύνδρομο Άσηπτης Μηνιγγίτιδας (ΣΑΜ)Έχει αναφερθεί ότι εμφανίστηκε σύνδρομο άσηπτης μηνιγγίτιδας σε συσχέτιση με τη θεραπεία με IVIg. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν τέτοια σημεία και συμπτώματα θα πρέπει να υποβάλλονται σε ενδελεχή νευρολογική εξέταση, συμπεριλαμβανομένων μελετών ΕΝΥ, προκειμένου να αποκλείονται άλλα αίτια πρόκλησης μηνιγγίτιδας. Η διακοπή της θεραπείας με IVIg είχε ως αποτέλεσμα την ύφεση του ΣΑΜ εντός μερικών ημερών χωρίς υπολειμματικές βλάβες.
-
Αιμολυτική αναιμίαΤα προϊόντα IVIg μπορεί να περιέχουν αντισώματα ομάδας αίματος τα οποία ενδέχεται να δράσουν ως αιμολυσίνες και να επάγουν in vivo την επικάλυψη ερυθροκυττάρων με ανοσοσφαιρίνη, προκαλώντας μια θετική άμεση αντίδραση αντισφαιρίνης (δοκιμασία Coombs) και, σπάνια, αιμόλυση. Αιμολυτική αναιμία μπορεί να αναπτυχθεί μετά από θεραπεία με IVIg λόγω αυξημένου εγκλωβισμού ερυθροκυττάρων. Οι λήπτες IVIg πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Ουδετεροπενία/ΛευκοπενίαΠαροδική μείωση του αριθμού ουδετερόφιλων και/ή επεισόδια ουδετεροπενίας, ορισμένες φορές βαριά, έχουν αναφερθεί μετά τη θεραπεία με IVIg. Αυτό συνήθως συμβαίνει εντός μερικών ωρών ή ημερών από τη χορήγηση της IVIg και υποχωρεί αυτόματα εντός 7 έως 14 ημερών.
-
Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI)Σε ασθενείς που λαμβάνουν IVIg, έχουν υπάρξει ορισμένες αναφορές οξέος μη καρδιογενούς πνευμονικού οιδήματος (Οξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI)). Η TRALI χαρακτηρίζεται από βαριά υποξία, δύσπνοια, ταχύπνοια, κυάνωση, πυρετό και υπόταση. Τα συμπτώματα της TRALI αναπτύσσονται συνήθως κατά τη διάρκεια μιας μετάγγισης ή εντός 6 ωρών από την μετάγγιση, συχνά εντός 1-2 ωρών. Ως εκ τούτου, οι λήπτες IVIg πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση πνευμονικών ανεπιθύμητων ενεργειών και, σε αντίστοιχη περίπτωση, η έγχυση της IVIg θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως. Η TRALI είναι μια δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση που απαιτεί άμεση διαχείριση στη μονάδα εντατικής θεραπείας.
-
Παρεμβολή στις ορολογικές δοκιμασίεςΜετά τη χορήγηση μιας ανοσοσφαιρίνης, η παροδική αύξηση των διαφόρων παθητικά μεταφερόμενων αντισωμάτων στο αίμα του ασθενή μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα ορολογικών δοκιμασιών. Η παθητική μετάδοση αντισωμάτων έναντι αντιγόνων ερυθροκυττάρων, π.χ. A, B, D μπορεί να επηρεάσει ορισμένους ορολογικούς ελέγχους για αντισώματα κατά ερυθροκυττάρων, για παράδειγμα την άμεση δοκιμασία αντισφαιρίνης (DAT, άμεση δοκιμασία Coombs).
-
Μεταδοτικοί παράγοντεςΤα συνήθη μέτρα για την πρόληψη λοιφώξεων που προκαλούνται από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνουν την επιλογή των δοτών, τον έλεγχο των ατομικών δωρεών και των δεξαμενών πλάσματος για ειδικούς δείκτες λοιφώξεων και την ύπαρξη αποτελεσματικών σταδίων παραγωγής για την αδρανοποίηση/απομάκρυνση των ιών. Παρόλα αυτά, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα παρασκευασμένα από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης μολυσματικών παραγόντων δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς. Αυτό ισχύει επίσης για άγνωστους ή νεοεμφανιζόμενους ιούς και για άλλα παθογόνα. Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά για ελυτροφόρους ιούς, όπως ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο ιός της ηπατίτιδας B (HBV) και ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV), καθώς και για τον μη ελυτροφόρο ιό της ηπατίτιδας A (HAV). Τα μέτρα που λαμβάνονται μπορεί να είναι περιορισμένης αξίας κατά των μη ελυτροφόρων ιών, όπως ο παρβοϊός Β19. Υπάρχει καθησυχαστική κλινική εμπειρία σχετικά με την έλλειψη μετάδοσης ηπατίτιδας Α ή του παρβοϊού Β19 με ανοσοσφαιρίνες, ενώ επίσης εικάζεται ότι το περιεχόμενο σε αντισώματα συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην ασφάλεια από ιούς.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΟι ειδικές προειδοώσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση που αναφέρονται για τους ενήλικες πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη για τον παιδιατρικό πληθυσμό.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Εμβόλια ζώντων εξασθενημένων ιών (ιλαρά, ερυθρά, παρωτίτιδα, ανεμευλογιά)προσοχήΜείωση της αποτελεσματικότητας των εμβολίων για τουλάχιστον 6 εβδομάδες και έως 3 μήνες (έως 1 χρόνο για την ιλαρά).ΣύστασηΝα παρέλθει διάστημα 3 μηνών πριν τον εμβολιασμό. Ελέγχεται η κατάσταση των αντισωμάτων για το εμβόλιο της ιλαράς.
-
Διουρητικά της αγκύληςαντένδειξηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης.ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χρήσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αιμολυτική αναιμία
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Υπερευαισθησία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Ερύθημα
- Φαρμακευτικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Αρθραλγία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Ρίγη
- Πυρεξία
- Κόπωση
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΞαφνική πτώση της αρτηριακής πίεσης
-
ΣπάνιεςΠαροδικές δερματικές αντιδράσειςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοεμβολικές αντιδράσεις
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑναστρέψιμες αιμολυτικές αντιδράσεις
-
Μη γνωστέςΑναστρέψιμη άσηπτη μηνιγγίτιδα
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα κρεατινίνηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΔερματικός ερυθηματώδης λύκοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚόπωσηΓενικές
-
Μη γνωστέςΜέτριου βαθμού οσφυαλγία
-
Μη γνωστέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΟξεία πνευμονική βλάβη σχετιζόμενη με μετάγγιση (TRALI)
-
Μη γνωστέςΠυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠυρετόςΓενικές
-
Μη γνωστέςΡίγηΓενικές
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΦαρμακευτικό εξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΧαμηλή αρτηριακή πίεση
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΠρέπει να χορηγείται μόνο με προσοχήΗ ασφάλεια της χρήσης αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος κατά την κύηση στον άνθρωπο δεν έχει αποδειχθεί με ελεγχόμενες κλινικές μελέτες. Τα προϊόντα IVIg έχει καταδειχθεί ότι διαπερνούν τον πλακούντα, περισσότερο κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου. Η κλινική εμπειρία με τις ανοσοσφαιρίνες που επιβεβαιώθηκε περαιτέρω από στοιχεία σχετικά με την χορήγηση της CMVIG υποδεικνύει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις κατά την κύηση ή στο έμβρυο και στο νεογνό.
-
ΓαλουχίαΔεν αναμένονται αρνητικές επιδράσειςΟι ανοσοσφαιρίνες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσειςΗ κλινική εμπειρία με ανοσοσφαιρίνες υποδεικνύει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη γονιμότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπερφόρτωση με υγρά
- υπερβολικό ιξώδες
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Άνοσοι οροί και ανοσοσφαιρίνες, ειδικές ανοσοσφαιρίνες, κωδικός ATC: J06BB09. Το Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP είναι ένα παρασκεύασμα ανοσοσφαιρινών από το πλάσμα δοτών με υψηλό τίτλο αντισωμάτων έναντι του CMV. Έχει καθορισμένο και υψηλό τίτλο υψηλής συγγένειας αντισωμάτων έναντι του CMV. Περιέχει επίσης αντισώματα IgG έναντι άλλων παθογόνων, αντιπροσωπευτικά του μεγάλου αριθμού φυσιολογικών ατόμων που συνέβαλαν στις δεξαμενές πλάσματος από τις οποίες προέκυψε το προϊόν. Έχει κατανομή των υποτάξεων IgG σε στενή αναλογία με εκείνη στο εγγενές ανθρώπινο πλάσμα.
Μηχανισμός δράσης
Το Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP είναι ένα ειδικό για τον CMV παρασκεύασμα πολυκλωνικής ανοσοσφαιρίνης που δεσμεύεται στα αντιγόνα επιφανείας του CMV εξουδετερώνοντας με αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα του CMV να εισέλθει στα κύτταρα του ξενιστή και παρουσιάζει το μόριο του CMV προς φαγοκυττάρωση. Τα αντισώματα του Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP ρυθμίζουν και αλληλεπιδρούν επίσης με τα ανοσοκύτταρα (δενδριτικά κύτταρα, μονοκύτταρα, B και T κύτταρα) ασκώντας μια θετική ανοσολογική ισορροπία επιπρόσθετα της ιοστατικής αναστολής του πολλαπλασιασμού του CMV.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ο κύριος τρόπος δράσης του Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP είναι η δέσμευση του κυκλοφορούντος ιού. Αυτά τα ειδικά για τον CMV αντισώματα αποκλείουν τη λοίμωξη διαφορετικών κυτταρικών τύπων, συμπεριλαμβανομένων όλων των γονότυπων του CMV και παραλλαγών του ιού που είναι ανθεκτικές στα ιοστατικά. Περαιτέρω, το Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP μπορεί να ενεργοποιήσει CMV-αντιδρώντα ανοσοκύτταρα για μακράς διάρκειας ειδικές για τον CMV ανοσολογικές αποκρίσεις. Έχει επίσης επιπλέον ανοσοτροποποιητικές ιδιότητες ανεξάρτητες του CMV, οι οποίες έχουν συσχετιστεί με μείωση της απόρριψης οργάνων.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η κλινική αποτελεσματικότητα της CMVIG διερευνήθηκε σε διάφορα περιβάλλοντα, συμπεριλαμβανομένων ασθενών που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και βλαστοκυττάρων. Στη νεφρική μεταμόσχευση, η CMVIG μείωσε τη συχνότητα εμφάνισης CMV λοίμωξης από το 41,7% (ομάδα ελέγχου) στο 21,1% (ομάδα Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP). Άλλα παραδείγματα περιλαμβάνουν τη μεταμόσχευση πνεύμονα, όπου η συχνότητα εμφάνισης νόσου CMV μειώθηκε από το 43,3% (ομάδα ελέγχου) στο 13,2% (ομάδα Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP), και τη μεταμόσχευση μυελού των οστών, όπου η συχνότητα εμφάνισης διάμεσης πνευμονίτιδας μειώθηκε από το 26,1% στο 3,8%.
Μεταμόσχευση νεφρού
Μια προοπτική, τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη διερεύνησε την αποτελεσματικότητα της προφύλαξης υπερανοσοσφαιρίνης για τη CMV λοίμωξη σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού. Εντάχθηκαν 74 ασθενείς οι οποίοι υποβλήθηκαν σε πτωματική μεταμόσχευση νεφρού για πρώτη φορά. Η μέση περίοδος παρακολούθησης ήταν 45 μήνες. Οι ασθενείς έλαβαν ανοσοκατασταλτικό σχήμα αποτελούμενο από μεθυλπρεδνιζολόνη και κυκλοσπορίνη A. Στην ομάδα θεραπείας, 38 ασθενείς έλαβαν δόση 2 ml/kg Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP ενδοφλεβίως αμέσως πριν την μεταμόσχευση και, έπειτα, τις ημέρες 1, 2, 4, 18, 32, 46, 60, 74 και 88 μετά τη μεταμόσχευση. Η ομάδα ελέγχου αποτελούνταν από 36 ασθενείς οι οποίοι δεν έλαβαν Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP. Στην ομάδα θεραπείας, συνολικά 8/38 ασθενείς (21,1%) είχαν CMV λοίμωξη και 5/38 ασθενείς (13,2%) είχαν νόσο CMV, ενώ στην ομάδα ελέγχου συνολικά 15/36 ασθενείς (41,7%) είχαν CMV λοίμωξη και 6/36 ασθενείς (16,7%) είχαν νόσο CMV.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μια αναδρομική μελέτη διερεύνησε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της ακυκλοβίρης συν της προφύλαξης με Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP και της πρώιμης θεραπείας με γανκυκλοβίρη σε υψηλού κινδύνου για CMV παιδιατρικούς ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού (79 ασθενείς με μέση ηλικία τα 14,1 ± 4,9 έτη, εύρος 2,5 - 20). Η ελάχιστη περίοδος παρακολούθησης ήταν 12 μήνες. Το ανοσοκατασταλτικό σχήμα περιελάμβανε κυκλοσπορίνη A και στεροειδή, με την προσθήκη αζαθειοπρίνης σε 4 ασθενείς που έλαβαν νεφρό από ζώντα συγγενή δότη. Τα επεισόδια οξείας απόρριψης αντιμετωπίστηκαν με ενδοφλέβιες ώσεις μεθυλπρεδνιζολόνης. 39 R- (αρνητικοί) ασθενείς έλαβαν 150 mg/kg Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP την πρώτη μετεγχειρητική ημέρα, 100 mg/kg τις ημέρες 15 και 30, και 50 mg/kg τις ημέρες 45, 60 και 120 μετά τη μεταμόσχευση και την από του στόματος λήψη ακυκλοβίρης. 40 R+ (θετικοί) ασθενείς έλαβαν μόνο από του στόματος ακυκλοβίρη στην ίδια δοσολογία με τους R- ασθενείς. Παρουσία CMV λοίμωξης, 10 mg/kg σωματικού βάρους ημερησίως ενδοφλέβιας γανκυκλοβίρης χορηγήθηκαν για τουλάχιστον 2 εβδομάδες ή έως τη λήψη αρνητικής αντιγοναιμίας. Στην ομάδα R- που ελάμβανε θεραπεία με Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP, εκ των 33 CMV οροαρνητικών ληπτών (R-) που έλαβαν το μόσχευμα από CMV οροθετικό δότη (D+) οι 18 (54,5%) εμφάνισαν CMV λοίμωξη, ενώ δεν υπήρξε λοίμωξη στους 6 CMV οροαρνητικούς λήπτες (R-) που έλαβαν το μόσχευμα από CMV αρνητικό δότη. Στην ομάδα R+ που ελάμβανε μόνο ακυκλοβίρη, εκ των 28 CMV R+ ληπτών που έλαβαν μόσχευμα από CMV D+ δότη, οι 11 (39,3%) εμφάνισαν CMV λοίμωξη, ενώ εκ των 12 R+ ληπτών που έλαβαν μόσχευμα από CMV D- δότη, ο ένας εμφάνισε CMV λοίμωξη (8,3%).
Μεταμόσχευση καρδιάς
Μια ανοικτής επισήμανσης, συγκριτική, αναδρομική μελέτη διερεύνησε τη συνδυαστική προφύλαξη με Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP συν γανκυκλοβίρη έναντι της μονοθεραπείας με Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP σε 207 υψηλού κινδύνου ενήλικες λήπτες καρδιακού μοσχεύματος (μέση ηλικία 52,2 έτη) που έλαβαν αλλομόσχευμα από οροθετικούς δότες (D+/R-). Όλοι οι ασθενείς έλαβαν πολυκλωνική αντιθυμοκυτταρική σφαιρίνη κουνελιού ως θεραπεία επαγωγής. Η κυκλοσπορίνη A, η αζαθειοπρίνη και η πρεδνιζόνη χρησιμοποιήθηκαν ως ανοσοκατασταλτική θεραπεία συντήρησης. Τα επεισόδια οξείας απόρριψης αντιμετωπίστηκαν με ημερήσια ταχεία δόση (bolus) πρεδνιζόνης για 3 διαδοχικές ημέρες. Στην ομάδα A, 96 ασθενείς έλαβαν μόνο Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP, ενώ στην ομάδα B, 111 ασθενείς έλαβαν Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP με γανκυκλοβίρη. 100 mg/kg Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως πριν από τη μεταμόσχευση και τις μετεγχειρητικές ημέρες 1, 7, 14, 21 και 28. Οι ασθενείς με νόσο CMV υποβλήθηκαν σε θεραπεία με γανκυκλοβίρη για 21 ημέρες σε συνδυασμό με μείωση της ανοσοκατασταλτικής θεραπείας. Επιπλέον το Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP χορηγούνταν εβδομαδιαίως. Στην ομάδα A, το 53,1% είχε CMV λοίμωξη και το 32,3% (31/96 ασθενείς) είχε νόσο CMV. Στην ομάδα Β, το 65,8% είχε CMV λοίμωξη και το 11,7% (13/111 ασθενείς) είχε νόσο CMV. Τέσσερις σχετιζόμενοι με τον CMV θάνατοι παρατηρήθηκαν στην ομάδα A. Τρεις ασθενείς απεβίωσαν λόγω βαριάς σηψαιμίας από CMV, ενώ ένας ασθενής απεβίωσε από εγκεφαλίτιδα από CMV. Δεν παρατηρήθηκαν σχετιζόμενοι με τον CMV θάνατοι στην ομάδα B, κάτι που αντανακλά ένα στατιστικά σημαντικό όφελος του συνδυασμού Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP και γανκυκλοβίρης έναντι της προφύλαξης μόνο με Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP (P=0,0326).
Μια ανοικτής επισήμανσης, μονοκεντρική μελέτη διερεύνησε την παθητική ανοσοποίηση έναντι του CMV σε ενήλικες λήπτες αλλομοσχεύματος (146 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση καρδιάς μεταξύ του 1984 και του 1991 με διάμεση ηλικία τα 47 έτη). Η περίοδος παρακολούθησης κυμάνθηκε από 13 έως 73 μήνες (διάμεση διάρκεια 43 μήνες). Η ανοσοκατασταλτική θεραπεία συντήρησης αποτελείτο από κυκλοσπορίνη A και πρεδνιζόνη. Αζαθειοπρίνη προστέθηκε σ’ αυτό το σχήμα σε 11 ασθενείς λόγω υποτροπιάζουσας απόρριψης εντός του πρώτου έτους. Στην ομάδα θεραπείας, 65 ασθενείς CMV (R-) έλαβαν 150 mg/kg Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης και 100 mg/kg Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP τις ημέρες 2, 7, 14, 28, 42, 56 και 72 μετά τη μεταμόσχευση, ενώ η ομάδα ελέγχου αποτελούνταν από 81 ασθενείς CMV (R+) οι οποίοι δεν έλαβαν προφύλαξη έναντι του CMV. Στην ομάδα θεραπείας, 21/65 (R-) ασθενείς (32,3%) είχαν CMV λοίμωξη και 11/65 (R-) ασθενείς (16,9%) είχαν νόσο CMV. Στην ομάδα ελέγχου, 40/81 (R-) ασθενείς (49,4%) είχαν CMV λοίμωξη και 10/81 (R-) ασθενείς (12,3%) είχαν νόσο CMV.
Μεταμόσχευση πνεύμονα
Μια αναδρομική, μονοκεντρική μελέτη διερεύνησε την ανοσοσφαιρίνη CMV για την προφύλαξη και τη θεραπεία της CMV λοίμωξης (αναλύθηκαν 156 ενήλικες ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση πνεύμονα μεταξύ του 2007 και του 2011 με μέση ηλικία τα 52 έτη (εύρος 17-67 έτη)). Η διάμεση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 19,2 μήνες. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία επαγωγής με βασιλιξιμάμπη και τριπλή ανοσοκατασταλτική θεραπεία (τακρόλιμους, μυκοφαινολική μοφετίλη, μεθυλπρεδνιζολόνη ακολουθούμενη από πρεδνιζολόνη). Έγινε έναρξη ενδοφλέβιας γανκυκλοβίρης σε όλους τους ασθενείς που διέτρεχαν κίνδυνο (D+/R- ή R+) κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας μετά τη μεταμόσχευση. Στην ομάδα θεραπείας, 23 ασθενείς D+/R- έλαβαν 2 ml/kg Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP τις ημέρες 1, 4, 8, 15 και 30 μετά τη μεταμόσχευση και, στη συνέχεια, μηνιαίως για ένα επιπλέον έτος και βαλγανκυκλοβίρη για 6 μήνες. Στην ομάδα ελέγχου, 133 ασθενείς R+ έλαβαν βαλγανκυκλοβίρη για 3 μήνες. Στην ομάδα θεραπείας, 14/23 (D+/R-) ασθενείς (61%) είχαν CMV λοίμωξη και 4/23 (D+/R-) ασθενείς (17,4%) είχαν νόσο CMV, ενώ στην ομάδα ελέγχου 46/133 (R+) ασθενείς (35%) είχαν CMV λοίμωξη και 6/133 (R+) ασθενείς (4%) είχαν νόσο CMV. Η θνησιμότητα ήταν 4/23 (D+R-) ασθενείς (17,4%) στην ομάδα θεραπείας και 40/133 (R+) ασθενείς (30%) στην ομάδα ελέγχου.
Μια συγκριτική, αναδρομική μελέτη διερεύνησε τη συνδυαστική προφύλαξη έναντι του CMV έπειτα από μεταμόσχευση πνεύμονα σε 68 ενήλικες ασθενείς που έλαβαν πνευμονικό μόσχευμα (μέση ηλικία 55,8 έτη στην ομάδα θεραπείας και 49,2 έτη στην ομάδα ελέγχου) με CMV οροθετικό αλλομόσχευμα. Η διάμεση περίοδος παρακολούθησης ήταν 16,5 μήνες στην ομάδα ελέγχου (5,3 έως 69,5 μήνες) και 23,8 μήνες στην ομάδα μελέτης (11,9 έως 35 μήνες). Στην ομάδα ελέγχου, 30 ασθενείς (που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση από το 1994 έως το 2000) έλαβαν μόνο γανκυκλοβίρη για τους πρώτους 3 μήνες μετεγχειρητικά, ενώ στην ομάδα θεραπείας, 38 ασθενείς (που υποβλήθηκαν σε μεταμόσχευση από το 2000 έως το 2004) έλαβαν επιπλέον θεραπεία με 1 ml/kg Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP σε 7 δόσεις εντός του πρώτου μήνα μετά τη μεταμόσχευση.
Πίνακας 1: Αποτελέσματα της μελέτης
| Ομάδα θεραπείας (γανκυκλοβίρη + Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP) (N=38) | Ομάδα ελέγχου (μόνο γανκυκλοβίρη) (N=30) | |
|---|---|---|
| Επιβίωση 1 έτους | 81,6% | 63,3% |
| Επιβίωση 3 ετών | 71,5% | 40% |
| 1 έτος χωρίς επανενεργοποίηση του CMV ή de novo λοίμωξη | 71,5% | 51,1% |
| 3 έτη χωρίς επανενεργοποίηση του CMV ή de novo λοίμωξη | 66,4% | 30% |
| Ανάπτυξη νόσου CMV κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης | 13,2% | 43,3% |
| Ανάπτυξη πνευμονίτιδας από CMV | 0% | 13,2% |
| Εμφάνιση συνδρόμου CMV | 13,2% | 10% |
| 1 έτος χωρίς σύνδρομο αποφρακτικής βρογχιολίτιδας (BOS) | 91,0% | 69,7% |
| 3 έτη χωρίς BOS | 82% | 54,3% |
| Σχετιζόμενος με τον CMV θάνατος | 0% | 16,7% |
Μεταμόσχευση μυελού των οστών (BMT)
Μια τυχαιοποιημένη συγκριτική μελέτη διερεύνησε τη χρήση ενδοφλέβιας υπερανοσοσφαιρίνης στην πρόληψη της CMV λοίμωξης σε 49 ενήλικες ασθενείς με λευχαιμία, οι οποίοι υποβλήθηκαν σε αλλογενή BMT από HLA συμβατά αδέλφια (μέση ηλικία 22 (ομάδα Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP) και 22,5 έτη (ομάδα ελέγχου)). Η περίοδος παρακολούθησης ήταν 110 ημέρες. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν σχήμα προετοιμασίας με κυκλοφωσφαμίδη και ολοσωματική ακτινοβόληση. Στην ομάδα θεραπείας, 26 ασθενείς έλαβαν 1 ml/kg Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP, ενώ στην ομάδα ελέγχου, 23 ασθενείς έλαβαν 2 ml/kg φυσιολογικής ανοσοσφαιρίνης την ημέρα -7, καθώς και τις ημέρες 13, 33, 73 και 93 μετά την BMT. Εντός των πρώτων 110 ημερών μετά την BMT, 1/26 ασθενείς (4%) στην ομάδα θεραπείας και 6/23 ασθενείς (26%) στην ομάδα ελέγχου ανέπτυξαν σχετιζόμενη με CMV διάμεση πνευμονίτιδα. Δύο ασθενείς στην ομάδα που υποβαλλόταν σε θεραπεία με Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP ανέπτυξαν σχετιζόμενη με CMV διάμεση πνευμονίτιδα μετά τη διακοπή της θεραπείας (Ημέρες 143 και 153).
Μια ανοικτής επισήμανσης, μη συγκριτική μελέτη διερεύνησε την ελάττωση της νόσου CMV μέσω προφύλαξης με CMV υπερανοσοσφαιρίνη συν από του στόματος ακυκλοβίρη σε 93 ενήλικες λήπτες BMT (διάμεση ηλικία 22 έτη, εύρος 1-49 έτη). Οξεία GVHD αναφέρθηκε για 43 (48,3%) (βαθμός <II), 18 (20,2%) (βαθμός II) και 28 (34,3%) (βαθμός III-IV) ασθενείς. Η ολοσωματική ακτινοβόληση εφαρμόστηκε σε κλασματοποιημένο σχήμα τις Ημέρες -3 έως -1. 100 mg/kg Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP χορηγήθηκαν δύο φορές πριν από την BMT και, στη συνέχεια, κάθε τρίτη εβδομάδα έως την ημέρα 100 μετά την BMT. 11/93 ασθενείς (11,8%) εμφάνισαν στοιχεία CMV λοίμωξης. Εξ αυτών, 6 ασθενείς ανέπτυξαν CMV λοίμωξη κατά την περίοδο λήψης προφυλακτικής αγωγής με CMV υπερανοσοσφαιρίνη, ενώ ο ιός επανενεργοποιήθηκε σε 5 ασθενείς μετά τη διακοπή του Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP. Μεταξύ των ασθενών που έπασχαν από βαριά GVHD, 10/38 ασθενείς (26,2%) ανέπτυξαν CMV λοίμωξη, σε αντίθεση με μόνο 1/55 ασθενείς (1,8%) που εμφάνισαν ήπια GVHD.
Αποτελέσματα μετα-αναλύσεων
Μετα-αναλύσεις των βιβλιογραφικών δεδομένων για την κλινική αποτελεσματικότητα έχουν πραγματοποιηθεί προκειμένου να αναλυθούν όλα τα δημοσιευμένα δεδομένα με το Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP στην εγκεκριμένη ένδειξη της προφύλαξης, ανεξαρτήτως σχεδιασμού της μελέτης. Το ποσοστό της CMV λοίμωξης καθορίστηκε ως παράμετρος ανάλυσης για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο. Μία μετα-ανάλυση καλύπτει όλες τις μελέτες ανεξάρτητα από τον τύπο της μεταμόσχευσης, και μία καλύπτει μόνο τις μεταμοσχεύσεις συμπαγών οργάνων (μη συμπεριλαμβανομένης της μεταμόσχευσης μυελού των οστών/της λευχαιμίας). Για τα αποτελέσματα, βλ. Πίνακα 2.
Πίνακας 2: Αποτελέσματα των μετα-αναλύσεων:
| Μετα-ανάλυση | Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP (n/N, %) | Ομάδα ελέγχου (n/N, %) | p-value |
|---|---|---|---|
| (όλες οι ενδείξεις) | 422/1137, 37,1% (95% CI: 34,3% - 40,0%) | 286/637, 44,9% (95% CI: 41,0% - 48,9%) | 0,001 |
| (νεφρικές, καρδιακές και πνευμονικές μεταμοσχεύσεις) | 390/969, 40,2% (95% CI: 37,1% - 43,4%) | 283/603, 46,9% (95% CI: 42,9% - 51,0%) | 0,009 |
Σε αμφότερες τις αναλύσεις, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση της CMV λοίμωξης στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ενδείξεων, το ποσοστό CMV λοίμωξης μειώθηκε από το 44,9% των ασθενών στην ομάδα ελέγχου στο 37,1% των ασθενών στην ομάδα του Ανοσοσφαιρίνη έναντι του κυτταρομεγαλοϊού CP (p = 0,001). Λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις μεταμοσχεύσεις νεφρού, καρδιάς και πνεύμονα, η μείωση κυμάνθηκε από 46,9% έως 40,2% του συνόλου των ασθενών (p = 0,009).