ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ
Bilargen 20 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα περιέχει 20 mg βιλαστίνη.
Έκδοχα με γνωστή δράση: κάθε διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο περιέχει 0,0030 mg αιθανόλης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίo διασπειρόμενο στο στόμα Λευκά, στρογγυλά, επίπεδα δισκία χαραγμένα με το διακριτικό “20” στη μία πλευρά και διάμετρο 8mm.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Συμπτωματική θεραπεία της αλλεργικής ρινοεπιπεφυκίτιδας (εποχικής και χρόνιας) και της κνίδωσης. Το Bilargen ενδείκνυται για χρήση σε ενήλικες και εφήβους (ηλικίας από 12 ετών και άνω).
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας από 12 ετών και άνω)
20 mg βιλαστίνης μία φορά την ημέρα για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της αλλεργικής ρινοεπιπεφυκίτιδας (εποχικής και χρόνιας) και της κνίδωσης.
Το δισκίο θα πρέπει να λαμβάνεται μια ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από την πρόσληψη φαγητού ή φρουτοχυμού (βλέπε παράγραφο 4.5).
Διάρκεια θεραπείας:
Στην αλλεργική ρινο-επιπεφυκίτιδα η θεραπεία θα πρέπει να περιορίζεται για το χρονικό διάστημα της έκθεσης στα αλλεργιογόνα. Για την εποχική αλλεργική ρινίτιδα η θεραπεία μπορεί να διακόπτεται εφόσον τα συμπτώματα έχουν υποχωρήσει και να ξαναρχίζει με την επανεμφάνισή τους. Σε ασθενείς με χρόνια αλλεργική ρινίτιδα, μπορεί να προτείνεται συνεχής θεραπεία κατά τη διάρκεια των περιόδων έκθεσής τους στα αλλεργιογόνα. Για την κνίδωση η διάρκεια θεραπείας εξαρτάται απο τον τύπο, τη διάρκεια και την εξέλιξη των συμπτωμάτων.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ηλικιωμένους ασθενείς (βλέπε παραγράφους 5.1 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ενήλικες σε ειδικές ομάδες κινδύνου (ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία) υποδεικνύουν ότι δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης της βιλαστίνης σε ενήλικες (βλέπε παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ενήλικες ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, εφόσον η βιλαστίνη δεν μεταβολίζεται και αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα και στα κόπρανα, η ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να αυξήσει τη συστηματική έκθεση πάνω από το όριο ασφαλείας σε ενήλικες ασθενείς.
Επομένως, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ενήλικες ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 5.2).
‐ Παιδιά ηλικίας από 2 έως 11 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 15 kg Bιλαστίνη 10 mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα και πόσιμο διάλυμα βιλαστίνης 2,5 mg/ml είναι κατάλληλα για χορήγηση σε αυτό τον πληθυσμό.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βιλαστίνης σε παιδιά με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει τεκμηριωθεί.
Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση Το διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο πρέπει να τοποθετηθεί στο στόμα όπου θα διασπαρεί ταχέως στο σίελο, έτσι ώστε να είναι εύκολη η κατάποσή του.
Εναλλακτικά, το διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο μπορεί να διασπαρεί σε νερό πριν τη χορήγηση. Χυμός γκρέιπφρουτ ή άλλοι φρουτοχυμοί δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για να διασπαρεί (βλέπε παράγραφο 4.5).
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της βιλαστίνης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών και με σωματικό βάρος λιγότερο από 15 kg δεν έχουν τεκμηριωθεί, επομένως η βιλαστίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών ή με σωματικό βάρος λιγότερο από 15 kg.
Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η συγχορήγηση βιλαστίνης με αναστολείς της P- γλυκοπρωτεΐνης, όπως είναι η κετοκοναζόλη, η ερυθρομυκίνη, η κυκλοσπορίνη, η ριτοναβίρη ή η διλτιαζέμη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της βιλαστίνης στο πλάσμα και κατά συνέπεια να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών από τη βιλαστίνη. Έτσι, η συγχορήγηση της βιλαστίνης με αναστολείς της P-γλυκοπρωτεϊνης, θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Περιστατικά παρατεταμένου QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που χρησιμοποιούν βιλαστίνη (βλ. παραγράφους 4.8, 4.9 και 5.1). Τα φαρμακευτικά προϊόντα που προκαλούν παράταση του QT/QTc πιθανολογείται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο ταχυκαρδίας δίκην ριπιδίου (Torsades de pointes).
Ως εκ τούτου, απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση βιλαστίνης σε ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης παράτασης του QT/QTc. Αυτό περιλαμβάνει ασθενείς με ιστορικό καρδιακών αρρυθμιών, ασθενείς με υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία, υπασβεστιαιμία, ασθενείς με γνωστή παράταση
του διαστήματος QT ή σημαντική βραδυκαρδία, ασθενείς με ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που σχετίζονται με παράταση του QT/QTc.
Έκδοχα Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 0,0030 mg αλκοόλης (αιθανόλης) σε κάθε διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο, που είναι ισοδύναμη με 1,6mg/100g (0,0016% w/w). Η ποσότητα ανά ένα διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο βάρους 185mg είναι ισοδύναμη με λιγότερο ανά 1 ml μπύρας ή 1 ml κρασιού.
Η μικρή ποσότητα της αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δε θα έχει αξιοσημείωτες επίδρασεις.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες και συνοψίζονται παρακάτω.
Αλληλεπίδραση με το φαγητό: Το φαγητό μειώνει σημαντικά την από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της βιλαστίνης κατά 30 %.
Αλληλεπίδραση με τον χυμό από γκρέιπφρουτ: Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg βιλαστίνης και χυμού από γκρέιπφρουτ μείωσε τη βιοδιαθεσιμότητα της βιλαστίνης κατά 30 %. Η επίδραση αυτή μπορεί να υφίσταται και με τους χυμούς άλλων φρούτων. Ο βαθμός της μείωσης της βιοδιαθεσιμότητας μπορεί να ποικίλει μεταξύ των παραγωγών και των φρούτων. Ο μηχανισμός για αυτή την αλληλεπίδραση είναι μια αναστολή του ΟΑΤΡ1A2, ενός μεταφορέα πρόσληψης για τον οποίο η βιλαστίνη είναι ένα υπόστρωμα (βλέπε παράγραφο 5.2). Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι υποστρώματα ή αναστολείς του ΟΑΤΡ1Α2, όπως η ριτοναβίρη ή η ριφαμπικίνη, μπορεί επίσης να έχουν την δυνατότητα να μειώσουν τις συγκεντρώσεις της βιλαστίνης στο πλάσμα.
Αλληλεπίδραση με την κετοκοναζόλη ή την ερυθρομυκίνη: Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg βιλαστίνης μία φορά την ημέρα και 400 mg κετοκοναζόλης μία φορά την ημέρα ή 500 mg ερυθρομυκίνης τρείς φορές την ημέρα αύξησε την AUC της βιλαστίνης κατά 2 φορές και τη C κατά 2-3 φορές. Οι αλλαγές αυτές μπορεί να max εξηγηθούν από την αλληλεπίδραση με τους εντερικούς μεταφορείς εκροής καθώς η βιλαστίνη είναι υπόστρωμα για την P-γλυκοπρωτεΐνης και δεν μεταβολίζεται (βλέπε παράγραφο 5.2). Οι αλλαγές αυτές δεν φαίνεται να επηρεάζουν το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης και της κετοκοναζόλης ή της ερυθρομυκίνης, αντίστοιχα. Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι υποστρώματα ή αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης, όπως η κυκλοσπορίνη, μπορεί επίσης να έχουν την δυνατότητα να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της βιλαστίνης στο πλάσμα.
Αλληλεπίδραση με τη διλτιαζέμη: Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg βιλαστίνης μία φορά την ημέρα και 60 mg διλτιαζέμης μία φορά την ημέρα αύξησε τη C της βιλαστίνης κατά 50 %. Η επίδραση αυτή μπορεί να max αποδοθεί στην αλληλεπίδραση με τους εντερικούς μεταφορείς εκροής (βλέπε παράγραφο 5.2) αλλά δεν φαίνεται να επηρεάζει το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης.
Αλληλεπίδραση με το αλκοόλ: Η ψυχοκινητική απόδοση μετά από την ταυτόχρονη λήψη αλκοόλ και 20 mg βιλαστίνης μία φορά την ημέρα ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε μετά από την κατανάλωση αλκοόλ και τη λήψη εικονικού φαρμάκου.
Αλληλεπίδραση με τη λοραζεπάμη: Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg βιλαστίνης μία φορά την ημέρα και 3 mg λοραζεπάμης μία φορά την ημέρα για 8 ημέρες δεν ενίσχυσε την κατασταλτική δράση της λοραζεπάμης στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ).
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σχετικά με την αλληλεπίδραση της βιλαστίνης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, φαγητό ή χυμό φρούτων σε παιδιά, τα αποτελέσματα που έχουν ληφθεί από τις μελέτες αλληλεπίδρασης σε ενήλικες θα
πρέπει προς το παρόν να ληφθούν υπόψη όταν συνταγογραφείται η βιλαστίνη σε παιδιά. Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σε παιδιά που να δηλώνουν κατά πόσο οι αλλαγές στην AUC ή στην C λόγω max αλληλεπιδράσεων επηρεάζουν το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της βιλαστίνης σε εγκύους.
Οι μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα, αλλά αυτές οι επιδράσεις ήταν μόνο σε εκθέσεις που θεωρήθηκαν επαρκώς μεγαλύτερες από τη μέγιστη ανθρώπινη έκθεση, υποδεικνύοντας μικρή σχέση με την κλινική χρήση (βλέπε παράγραφο 5.3). Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του Bilargen κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός Η απέκκριση της βιλαστίνης στο μητρικό γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ανθρώπους. Διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έχουν δείξει απέκκριση της βιλαστίνης στο γάλα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Πρέπει να λαμβάνεται απόφαση της συνέχισης/διακοπής του θηλασμού ή της διακοπής/αποχής από τη θεραπεία με βιλαστίνη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με βιλαστίνη για τις γυναίκες.
Γονιμότητα Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα. Μία μελέτη σε αρουραίους δεν έδειξε καμία αρνητική επίδραση στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Μια μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ενήλικες για να εκτιμηθούν οι επιδράσεις της βιλαστίνης στην ικανότητα οδήγησης έδειξε ότι η θεραπεία με 20 mg βιλαστίνης δεν επηρέασε την ικανότητα οδήγησης.
Παρόλα αυτά, καθώς η ατομική απόκριση στο φάρμακο μπορεί να ποικίλει, θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή στους ασθενείς να μην οδηγούν ή να μην χρησιμοποιούν μηχανήματα μέχρι να καθοριστεί η δική τους απόκριση στη βιλαστίνη.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας σε ενήλικες και εφήβους ασθενείς Η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες και έφηβους ασθενείς που έπασχαν από αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα ή χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με 20 mg βιλαστίνης στις κλινικές μελέτες ήταν συγκρίσιμη με την συχνότητα εμφάνισης σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (12,7% έναντι 12,8%).
Οι κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙ και ΙΙΙ που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης περιλάμβαναν 2.525 ενήλικες και έφηβους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με διαφορετικές δόσεις βιλαστίνης, από τους οποίους 1.697 έλαβαν βιλαστίνη 20mg. Σε αυτές τις δοκιμές 1.362 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες από ασθενείς που έλαβαν 20 mg βιλαστίνης για την ένδειξη της αλλεργικής ρινοεπιπεφυκίτιδας ή της χρόνιας ιδιοπαθούς κνίδωσης ήταν η κεφαλαγία, η υπνηλία, η ζάλη και η κόπωση. Η συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες και έφηβους ασθενείς Οι ανεπιθύμητες ενέργειες τουλάχιστον πιθανώς συσχετιζόμενες με τη βιλαστίνη που αναφέρθηκαν σε περισσότερο από το 0,1% των ασθενών που έλαβαν 20 mg βιλαστίνης κατά τη διάρκεια του προγράμματος της κλινικής ανάπτυξης (Ν=1.697) παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα.
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής:
Πολύ συχνές (≥ 1/10)
Συχνές (≥1/100 έως<1/10)
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως<1/100)
Σπάνιες (≥1/10.000 έως<1/1.000)
Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Οι σπάνιες, πολύ σπάνιες και οι ανεπιθύμητες ενέργειες με μη γνωστή συχνότητα δεν έχουν συμπεριληφθεί στον πίνακα.
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Βιλαστίνη 20 mg N=1.697 | Όλες οι δόσεις βιλαστίνη N=2.525 | ||
|---|---|---|---|---|
| Εικονικό | ||||
| φάρμακο | ||||
| Συχνότητα Ανεπιθύμητη | ||||
| N=1362 | ||||
| ενέργεια | ||||
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | ||||
| Όχι συχνές | Έρπης στόματος | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 0 (0,0%) |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | ||||
| Όχι συχνές | Αυξημένη όρεξη | 10 (0,59%) | 11 (0,44%) | 7 (0,51%) |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | ||||
| Όχι συχνές | Άγχος | 6 (0,35%) | 8 (0,32%) | 0 (0,0%) |
| Αϋπνία | 2 (0.12%) | 4 (0,16%) | 0 (0,0%) | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | ||||
| Συχνές | Υπνηλία | 52 (3,06%) | 82 (3,25%) | 39 (2,86%) |
| Κεφαλαλγία | 68 (4,01%) | 90 (3,56%) | 46 (3,38%) | |
| Όχι συχνές | Ζάλη | 14 (0,83%) | 23 (0,91%) | 8 (0,59%) |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | ||||
| Όχι συχνές | Εµβοές | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 0 (0,0%) |
| Ίλιγγος | 3 (0,18%) | 3 (0,12%) | 0 (0,0%) | |
| Καρδιακές διαταραχές | ||||
| Όχι συχνές | Δεξιός σκελικός | 4 (0,24%) | 5 (0,20%) | 3 (0,22%) |
| αποκλεισμός | ||||
| Φλεβοκομβική | 5 (0,30%) | 5 (0,20%) | 1 (0,07%) | |
| αρρυθμία | ||||
| Διάστημα QT | 9 (0,53%) | 10 (0,40%) | 5 (0,37%) | |
| παρατεταμένο στο | ||||
| ηλεκτροκαρδιογράφημ | ||||
| α* | ||||
| Άλλες ανωμαλίες στο | 7 (0,41%) | 11 (0,44%) | 2 (0,15%) | |
| ΗΚΓ | ||||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | ||||
| Όχι συχνές | Δύσπνοια | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 0 (0,0%) |
| Ρινική δυσφορία | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | 0 (0,0%) | |
| Ξηρότητα ρινικού | 3 (0,18%) | 6 (0,24%) | ||
| 4 (0,29%) | ||||
| βλεννογόνου | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | ||||
| Όχι συχνές | Άλγος άνω κοιλίας | 11 (0,65%) | 14 (0,55%) | 6 (0,44%) |
| Κοιλιακό άλγος | 5 (0,30%) | 5 (0,20%) | 4 (0,29%) | |
| Ναυτία | 7 (0,41%) | 10 (0,40%) | 14 (1,03%) |
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Βιλαστίνη 20 mg N=1.697 | Όλες οι δόσεις | Εικονικό φάρμακο N=1362 | |
|---|---|---|---|---|
| βιλαστίνη | ||||
| Συχνότητα Ανεπιθύμητη | N=2.525 | |||
| ενέργεια | ||||
| Δυσφορία στομάχου | 3 (0,18%) | 4 (0,16%) | 0 (0,0%) | |
| Διάρροια | 4 (0,24%) | 6 (0,24%) | 3 (0,22%) | |
| Ξηροστομία | 2 (0,12%) | 6 (0,24%) | 5 (0,37%) | |
| Δυσπεψία | 2 (0,12%) | 4 (0,16%) | 4 (0,29%) | |
| Γαστρίτιδα | 4 (0,24%) | 4 (0,16%) | 0 (0,0%) | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | ||||
| Όχι συχνές | Kνησμός | 2 (0,12%) | 4 (0,16%) | 2 (0,15%) |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | ||||
| Όχι συχνές | Κόπωση | 14 (0,83%) | 19 (0,75%) | 18 (1,32%) |
| Δίψα | 3 (0,18%) | 4 (0,16%) | 1 (0,07%) | |
| Βελτιωθείσα | 2 (0,12%) | 1 (0,07%) | ||
| προϋπάρχουσα | 2 (0,08%) | |||
| κατάσταση | ||||
| Πυρεξία | 2 (0,12%) | 3 (0,12%) | 1 (0,07%) | |
| Εξασθένιση | 3 (0,18%) | 4 (0,16%) | 5 (0,37%) | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | ||||
| Όχι συχνές | Αυξημένη γ- | 7 (0,41%) | 2 (0,15%) | |
| γλουταμυλτρανσφερά- | 8 (0,32%) | |||
| ση | ||||
| Αυξημένη | 5 (0,30%) | 3 (0,22%) | ||
| αμινοτρανσφεράση της | 5 (0,20%) | |||
| αλανίνης | ||||
| Αυξημένη ασπαρτική | 3 (0,18%) | 3 (0,22%) | ||
| 3 (0,12%) | ||||
| αμινοτρανσφεράση | ||||
| Αυξημένη κρεατινίνη | 2 (0,12%) | 0 (0,0%) | ||
| 2 (0,08%) | ||||
| αίματος | ||||
| Αυξημένα | 2 (0,12%) | 3 (0,22%) | ||
| 2 (0,08%) | ||||
| τριγλυκερίδια αίματος | ||||
| Αύξηση σωματικού | 8 (0,47%) | 2 (0,15%) | ||
| 12 (0,48%) | ||||
| βάρους | ||||
*Παρατεταμένα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα έχουν επίσης αναφερθεί μετά την κυκλοφορία στην αγορά.
Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα): Aίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, αντιδράσεις υπερευαισθησίας (όπως αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, δύσπνοια, εξάνθημα, εντοπισμένο οίδημα/τοπική διόγκωση και ερύθημα), και έμετος παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την κυκλοφορία στην αγορά.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών σε ενήλικες και έφηβους ασθενείς Υπνηλία, κεφαλαλγία, ζάλη και κόπωση παρατηρήθηκαν είτε σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 20 mg βιλαστίνης ή με εικονικό φάρμακο. Οι συχνότητες που αναφέρθηκαν για τη βιλαστίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν: 3,06% έναντι. 2,86% για υπνηλία, 4,01% έναντι 3,38% για κεφαλαλγία, 0,83% έναντι 0,59% για ζάλη, και 0,83% έναντι 1,32% για κόπωση.
Οι πληροφορίες που συλλέχθησαν κατά την διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά έχουν επιβεβαιώσει το προφίλ ασφαλείας που παρατηρήθηκε κατά την κλινική ανάπτυξη.
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας στον παιδιατρικό πληθυσμό Κατά τη διάρκεια του προγράμματος της κλινικής ανάπτυξης, η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των
ανεπιθύμητων ενεργειών στους εφήβους (ηλικίας από 12 ετών έως 17 ετών) ήταν όμοια με αυτά που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες. Οι πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν σε αυτόν τον πληθυσμό (έφηβοι)
κατά την διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά, επιβεβαίωσαν τα ευρήματα των κλινικών δοκιμών.
Το ποσοστό των παιδιών (2-11 ετών) το οποίο ανέφερε ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) μετά τη θεραπεία με 10 mg βιλαστίνης για αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα ή χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση σε μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή διάρκειας 12 εβδομάδων, ήταν συγκρίσιμο με αυτό των ασθενών που έπαιρναν εικονικό φάρμακο (68,5% έναντι 67,5%).
Οι σχετικές πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες από 328 παιδιά (2-11 ετών) που έλαβαν βιλαστίνη (σε μορφή διασπειρόμενου από το στόμα δισκίου) κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών (#260 παιδιά που εκτέθηκαν στην κλινική μελέτη ασφάλειας, 68 παιδιά που εκτέθηκαν στις φαρμακοκινητικές μελέτες) ήταν κεφαλαλγία, αλλεργική επιπεφυκίτιδα, ρινίτιδα και κοιλιακό άλγος. Η συχνότητα αυτών των σχετικών ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμη με αυτή των 249 ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών στον παιδιατρικό πληθυσμό Οι ανεπιθύμητες ενέργειες τουλάχιστον πιθανώς συσχετιζόμενες με τη βιλαστίνη που αναφέρθηκαν σε περισσότερο από το 0,1% των παιδιών (2-11 ετών) που έλαβαν βιλαστίνη κατά τη διάρκεια του προγράμματος της κλινικής ανάπτυξης παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα.
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής:
Πολύ συχνές (≥ 1/10)
Συχνές (≥1/100 έως<1/10)
Όχι συχνές (≥1/1.000 έως<1/100)
Σπάνιες (≥1/10.000 έως<1/1.000)
Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Οι σπάνιες, πολύ σπάνιες και οι ανεπιθύμητες ενέργειες με μη γνωστή συχνότητα δεν έχουν συμπεριληφθεί στον πίνακα.
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | |||
|---|---|---|---|
| Βιλαστίνη | Εικονικό | ||
| Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια | 10 mg | φάρμακο | |
| (n=328)# | (n=249) | ||
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |||
| Όχι συχνές | Ρινίτιδα | 3 (0,9%) | 3 (1,2 %) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |||
| Συχνές | Κεφαλαλγία | 6 (1,8 %) | 3 (1,2 %) |
| Όχι συχνές | Ζάλη | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) |
| Απώλεια αισθήσεων | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |||
| Συχνές | Αλλεργική επιπεφυκίτιδα | 4 (1,2 %) | 5 (2,0 %) |
| Όχι συχνές | Ερεθισμός ματιών | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |||
| Όχι συχνές | Κοιλιακό άλγος/Άλγος άνω κοιλίας | 3 (0,9 %) | 3 (1,2 %) |
| Διάρροια | 2 (0,6 %) | 0 (0,0 %) | |
| Ναυτία | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) | |
| Οίδημα χειλιών | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |||
| Όχι συχνές | Έκζεμα | 1 (0,3 %) | 0 (0,0 %) |
| Κνίδωση | 2 (0,6 %) | 2 (0,8 %) | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |||
| Όχι συχνές | Κόπωση | 3 (0,9 %) | 0 (0,0 %) |
# 260 παιδιά που εκτέθηκαν στην κλινική μελέτη ασφάλειας, 68 παιδιά που εκτέθηκαν στις φαρμακοκινητικές μελέτες Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών στον παιδιατρικό πληθυσμό Κεφαλαλγία, κοιλιακό άλγος, αλλεργική επιπεφυκίτιδα και ρινίτιδα παρατηρήθηκαν είτε σε παιδιά που λάμβαναν θεραπεία με 10 mg βιλαστίνης είτε με εικονικό φάρμακο. Οι συχνότητες που αναφέρθηκαν για τη βιλαστίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν: 1,8% έναντι 1,2% για κεφαλαλγία, 0,9% έναντι 1,2% για κοιλιακό άλγος, 1,2% έναντι 2,0% για την αλλεργική επιπεφυκίτιδα, και 0,9% έναντι του 1,2% για τη ρινίτιδα.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Οι πληροφορίες σε σχέση με την οξεία υπερδοσολογία της βιλαστίνης ανακτήθηκαν από την εμπειρία των κλινικών μελετών σε ενήλικες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του προγράμματος ανάπτυξης και της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Σε κλινικές δοκιμές, μετά από χορήγηση βιλαστίνης σε δόσεις 10 έως 11 φορές πάνω από τη θεραπευτική δόση (220 mg μία δόση μόνο, ή 200 mg/ημέρα για 7 ημέρες) σε 26 ενήλικες υγιείς εθελοντές, η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που οφείλονταν στη θεραπεία ήταν δύο φορές υψηλότερη σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ζάλη, κεφαλαλγία και ναυτία. Δεν αναφέρθηκε καμία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια και καμία σημαντική παράταση του διαστήματος QTc. Οι πληροφορίες που συλλέχθησαν κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία στην αγορά είναι σύμφωνες με αυτές που αναφέρθηκαν στις κλινικές δοκιμές.
Κριτική αξιολόγηση της επίδρασης των πολλαπλών δόσεων της βιλαστίνης (100 mg x 4 ημέρες) στην κοιλιακή επαναπόλωση με «εκτενή διασταυρούμενη μελέτη του QT/QTc» στην οποία συμμετείχαν 30 υγιείς ενήλικες εθελοντές δεν έδειξε σημαντική παράταση του QTc.
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για υπερδοσολογία σε παιδιά.
Στην περίπτωση υπερδοσολογίας συνιστάται συμπτωματική και υποστηρικτική θεραπεία.
Δεν υπάρχει γνωστό ειδικό αντίδοτο για τη βιλαστίνη.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊσταμινικά για συστηματική χρήση, άλλα αντιϊσταμινικά για συστηματική χρήση. Κωδικός ATC: R06AX29.
Μηχανισμός δράσης Η βιλαστίνη είναι ένα μη κατασταλτικό, μακράς δράσης ανταγωνιστής της ισταμίνης με εκλεκτική συγγένεια ανταγωνιστή προς τον περιφερικό υποδοχέα Η και καθόλου συγγένεια προς τους μουσκαρινικούς υποδοχείς.
Η βιλαστίνη ανέστειλε τις επαγόμενες από την ισταμίνη δερματικές αντιδράσεις πομφού και ερυθήματος για 24 ώρες μετά από τη λήψη μονής δόσης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Οι μελέτες αποτελεσματικότητας και ασφάλειας διεξήχθησαν με το σκεύασμα του δισκίου, το οποίο έχει αποδειχθεί ότι είναι βιοισοδύναμο με το σκεύασμα βιλαστίνης 20mg δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα.
Σε κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ενήλικες και εφήβους ασθενείς με ρινοεπιπεφυκίτιδα (εποχική και χρόνια), τα 20 mg βιλαστίνης, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα για 14-28 ημέρες, ήταν αποτελεσματικά στην ανακούφιση συμπτωμάτων όπως είναι ο πταρμός, η ρινική καταρροή, ο ρινικός κνησμός, η ρινική συμφόρηση, ο οφθαλμικός κνησμός, η δακρύρροια και η ερυθρότητα των οφθαλμών. Η βιλαστίνη έλεγξε αποτελεσματικά τα συμπτώματα για 24 ώρες.
Σε δύο κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς με χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, τα 20 mg βιλαστίνη, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα για 28 ημέρες ήταν αποτελεσματικά στην ανακούφιση της έντασης του κνησμού και του αριθμού και του μεγέθους των πομφών, καθώς και της δυσφορίας των ασθενών λόγω της κνίδωσης. Οι συνθήκες του ύπνου και η ποιότητα ζωής βελτιώθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς.
Δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικά σχετική παράταση του διαστήματος QTc ή άλλη καρδιαγγειακή επίδραση στις κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με τη βιλαστίνη, ακόμα και σε δόσεις των 200 mg ημερησίως (10 φορές πάνω από την κλινική δόση) για 7 ημέρες σε 9 άτομα, ή ακόμα και κατά τη συγχορήγηση με αναστολείς της P-gp, όπως είναι η κετοκοναζόλη (24 άτομα) και η ερυθρομυκίνη (24 άτομα). Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε εκτενής μελέτη του QT στην οποία συμμετείχαν 30 εθελοντές.
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες στη συνιστώμενη δόση των 20 mg άπαξ ημερησίως, το προφίλ ασφαλείας στο ΚΝΣ της βιλαστίνης ήταν παρόμοιο με αυτό του εικονικού φαρμάκου και η επίπτωση της υπνηλίας δεν διέφερε στατιστικά από αυτή του εικονικού φαρμάκου. Η βιλαστίνη σε δόσεις έως και 40 mg ημερησίως δεν επηρέασε την ψυχοκινητική απόδοση στις κλινικές μελέτες και δεν επηρέασε την ικανότητα οδήγησης στη συνήθη δοκιμασία οδήγησης.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών) που συμπεριελήφθησαν στις μελέτες φάσης II και III δεν εμφάνισαν διαφορά στην αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια σε σχέση με τους ασθενείς μικρότερης ηλικίας. Μία μετά την κυκλοφορία μελέτη σε 146 ηλικιωμένους ασθενείς δεν έδειξε καμία διαφορά στο προφίλ ασφαλείας σε σχέση με τον πληθυσμό ενηλίκων.
Έφηβοι (ηλικίας από 12 ετών έως 17 ετών) συμπεριελήφθησαν στο πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης. 128 έφηβοι έλαβαν βιλαστίνη κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών (81 σε διπλά τυφλές μελέτες σε αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα). Άλλοι 116 έφηβοι κατανεμήθηκαν τυχαία σε δραστικά φάρμακα σύγκρισης ή εικονικό φάρμακο. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στην ασφάλεια και αποτελεσματικότητα ανάμεσα στους ενήλικες και τους εφήβους.
Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες, η αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα σε ενήλικες και εφήβους μπορεί να αναχθεί στα παιδιά, αφού έχει αποδειχτεί ότι η συστηματική έκθεση σε 10mg βιλαστίνης σε
παιδιά ηλικίας από 2 έως 11 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 15 kg ισοδυναμεί με την έκθεση σε ενήλικες με 20 mg βιλαστίνης (βλέπε παράγραφο 5.2). Η αναγωγή των δεδομένων των ενηλίκων και των εφήβων κρίθηκε κατάλληλη για αυτό το προϊόν, καθώς η παθοφυσιολογία της αλλεργικής ρινοεπιπεφυκίτιδας και της κνίδωσης είναι η ίδια για όλες τις ηλικιακές ομάδες.
Σε μια ελεγχόμενη κλινική δοκιμή διάρκειας 12 εβδομάδων με παιδιά ηλικίας 2-11 ετών (σύνολο 509 παιδιά, 260 έλαβαν θεραπεία με 10 mg βιλαστίνης: 58 ηλικίας 2 έως <6 ετών, 105 ηλικίας 6 έως <9 ετών και 97 ηλικίας 9 έως < 12 ετών και 249 έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο: 58 ηλικίας 2 έως <6 ετών, 95 ηλικίας 6 έως <9 ετών και 96 ηλικίας 9 έως <12 ετών), στη συνιστώμενη παιδιατρική δόση των 10 mg μία φορά ημερησίως, το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης (n=260) ήταν παρόμοιο με το εικονικό φάρμακο (n=249), με ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στο 5,8% και 8,0% των ασθενών που έλαβαν βιλαστίνη 10 mg και εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα. Κατά τη διάρκεια αυτής της μελέτης και η βιλαστίνη 10 mg και το εικονικό φάρμακο έδειξαν μια μικρή μείωση στα σκορ της υπνηλίας και καταστολής στο Παιδιατρικό Ερωτηματολόγιο Ύπνου, χωρίς στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας. Σε αυτά τα παιδιά ηλικίας από 2 έως 11 ετών, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στο QTc μετά από 10 mg βιλαστίνης ημερησίως σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ερωτηματολόγια Ποιότητας Ζωής ειδικά για παιδιά με αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιτδα ή χρόνια κνίδωση έδειξαν μια γενική αύξηση στα σκορ μετά από 12 εβδομάδες χωρίς όμως σημαντικές διαφορές μεταξύ της βιλαστίνης και του εικονικού φαρμάκου. Ο συνολικός πληθυσμός των 509 παιδιών περιλαμβάνει: 479 άτομα με αλλεργική ρινοεπιπεφυκιτίδα και 30 άτομα με διάγνωση χρόνιας κνίδωσης. 260 παιδιά έλαβαν βιλαστίνη, 252 (96,9%)
για αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα και 8 (3,1%) για χρόνια κνίδωση. Αναλογικά, 249 παιδιά έλαβαν εικονικό φάρμακο, 227 (91,2%) για αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα και 22 (8,8%) για χρόνια κνίδωση.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής αποτελεσμάτων μελετών με βιλαστίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού ηλικίας κάτω των 2 ετών (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες μελετήθηκαν στο σκεύασμα του δισκίου.
Πραγματοποιήθηκαν δύο φαρμακοκινητικές μελέτες σε υγιείς εθελοντές για να συγκρίνουν τα 20mg δισκία διασπειρόμενα στο στόμα βιλαστίνης και τα 20 mg δισκία βιλαστίνης, οι οποίες έδειξαν τη βιοϊσοδυναμία των δύο σκευασμάτων.
Απορρόφηση Η βιλαστίνη απορροφάται ταχέως μετά από του στόματος χορήγηση με χρόνο έως τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα περίπου 1,3 ώρες. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση. Η μέση τιμή βιοδιαθεσιμότητας της από του στόματος βιλαστίνης είναι 61%.
Κατανομή In vitro και in vivo μελέτες έχουν δείξει ότι η βιλαστίνη είναι ένα υπόστρωμα της P-γλυκοπρωτεΐνης (βλέπε παράγραφο 4.5 «Αλληλεπίδραση με την κετοκοναζόλη ή την ερυθρομυκίνη» και «Αλληλεπίδραση με τη διλτιαζέμη») και του OATP (βλέπε παράγραφο 4.5 «Αλληλεπίδραση με τον χυμό από γκρέιπφρουτ»). Η βιλαστίνη δεν εμφανίζεται να είναι υπόστρωμα του μεταφορέα BCRP ή των νεφρικών μεταφορέων OCT2, OAT1 και ΟΑΤ3. Με βάση τις in vitro μελέτες, η βιλαστίνη δεν αναμένεται να αναστέλλει τους ακόλουθους μεταφορείς στη συστηματική κυκλοφορία: P-gp, MRP2, BCRP, BSEP, OATP1B1, OATP1B3, OATP2B1,OAT1, OAT3, OCT1, OCT2 και NTCP, εφόσον ανιχνεύτηκε ήπια μόνο αναστολή για P-gp, ΟΑΤP2B1 και ΟCT1 με μία εκτιμώμενη IC ≥ 300μΜ πολύ μεγαλύτερη από την υπολογισμένη κλινική C στο πλάσμα και επομένως αυτές οι αλληλεπιδράσεις δεν θα είναι κλινικά σχετικές. Παρόλα αυτά, με max βάση αυτά τα αποτελέσματα η αναστολή από τη βιλαστίνη των άλλων μεταφορέων που υπάρχουν στον εντερικό βλεννογόνο, π.χ. P-gp, δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Σε θεραπευτικές δόσεις η βιλαστίνη δεσμεύεται κατά 84-90% από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η βιλαστίνη δεν προκάλεσε ούτε ανέστειλε τη δραστηριότητα των ισοενζύμων του CYP450 στις in vitro μελέτες.
Αποβολή Σε μια μελέτη ισοζυγίου μάζας που πραγματοποιήθηκε σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, μετά από τη χορήγηση μίας δόσης 20 mg 14C-βιλαστίνη, σχεδόν το 95% της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα ούρα (28,3%) και τα κόπρανα (66,5%) ως αμετάβλητη βιλαστίνη, επιβεβαιώνοντας ότι η βιλαστίνη δεν μεταβολίζεται σημαντικά στους ανθρώπους. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής που υπολογίστηκε σε υγιείς εθελοντές ήταν 14,5 ώρες.
Γραμμικότητα Η βιλαστίνη παρουσιάζει γραμμική φαρμακοκινητική στο εύρος δόσεων (5 έως 220mg) που έχει μελετηθεί, με μικρή διατομική ποικιλία.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε μία μελέτη σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία, η μέση (±SD) AUC αυξήθηκε από 737,4 (±260,8) ng 0- x hr/mL στα άτομα χωρίς δυσλειτουργία (GFR: > 80 ml/min/1,73 m2) σε: 967,4 (±140,2) ng x hr/ml στα άτομα με ήπια δυσλειτουργία (GFR: 50-80 ml/min/1,73 m2), 1384,2 (±263,23) ng x hr/ml σε άτομα με μέτρια δυσλειτουργία (GFR: 30 - <50 ml/min/1,73 m2), και 1708,5 (±699,0) ng x hr/ml σε άτομα με σοβαρή δυσλειτουργία (GFR: < 30 ml/min/1,73 m2). Ο μέσος (±SD) χρόνος ημίσειας ζωής της βιλαστίνης ήταν 9,3 ώρες (± 2,8) στα άτομα χωρίς δυσλειτουργία, 15,1 ώρες (± 7,7) στα άτομα με ήπια δυσλειτουργία, 10,5 ώρες (± 2,3) στα άτομα με μέτρια δυσλειτουργία και 18,4 ώρες (± 11,4) στα άτομα με σοβαρή δυσλειτουργία. Η απέκκριση της βιλαστίνης στα ούρα ολοκληρώθηκε μετά από 48 -72 ώρες σε όλα τα άτομα. Οι φαρμακοκινητικές αυτές αλλαγές δεν αναμένεται να έχουν κλινικά σχετική επίδραση στην ασφάλεια της βιλαστίνης, από τη στιγμή που τα επίπεδα της βιλαστίνης στο πλάσμα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία εξακολουθούν να εντάσσονται στο εύρος ασφάλειας τηςβιλαστίνης.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα για τα άτομα με ηπατική δυσλειτουργία. Η βιλαστίνη δεν μεταβολίζεται στους ανθρώπους. Εφόσον τα αποτελέσματα της μελέτης για τη νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η νεφρική απέκκριση συμβάλλει σημαντικά στην απέκκριση της βιλαστίνης, η έκκριση από τη χολή αναμένεται να εμπλέκεται οριακά μόνο στην απομάκρυνση της βιλαστίνης. Οι αλλαγές στην ηπατική λειτουργία δεν αναμένεται να έχουν κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της βιλαστίνης.
Ηλικιωμένοι Μόνο περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα είναι διαθέσιμα για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές σε σχέση με τη ΦΚ της βιλαστίνης σε ηλικιωμένους ηλικίας άνω των 65 ετών σε σύγκριση με τον ενήλικο πληθυσμό ηλικίας μεταξύ 18 και 35 ετών.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα για έφηβους (ηλικίας από 12 ετών έως 17 ετών) καθώς η αναγωγή των δεδομένων των ενηλίκων κρίθηκε κατάλληλη για αυτό το προϊόν.
Η φαρμακοκινητική ανάλυση σε παιδιά πραγματοποιήθηκε με δεδομένα που ελήφθησαν από δύο μελέτες από 66 παιδιά ηλικίας από 2 έως 11 ετών με αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα ή χρόνια κνίδωση, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα με διασπειρόμενο δισκίο βιλαστίνης 10 mg. Η φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων συγκέντρωσης στο πλάσμα έδειξε ότι η παιδιατρική δόση της βιλαστίνης 10 mg άπαξ ημερησίως οδηγεί σε συστηματική έκθεση εντός του εύρους που παρατηρείται μετά από δόση 20 mg σε ενήλικες και εφήβους, με εύρος τιμών AUC (95%CI) από 511,5 έως 1450 ng hr/ml για παιδιά 2 έως 11 ετών. Αυτά τα αποτελέσματα ήταν σε μεγάλο βαθμό χαμηλότερα από το όριο ασφάλειας βάσει δεδομένων από δόση 80 mg μία φορά την ημέρα σε ενήλικες σύμφωνα με το προφίλ ασφαλείας του φαρμάκου. Αυτά τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν την επιλογή της βιλαστίνης 10 mg από το στόμα μία φορά την ημέρα ως κατάλληλη θεραπευτική δόση για τον παιδιατρικό πληθυσμό ηλικίας από 2 έως 11 ετών με σωματικό βάρος τουλάχιστον 15 kg.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη κλινικά δεδομένα με τη βιλαστίνη δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας και ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης.
Σε μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα, επιδράσεις της βιλαστίνης στο έμβρυο (απώλεια πριν και μετά από την εμφύτευση σε αρουραίους και ατελής οστεοποίηση των οστών του κρανίου, του στέρνου και των άκρων σε κουνέλια) παρατηρήθηκαν μόνο σε τοξικές δόσεις για τη μητέρα. Τα επίπεδα έκθεσης στα NOAELs υπερβαίνουν επαρκώς (> 30 φορές) την ανθρώπινη έκθεση στη συνιστώμενη θεραπευτική δόση.
Σε μια μελετη γαλουχίας, η βιλαστίνη ταυτοποιήθηκε στο γάλα αρουραίων που θηλάζουν στους οποίους είχε χορηγηθεί μία εφάπαξ από του στόματος δόση (20 mg/kg). Οι συγκεντρώσεις της βιλαστίνης στο γάλα ήταν περίπου στο μισό αυτών στο μητρικό πλάσμα. Η εφαρμογή αυτών των αποτελεσμάτων στον άνθρωπο είναι άγνωστη.
Σε μια μελέτη γονιμότητας σε αρουραίους, η βιλαστίνη χορηγούμενη από του στόματος έως και 1.000 mg/kg/ημέρα δεν επηρέασε τα γυναικεία και ανδρικά αναπαραγωγικά όργανα. Οι δείκτες ζευγαρώματος, γονιμότητας και κύησης δεν επηρεάστηκαν.
Όπως βρέθηκε σε μία μελέτη διασποράς σε αρουραίους με καθορισμένες συγκεντρώσεις του φαρμάκου μέσω αυτοραδιογραφίας, η βιλαστίνη δεν συσσωρεύεται στο ΚΝΣ.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Μαννιτόλη (Ε421)
Νατριούχος κροσκαρμελλόζη Φουμαρικό στεατυλικό νάτριο Σουκραλόζη (Ε955)
Βελτιωτικό γεύσης κόκκινο σταφύλι (κύρια συστατικά: αραβικό κόμμι, βουτυρικό αιθύλιο, τριακετίνη, ανθρανιλικός μεθυλεστέρας, αιθανόλη, d-λιμονένιο, λιναλοόλη)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
4 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
OPA/Alu/PVC//Alu διάτρητες κυψέλες μονάδας δόσης των 10 x 1, 20 x 1, 30 x 1, 40 x 1, 50 x 1 δισκίων διασπειρόμενων στο στόμα, συσκευασμένες σε χάρτινα κουτιά.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Menarini International Operations Luxembourg SA 1, Avenue de la Gare L-1611 Luxembourg, Λουξεμβούργο Τοπικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα:
ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε.
Οδός Βαρυμπόμπης 8, 146 71 Ν. Ερυθραία, Κηφισιά Ελλάδα Τηλ. +30 210 8009111
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
39911/08-05-2023
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 08 Μαΐου 2023