Clinio Logo
Clinio
BETRIMINE › ΠΧΠ

BETRIMINE — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ TOY ΠPOΪONTOΣ 1. ONOMAΣIA TOY ΦAPMAKEYTIKOY ΠPOΪONTOΣ Betrimine (250+250+2) mg/5ml ενέσιμο διάλυμα

2. ΠOIOTIKH KAI ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣYNΘEΣH

Σε κάθε φύσιγγα των 5 ml περιέχονται 250 mg Θειαμίνη Υδροχλωρική (Βιταμίνη B1)

250 mg Πυριδοξίνη Υδροχλωρική (Βιταμίνη Β6)

2 mg Κυανοκοβαλαμίνη (Βιταμίνη Β12)

Έκδοχα με γνωστή δράση Το ενέσιμο διάλυμα Betrimine περιέχει 25 mg βενζυλική αλκοόλη και 22 mg νατρίου σε κάθε φύσιγγα.

Για πλήρη λίστα των εκδόχων βλ. λήμμα 6.1

3. ΦAPMAKOTEXNIKH MOPΦH

Ενέσιμο διάλυμα Διαυγές ερυθρό υγρό πρακτικά ελεύθερο από σωματίδια

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Νευρολογικές παθήσεις που προκαλούνται από σοβαρές ελλείψεις βιταμινών B1, B6 και B12 που δεν μπορούν να διορθωθούν με πόσιμη θεραπεία.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Σε βαριές (οξείες) περιπτώσεις: Κάθε ημέρα μια φύσιγγα μέχρι την υποχώρηση των οξέων συμπτωμάτων.

Μετά την βελτίωση των συμπτωμάτων: 1 -3 φορές την εβδομάδα 1 φύσιγγα.

Παιδιατρικός Πληθυσμός Το Betrimine αντενδείκνυται σε παιδιά μικρότερα των 14 ετών (βλέπε παράγραφο 4.3)

Τρόπος χορήγησης Για ενδομυϊκή χορήγηση Το Betrimine πρέπει να χορηγείται ενδομυϊκά (με βαθιά ενδογλουτιαία ένεση). Πόσιμες μορφές των βιταμινών συνίστανται για την υποστήριξη ή τη συνέχιση της θεραπείας με ενέσιμο και για την προφύλαξη από υποτροπή.

4.3 Aντενδείξεις

Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Παιδιά μικρότερα των 14 ετών (λόγω υψηλής δόσης των ενεργών συστατικών)

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

To Betrimine δεν θα πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια ένεση.

Η βραχυχρόνια παρεντερική χορήγηση βιταμίνης B12 μπορεί προσωρινά να διαταράξει τη διάγνωση δονητικής μυέλωσης ή κακοήθους ανεμίας.

Εάν παρουσιαστούν συμπτώματα περιφερικής αισθητήριας νευροπάθειας (παραισθησία), θα πρέπει να επανεξετάζεται η δοσολογία και να διακόπτεται η θεραπεία με το φαρμακευτικό προϊόν, εάν θεωρηθεί απαραίτητο. Έχουν παρατηρηθεί νευροπάθειες κάτω από μακροχρόνια χορήγηση (σε 6-12 μήνες) ημερήσιων δοσολογιών που ξεπερνούν τα 50 mg βιταμίνης B6 καθώς και σε βραχυχρόνια χορήγηση (πάνω από 2 μήνες) που υπερβαίνουν τα 1 g βιταμίνης Β6 και ανά ημέρα. Ως εκ τούτου, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση σε μακροχρόνια θεραπεία.

Το Betrimime δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά μικρότερα των 14 ετών (λόγω υψηλής δόσης των ενεργών συστατικών).

Έκδοχα Αυτό το φάρμακο περιέχει περιέχει 25 mg βενζυλικής αλκοόλης σε κάθε φύσιγγα. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις. Συμβουλευτείτε το γιατρό ή το φαρμακοποιό σας εάν είστε έγκυος ή θηλάζετε. Αυτό επιβάλλεται διότι μεγάλες ποσότητες βενζυλικής αλκοόλης μπορούν να συσσωρευτούν στο σώμα σας και μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες (γνωστές ως «μεταβολική οξέωση»).

Συμβουλευτείτε τον γιατρό ή τον φαρμακοποιό σας εάν έχετε ηπατική ή νεφρική νόσο. Αυτό διότι μεγάλες ποσότητες βενζυλικής αλκοόλης μπορούν να σχηματιστούν στο σώμα σας και να προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες (γνωστές ως «μεταβολική οξέωση»).

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φύσιγγα, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η θειαμίνη απενεργοποιείται από την 5-φθοροουρακίλη καθώς η τελευταία αναστέλλει ανταγωνιστικά την φωσφορυλίωση της θειαμίνης προς πυροφωσφορική θειαμίνη.

Τα διουρητικά της αγκύλης, π.χ. η φουροσεμίδη που αναστέλλει τη σωληναριακή επαναπορρόφηση μπορεί να προκαλέσει αυξημένη απέκκριση της θειαμίνης σε μακροχρόνια θεραπεία και, συνεπώς, μείωση του επιπέδου του θειϊμίνης στον ορό του αίματος.

Εάν ληφθεί ταυτόχρονα με την L-dopa, η βιταμίνη B6 μπορεί να μειώσει το φαινόμενο της dopa.

Η ταυτόχρονη χορήγηση ανταγωνιστών πυριδοξίνης (π.χ. ισονιαζίδη (ΓΝΗ), υδραλαζίνη, D- πενικιλλαμίνη ή κυκλοσερίνη) μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της βιταμίνης Β6 (πυριδοξίνη).

Η μακροχρόνια χρήση παραγόντων μείωσης της οξύτητας μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκεια βιταμίνης Β12.

Τα ποτά που περιέχουν θειώδες (π.χ. κρασί) ενισχύουν την αποικοδόμηση της θειαμίνης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Υπάρχουν μόνο ανεπαρκείς μελέτες σε ζώα σχετικά με την επίδραση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στην εγκυμοσύνη, την εμβρυϊκή, την προγεννητική και τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Ο πιθανός κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός. Ο θεράπων

ιατρός θα πρέπει να αποφασίσει σχετικά με τη χρήση αυτού του προϊόντος κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, αφού μελετήσει προσεκτικά τη σχέση κινδύνου-οφέλους.

Θηλασμός Οι βιταμίνες B1, B6 και B12 εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Οι υψηλές συγκεντρώσεις βιταμίνης Β6, δηλαδή μεγαλύτερες 600 mg ημερησίως, μπορούν να εμποδίσουν την παραγωγή μητρικού γάλακτος. Δεδομένα σχετικά με την έκταση της έκκρισης στο μητρικό γάλα από μελέτες σε ζώα δεν είναι διαθέσιμα. Επομένως, τα πλεονεκτήματα του θηλασμού για το βρέφος θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά έναντι του θεραπευτικού οφέλους για τις γυναίκες προκειμένου να αποφασιστεί είτε να διακοπεί ο θηλασμός είτε η θεραπεία με το Betrimine.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Betrimine δεν έχει καμία επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Στα παρακάτω, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται κατά σύστημα οργάνων και συχνότητα. Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στην ακόλουθη ομαδοποίηση συχνότητας:

Πολύ συχνές (> 1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1 / 1.000), Πολύ σπάνιες (<1/10.000), Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:

Πολύ σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως εφίδρωση, ταχυκαρδία και δερματικές αντιδράσεις όπως φαγούρα και κνίδωση, καθώς και αναφυλαξία.

Διαταραχές του νευρικού συστήματος:

Μη γνωστές: Η μακροπρόθεσμη λήψη (> 6-12 μηνών) ημερήσιας δόσης > 50 mg βιταμίνης Β6 μπορεί να προκαλέσει περιφερική αισθητική νευροπάθεια.

Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος:

Μη γνωστές: Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος όπως ναυτία, έμετος, διάρροια και κοιλιακό άλγος.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

Μη γνωστές: Έχουν παρατηρηθεί αλλεργικές αντιδράσεις, εκζεματικές αλλοιώσεις του δέρματος και μια καλοήθης μορφή ακμής μετά από υψηλή δόση βιταμίνης Β12.

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών:

Μη γνωστές: Η χρωματοουρία ("κοκκινωπά ούρα", εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια των πρώτων 8 ωρών μετά τη χορήγηση και τυπικά εξαφανίζεται εντός 48 ωρών).

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης:

Μη γνωστές: Αντιδράσεις στη θέση της ένεσης.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες

ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: 213 2040380/337, Φαξ: 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Βιταμίνη Β1:

Η θειαμίνη έχει μεγάλο θεραπευτικό εύρος. Πολύ υψηλές δόσεις (πάνω από 10 g) έχουν ένα φαινόμενο παρεμπόδισης των γαγγλιοκυττάρων, παρόμοιο με εκείνο της θεραπείας, και καταστέλλουν την αγωγή των νευρικών ερεθισμάτων.

Βιταμίνη Β6:

Η τοξική δυναμική της βιταμίνης B6 μπορεί να θεωρηθεί πολύ χαμηλή. Η μακροχρόνια θεραπεία (> 6-12 μήνες) ημερήσιας δόσης > 50 mg βιταμίνης B6 μπορεί να προκαλέσει περιφερική αισθητική νευροπάθεια. Αυτά τα συμπτώματα βελτιώνονται σταδιακά κατά τη διακοπή της βιταμίνης.

Η συνεχής λήψη βιταμίνης B6 σε ημερήσια δόση μεγαλύτερη από 1 g για περισσότερο από δύο μήνες μπορεί να προκαλέσει νευροτοξικές επιδράσεις.

Έχουν περιγραφεί νευροπάθειες με αταξία και διαταραχές ευαισθησίας, εγκεφαλικές σπασμοί με αλλαγές EEG καθώς και, σε μεμονωμένες περιπτώσεις, υποχρωμική αναιμία και σμηγματορροϊκή δερματίτιδα μετά από χορήγηση άνω των 2 g ημερησίως.

Βιταμίνη Β12:

Έχουν παρατηρηθεί αλλεργικές αντιδράσεις, εκζεματικές αλλοιώσεις του δέρματος και μια καλοήθης μορφή ακμής μετά από παρεντερική χορήγηση υψηλών δόσεων.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Βιταμίνη B1 σε συνδυασμό με βιταμίνη B6 και βιταμίνη B12 Kωδικός ATC: A11DB Το Betrimine περιέχει έναν συνδυασμό νευροτροπικών δραστικών ουσιών του συμπλέγματος βιταμίνης Β. Οι βιταμίνες θειαμίνη (B1), πυριδοξίνη (B6) και κοβαλαμίνη (Β12) που περιέχονται παίζουν ιδιαίτερο ρόλο ως συνένζυμα στον ενδιάμεσο μεταβολισμό του κεντρικού και του περιφερικού νευρικού συστήματος.

Όπως όλες οι άλλες βιταμίνες, είναι απαραίτητα θρεπτικά συστατικά τα οποία το σώμα δεν μπορεί να συνθέσει από μόνο του. Η θεραπευτική παροχή βιταμινών B1, B6 και B12 εξισορροπεί τις ελλείψεις λόγω ανεπαρκούς θρεπτικής πρόσληψης βιταμινών και έτσι εξασφαλίζει τη διαθεσιμότητα των απαιτούμενων ποσοτήτων συνενζύμων.

Θειαμίνη (βιταμίνη Β1)

Η πυροφωσφορική θειαμίνη (ΤΡΡ) είναι η αποτελεσματική μορφή της βιταμίνης Β1 και δρα ως συνένζυμο για έναν αριθμό ενζύμων (π.χ., πυροσταφυλική αφυδρογονάση και τρανσκετολάση). Κατά συνέπεια, η βιταμίνη Β1 εμπλέκεται κυρίως στον μεταβολισμό των υδατανθράκων. Εντούτοις, παρεμβαίνει επίσης στη σύνθεση λιπιδίων και αμινοξέων. Τα νευρικά κύτταρα καλύπτουν τις ανάγκες τους σε ενέργεια αποκλειστικά μέσω ενζυματικής οξείδωσης και αποκαρβοξυλίωσης της γλυκόζης, συνεπώς η επαρκής παροχή βιταμίνης Β1έχει ζωτική σημασία. Η θειαμίνη εμπλέκεται επίσης στη μεταβίβαση των νευρικών ερεθισμάτων.

Επιπλέον, τα αποτελέσματα που ελήφθησαν σε πειράματα δείχνουν αναλγητικό αποτέλεσμα.

Οι εκδηλώσεις ανεπάρκειας βιταμίνης Β1 είναι πολύπλευρες και μπορεί να περιλαμβάνουν το κεντρικό και το περιφερειακό νευρικό σύστημα, το καρδιαγγειακό σύστημα, το δέρμα και άλλα οργανικά συστήματα. Συγκεκριμένα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πολυνευροπάθεια με παραισθησία (μυρμήγκιασμα, καύσος, μούδιασμα), υπεραισθησία (αυξημένη ευαισθησία), μυϊκή αδυναμία, αλλοιωμένη ευαισθησία στη θερμοκρασία, οίδημα και άλλα.

Πυριδοξίνη (βιταμίνη Β6)

Η φωσφορική πυριδοξάλη, η βιολογικώς δραστική μορφή της πυριδοξίνης, είναι το καθοριστικό συνένζυμο στον μεταβολισμό των αμινοξέων. Συμμετέχει στον σχηματισμό φυσιολογικά ενεργών αμινών (π.χ. σεροτονίνης, ισταμίνης, αδρεναλίνης) μέσω διεργασιών αποκαρβοξυλίωσης, καθώς και σε αναβολικές και καταβολικές διεργασίες μέσω τρανσαμίνωση.

Η φωσφορική πυριδοξάλη διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στο νευρικό σύστημα, ιδιαίτερα στον ελεγχόμενο με ένζυμα μεταβολισμό νευροδιαβιβαστών. Ως καταλύτης των πρώτων βημάτων βιοσύνθεσης της σφιγγοσίνης, η φωσφορική πυριδοξάλη έχει επίσης βασικό ρόλο στον μεταβολισμό των σφιγγολιπιδίων. Τα σφιγγολιπίδια είναι βασικά συστατικά των ελύτρων μυελίνης των νευρικών κυττάρων. Τα πειραματικά μοντέλα των ζώων έχουν δείξει ότι η βιταμίνη Β6 έχει αναλγητική δράση. Η ανεπάρκεια βιταμίνης Β6 μπορεί να σχετίζεται με περιφερική νευρίτιδα και νευροπάθεια, παραισθησία, καύσο, οδυνηρή δυσαισθησία, διαταραχές του μεταβολισμού του οξαλικού, καταστολή των ανοσολογικών αποκρίσεων, αναιμία, βλάβες των βλεννογόνων και άλλα συμπτώματα.

Κοβαλαμίνη (βιταμίνη Β12)

Η βιταμίνη Β12 στις συνένζυμες μορφές της (5-δεοξυαδενοσυλική κοβαλαμίνη και μεθυλική κοβαλαμίνη) εμπλέκεται σε ενζυματικώς καταλυόμενες ενδομοριακές μετατοπίσεις υδρογόνου και σε ενδομοριακές μεταφορές ομάδων μεθυλίου. Η βιταμίνη Β12 εμπλέκεται επίσης στη σύνθεση μεθειονίνης (στενά συζευγμένη με τη σύνθεση των νουκλεϊνικών οξέων) και στο μεταβολισμό των λιπιδίων, μέσω της μετατροπής του προπιονικού οξέος σε σουξινικό οξύ.

Η βιταμίνη Β12 εμπλέκεται στη μεθυλίωση της βασικής πρωτεΐνης μυελίνης, συστατικού των ελύτρων μυελίνης του νευρικού συστήματος. Η μεθυλίωση αυξάνει τις λιποφιλικές ιδιότητες της βασικής πρωτεΐνης μυελίνης, η οποία ευνοεί την αυξημένη ενσωμάτωση στα έλυτρα μυελίνης. Η ανεπάρκεια της βιταμίνης Β12 μπορεί να οδηγήσει σε νευρολογικά συμπτώματα όπως παραισθησία, μούδιασμα, βλάβη στο βάδισμα, διαταραχή της αίσθησης της δόνησης, πολυνευρίτιδα (ιδιαίτερα αισθητή στα απομακρυσμένα άκρα), αταξία και άλλα. Άλλα συμπτώματα μπορεί να είναι η αναιμία, η οπτική ατροφία, η αλλοιωμένη ψυχική κατάσταση και άλλα.

Συνδυασμός βιταμινών Β1, Β6 και Β12 Οι νευροτροπικές βιταμίνες Β1, Β6 και Β12 μόνο και σε συνδυασμό, ως αποτέλεσμα της βιοχημικής συνέργιας, έχουν ιδιαίτερη σημασία για τον μεταβολισμό του νευρικού συστήματος, πράγμα που δικαιολογεί τη συνδυασμένη χρήση τους. Περαιτέρω, στους περισσότερους πληθυσμούς ασθενών όπως είναι οι ηλικιωμένοι, οι διαβητικοί ασθενείς και άλλοι, υπάρχει ανεπάρκεια και των τριών νευροτροπικών βιταμινών.

Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι αυτός ο συνδυασμός νευροτροπικών βιταμινών Β επιταχύνει τις αναγεννητικές διεργασίες στις κατεστραμμένες νευρικές ίνες, πράγμα που οδηγεί τελικά σε ενισχυμένη αποκατάσταση της λειτουργίας και της μυϊκής νεύρωσης. Στο μοντέλο του πειραματικού διαβήτη σε αρουραίους, χορήγηση των βιταμινών του συμπλέγματος Β παρεμπόδισε ή εξασθένησε τη χαρακτηριστική νευρική βλάβη, έτσι ώστε να εξουδετερωθεί η αλλοίωση των λειτουργικών ιδιοτήτων (αντινευροπαθητικό αποτέλεσμα). Περαιτέρω, ο συνδυασμός των Β1, Β6 και Β12 έχει αποδειχθεί ότι έχει συνεργιστική επίδραση όταν συνδυάζεται με ΜΣΑΦ στη θεραπεία του πόνου. Οι μελέτες σε ζώα και οι κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η βιταμίνη B1, B6 και B12 έχει αντισηπτική δράση.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η συνδυασμένη χορήγηση βιταμινών Β1, Β6 και Β12 δεν αναμένεται να έχει αρνητική επίδραση στη φαρμακοκινητική των επιμέρους βιταμινών.

Θειαμίνη (βιταμίνη Β1):

Ο βιολογικός χρόνος ημίσειας ζωής της θειαμίνης στους ανθρώπους είναι περίπου 9,5 έως 18,5 ημέρες, με χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 4 ώρες. Η εφεδρική δυναμικότητα είναι 4- 10 ημέρες. Ο υψηλός ρυθμός ανακύκλωσης και η περιορισμένη αποθήκευση της θειαμίνης (20-30 mg, κυρίως στην καρδιά, τον εγκέφαλο, το ήπαρ και τα νεφρά) απαιτούν επαρκή καθημερινή πρόσληψη θειαμίνης για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις. Η ανεπάρκεια μπορεί να παρουσιαστεί μέσα σε 2-3 εβδομάδες από την διακοπή της πρόσληψης. Τα τυπικά συμπτώματα είναι κόπωση, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, πονοκέφαλος, ταχυκαρδία και αδύναμα αντανακλαστικά των μυών.

Πυριδοξίνη (βιταμίνη Β6):

Η βιταμίνη Β6 φωσφορυλιώνεται κυρίως στο ήπαρ, σχηματίζοντας τη βιολογικά ενεργή φωσφορική πυριδοξάλη. Για τη διασταύρωση των κυτταρικών μεμβρανών, η φωσφορυλιωμένη βιταμίνη Β6 πρέπει να υδρολυθεί με αλκαλική φωσφατάση στην ελεύθερη βιταμίνη Β6. Η μεταφορά στα κύτταρα γίνεται με απλή διάχυση ακολουθούμενη από επαναφωσφορυλίωση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μετά από 3,5 έως 4 ώρες. Ο βιολογικός χρόνος ημιζωής της φωσφορικής πυριδοξάλης είναι περίπου 15-25 ημέρες με χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής περίπου 3 ώρες. Η χωρητικότητα αποθήκευσης για τη βιταμίνη B6 είναι 14 έως 42 ημέρες. Περίπου 40 έως 150 mg μπορούν να αποθηκευτούν, 1,7 έως 3,6 mg απεκκρίνονται στα ούρα ανά ημέρα.

Κοβαλαμίνη (βιταμίνη Β2):

Η βιταμίνη Β12 όταν λαμβάνεται από το στόμα είναι γνωστό ότι έχει χαμηλό ρυθμό απορρόφησης, ο οποίος μπορεί να μειωθεί περαιτέρω μετά από βαριατρική χειρουργική επέμβαση σε ηλικιωμένους ασθενείς, σε ασθενείς με αιμοκάθαρση και σε ασθενείς με άλλες καταστάσεις δυσαπορρόφησης. Εκτός από την ενεργή απορρόφηση της από του στόματος βιταμίνης Β12, που μπορεί να κορεστεί οδηγώντας σε καθημερινή απορρόφηση περίπου 1,5μg, η βιταμίνη Β12 απορροφάται επίσης από παθητική διάχυση. Το ποσοστό που απορροφάται από την παθητική διάχυση είναι μόνο περίπου το 1% της ποσότητας που καταναλώθηκε. Αυτό μειώνεται περαιτέρω σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε βαριατρική χειρουργική επέμβαση ή έχουν μειωμένη γαστρεντερική απορρόφηση λόγω άλλων ασθενειών. Σε αυτούς τους ασθενείς μπορεί να ενδείκνυται παρεντερική εφαρμογή.

Περίπου το 90% της κοβαλαμίνης στο πλάσμα δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες (τρανσκοβαλαμίνες). Το μεγαλύτερο μέρος της βιταμίνης Β12 που δεν κυκλοφορεί στο πλάσμα αποθηκεύεται κυρίως στο ήπαρ, η ημερήσια απαίτηση είναι 1 μg. Το ποσοστό ανακύκλωσης είναι 2,5 μg Β12 ανά ημέρα ή 0,05% της αποθηκευμένης ποσότητας.

Η βιταμίνη Β12 εκκρίνεται κυρίως μέσω της χολής και απορροφάται σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια της εντεροηπατικής κυκλοφορίας. Εάν η δυνατότητα αποθήκευσης του σώματος ξεπεραστεί ως αποτέλεσμα της υψηλής δόσης και, ιδιαίτερα, της παρεντερικής χορήγησης, το τμήμα που δεν μπορεί να κατακρατηθεί αποβάλλεται στα ούρα. Τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικών μελετών που χρησιμοποιούν παρεντερικά σκευάσματα βιταμίνης Β υποδεικνύουν ότι οι ενδομυϊκές και ενδοφλέβιες βιταμίνες Β οδηγούν σε υψηλότερα επίπεδα πλάσματος κυανοκοβαλαμίνης από τις υψηλές από του στόματος δόσεις. Επιπλέον, τα παρεντερικά και από του στόματος παρασκευάσματα βιταμινών Β1, Β6 και Β12 είναι εξίσου καλά ανεκτά. Συνεπώς, η παρεντερική εφαρμογή των βιταμινών B1, B6 και B12 μπορεί να είναι επαρκής για την ταχεία αποκατάσταση των αποθεμάτων βιταμινών σε οξεία ανεπάρκεια,

σε ασθενείς με προβλήματα απορρόφησης βιταμίνης Β και σε ασθενείς με αυξημένη ανάγκη λόγω ορισμένων παθολογικών καταστάσεων.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η τοξικότητα των βιταμινών B1, B6 και B12 είναι πολύ χαμηλή. Τα διαθέσιμα μέχρι σήμερα δεδομένα δεν υποδηλώνουν πιθανούς κινδύνους για τον άνθρωπο. Η διαθέσιμη βιβλιογραφία για το θέμα αυτό δεν περιέχει ευρήματα που να δείχνουν ότι οι βιταμίνες Β1, Β6 και Β12 έχουν καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τερατογόνες ιδιότητες.

Χρόνια τοξικότητα:

Στα ζώα, πολύ υψηλές δόσεις βιταμίνης Β1 προκαλούν βραδυκαρδία. Άλλα συμπτώματα είναι ο αποκλεισμός των βλαστικών γαγγλίων και των τελικών κινητικών πλακών. Η από του στόματος χορήγηση 150-200 mg βιταμίνης Β6 / kg σωματικού βάρους / ημέρα σε διάστημα 100-107 ημερών προκάλεσε αταξία, μυϊκή αδυναμία, διαταραχές ισορροπίας, καθώς και εκφυλιστικές μεταβολές των αξόνων και των ελύτρων μυελίνης σε σκύλους. Μελέτες σε ζώα έδειξαν επίσης περιστατικά σπασμών και εξασθενημένο συντονισμό μετά από υψηλές δόσεις βιταμίνης B6.

Μεταλλαξιογόνο και ογκογονικό δυναμικό:

Τα μεταλλαξιογόνα αποτελέσματα της βιταμίνης Β1 και της βιταμίνης Β6 δεν αναμένονται υπό τις συνθήκες κλινικής πρακτικής. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες μακροπρόθεσμες μελέτες σε ζώα σχετικά με το ογκογονικό δυναμικό της θειαμίνης και της βιταμίνης Β6.

Τοξικότητα στην αναπαραγωγή:

Η θειαμίνη μεταφέρεται ενεργά στο έμβρυο. Οι συγκεντρώσεις στο έμβρυο και το νεογέννητο υπερβαίνουν τις μητρικές συγκεντρώσεις της βιταμίνης Β1. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες συστηματικές έρευνες σχετικά με την ανάπτυξη του ανθρώπινου εμβρύου σε σχέση με τη χρήση βιταμίνης Β1 σε δόσεις που υπερβαίνουν τις καθορισμένες ημερήσιες ανάγκες.

Η βιταμίνη B6 δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε μελέτες σε ζώα. Μία μελέτη εμβρυοτοξικότητας σε αρουραίους δεν έδωσε ενδείξεις τερατογόνου δυναμικού. Σε αρσενικούς αρουραίους η χορήγηση πολύ υψηλών δόσεων βιταμίνης Β6 προκαλεί βλάβη στη σπερματογένεση.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Βενζυλική αλκοόλη, ενέσιμο ύδωρ, δινάτριο άλας του αιθυλενοδιαμινοτετραοξικού οξέος, υδροξείδιο του νατρίου.

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν συνιστάται η χρήση Betrimine μαζί με άλλα φάρμακα σε «μικτή ένεση» ή έγχυση. Η βιταμίνη B1 αποικοδομείται πλήρως από διαλύματα έγχυσης που περιέχουν θειώδη άλατα.

Άλλες βιταμίνες, ιδιαίτερα η κυανοκοβαλαμίνη, μπορούν να αδρανοποιηθούν παρουσία προϊόντων αποικοδόμησης βιταμίνης Β1.

6.3 Διάρκεια ζωής

24 μήνες.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 °C. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Χάρτινο κουτί που περιέχει πλαστική θήκη με 6 φύσιγγες των 5 ml η κάθε μία.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

HELP A.Β.Ε.Ε., Βαλαωρίτου 10, 144 52 Μεταμόρφωση Αττικής, Τ: 210 281 5353 8. APIΘMOΣ AΔEIAΣ KYKΛOΦOPIAΣ 12584/14/23-01-2017

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 27-04-1972 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 16-04-2008

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:0191103_SPC_0191103_2.pdf