BILASTINE
Βιλαστίνη
**Φαρμακοδυναμική** Η μιλαστίνη είναι αντι-αλλεργική και δρα μειώνοντας τα αλλεργικά συμπτώματα όπως η ρινική συμφόρηση και η κνίδωση.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-BILAZ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 20 mg
-
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 12 ετών και άνω)Δόση20 mg μία φορά την ημέρα
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση σε παιδιά ηλικίας 0 έως 2 ετών. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά κάτω των 12 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
SPC-BILAZ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-BILAZ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςπαιδιά κάτω των 12 ετώνΗ αποτελεσματικότητα και ασφάλεια δεν έχει τεκμηριωθεί.
-
ΑλληλεπιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ συγχορήγηση της βιλαστίνης με αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης θα πρέπει να αποφεύγεται. Η συγχορήγηση με κετοκοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κυκλοσπορίνη, ριτοναβίρη ή διλτιαζέμη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα βιλαστίνης στο πλάσμα και τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.
swap_horiz
SPC-BILAZ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΦαγητόΠαρακολούθησηΜειώνει σημαντικά την από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της βιλαστίνης κατά 30%.
-
Χυμός από γκρέιπφρουτΠαρακολούθησηΜειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα της βιλαστίνης κατά 30% (πιθανώς και άλλοι χυμοί φρούτων).ΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης λήψης.
-
Ριτοναβίρη ή ριφαμπικίνηΠαρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της βιλαστίνης (αναστολείς OATP1A2).
-
Κετοκοναζόλη ή ερυθρομυκίνηΠαρακολούθησηΑυξάνουν την AUC της βιλαστίνης κατά 2 φορές και τη Cmax κατά 2-3 φορές (αλληλεπίδραση με εντερικούς μεταφορείς εκροής).
-
ΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της βιλαστίνης (αναστολείς P-gp).
-
ΠαρακολούθησηΑυξάνει τη Cmax της βιλαστίνης κατά 50% (αλληλεπίδραση με εντερικούς μεταφορείς εκροής).
-
ΑλκοόλΑμελητέαΚαμία επίδραση στην ψυχοκινητική απόδοση.
-
ΑμελητέαΔεν ενισχύει την κατασταλτική δράση της λοραζεπάμης στο ΚΝΣ.
sick
SPC-BILAZ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Επιχείλιος έρπης 2
- Αυξημένη όρεξη
- Άγχος
- Αϋπνία
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Εμβοές
- Ίλιγγος
- Αποκλεισμός δεξιού σκέλους
- Φλεβοκομβική αρρυθμία
- Ηλεκτροκαρδιογραφική παράταση του QT
- Άλλες ανωμαλίες στο ΗΚΓ
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Δύσπνοια
- Ρινική δυσφορία
- Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου
- Άλγος άνω κοιλίας
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Δυσφορία στομάχου
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Γαστρίτιδα
- Κνησμός
- Κόπωση
- Δίψα
- Βελτίωση προϋπάρχουσας κατάστασης
- Πυρεξία
- Εξασθένιση
- Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος
- Αύξηση σωματικού βάρους
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΕπιχείλιος έρπης 2Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη όρεξηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΑποκλεισμός δεξιού σκέλουςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΦλεβοκομβική αρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΗλεκτροκαρδιογραφική παράταση του QTΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆλλες ανωμαλίες στο ΗΚΓΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΡινική δυσφορίαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΞηρότητα ρινικού βλεννογόνουΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλίαςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΔυσφορία στομάχουΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΒελτίωση προϋπάρχουσας κατάστασηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένα τριγλυκερίδια αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-BILAZ
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της βιλαστίνης σε εγκύους. Οι μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις όσον αφορά στην τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, στον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ απέκκριση της βιλαστίνης στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ανθρώπους. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της βιλαστίνης στο γάλα (βλέπε παράγραφο 5.3). Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με τη βιλαστίνη για τη μητέρα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα. Μία μελέτη σε αρουραίους δεν έδειξε καμία αρνητική επίδραση στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-BILAZ
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊσταμινικά για συστηματική χρήση, άλλα αντιϊσταμινικά για συστηματική χρήση. Κωδικός ATC RO6AX29. Η βιλαστίνη είναι ένας μη κατασταλτικός, μακράς δράσης ανταγωνιστής της ισταμίνης με εκλεκτική…
biotech
SPC-BILAZ
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Η βιλαστίνη απορροφάται ταχέως μετά από του στόματος χορήγηση με χρόνο έως τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα περίπου 1,3 ώρες. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση. Η μέση τιμή βιοδιαθεσιμότητας της από του στόματος βιλαστίνης…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-BILAZ
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 12 ετών και άνω) 20 mg βιλαστίνης (1 δισκίο) μία φορά την ημέρα για την ανακούφιση των συμπτωμάτων της αλλεργικής ρινοεπιπεφυκίτιδας (εποχικής και χρόνιας) και της κνίδωσης.
Το δισκίο θα πρέπει να λαμβάνεται μία ώρα πριν ή δύο ώρες μετά από την πρόσληψη φαγητού ή φρουτοχυμού (βλ. αλληλεπιδράσεις).
Ειδικοί Πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Από τη στιγμή που η βιλαστίνη δεν μεταβολίζεται και η νεφρική κάθαρση είναι η κύρια οδός αποβολής, η ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να αυξήσει τη συστηματική έκθεση πάνω από το όριο ασφαλείας. Επομένως, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχει σχετική χρήση της βιλαστίνης σε παιδιά ηλικίας 0 έως 2 ετών για τις ενδείξεις της αλλεργικής ρινίτιδας και κνίδωσης. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά κάτω των 12 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
Διάρκεια θεραπείας: Στην αλλεργική ρινίτιδα η θεραπεία θα πρέπει να περιορίζεται για το χρονικό διάστημα της έκθεσης στα αλλεργιογόνα. Για την εποχική αλλεργική ρινίτιδα η θεραπεία μπορεί να διακόπτεται εφόσον τα συμπτώματα έχουν υποχωρήσει και να ξαναρχίζει με την επανεμφάνισή τους. Σε ασθενείς με χρόνια αλλεργική ρινίτιδα, μπορεί να προτείνεται συνεχής θεραπεία κατά τη διάρκεια των περιόδων έκθεσής τους στα αλλεργιογόνα. Για την κνίδωση η διάρκεια θεραπείας εξαρτάται από τον τύπο, τη διάρκεια και την εξέλιξη των συμπτωμάτων.
Τρόπος χορήγησης Από του στόματος χρήση.
Το δισκίο είναι να καταπίνεται με νερό. Συνιστάται η λήψη της ημερήσιας δόσης σε μία εφάπαξ πρόσληψη.
block
Αντενδείξεις
SPC-BILAZ
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-BILAZ
expand_more
Προειδοποιήσεις
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της βιλαστίνης σε παιδιά κάτω των 12 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
Αλληλεπιδράσεις
Σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η συγχορήγηση βιλαστίνης με αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης, όπως είναι η κετοκοναζόλη, η ερυθρομυκίνη, η κυκλοσπορίνη, η ριτοναβίρη ή η διλτιαζέμη, μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της βιλαστίνης στο πλάσμα και κατά συνέπεια να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών από τη βιλαστίνη. Έτσι, η συγχορήγηση της βιλαστίνης με αναστολείς της P- γλυκοπρωτεΐνης, θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-BILAZ
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπίδραση με το φαγητό Το φαγητό μειώνει σημαντικά την από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της βιλαστίνης κατά 30%.
Αλληλεπίδραση με τον χυμό από γκρέιπφρουτ Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg βιλαστίνης και χυμού από γκρέιπφρουτ μείωσε τη βιοδιαθεσιμότητα της βιλαστίνης κατά 30%. Η επίδραση αυτή μπορεί να υφίσταται και με τους χυμούς άλλων φρούτων. Ο βαθμός της μείωσης της βιοδιαθεσιμότητας μπορεί να ποικίλει μεταξύ των παραγωγών και των φρούτων. Ο μηχανισμός για αυτή την αλληλεπίδραση είναι μια αναστολή του OATP1A2, ενός μεταφορέα πρόσληψης για τον οποίο η βιλαστίνη είναι ένα υπόστρωμα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι υποστρώματα ή αναστολείς του OATP1A2, όπως η ριτοναβίρη ή η ριφαμπικίνη, μπορεί επίσης να έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της βιλαστίνης.
Αλληλεπίδραση με την κετοκοναζόλη ή την ερυθρομυκίνη Η ταυτόχρονη λήψη βιλαστίνης και κετοκοναζόλης ή ερυθρομυκίνης αύξησε την AUC της βιλαστίνης κατά δύο φορές και τη Cmax κατά 2-3 φορές. Οι αλλαγές αυτές μπορεί να εξηγηθούν από την αλληλεπίδραση με τους εντερικούς μεταφορείς εκροής, καθώς η βιλαστίνη είναι υπόστρωμα για τη P-gp και δεν μεταβολίζεται (βλ. Φαρμακοκινητικές). Οι αλλαγές αυτές δεν φαίνεται να επηρεάζουν το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης και της κετοκοναζόλης ή της ερυθρομυκίνης, αντίστοιχα. Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι υποστρώματα ή αναστολείς της P-gp, όπως η κυκλοσπορίνη, μπορεί επίσης να έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα της βιλαστίνης.
Αλληλεπίδραση με τη διλτιαζέμη Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg βιλαστίνης και 60 mg διλτιαζέμης αύξησε τη Cmax της βιλαστίνης κατά 50%. Η επίδραση αυτή μπορεί να αποδοθεί στην αλληλεπίδραση με τους εντερικούς μεταφορείς εκροής (βλ. Φαρμακοκινητικές), αλλά δεν φαίνεται να επηρεάζει το προφίλ ασφάλειας της βιλαστίνης.
Αλληλεπίδραση με το αλκοόλ Η ψυχοκινητική απόδοση μετά από την ταυτόχρονη λήψη αλκοόλ και 20 mg βιλαστίνης ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε μετά από την κατανάλωση αλκοόλ και τη λήψη εικονικού φαρμάκου.
Αλληλεπίδραση με τη λοραζεπάμη Η ταυτόχρονη λήψη 20 mg βιλαστίνης και 3 mg λοραζεπάμης για 8 ημέρες δεν ενίσχυσε την κατασταλτική δράση της λοραζεπάμης στο ΚΝΣ.
Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες. Η έκταση της αλληλεπίδρασης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης αναμένεται να είναι παρόμοια στον παιδιατρικό πληθυσμό ηλικίας από 12 έως 17 ετών.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-BILAZ
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας Η συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς που έπασχαν από αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα ή χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία με 20 mg βιλαστίνης στις κλινικές μελέτες ήταν συγκρίσιμη με την συχνότητα εμφάνισης σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (12,7% έναντι 12,8%).
Οι κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙ και ΙΙΙ που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης περιλάμβαναν 2.525 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με διαφορετικές δόσεις βιλαστίνης, από τους οποίους 1.697 έλαβαν βιλαστίνη 20mg. Σε αυτές τις δοκιμές 1.362 αθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο. Οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες από ασθενείς που έλαβαν 20 mg βιλαστίνης για την ένδειξη της αλλεργικής ρινίτιδας ή της χρόνιας ιδιοπαθούς κνίδωσης ήταν ο πονοκέφαλος, η υπνηλία, η ζάλη και η κόπωση. Η συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμη με αυτή των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Οι ανεπιθύμητες ενέργειες τουλάχιστον πιθανώς συσχετιζόμενες με τη βιλαστίνη που αναφέρθηκαν σε περισσότερο από το 0,1% των ασθενών που έλαβαν 20 mg βιλαστίνης κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης (Ν=1.697) παρατίθενται στη συνέχεια σε μορφή πίνακα.
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής:
- Πολύ συχνές (≥ 1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1,000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Οι σπάνιες, πολύ σπάνιες και οι ανεπιθύμητες ενέργειες με μη γνωστή συχνότητα δεν έχουν συμπεριληφθεί στον πίνακα.
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών (συνέχεια)
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια | Βιλαστίνη 20 mg (N=1.697) | Όλες οι δόσεις βιλαστίνης (N=2.525) |
|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές | Επιχείλιος έρπης 2 | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Όχι συχνές | Αυξημένη όρεξη | 10 (0,59%) | 11 (0,44%) |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Άγχος | 6 (0,35%) | 8 (0,32%) |
| Όχι συχνές | Αϋπνία | 2 (0,12%) | 4 (0,16%) | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Υπνηλία | 52 (3,06%) | 82 (3,25%) |
| Συχνές | Κεφαλαλγία | 68 (4,01%) | 90 (3,56%) | |
| Όχι συχνές | Ζάλη | 14 (0,83%) | 23 (0,91%) | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Όχι συχνές | Εμβοές | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) |
| Όχι συχνές | Ίλιγγος | 3 (0,18%) | 3 (0,12%) | |
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνές | Αποκλεισμός δεξιού σκέλους | 4 (0,24%) | 5 (0,20%) |
| Όχι συχνές | Φλεβοκομβική αρρυθμία | 5 (0,30%) | 5 (0,20%) | |
| Όχι συχνές | Ηλεκτροκαρδιογραφική παράταση του QT | 9 (0,53%) | 10 (0,40%) | |
| Όχι συχνές | Άλλες ανωμαλίες στο ΗΚΓ | 7 (0,41%) | 11 (0,44%) | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Όχι συχνές | Δύσπνοια | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) |
| Όχι συχνές | Ρινική δυσφορία | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | |
| Όχι συχνές | Ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου | 3 (0,18%) | 6 (0,24%) | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Όχι συχνές | Άλγος άνω κοιλίας | 11 (0,65%) | 14 (0,55%) |
| Όχι συχνές | Κοιλιακό άλγος | 5 (0,30%) | 5 (0,20%) | |
| Όχι συχνές | Ναυτία | 7 (0,41%) | 10 (0,40%) | |
| Όχι συχνές | Δυσφορία στομάχου | 3 (0,18%) | 4 (0,16%) | |
| Όχι συχνές | Διάρροια | 4 (0,24%) | 6 (0,24%) | |
| Όχι συχνές | Ξηροστομία | 2 (0,12%) | 6 (0,24%) | |
| Όχι συχνές | Δυσπεψία | 2 (0,12%) | 4 (0,16%) | |
| Όχι συχνές | Γαστρίτιδα | 4 (0,24%) | 4 (0,16%) | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Όχι συχνές | Κνησμός | 2 (0,12%) | 4 (0,16%) |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Όχι συχνές | Κόπωση | 14 (0,83%) | 19 (0,75%) |
| Όχι συχνές | Δίψα | 3 (0,18%) | 4 (0,16%) | |
| Όχι συχνές | Βελτίωση προϋπάρχουσας κατάστασης | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | |
| Όχι συχνές | Πυρεξία | 2 (0,12%) | 3 (0,12%) | |
| Όχι συχνές | Εξασθένιση | 3 (0,18%) | 4 (0,16%) | |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Όχι συχνές | Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση | 7 (0,41%) | 8 (0,32%) |
| Όχι συχνές | Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης | 5 (0,30%) | 5 (0,20%) | |
| Όχι συχνές | Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση | 3 (0,18%) | 3 (0,12%) | |
| Όχι συχνές | Αυξημένη κρεατινίνη αίματος | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | |
| Όχι συχνές | Αυξημένα τριγλυκερίδια αίματος | 2 (0,12%) | 2 (0,08%) | |
| Όχι συχνές | Αύξηση σωματικού βάρους | 8 (0,47%) | 12 (0,48%) |
Συχνότητα μη-γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα):
- Αίσθημα παλμών και ταχυκαρδία έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά την κυκλοφορία στην αγορά.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν δύο συχνές (υπνηλία και κεφαλαλγία) και δύο όχι συχνές (ζάλη και κόπωση). Η συχνότητά τους με τη βιλαστίνη έναντι του εικονικού φαρμάκου ήταν 3,06% έναντι 2,86% για την υπνηλία, 4,01% έναντι 3,38% για την κεφαλαλγία, 0,83% έναντι 0,59% για τη ζάλη, και 0,83% έναντι 1,32% για την κόπωση.
Σχεδόν όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες, που περιλαμβάνονται στον παραπάνω πίνακα, παρατηρήθηκαν είτε σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με βιλαστίνη 20mg είτε με εικονικό φάρμακο με παρόμοια συχνότητα εμφάνισης.
Οι πληροφορίες που συλλέχθησαν κατά την διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά έχουν επιβεβαιώσει το προφίλ ασφαλείας που παρατηρήθηκε κατά την κλινική ανάπτυξη.
Παιδιατρικός πληθυσμός Κατά τη διάρκεια του προγράμματος κλινικής ανάπτυξης η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε εφήβους (ηλικίας 12 ετών έως 17 ετών) ήταν ίδια με αυτά που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες. Οι πληροφορίες που συλλέχθησαν σε αυτόν τον πληθυσμό κατά την διάρκεια της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία στην αγορά έχουν επιβεβαιώσει τα ευρήματα των κλινικών δοκιμών.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-BILAZ
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της βιλαστίνης σε εγκύους. Οι μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις όσον αφορά στην τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, στον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3). Ως μέτρο προφύλαξης, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του Bilaz κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Η απέκκριση της βιλαστίνης στο γάλα δεν έχει μελετηθεί σε ανθρώπους. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της βιλαστίνης στο γάλα (βλέπε παράγραφο 5.3). Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με τη βιλαστίνη για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν ή υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα. Μία μελέτη σε αρουραίους δεν έδειξε καμία αρνητική επίδραση στη γονιμότητα (βλέπε παράγραφο 5.3).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-BILAZ
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιϊσταμινικά για συστηματική χρήση, άλλα αντιϊσταμινικά για συστηματική χρήση.
Κωδικός ATC RO6AX29.
Η βιλαστίνη είναι ένας μη κατασταλτικός, μακράς δράσης ανταγωνιστής της ισταμίνης με εκλεκτική ανταγωνιστική συγγένεια στον περιφερικό υποδοχέα Η1 και χωρίς συγγένεια για τους μουσκαρινικούς υποδοχείς.
Η βιλαστίνη ανέστειλε τις επαγόμενες από την ισταμίνη δερματικές αντιδράσεις πομφού και ερυθήματος για 24 ώρες μετά από τη λήψη εφάπαξ δόσης.
Σε κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ενήλικες και εφήβους ασθενείς με ρινοεπιπεφυκίτιδα (εποχιακή και χρόνια), τα 20 mg βιλαστίνης, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα για 14-28 ημέρες, ήταν αποτελεσματικά στην ανακούφιση συμπτωμάτων όπως είναι ο πταρμός, η ρινική καταρροή, ο ρινικός κνησμός, η ρινική συμφόρηση, ο οφθαλμικός κνησμός, η δακρύρροια και η ερυθρότητα των οφθαλμών. Η βιλαστίνη έλεγξε αποτελεσματικά τα συμπτώματα για 24 ώρες.
Σε δύο κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν σε ασθενείς με χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, τα 20 mg βιλαστίνης, χορηγούμενα μία φορά την ημέρα για 28 ημέρες ήταν αποτελεσματικά στην ανακούφιση της έντασης του κνησμού και του αριθμού και του μεγέθους των πομφών, καθώς και της δυσφορίας των ασθενών λόγω της κνίδωσης. Οι συνθήκες του ύπνου και η ποιότητα ζωής βελτιώθηκαν σε αυτούς τους ασθενείς.
Δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικά σχετική παράταση του διαστήματος QTc ή άλλη καρδιαγγειακή επίδραση στις κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με τη βιλαστίνη, ακόμα και σε δόσεις των 200 mg ημερησίως (10 φορές πάνω από την κλινική δόση) για 7 ημέρες σε 9 άτομα, ή ακόμα και κατά τη συγχορήγηση με αναστολείς της P-gp, όπως είναι η κετοκοναζόλη (24 άτομα) και η ερυθρομυκίνη (24 άτομα). Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε εκτενής μελέτη του QT στην οποία συμμετείχαν 30 εθελοντές.
Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες στη συνιστώμενη δόση των 20 mg άπαξ ημερησίως, το προφίλ ασφαλείας στο ΚΝΣ της βιλαστίνης ήταν παρόμοιο με αυτό του εικονικού φαρμάκου και η επίπτωση της υπνηλίας δεν διέφερε στατιστικά από αυτή του εικονικού φαρμάκου. Η βιλαστίνη σε δόσεις έως και 40 mg ημερησίως δεν επηρέασε την ψυχοκινητική απόδοση στις κλινικές μελέτες και δεν επηρέασε την ικανότητα οδήγησης στη συνήθη δοκιμασία οδήγησης.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών) που συμπεριελήφθησαν στις μελέτες φάσης II και III δεν εμφάνισαν διαφορά στην αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια σε σχέση με τους ασθενείς μικρότερης ηλικίας. Μία μετά την κυκλοφορία μελέτη σε 146 ηλικιωμένους ασθενείς δεν έδειξε καμία διαφορά στο προφίλ ασφαλείας σε σχέση με τον πληθυσμό ενηλίκων.
Παιδιατρικός πληθυσμός Έφηβοι (ηλικίας 12 ετών έως 17 ετών) συμπεριελήφθησαν στο πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης. 128 έφηβοι έλαβαν βιλαστίνη κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών (81 σε διπλά τυφλές μελέτες σε αλλεργική ρινίτιδα). Άλλοι 116 έφηβοι κατανεμήθηκαν τυχαία σε δραστικά συγκριτικά φάρμακα ή εικονικό φάρμακο. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στην ασφάλεια και αποτελεσματικότητα ανάμεσα στους ενήλικες και τους εφήβους.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Bilaz σε μία υποκατηγορία του παιδιατρικού πληθυσμού στην θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας και την θεραπεία της κνίδωσης (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-BILAZ
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση Η βιλαστίνη απορροφάται ταχέως μετά από του στόματος χορήγηση με χρόνο έως τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα περίπου 1,3 ώρες. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση.
Η μέση τιμή βιοδιαθεσιμότητας της από του στόματος βιλαστίνης είναι 61%.
Κατανομή In vitro και in vivo μελέτες έχουν δείξει ότι η βιλαστίνη είναι ένα υπόστρωμα της Pgp (βλ. αλληλεπιδράσεις) και του OATP (βλ. αλληλεπιδράσεις). Η βιλαστίνη δεν εμφανίζεται να είναι υπόστρωμα άλλων μεταφορέων όπως η BCRP ή νεφρικών μεταφορέων OCT2, OAT1 και ΟΑΤ3. Με βάση τις in vitro μελέτες, η βιλαστίνη δεν αναμένεται να αναστέλλει τους ακόλουθους μεταφορείς στη συστηματική κυκλοφορία: P-gp, MRP2, BCRP, BSEP, OATP1B1, OATP1B3, OATP2B1, OAT1, OAT3, OCT1, OCT2 και NTCP, εφόσον ανιχνεύτηκε ήπια μόνο αναστολή για P-gp, OATP2B1 και OCT1 με μία εκτιμώμενη IC50 ≥ 300μΜ πολύ μεγαλύτερη από την υπολογισμένη κλινική Cmax στο πλάσμα και επομένως αυτές οι αλληλεπιδράσεις δεν θα είναι κλινικά σχετικές. Παρόλα αυτά, με βάση αυτά τα αποτελέσματα η αναστολή από τη βιλαστίνη των άλλων μεταφορέων που υπάρχουν στο εντερικό βλεννογόνο, π.χ. P-gp, δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Σε θεραπευτικές δόσεις η βιλαστίνη δεσμεύεται κατά 84-90% από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός Η βιλαστίνη δεν προκάλεσε ούτε ανέστειλε τη δραστηριότητα των ισοενζύμων του CYP450 στις in vitro μελέτες.
Αποβολή Σε μια μελέτη ισοζυγίου μάζας (mass balance study), μετά από τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 20 mg ¹⁴C-βιλαστίνης, σχεδόν το 95% της χορηγηθείσας δόσης ανακτήθηκε στα ούρα (28,3%) και τα κόπρανα (66,5%) ως αμετάβλητη βιλαστίνη, επιβεβαιώνοντας ότι η βιλαστίνη δεν μεταβολίζεται σημαντικά στους ανθρώπους. Η μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής που υπολογίστηκε σε υγιείς εθελοντές ήταν 14,5 ώρες.
Γραμμικότητα Η βιλαστίνη παρουσιάζει γραμμική φαρμακοκινητική στο μελετηθέν εύρος δόσεων (5-220mg), με μικρή διατομική ποικιλία.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε μία μελέτη σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία, η μέση (SD) AUC₀₋∞ αυξήθηκε από 737,4 (±260,8) ngxhr/ml στα άτομα χωρίς δυσλειτουργία (GFR: > 80 ml/min/1,73 m²) σε: 967,4 (±140,2) ngxhr/ml στα άτομα με ήπια δυσλειτουργία (GFR: 50-80 ml/min/1,73 m²), 1.384,2 (±263,23) ngxhr/ml σε άτομα με μέτρια δυσλειτουργία (GFR: 30 - <50 ml/min/1,73 m²), και 1.708,5 (±699,0) ngxhr/ml σε άτομα με σοβαρή δυσλειτουργία (GFR: < 30 ml/min/1,73 m²). Ο μέσος (SD) χρόνος ημίσειας ζωής της βιλαστίνης ήταν 9,3 ώρες (± 2,8) στα άτομα χωρίς δυσλειτουργία, 15,1 ώρες (± 7,7) στα άτομα με ήπια δυσλειτουργία, 10,5 ώρες (± 2,7) στα άτομα με μέτρια δυσλειτουργία και 18,4 ώρες (± 11,4) στα άτομα με σοβαρή δυσλειτουργία. Η απέκκριση της βιλαστίνης στα ούρα ολοκληρώθηκε ουσιαστικά μετά από 48-72 ώρες σε όλα τα άτομα. Οι φαρμακοκινητικές αυτές αλλαγές δεν αναμένεται να έχουν κλινικά σχετική επίδραση στην ασφάλεια της βιλαστίνης, από τη στιγμή που τα επίπεδα της βιλαστίνης στο πλάσμα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία εξακολουθούν να βρίσκονται εντός του εύρους ασφαλείας της βιλαστίνης.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα για τα άτομα με ηπατική δυσλειτουργία. Η βιλαστίνη δεν μεταβολίζεται στους ανθρώπους. Από τη στιγμή που τα αποτελέσματα της μελέτης για τη νεφρική δυσλειτουργία δείχνουν ότι η νεφρική απέκκριση συμβάλλει σημαντικά στην απέκκριση της βιλαστίνης, η έκκριση από τη χολή αναμένεται να εμπλέκεται οριακά μόνο στην απέκκριση της βιλαστίνης. Οι αλλαγές στην ηπατική λειτουργία δεν αναμένεται να έχουν κλινικά σχετική επίδραση στη φαρμακοκινητική της βιλαστίνης.
Ηλικιωμένοι Μόνο περιορισμένα φαρμακοκινητικά δεδομένα είναι διαθέσιμα για άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές σε σχέση με τη ΦΚ της βιλαστίνης σε ηλικιωμένους ηλικίας άνω των 65 ετών σε σύγκριση με τον ενήλικο πληθυσμό ηλικίας μεταξύ 18 και 35 ετών.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα για εφήβους (ηλικίας 12 ετών έως 17 ετών) καθώς η αναγωγή των δεδομένων των ενηλίκων κρίθηκε κατάλληλη για αυτό το προϊόν.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η μιλαστίνη είναι αντι-αλλεργική και δρα μειώνοντας τα αλλεργικά συμπτώματα όπως η ρινική συμφόρηση και η κνίδωση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η μιλαστίνη είναι ένας εκλεκτικός ανταγωνιστής των H1 υποδοχέων της ισταμίνης (Ki = 64nM). Κατά τη διάρκεια της αλλεργικής αντίδρασης, τα μαστοκύτταρα υφίστανται αποκοκκίωση, η οποία απελευθερώνει ισταμίνη και άλλες ουσίες. Συνδεόμενη με τους H1 υποδοχείς και εμποδίζοντας την ενεργοποίησή τους, η μιλαστίνη μειώνει την ανάπτυξη αλλεργικών συμπτωμάτων που οφείλονται στην απελευθέρωση ισταμίνης από τα μαστοκύτταρα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η μιλαστίνη έχει Tmax 1,13 ώρες. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 61%. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση με ημερήσια δόση 20-100 mg μετά από 14 ημέρες. Η Cmax μειώθηκε κατά 25% και 33% όταν λήφθηκε με γεύμα χαμηλής και υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Η χορήγηση με χυμό γκρέιπφρουτ μείωσε την Cmax κατά 30%.
Η μιλαστίνη απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα (66,5%) και σε μικρότερο βαθμό στα ούρα (28,3%). Σχεδόν όλη απεκκρίνεται ως μητρική ένωση.
Η μιλαστίνη έχει συνολική κάθαρση 9,20 L/h και νεφρική κάθαρση 8,7 L/h.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η μιλαστίνη συνδέεται με 84-90% με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η μιλαστίνη δεν αλληλεπιδρά με το σύστημα κυτοχρώματος P450 και δεν υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό σε ανθρώπους.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της απέκκρισης είναι 14,5 ώρες.