Clinio Logo
Clinio
ALMOGRAN › ΠΧΠ

ALMOGRAN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 1 πίνακας

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Almogran 12,5 mg Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 12,5 mg αλμοτριπτάνης ως D, L όξινη μηλεϊνική αλμοτριπτάνη.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

Λευκό, στρογγυλό, αμφίκυρτο επικαλυμμένo με λεπτό υμένιο δισκίο με ένα “Α” χαραγμένο στη μία πλευρά.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Άμεση αντιμετώπιση της κεφαλαλγίας των με ή χωρίς αύρα κρίσεων της ημικρανίας.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Το Almogran πρέπει να λαμβάνεται με κάποιο υγρό όσον το δυνατόν νωρίτερα μετά την έναρξη της κεφαλαλγίας που σχετίζεται με ημικρανία αλλά είναι εξίσου αποτελεσματικό και όταν λαμβάνεται σε μετέπειτα στάδιο.

Η αλμοτριπτάνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για προφύλαξη από την ημικρανία.

Τα δισκία μπορούν να ληφθούν με ή χωρίς τροφή.

Ενήλικες (ηλικίας 18 – 65 ετών)

Η συνιστώμενη δόση είναι ένα δισκίο που περιέχει 12,5 mg αλμοτριπτάνης. Μία δεύτερη δόση μπορεί να ληφθεί αν τα συμπτώματα επανεμφανισθούν εντός 24 ωρών. Αυτή η δεύτερη δόση μπορεί να ληφθεί με την προϋπόθεση ότι μεσολαβούν τουλάχιστον δύο ώρες μεταξύ των δύο δόσεων.

Η αποτελεσματικότητα μιας δεύτερης δόσης για την αντιμετώπιση της ίδιας κρίσης όταν η πρώτη δόση είναι αναποτελεσματική δεν έχει διερευνηθεί σε ελεγχόμενες δοκιμές. Για το λόγο αυτό εάν κάποιος ασθενής δεν ανταποκριθεί στην πρώτη δόση, δεν πρέπει να λάβει δεύτερη δόση για την ίδια κρίση.

Η μέγιστη συνιστώμενη δοσολογία είναι δύο δόσεις εντός 24 ωρών.

Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας κάτω των 18 ετών)

Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση της αλμοτριπτάνης σε παιδιά και εφήβους, συνεπώς δε συνιστάται η χρήση της σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.

Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών)

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας στους ηλικιωμένους. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αλμοτριπτάνης σε ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών δεν έχει αξιολογηθεί συστηματικά.

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.

Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν περισσότερο από ένα δισκίο των 12,5 mg σε διάστημα 24 ωρών.

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τη χρήση της αλμοτριπτάνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις και 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Όπως και άλλοι αγωνιστές των 5-ΗΤ υποδοχέων, η αλμοτριπτάνη δεν πρέπει να χορηγείται σε 1Β/1D ασθενείς με ιστορικό, συμπτώματα ή σημεία ισχαιμικής καρδιοπάθειας (έμφραγμα του μυοκαρδίου, στηθάγχη, τεκμηριωμένη σιωπηρή ισχαιμία, στηθάγχη Prinzmetal) ή σοβαρή υπέρταση και ήπια ή μέτρια μη ελεγχόμενη υπέρταση.

Σε ασθενείς με προηγούμενο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ΑΕΕ) ή παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ΠΙΕ). Περιφερική αγγειακή νόσος.

Ταυτόχρονη χορήγηση με εργοταμίνη, παράγωγα εργοταμίνης (συμπεριλαμβανομένης της μεθυσεργίδης) ή με άλλους αγωνιστές των 5-ΗΤ υποδοχέων αντενδείκνυται.

1Β/1D Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η αλμοτριπτάνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν υπάρχει σαφής διάγνωση ημικρανίας. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία βασικής, ημιπληγικής ή οφθαλμοπληγικής ημικρανίας.

Όπως και με άλλες επείγουσες θεραπείες της ημικρανίας, πρέπει να δίδεται προσοχή προκειμένου να αποκλειστούν άλλες δυνητικά σοβαρές νευρολογικές καταστάσεις, πριν την αντιμετώπιση της κεφαλαλγίας σε ασθενείς που δεν έχουν προηγουμένως διαγνωστεί ότι πάσχουν από ημικρανία και σε ασθενείς με ημικρανία που παρουσιάζουν άτυπα συμπτώματα. Αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αγωνιστές 5-ΗΤ υποδοχέων. Πρέπει να σημειωθεί 1Β/1D πως οι ασθενείς με ημικρανία μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για ορισμένα αγγειακά εγκεφαλικά συμβάματα (π.χ. αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο).

Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, όπως και με άλλους αγωνιστές των 5-ΗΤ υποδοχέων έχουν 1Β/1D , αναφερθεί αγγειόσπασμος στεφανιαίων και έμφραγμα του μυοκαρδίου. Επομένως η αλμοτριπτάνη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς που μπορεί να έχουν αδιάγνωστη στεφανιαία νόσο χωρίς προηγούμενη εκτίμηση της πιθανής υποκείμενης καρδιαγγειακής νόσου. Τέτοιοι ασθενείς είναι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, άνδρες ηλικίας άνω των 40 ετών και ασθενείς με άλλους παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο όπως μη ελεγχόμενη υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία, παχυσαρκία, διαβήτη, κάπνισμα ή σαφές οικογενειακό ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου. Ωστόσο οι εκτιμήσεις

αυτές, μπορεί να μην εντοπίσουν κάθε ασθενή που πάσχει από καρδιακή νόσο και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έχουν συμβεί σοβαρά καρδιακά επεισόδια σε ασθενείς χωρίς υποκείμενη καρδιαγγειακή νόσο όταν τους χορηγήθηκαν αγωνιστές 5-ΗΤ .

Μετά τη χορήγηση, η αλμοτριπτάνη μπορεί να συσχετιστεί με παροδικά συμπτώματα συμπεριλαμβανομένων θωρακικού άλγους και αισθήματος σύσφιγξης τα οποία μπορεί να είναι έντονα και να συμπεριλάβουν το λαιμό (βλ. Παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Όταν τέτοια συμπτώματα θεωρηθεί ότι υποδηλώνουν ισχαιμική καρδιοπάθεια, δεν πρέπει να χορηγηθεί άλλη δόση και πρέπει να διενεργηθεί κατάλληλη αξιολόγηση.

Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν συνταγογραφείται η αλμοτριπτάνη σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες.

Έχει αναφερθεί σύνδρομο της σεροτονίνης (συμπεριλαμβανομένων μεταβολής της νοητικής κατάστασης, αυτόνομης αστάθειας και νευρομυϊκών ανωμαλιών) μετά την ταυτόχρονη θεραπεία με τριπτάνες και εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (ΕΑΕΣ) ή αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (ΑΕΣΝ). Οι αντιδράσεις αυτές μπορεί να είναι σοβαρές. Εάν απαιτείται κλινικά ταυτόχρονη θεραπεία με αλμοτριπτάνη και έναν ΕΑΕΣ ή ΑΕΣΝ, συνιστάται κατάλληλη παρακολούθηση του ασθενή, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας, με αυξήσεις της δόσης, ή με προσθήκη άλλης σεροτονινεργικής αγωγής (βλ. Παράγραφο 4.5).

Συνιστάται να περιμένει ο ασθενής τουλάχιστον 6 ώρες μετά τη λήψη της αλμοτριπτάνης πριν τη χορήγηση εργοταμίνης. Πρέπει να παρέλθουν τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη χορήγηση σκευάσματος που περιέχει εργοταμίνη πριν τη λήψη αλμοτριπτάνης. Αν και δεν παρατηρήθηκαν αθροιστικές αγγειοσυσπαστικές δράσεις σε μια κλινική δοκιμή όπου 12 υγιείς εθελοντές έλαβαν από του στόματος αλμοτριπτάνη και εργοταμίνη, τέτοιες αθροιστικές δράσεις είναι θεωρητικώς πιθανές (βλ. Παράγραφο

4.3 Αντενδείξεις).

Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία δεν πρέπει να παίρνουν περισσότερο από ένα δισκίο 12,5 mg σε διάστημα 24 ωρών.

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική νόσο και η θεραπεία αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο (βλ. παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να είναι περισσότερο συχνές κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης χορήγησης τριπτανών και φυτικών σκευασμάτων τα οποία περιέχουν βαλσαμόχορτο (St John’s Wort, Hypericum perforatum).

Όπως και με άλλους αγωνιστές των 5-ΗΤ υποδοχέων, η αλμοτριπτάνη μπορεί να προκαλέσει 1Β/1D ήπιες, παροδικές αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης, οι οποίες μπορεί να είναι πιο έντονες στους ηλικιωμένους.

Κεφαλαλγία από κατάχρηση φαρμάκων (ΚΚΦ)

Η παρατεταμένη χρήση παυσίπονων για την αντιμετώπιση των κεφαλαλγιών μπορεί να τις επιδεινώσει. Αν αυτή η κατάσταση εμφανισθεί ή υπάρχουν υπόνοιες ότι συμβαίνει, πρέπει να λαμβάνεται ιατρική συμβουλή και η θεραπεία να διακόπτεται. Η διάγνωση της ΚΚΦ πρέπει να θεωρείται πιθανή σε ασθενείς που έχουν συχνές ή καθημερινές κεφαλαλγίες παρά την (ή οφειλόμενη στην) τακτική λήψη φαρμάκων για την αντιμετώπιση της κεφαλαλγίας.

Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της μέγιστης συνιστώμενης δόσης της αλμοτριπτάνης.

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί με αναστολείς μονοαμινοξειδάσης Α, β-

αναστολείς, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου ή αναστολείς των ισοενζύμων 3Α4 και 2D6 του κυτοχρώματος Ρ450. Δεν υπάρχουν μελέτες αλληλεπιδράσεων in vivo που να αξιολογούν τη δράση της αλμοτριπτάνης σε άλλα φάρμακα.

Όπως με άλλους αγωνιστές 5-ΗΤ ο δυνητικός κίνδυνος εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης λόγω 1, φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης σε περίπτωση ταυτόχρονης θεραπευτικής αγωγής με αναστολείς της ΜΑΟ δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Έχουν υπάρξει αναφορές που περιγράφουν ασθενείς με συμπτώματα συμβατά με εκείνα του συνδρόμου σεροτονίνης (συμπεριλαμβανομένων της μεταβολής της νοητικής κατάστασης, αυτόνομης αστάθειας και νευρομυϊκών ανωμαλιών) μετά τη χορήγηση εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (ΕΑΕΣ) ή αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (ΑΕΣΝ)

και τριπτανών (βλ. Παράγραφο 4.4).

Πολλαπλές χορηγήσεις δόσεων με τον αναστολέα των διαύλων ασβεστίου βεραπαμίλη, ένα υπόστρωμα του CYP3A4, είχε ως αποτέλεσμα μια κατά 20% αύξηση της C και AUC της max αλμοτριπτάνης. Η αύξηση δεν θεωρείται κλινικά σημαντική. Δεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις κλινικά σημαντικές.

Πολλαπλές χορηγήσεις δόσεων με προπρανολόλη δεν μετέβαλε τη φαρμακοκινητική της αλμοτριπτάνης. Δεν παρατηρήθηκαν αλληλεπιδράσεις κλινικά σημαντικές.

In vitro μελέτες που έγιναν για την αξιολόγηση της ικανότητας της αλμοτριπτάνης να αναστέλλει τα κύρια ένζυμα του CYP στα ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα και την ανθρώπινη μονοαμινοξειδάση (ΜΑΟ) έδειξαν ότι η αλμοπτριπτάνη δεν αναμένεται να επηρεάσει τον μεταβολισμό των φαρμάκων που μεταβολίζονται από το CYP ή τα ΜΑΟ-Α και ΜΑΟ-Β ένζυμα.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Διατίθεται πολύ περιορισμένος αριθμός δεδομένων από έγκυες ασθενείς για την αλμοτριπτάνη.

Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στην εγκυμοσύνη, στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. παράγραφο 5.3).

Απαιτείται προσοχή όταν συνταγογραφείται αλμοτριπτάνη σε έγκυες γυναίκες.

Θηλασμός Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την απέκκριση της αλμοτριπτάνης στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες σε αρουραίους έδειξαν ότι η αλμοτριπτάνη και/ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα.

Απαιτείται συνεπώς προσοχή όταν συνταγογραφείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Η έκθεση του βρέφους μπορεί να μειωθεί αποφεύγοντας το θηλασμό για 24 ώρες μετά τη θεραπεία.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν υπάρχουν μελέτες για την επίδραση της αλμοτριπτάνης στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, επειδή μπορεί να εμφανιστεί υπνηλία κατά τη διάρκεια μιας κρίσης ημικρανίας και έχει αναφερθεί ως ανεπιθύμητη ενέργεια της θεραπείας με αλμοτριπτάνη, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που εκτελούν απαιτητικές εργασίες.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Το Almogran αξιολογήθηκε σε κλινικές δοκιμές για έως και ένα χρόνο σε περισσότερους από 2.700 ασθενείς. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες στη θεραπευτική δόση ήταν ζάλη, υπνηλία, ναυτία, έμετος και κόπωση. Καμία από τις ανεπιθύμητες ενέργειες δεν είχε συχνότητα εμφάνισης μεγαλύτερη από 1,5%.

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες και/ή αναφερθεί κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Έχουν καταγραφεί κατά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα (SOC)

και κατά σειρά φθίνουσας συχνότητας. Οι συχνότητες καθορίζονται ως: πολύ συχνές (>1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία/ οργανικό σύστημαΣυχνέςΌχι συχνέςΠολύ σπάνιεςΜη γνωστές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένου αγγειοοιδήματος) Αναφυλακτικές αντιδράσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΖάλη ΥπνηλίαΠαραισθησία ΚεφαλαλγίαΣπασμοί
Οφθαλμικές διαταραχέςΟπτική διαταραχή* Όραση θαμπή*
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΕμβοές
Καρδιακές διαταραχέςΑίσθημα παλμώνΑγγειόσπασμος των στεφανιαίων Έμφραγμα του μυοκαρδίου Ταχυκαρδία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΣυσφιγκτικό αίσθημα λαιμού
Διαταραχές του γαστρεντερικούΝαυτία ΈμετοςΔιάρροια Δυσπεψία ΞηροστομίαΙσχαιμία του εντέρου
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΜυαλγία Οστικός πόνος
Γενικές διαταραχέςΚόπωσηΘωρακικό άλγος Εξασθένιση

*Ωστόσο, οπτικές διαταραχές μπορεί επίσης να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της ίδιας της κρίσης ημικρανίας.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: +30 2132040380/337, Φαξ: +310

210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Η πιο συχνά αναφερθείσα ανεπιθύμητη ενέργεια σε ασθενείς που έλαβαν 150 mg (η υψηλότερη δόση που χορηγήθηκε σε ασθενείς) ήταν η υπνηλία.

Η υπερδοσολογία πρέπει να αντιμετωπίζεται συμπτωματικά και οι ζωτικές λειτουργίες πρέπει να διατηρούνται. Επειδή ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι περίπου 3,5 ώρες η παρακολούθηση πρέπει να συνεχίζεται για 12 ώρες τουλάχιστον ή ενόσω τα συμπτώματα ή σημεία επιμένουν.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Σκευάσματα κατά της ημικρανίας. Εκλεκτικοί αγωνιστές υποδοχέων σεροτονίνης (5-ΗΤ ).

Κωδικός ATC: N02C C05.

Μηχανισμός δράσης Η αλμοτριπτάνη είναι ένας εκλεκτικός αγωνιστής των 5-ΗΤ και 5-ΗΤ υποδοχέων. Αυτοί οι 1Β 1D υποδοχείς μεσολαβούν στην αγγειοσύσπαση ορισμένων κρανιακών αγγείων, όπως καταδείχθηκε σε μελέτες όπου χρησιμοποιήθηκαν παρασκευάσματα απομονωμένου ανθρώπινου ιστού. Η αλμοτριπτάνη αλληλεπιδρά επίσης με το τριδυμοαγγειακό σύστημα, αναστέλλοντας την εξαγγείωση των πρωτεϊνών του πλάσματος από αγγεία της σκληρής μήνιγγας μετά από διέγερση του γαγγλίου του τριδύμου, το οποίο είναι χαρακτηριστικό νευρωνικής φλεγμονής και φαίνεται ότι ενέχεται στη φυσιοπαθολογία της ημικρανίας. Η αλμοτριπτάνη δεν έχει σημαντική δραστικότητα σε άλλους υπο- τύπους υποδοχέων 5-ΗΤ και δεν έχει σημαντική συγγένεια με τα σημεία σύνδεσης των αδρενεργικών υποδοχέων, της αδενοσίνης, της αγγειοτασίνης, της ντοπαμίνης, της ενδοθηλίνης ή της ταχυκινίνης.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η αποτελεσματικότητα της αλμοτριπτάνης στην άμεση θεραπεία των κρίσεων ημικρανίας, τεκμηριώθηκε σε τέσσερις πολυκεντρικές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές όπου συμμετείχαν περισσότεροι από 700 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκαν 12,5 mg. Η ελάττωση του πόνου άρχισε 30 λεπτά μετά τη χορήγηση, και το ποσοστό απόκρισης (μείωση της κεφαλαλγίας από μέτρια ή σοβαρή σε ήπια έως απούσα) μετά από 2 ώρες ήταν 57-70% με την αλμοτριπτάνη και 32- 42% με το εικονικό φάρμακο. Επιπρόσθετα, η αλμοτριπτάνη ανακούφισε από τη ναυτία, τη φωτοφοβία και τη φωνοφοβία που συσχετίζονται με τις κρίσεις ημικρανίας.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η αλμοτριπτάνη απορροφάται καλώς, με βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος περίπου 70%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (C ) εμφανίζονται περίπου μεταξύ 1,5 και 3,0 ωρών μετά τη max χορήγηση. Ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης δεν επηρεάζονται από την ταυτόχρονη λήψη τροφής. Σε υγιή άτομα στα οποία χορηγήθηκαν εφάπαξ δόσεις από του στόματος κυμαινόμενες από 5 mg έως 200 mg, οι C και AUC ήταν ανάλογες της δόσης, υποδεικνύοντας γραμμική max φαρμακοκινητική συμπεριφορά. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής (t ) είναι 3,5 ώρες περίπου σε υγιή άτομα. Δεν υπάρχει ένδειξη επίδρασης σχετιζόμενης με το φύλο στη φαρμακοκινητική της αλμοτριπτάνης.

Περισσότερο από το 75% της χορηγηθείσας δόσης αποβάλλεται με τα ούρα και το υπόλοιπο με τα κόπρανα. Περίπου, το 50% της απέκκρισης από τα ούρα και τα κόπρανα είναι αμετάβλητη αλμοτριπτάνη. Η κύρια οδός βιομετασχηματισμού είναι μέσω της οξειδωτικής απαμίνωσης που οδηγεί στον οξικό μεταβολίτη της ινδόλης, αντίδραση που καταλύεται από τη μονοαμινοξειδάση (ΜΑΟ-Α). Το κυτόχρωμα Ρ450 (ισοένζυμα 3Α4 και 2D6) και η μονο-οξυγενάση της φλαβίνης είναι

άλλα ένζυμα που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της αλμοτριπτάνης. Κανένας από τους μεταβολίτες δεν είναι σημαντικά δραστικός από φαρμακολογική άποψη.

Μετά από μία ενδοφλέβια δόση αλμοτριπτάνης που χορηγήθηκε σε υγιείς εθελοντές οι μέσες τιμές του όγκου κατανομής, της ολικής κάθαρσης και του χρόνου ημίσειας ζωής της αποβολής ήταν αντίστοιχα 195 L, 40 L/ώρα και 3,4 ώρες. Η νεφρική κάθαρση (CL ) αποτέλεσε τα δύο τρίτα περίπου R της συνολικής κάθαρσης με πιθανή συμμετοχή και της νεφρικής σωληναριακής έκκρισης. H CL R συσχετίζεται καλώς με τη νεφρική λειτουργία ασθενών με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης: 60-90 ml/min), μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης: 30-59 ml/min) και σοβαρή (κάθαρση κρεατινίνης: <30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία. Η αύξηση του μέσου t (μέχρι 7 ώρες) είναι στατιστικά και κλινικά σημαντική μόνο στην περίπτωση ασθενών με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Σε σύγκριση με τους υγιείς εθελοντές, η αύξηση στις μέγιστες συγκεντρώσεις (C ) της αλμοτριπτάνης στο πλάσμα ήταν 9%, 84%, και 72% max αντίστοιχα για ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, ενώ η αύξηση στην έκθεση (AUC) ήταν 23%, 80% και 195%, αντίστοιχα. Σύμφωνα με αυτά τα αποτελέσματα, η μείωση της συνολικής κάθαρσης της αλμοτριπτάνης ήταν -20%, -40%, και -65% αντίστοιχα για ασθενείς με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Όπως αναμένονταν, η συνολική (CL) και η νεφρική (CL ) κάθαρση μειώθηκαν αλλά χωρίς κλινική σημασία σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές σε R σύγκριση με μια ομάδα ελέγχου νεαρότερης ηλικίας.

Βάσει των μηχανισμών κάθαρσης της αλμοτριπτάνης στον άνθρωπο, περίπου το 45% της αποβολής της αλμοτριπτάνης φαίνεται να οφείλεται στον ηπατικό μεταβολισμό. Συνεπώς, ακόμα και αν αυτοί οι μηχανισμοί κάθαρσης ήταν εντελώς αποκλεισμένοι ή δυσλειτουργούσαν, τα επίπεδα της αλμοτριπτάνης στο πλάσμα θα αυξάνονταν το μέγιστο δύο φορές περισσότερο από την κατάσταση ελέγχου, με την προϋπόθεση ότι η νεφρική λειτουργία (και η νεφρική κάθαρση της αλμοτριπτάνης)

δεν μεταβάλλονται από ηπατική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η C αυξήθηκε δύο φορές, και η AUC αυξήθηκε περίπου τρεις φορές σε σχέση με τους υγιείς max εθελοντές. Οι μέγιστες αλλαγές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους σε ασθενείς με σημαντική ηπατική δυσλειτουργία δεν θα υπερέβαιναν αυτά τα εύρη. Για το λόγο αυτό, δεν διεξήχθη καμία μελέτη φαρμακοκινητικής της αλμοτριπτάνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα, ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν μόνο σε εκθέσεις που ήταν αρκετά πάνω από το ανώτατο όριο έκθεσης του ανθρώπου.

Η αλμοτριπτάνη δεν έδειξε καμία μεταλλαξιογόνο δραστηριότητα σε μία σειρά τυποποιημένων μελετών γονοτοξικότητας in vitro και in vivo, και ενδεχόμενη καρκινογόνος δράση δεν αποκαλύφθηκε σε μελέτες που έγιναν σε ποντίκια και αρουραίους.

Όπως συμβαίνει και με άλλους αγωνιστές των 5-ΗΤ υποδοχέων, η αλμοτριπτάνη συνδέεται με τη 1B/1D μελανίνη. Ωστόσο, δεν έχουν παρατηρηθεί οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες που να συσχετίζονται με το φάρμακο σε σκύλους μετά από θεραπεία για έως και ένα χρόνο.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου:

Μαννιτόλη (E-421)

Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Ποβιδόνη Αμυλο καρβοξυμεθυλιωμένο νατριούχο Νάτριο στεατυλοφουμαρικό Υλικό επικάλυψης:

Υπρομελλόζη Τιτανίου διοξείδιο (E-171)

Πολυαιθυλενογλυκόλη 400 Κηρός καρναούβης

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

5 χρόνια.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κουτιά που περιέχουν κυψέλες με φύλλο αλουμινίου με 2, 3, 4, 6, 7, 9, 12, 14 ή 18 δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Almirall, S.A.

General Mitre 151, 08022 BARCELONA- Ισπανία.

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

6842/10/5-5-2011

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 22 Νοεμβρίου 2000 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 5 Μαΐου 2011

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2488801_SPC_2488801_8.pdf