Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
ZOSTEVIR 125MG/TAB
Διακοπή
|
125 / TAB | 75.53 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
Έγκαιρη θεραπεία του οξέος έρπητος ζωστήρος
σε: ανοσοεπαρκείς ασθενείς
- B02 Έρπης ζωστήρας
ZOSTEVIR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα, την ίδια περίπου ώρα
- Δόση έναρξης: 1 δισκίο μία φορά την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση1 δισκίο μία φορά την ημέρα για 7 ημέρεςΗ θεραπεία πρέπει να αρχίζει όσο το δυνατόν νωρίτερα και κατά προτίμηση εντός 72 ωρών από την εμφάνιση των δερματικών εκδηλώσεων (γενικά με την εμφάνιση εξανθήματος) ή σε 48 ώρες από την εμφάνιση της πρώτης φλύκταινας. Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται την ίδια περίπου ώρα κάθε ημέρα. Δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται δεύτερος κύκλος μετά τον πρώτο.
-
Ασθενείς άνω των 50 ετώνΔόση1 δισκίο μία φορά την ημέρα για 7 ημέρεςΜειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης μεθερπητικής νευραλγίας.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (άνω των 65 ετών)Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (μέτρια ή σοβαρή)Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (μέτρια ή σοβαρή)Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (0-18 ετών)Αντενδείκνυται, καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Αντικαρκινική χημειοθεραπεία, ειδικά εάν λαμβάνουν 5-φθοριοουρακίλη (5-FU), προφάρμακα της 5-FU (π.χ. καπεσιταβίνη, φλουξουριδίνη, τεγαφούρη) ή άλλες 5-φθοριοπυριμιδίνεςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Αντιμυκητιασική θεραπεία με φλουκυτοσίνηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ανοσοανεπάρκεια (όπως αυτή λόγω αντικαρκινικής χημειοθεραπείας ή άλλης ανοσοκατασταλτικής αγωγής)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Μη τεκμηριωμένη ασφάλεια και αποτελεσματικότηταΠληθυσμόςΠαιδιά
-
Κύηση και γαλουχία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με 5-φθοριοουρακίλη και 5-φθοριοπυριμιδίνεςΝα μη χορηγούνται ταυτόχρονα. Να παρεμβάλλεται διάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων πριν αρχίσει η θεραπεία με φάρμακα της 5-φθοριοπυριμιδίνης.
-
Στάδιο δερματικών εκδηλώσεωνΝα μη χορηγείται όταν οι δερματικές εκδηλώσεις έχουν πλήρως αναπτυχθεί.
-
Χρόνια νόσος του ήπατος / ΗπατίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια νόσο του ήπατος (π.χ. ηπατίτιδα)Χορήγηση με προσοχή. Να μη γίνεται επέκταση της θεραπείας πέρα από τη συνιστώμενη διάρκεια των 7 ημερών λόγω κινδύνου ανάπτυξης ηπατίτιδας.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζηςΝα μη λαμβάνουν το φαρμακευτικό προϊόν.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
5-φθοριοουρακίλη (συμπεριλαμβανομένων σκευασμάτων τοπικής χρήσης και προφαρμάκων π.χ. καπεσιταβίνη, φλουξουριδίνη, τεγαφούρη) ή άλλες 5-φθοριοπυριμιδινών (όπως φλουκυτοσίνη)αντένδειξηΕπαυξάνει την τοξικότητα των φθοριοπυριμιδινών, δυνητικώς θανατηφόρα. Η βριβουδίνη μέσω του μεταβολίτη BVU αναστέλλει μη αναστρέψιμα τη διϋδροπυριμιδινική αφυδρογονάση (DPD), οδηγώντας σε παρατεταμένη και ενισχυμένη τοξικότητα της 5-FU.ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγούνται ταυτόχρονα. Πρέπει να μεσολαβεί διάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων πριν την έναρξη θεραπείας με φάρμακα 5-φθοριοπυριμιδινών. Πριν την έναρξη θεραπείας με 5-φθοριοπυριμιδίνες, πρέπει να ελέγχεται η δραστικότητα του DPD ενζύμου σε ασθενείς που πρόσφατα έπαιρναν Βριβουδίνη. Σε περίπτωση κατά λάθος χορήγησης, διακοπή και των δύο φαρμάκων και λήψη έκτακτων μέτρων για τη μείωση της τοξικότητας της 5-FU.
-
Αντι-παρκινσονικά ντοπαμινεργικά φάρμακαπροσοχήΠιθανώς να επισπεύσει τη χορεία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Ηωσινοφιλία
- Αναιμία
- Λεμφοκυττάρωση
- Μονοκυττάρωση
- Θρομβοπενία
- Αλλεργικές/αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιφερικό οίδημα και οίδημα της γλώσσας, χειλιών, βλεφάρων, λάρυγγα και προσώπου, κνησμός, εξάνθημα, αυξημένη εφίδρωση, βήχας, δύσπνοια, βρογχόσπασμος)
- Ανορεξία
- Αϋπνία
- Παραισθήσεις
- Συγχυτική κατάσταση
- Αγχώδης διαταραχή
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Υπνηλία
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Πόνος στο αυτί
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Αγγειίτιδα
- Ναυτία
- Δυσπεψία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Τυμπανισμός
- Δυσκοιλιότητα
- Λιπώδες ήπαρ
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατίτιδα
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια
- Αύξηση της χολερυθρίνης στο αίμα
- Εξάνθημα σταθερής έκθυσης
- Απολεπιστική δερματίτιδα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Οστικά άλγη
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Γριππώδης συνδρομή (αίσθημα κακουχίας, πυρετός, πόνος, ρίγη)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγχώδης διαταραχήΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑλλεργικές/αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιφερικό οίδημα και οίδημα της γλώσσας, χειλιών, βλεφάρων, λάρυγγα και προσώπου, κνησμός, εξάνθημα, αυξημένη εφίδρωση, βήχας, δύσπνοια, βρογχόσπασμος)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΓριππώδης συνδρομή (αίσθημα κακουχίας, πυρετός, πόνος, ρίγη)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛεμφοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΛιπώδες ήπαρΉπαρ
-
Όχι συχνέςΜονοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤυμπανισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑπολεπιστική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑύξηση της χολερυθρίνης στο αίμαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημα σταθερής έκθυσηςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΟστικά άλγηΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠόνος στο αυτίΑυτί
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΟξεία ηπατική ανεπάρκειαΉπαρ
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΜελέτες σε ζώα δεν έδειξαν κάποια εμβρυοτοξική ή τερατογόνο δράση. Εμβρυοτοξικές δράσεις παρατηρήθηκαν μόνο σε μεγάλες δοσολογίες. Παρ’όλα αυτά, η ασφάλεια του Βριβουδίνη σε εγκύους δεν έχει αποδειχθεί.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΜελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η βριβουδίνη και ο κύριος μεταβολίτης της, η βρωμοβινυλική ουρακίλη (BVU), απεκκρίνονται στο γάλα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Αντιϊικό Κωδικός ATC J05AB15
Μηχανισμός δράσης
Η βριβουδίνη, το δραστικό συστατικό του Βριβουδίνη, είναι ένα από τα πλέον δραστικά ανάλογα νουκλεοσιδίων που αναστέλλει τον αναδιπλασιασμό του ιού του έρπητα ζωστήρα (VZV). Ιδιαίτερα ευαίσθητα είναι τα κλινικά στελέχη VZV.
Σε μολυσμένα με ιούς κύτταρα, η βριβουδίνη υφίσταται συνεχείς φωσφορυλιώσεις καταλήγοντας σε τριφωσφορική βριβουδίνη η οποία είναι υπεύθυνη για την αναστολή του αναδιπλασιασμού του ιού. Η ενδοκυτταρική μετατροπή της βριβουδίνης στα φωσφορυλιωμένα παράγωγα καταλύεται με κωδικοποιημένα ένζυμα του ιού κυρίως κινάση της θυμιδίνης. Η φωσφορυλίωση συμβαίνει μόνο στα μολυσμένα κύτταρα γεγονός που δικαιολογεί τη μεγάλη εξειδίκευση της βριβουδίνης ενάντια στο στόχο του ιού. Η τριφωσφορική βριβουδίνη άπαξ και σχηματιστεί στα μολυσμένα με τον ιό κύτταρα, παραμένει ενδοκυτταρικά για περισσότερο από 10 ώρες και αντιδρά με την DNA-πολυμεράση του ιού. Η αντίδραση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα την ισχυρή αναστολή του αναδιπλασιασμού.
Ο μηχανισμός αντίστασης βασίζεται στην έλλειψη της κινάσης της θυμιδίνης (ΤΚ) του ιού. Όμως σύμφωνα με την κλινική πρακτική προαπαιτούμενο για ανάπτυξη ανθεκτικότητας είναι η χρόνια αντιϊκή θεραπεία και η ανοσοανεπάρκεια του ασθενούς, συνθήκες οι οποίες είναι απίθανο να παρατηρηθούν υπό τις απαιτούμενες ενδείξεις και δοσολογία.
Συγκέντρωση της βριβουδίνης ικανή να εμποδίσει in vitro τον αναδιπλασιασμό του ιού (IC50) αντιστοιχεί με 0,001μg/ml (εύρος 0,0003-0,003μg/ml). Επομένως, η βριβουδίνη είναι περίπου 200-1.000 φορές ισχυρότερη από την ακυκλοβίρη και την πενσικλοβίρη στην in vitro αναστολή του αναδιπλασιασμού του ιού (VZV).
Η συγκέντρωση της βριβουδίνης στο πλάσμα ασθενών που παίρνουν την συνιστώμενη δοσολογία (125mg από του στόματος) έχει μέγιστη τιμή (Cssmax) 1,7μg/ml (δηλ. 1000 φορές την IC50 in vitro) και ελάχιστη τιμή (Cssmin) 0,06μg/ml (δηλ. τουλάχιστον 60 φορές την IC50). Η βριβουδίνη έχει πολύ ταχεία έναρξη δράσης σε συνθήκες ενεργού πολλαπλασιασμού του ιού, επιτυγχάνοντας 50% αναστολή του αναδιπλασιασμού του μέσα σε 1 ώρα από την έκθεσή του στο φάρμακο.
Η βριβουδίνη εμφανίζει επίσης αντιϊκή δραστικότητα σε πειράματα με ζώα που επιμολύνθηκαν είτε με τον ιό Simian (πίθηκοι) ή με απλό ερπητοϊό τύπου 1 (ποντίκια και ινδικά χοιρίδια). Η βριβουδίνη είναι δραστική στον ιό του απλού έρπητα τύπου 1, ενώ δεν εμφανίζει σημαντική δραστικότητα στον ιό του απλού έρπητα τύπου 2.
Η αναστολή του αναδιπλασιασμού του ιού αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα του Βριβουδίνη στην επίσπευση της υποχώρησης των δερματικών συμπτωμάτων σε ασθενείς που βρίσκονται στο αρχικό στάδιο του έρπητα ζωστήρα.
Η μεγάλη in vitro αντιϊκή δραστικότητα της βριβουδίνης αντανακλάται στο σημαντικό κλινικό αποτέλεσμα που παρατηρείται από την έναρξη της θεραπείας μέχρι την επούλωση της τελευταίας φλύκταινας συγκριτικά με κλινικές μελέτες με acyclovir. Ο μέσος χρόνος μειώνεται κατά 25% με βριβουδίνη (13,5 ώρες) σε σχέση με την ακυκλοβίρη (18 ώρες).
Επιπλέον, ο σχετικός κίνδυνος ανάπτυξης μεθερπητικής νευραλγίας (PHN) είναι 25% μικρότερος με βριβουδίνη (33% των ασθενών ανέφεραν PHN) σχετικά με την ακυκλοβίρη (43% των ασθενών που εμφάνισαν PHN) σε ασθενείς με ανοσοανεπάρκεια άνω των 50 ετών που έπαιρναν θεραπεία για έρπητα ζωστήρα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Η βριβουδίνη απορροφάται ταχέως μετά από στοματική χορήγηση του Βριβουδίνη. Η βιοδιαθεσιμότητα της βριβουδίνης είναι περίπου 30% της χορηγούμενης από του στόματος δόσης, εξαιτίας του σημαντικού μεταβολισμού πρώτης διόδου. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση της βριβουδίνης στο πλάσμα μετά την από του στόματος χορήγηση 125mg είναι 1,7μg/ml σε σταθεροποιημένη κατάσταση και επιτυγχάνεται σε 1 ώρα από τη χορήγηση. Η τροφή ελάχιστα καθυστερεί την απορρόφηση της βριβουδίνης αλλά δεν επηρεάζει τη συνολική ποσότητα του απορροφούμενου φαρμάκου.
Κατανομή
Η βριβουδίνη κατανέμεται εκτεταμένα στους ιστούς, όπως αποδεικνύεται από τον μεγάλο όγκο κατανομής (75 l). Η βριβουδίνη συνδέεται σε μεγάλο βαθμό (>95%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η βριβουδίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα και ταχέως μέσω του ενζύμου φωσφορυλάση της πυριμιδίνης, το οποίο διασπά την ομάδα του σακχάρου απελευθερώνοντας τη βρωμοβινυλική ουρακίλη (BVU), ένα μεταβολίτη χωρίς αντιϊκή δράση. Η BVU είναι ο μόνος μεταβολίτης που ανιχνεύεται στο πλάσμα των ασθενών και η μέγιστη τιμή συγκέντρωσής του στο πλάσμα είναι περίπου διπλάσια από αυτή του μητρικού μορίου. Η BVU μεταβολίζεται περαιτέρω σε ουρακιλο-οξικο-οξύ, τον κύριο πολικό μεταβολίτη που ανευρίσκεται στα ούρα αλλά δεν ανιχνεύεται στο πλάσμα.
Αποβολή
Η βριβουδίνη απεκκρίνεται επαρκώς με συνολική σωματική κάθαρση 240ml/min. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της βριβουδίνης στο πλάσμα είναι περίπου 16 ώρες. Η βριβουδίνη απεκκρίνεται μέσω των ούρων (65% της χορηγούμενης δόσης) κυρίως ως ουρακιλο-οξικο-οξύ και περισσότερο πολικά παράγωγα συγγενικά της ουρίας. Η αμετάβλητη βριβουδίνη αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% της δοσολογίας του Βριβουδίνη που απεκκρίνεται στα ούρα. Οι κινητικές παράμετροι της BVU, όσον αφορά στον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής και την κάθαρση, είναι συγκρίσιμες με αυτές του κυρίως φαρμάκου.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Παρατηρήθηκε γραμμική κινητική για το δοσολογικό εύρος 31,25 σε 125mg. Σταθεροποιημένη κατάσταση της βριβουδίνης επιτυγχάνεται μετά από 5 ημέρες ημερήσιας λήψης του Βριβουδίνη, χωρίς περαιτέρω σημεία συγκέντρωσης του φαρμάκου.
Ηλικιωμένοι και ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια
Οι κύριες κινητικές παράμετροι (AUC, Cmax και τελικός χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα) της βριβουδίνης που μετρήθηκαν σε ηλικιωμένους καθώς και σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 26-50ml/min/1,73m² επιφάνεια σώματος και <25ml/min/1,73m² επιφάνεια σώματος αντίστοιχα) και σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh Class B-C) είναι συγκρίσιμες με αυτές της ομάδας ελέγχου και επομένως δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.