Clinio Logo
Clinio
CLIDACIN › ΠΧΠ

CLIDACIN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 3 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

CLIDACIN BA free 300 mg/2 ml AMP διάλυμα για ένεση ή έγχυση CLIDACIN BA free 600 mg/4 ml AMP διάλυμα για ένεση ή έγχυση

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Διάλυμα για ένεση ή έγχυση 300 mg/2 ml AMP Κάθε φύσιγγα των 2 ml περιέχει: 356 φωσφορικής κλινδαμυκίνης που αντιστοιχεί σε 300 mg κλινδαμυκίνης.

Διάλυμα για ένεση ή έγχυση 600 mg/4 ml AMP Κάθε φύσιγγα των 4 ml περιέχει: 712 φωσφορικής κλινδαμυκίνης που αντιστοιχεί σε 600 mg κλινδαμυκίνης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Διάλυμα για ένεση ή έγχυση.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Σοβαρές λοιμώξεις από gram θετικούς κόκκους [όπως σταφυλόκοκκοι (στελέχη που παράγουν πενικιλλινάση και στελέχη που δεν παράγουν πενικιλλινάση), στρεπτόκοκκοι και πνευμονιόκοκκοι. Οι εντερόκοκκοι είναι ενδογενώς ανθεκτικοί στην κλινδαμυκίνη], διάφορα αναερόβια και ιδίως Bacteroides fragilis (λοιμώξεις ενδοπεριτοναϊκές, γυναικολογικές), οστεομυελίτιδα.

Τοξοπλασμική εγκεφαλίτιδα σε ασθενείς με AIDS. Σε ασθενείς στους οποίους η συμβατική θεραπεία δεν είναι καλά ανεκτή, η κλινδαμυκίνη σε συνδυασμό με πυριμεθαμίνη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική.

Πνευμονία από Pneumocystis jiroveci (παλαιότερα γνωστή ως Pneumocystis carinii) σε ασθενείς με AIDS. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν ανέχονται ικανοποιητικά ή δεν ανταποκρίνονται στη συμβατική θεραπεία, η κλινδαμυκίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με πριμακίνη.

Η χρήση της κλινδαμυκίνης πρέπει να περιορίζεται σε απόλυτες ενδείξεις ή όταν δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν άλλα ασφαλέστερα αντιβιοτικά, εξαιτίας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών και κυρίως της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία

Ενήλικες Φωσφορική κλινδαμυκίνη (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση):

Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 600 mg έως 2.400 mg χορηγούμενη σε 2, 3 ή 4 ίσες δόσεις.

Άπαξ ενδομυϊκή χορήγηση δόσης άνω των 600 mg δεν συνιστάται.

Παιδιατρικός πληθυσμός (Ηλικίας άνω του 1 μηνός)

Η δοσολογία της κλινδαμυκίνης πρέπει να βασίζεται στο συνολικό σωματικό βάρος ανεξάρτητα της παχυσαρκίας.

Φωσφορική κλινδαμυκίνη (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση):

15 έως 40 mg/kg/ημέρα σε 3 ή 4 ίσες δόσεις.

Θεραπεία της τοξοπλασμικής εγκεφαλίτιδας σε ασθενείς με AIDS Φωσφορική κλινδαμυκίνη ενδοφλεβίως ή υδροχλωρική κλινδαμυκίνη από του στόματος 600 έως 1.200 mg κάθε 6 ώρες επί δύο εβδομάδες και ακολούθως υδροχλωρική κλινδαμυκίνη 300 έως 600 mg από του στόματος κάθε 6 ώρες. Η συνήθης συνολική διάρκεια της θεραπείας είναι 8 έως 10 εβδομάδες. Η δόση της πυριμεθαμίνης είναι 25 έως 75 mg από του στόματος ημερησίως επί 8 έως 10 εβδομάδες. Με υψηλότερες δόσεις πυριμεθαμίνης θα πρέπει να χορηγείται φολινικό οξύ 10-20 mg ημερησίως.

Θεραπεία της πνευμονίας από Pneumocystis jiroveci (παλαιότερα γνωστή ως Pneumocystis carinii) σε ασθενείς με AIDS:

Φωσφορική κλινδαμυκίνη ενδοφλεβίως 600 έως 900 mg κάθε 6 ώρες ή 900 mg ενδοφλεβίως κάθε 8 ώρες ή υδροχλωρική κλινδαμυκίνη 300 έως 450 mg από του στόματος κάθε 6 ώρες επί 21 ημέρες και πριμακίνη από του στόματος σε άπαξ δόση 10 έως 30 mg ημερησίως επί 21 ημέρες.

Τρόπος χορήγησης Η φωσφορική κλινδαμυκίνη για ενδομυϊκή χορήγηση δεν πρέπει να αραιώνεται.

Η φωσφορική κλινδαμυκίνη για ενδοφλέβια χορήγηση πρέπει να αραιώνεται (βλ.

παράγραφο 6.6) με ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή δεξτρόζης.

Σημαντική πληροφορία Δεν χρειάζεται ειδικό εργαλείο κοπής για το άνοιγμα της φύσιγγας. Ο αυχένας της φύσιγγας είναι σημειωμένος στο σημείο κοπής.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στην κλινδαμυκίνη ή στη λινκομυκίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, διαρροϊκά σύνδρομα, ιστορικό κολίτιδας ή εντερίτιδας ή κολίτιδας από αντιβιοτικά.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Προσοχή στη χορήγηση Να αποφεύγεται η ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση (κίνδυνος καρδιακής ανακοπής) και η άπαξ ενδομυϊκή χορήγηση δόσης μεγαλύτερης των 600 mg. Η ενδομυϊκή ένεση να διενεργείται βαθιά ενδομυϊκά.

Να χορηγείται με προσοχή σε άτομα που εμφανίζουν αλλεργία σε φάρμακα ή άλλα αλλεργιογόνα.

Ειδικές προειδοποιήσεις Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων όπως είναι η φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), και η οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με κλινδαμυκίνη. Εάν συμβούν αντίδραση υπερευαισθησίας ή σοβαρή δερματική αντίδραση, η κλινδαμυκίνη πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η ενδεδειγμένη θεραπεία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.8).

Έχει αναφερθεί διάρροια που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridioides difficile (CDAD), με τη χρήση σχεδόν όλων των αντιβακτηριακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κλινδαμυκίνης, και η οποία ενδέχεται να ποικίλει σε βαρύτητα, από ελαφρά διάρροια ως θανατηφόρα κολίτιδα.

Η θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες προκαλεί αλλαγές στη φυσιολογική εντερική χλωρίδα, γεγονός που οδηγεί σε υπερανάπτυξη του Clostridioides difficile.

Το Clostridioides difficile παράγει τοξίνες Α και Β που συμβάλλουν στην εμφάνιση διάρροιας που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridioides difficile (CDAD). Αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε κολίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8), η οποία μπορεί να κυμαίνεται από ήπια έως και θανατηφόρος. Αν πιθανολογείται ή έχει επιβεβαιωθεί διάρροια εξ αντιβιοτικών ή κολίτιδα εξ αντιβιοτικών, η θεραπεία με κλινδαμυκίνη, πρέπει να διακόπτεται και να λαμβάνονται αμέσως τα κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα. Τα φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό δεν ενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση. Στελέχη C. difficile που παράγουν υπερτοξίνες αυξάνουν τη νοσηρότητα και τη θνητότητα, καθώς προκαλούν λοιμώξεις που μπορεί να είναι ανθεκτικές στην αντιμικροβιακή θεραπεία και ενδέχεται να οδηγήσουν σε κολεκτομή.

Η πιθανότητα εμφάνισης διάρροιας που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridioides difficile πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όλους τους ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών. Η λήψη αναλυτικού ιατρικού ιστορικού είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι έχει αναφερθεί ότι η CDAD μπορεί να εμφανιστεί ως και δύο μήνες μετά τη χορήγηση αντιβακτηριακών παραγόντων.

Η κλινδαμυκίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μηνιγγίτιδας, καθώς το φάρμακο δεν διαχέεται ικανοποιητικά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Σε περιπτώσεις παρατεταμένης θεραπείας, πρέπει να ελέγχεται η νεφρική και η ηπατική λειτουργία.

Οξεία νεφρική βλάβη, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, αναφέρθηκε σπάνια. Σε ασθενείς που πάσχουν από προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία ή λαμβάνουν ταυτόχρονα νεφροτοξικά φάρμακα, πρέπει να γίνεται έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας (βλ.

παράγραφο 4.8).

Η χρήση της κλινδαμυκίνης ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών, ιδίως μυκήτων.

Η φωσφορική κλινδαμυκίνη δεν θα πρέπει να ενίεται ενδοφλεβίως αδιάλυτη ως ένεση εφόδου (bolus), αλλά θα πρέπει να εγχέεται σε χρόνο μεγαλύτερο από 10-60 λεπτά τουλάχιστον, σύμφωνα με τις οδηγίες στην παράγραφο 4.2.

Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα

Διάλυμα για ένεση ή έγχυση 300 mg/2 ml:

Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά φύσιγγα, δηλαδή είναι σχεδόν «ελεύθερο νατρίου».

Διάλυμα για ένεση ή έγχυση 600 mg/4 ml:

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν αυτό περιέχει 26,7 mg νατρίου σε κάθε φύσιγγα που ισοδυναμεί με το 1,3 % της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που ακολουθούν διατροφή ελέγχου του νατρίου.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η κλινδαμυκίνη μεταβολίζεται κυρίως από το κυτόχρωμα CYP3A4, και σε μικρότερο βαθμό από το κυτόχρωμα CYP3A5, στον πρωτεύοντα μεταβολίτη σουλφοξείδιο της κλινδαμυκίνης και στον δευτερεύοντα μεταβολίτη N-δεσμεθυλοκλινδαμυκίνη. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς των CYP3A4 και CYP3A5 κυτοχρωμάτων μπορεί να μειώσουν την κάθαρση της κλινδαμυκίνης και οι επαγωγείς αυτών των ισοενζύμων μπορεί να αυξήσουν την κάθαρση της κλινδαμυκίνης. Κατά την παρουσία ισχυρών επαγωγέων του κυτοχρώματος CYP3A4, όπως η ριφαμπικίνη, συνιστάται παρακολούθηση για πιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας.

Μελέτες in vitro καταδεικνύουν ότι η κλινδαμυκίνη δεν αναστέλλει τα κυτοχρώματα CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2E1 και CYP2D6 και αναστέλλει μόνο μετρίως το CYP3A4. Ως εκ τούτου, δεν είναι πιθανό να παρατηρηθούν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της κλινδαμυκίνης και των συγχορηγούμενων φαρμάκων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα των παραπάνω κυτοχρωμάτων.

Έχει αποδειχθεί ότι η ενέσιμα χορηγούμενη κλινδαμυκίνη έχει ιδιότητες νευρομυϊκού αποκλεισμού, οι οποίες μπορεί να ενισχύσουν τη δράση άλλων νευρομυϊκών αποκλειστών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοιους παράγοντες.

Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ Αυξημένες τιμές δοκιμασιών πήξης (PT/INR) και/ή αιμορραγία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κλινδαμυκίνη σε συνδυασμό με ένα ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη και φλουινδιόνη).

Επομένως, οι τιμές των δοκιμασιών πήξης θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ.

Η χλωραμφαινικόλη ανταγωνίζεται τη δράση της.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Μελέτες τοξικότητας στο αναπαραγωγικό σύστημα σε αρουραίους και κουνέλια, με από του στόματος και υποδόρια χορήγηση, δεν ανέδειξαν επηρεασμένη γονιμότητα ή βλάβη στο έμβρυο που να οφείλονται στην κλινδαμυκίνη, εξαιρουμένων των δόσεων που προκάλεσαν τοξικότητα στη μητέρα. Οι μελέτες αναπαραγωγής στα ζώα δεν προδικάζουν πάντοτε την ανταπόκριση στον άνθρωπο.

Η κλινδαμυκίνη διαπερνά τον πλακούντα στους ανθρώπους. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, οι συγκεντρώσεις στο αμνιακό υγρό ήταν περίπου στο 30% των συγκεντρώσεων στο μητρικό αίμα.

Σε κλινικές μελέτες σε εγκύους γυναίκες, η συστηματική χορήγηση της κλινδαμυκίνης κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου δεν έχει συσχετιστεί με αυξημένη συχνότητα συγγενών ανωμαλιών. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους γυναίκες κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.

Η κλινδαμυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη, μόνον όταν είναι σαφώς απαραίτητο.

Θηλασμός Η από του στόματος και παρεντερικά χορηγούμενη κλινδαμυκίνη έχει αναφερθεί ότι εμφανίσθηκε στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε ποσοστά που κυμαίνονται από 0,5-3,8 μg/ml. Η κλινδαμυκίνη μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες στη γαστρεντερική χλωρίδα του θηλάζοντος βρέφους όπως διάρροια ή αίμα στα κόπρανα, ή εξάνθημα. Εάν απαιτείται η λήψη κλινδαμυκίνης από του στόματος ή ενδοφλέβια από τη θηλάζουσα μητέρα, αυτό δεν αποτελεί λόγο διακοπής του θηλασμού, αλλά ενδέχεται να προτιμηθεί εναλλακτικό φάρμακο. Τα οφέλη του θηλασμού στην ανάπτυξη και την υγεία θα πρέπει να εξετάζονται μαζί με την κλινική ανάγκη της μητέρας για κλινδαμυκίνη και τις τυχόν δυνητικές ανεπιθύμητες ενέργειες στο θηλάζον παιδί από την κλινδαμυκίνη ή από την υποκείμενη κατάσταση της μητέρας.

Γονιμότητα Μελέτες γονιμότητας σε αρουραίους που έλαβαν θεραπεία με κλινδαμυκίνη από του στόματος δεν κατέδειξαν κάποια επίδραση στη γονιμότητα ή την ικανότητα ζευγαρώματος.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Σημειώνεται ότι η επίδραση της κλινδαμυκίνης στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων δεν έχει μελετηθεί συστηματικά.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Ο παρακάτω πίνακας παραθέτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που ταυτοποιήθηκαν μέσω της εμπειρίας από κλινικές μελέτες και της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Η ομαδοποίηση βάσει συχνότητας έχει οριστεί σύμφωνα με την παρακάτω συνθήκη: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Κατηγορία/Οργ ανικό ΣύστημαΣυχνές ≥ 1/100 έως < 1/10Όχι συχνές ≥ 1/1000 έως < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1000Πολύ σπάνιες < 1/10.000Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςψευδομεμβραν ώδης κολίτιδα*#κολίτιδα από Clostridioides difficile*, λοίμωξη του κόλπου*
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςηωσινοφιλίαακοκκιοκυτταρ αιμία*, ουδετεροπενία* , θρομβοπενία*, λευκοπενία*
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςαναφυλακτικό σοκ*, αναφυλακτοειδ ής αντίδραση*, αναφυλακτική αντίδραση*, υπερευαισθησία *
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςδυσγευσία
Καρδιακές διαταραχέςκαρδιοαναπνευ στική ανακοπή§
Αγγειακές διαταραχέςθρομβοφλεβίτι δαυπόταση§
Διαταραχές του γαστρεντερικούδιάρροιαναυτία, κοιλιακό άλγος, έμετος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνίκτερος*
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούεξάνθημα κηλιδοβλατιδώ δεςκνίδωσηπολύμορφο ερύθημα, κνησμόςτοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)*, σύνδρομο Stevens Johnson (SJS)*, φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)*, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)*,
αγγειοοίδημα*, αποφολιδωτική δερματίτιδα*, δερματίτιδα πομφολυγώδης *, εξάνθημα ιλαροειδές*
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΟξεία νεφρική βλάβη#
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςάλγος, απόστημα της θέσης ένεσηςερεθισμός της θέσης ένεσης*
Παρακλινικές εξετάσειςδοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές

* ΑΕ που διαπιστώθηκε από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία.

# Βλ. παράγραφο 4.4.

§ Σπάνιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί μετά από πάρα πολύ ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση (βλ.

παράγραφο 4.2).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος:

http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Η αιμοκάθαρση και η περιτοναϊκή κάθαρση δεν είναι αποτελεσματικές για την απομάκρυνση της κλινδαμυκίνης από τον ορό.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας μπορεί να προκληθεί αλλεργική αντίδραση. Η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική. Μπορούν να χορηγηθούν κορτικοστεροειδή, αδρεναλίνη, αντιϊσταμινικά.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιμικροβιακά για συστηματική χρήση, λινκοζαμίδες, Κωδικός ATC: J01FF01 Μηχανισμός δράσης Η κλινδαμυκίνη είναι ένα λινκοσαμιδικό αντιβιοτικό, το οποίο αναστέλλει τη σύνθεση βακτηριακών πρωτεϊνών. Δεσμεύεται στη ριβοσωμική υπομονάδα 50S και επιδρά τόσο στη συναρμολόγηση του ριβοσώματος όσο και στη διαδικασία μετάφρασης. Παρόλο που η φωσφορική κλινδαμυκίνη είναι ανενεργή in vitro, (σε αντίθεση με την υδροχλωρική κλινδαμυκίνη η οποία είναι δραστική τόσο in vivo όσο και in vitrο), η ταχεία in vivo υδρόλυση μετατρέπει αυτή την ένωση στην αντιβακτηριακώς ενεργή κλινδαμυκίνη. Στις συνήθεις δόσεις, η κλινδαμυκίνη παρουσιάζει in vitro βακτηριοστατική δραστικότητα.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η αποτελεσματικότητα σχετίζεται με τη χρονική περίοδο κατά την οποία το επίπεδο του παράγοντα είναι πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) του παθογόνου (%T>MIC).

Αντοχή Η αντοχή στην κλινδαμυκίνη οφείλεται συχνότερα σε μεταλλάξεις στο rRNA της θέσης δέσμευσης του αντιβιοτικού ή σε μεθυλίωση συγκεκριμένων νουκλεοτιδίων στο 23S RNA της ριβοσωμικής υπομονάδας 50S. Αυτές οι διαφοροποιήσεις μπορούν να καθορίσουν την in vitro διασταυρούμενη αντοχή στα μακρολίδια και τις στρεπτογραμίνες B (φαινότυπος MLS ). Η B αντοχή περιστασιακά οφείλεται σε διαφοροποιήσεις στις ριβοσωμικές πρωτεΐνες. Η αντοχή στην κλινδαμυκίνη μπορεί να επάγεται από μακρολίδια σε βακτηριακά στελέχη ανθεκτικά στα μακρολίδια. Η επαγόμενη αντοχή μπορεί να καταδειχθεί με μια δοκιμή δίσκου (δοκιμή D- ζώνης) ή σε ζωμό. Οι μηχανισμοί αντοχής που συναντώνται λιγότερο συχνά περιλαμβάνουν την τροποποίηση του αντιβιοτικού και την ενεργό εκροή. Υπάρχει πλήρης διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ κλινδαμυκίνης και λινκομυκίνης. Όπως ισχύει με πολλά αντιβιοτικά, η επίπτωση της αντοχής ποικίλλει ανάλογα με τα βακτηριακά είδη και τη γεωγραφική περιοχή.

Η επίπτωση της αντοχής στην κλινδαμυκίνη είναι υψηλότερη μεταξύ των ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη απομονωθέντων στελεχών σταφυλοκόκκου και των ανθεκτικών στην πενικιλλίνη απομονωθέντων στελεχών πνευμονιοκόκκου παρά μεταξύ οργανισμών που είναι ευαίσθητοι σε αυτούς τους παράγοντες.

Αντιμικροβιακή δραστικότητα Το δραστικό συστατικό του φαρμακευτικού προϊόντος είναι η κλινδαμυκίνη, ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό που παράγεται από την αντικατάσταση με χλώριο στη θέση 7-(S) της 7-(R)- υδροξυλομάδος της μητρικής ένωσης λινκομυκίνης.

Η κλινδαμυκίνη μπορεί να είναι είτε βακτηριοκτόνος είτε βακτηριοστατική ανάλογα με την ευαισθησία του μικροοργανισμού και τη συγκέντρωση του αντιβιοτικού.

Έχει αποδειχθεί ότι η κλινδαμυκίνη έχει δραστικότητα in vitro εναντίον των ακόλουθων μικροοργανισμών:

Αερόβια βακτήρια

Gram-θετικά βακτήρια

• Staphylococcus aureus (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη)

Σταφυλόκοκκοι αρνητικοί στην κοαγκουλάση (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη)

• Streptococcus pneumoniae (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στην πενικιλλίνη)

• β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι ομάδων A, B, C και G

• Στρεπτόκοκκοι ομάδας viridans

• Corynebacterium spp.

Gram-αρνητικά βακτήρια

• Chlamydia trachomatis Αναερόβια βακτήρια Gram-θετικά βακτήρια

• Actinomyces spp.

• Clostridium spp. (εκτός από Clostridioides difficile)

• Eggerthella (Eubacterium) spp.

• Peptococcus spp.

• Peptostreptococcus spp. (Finegoldia magna, Micromonas micros)

• Cutibacterium acnes Gram-αρνητικά βακτήρια

• Bacteroides spp.

• Fusobacterium spp.

• Gardnerella vaginalis

• Prevotella spp.

Μύκητες

• Pneumocystis jirovecii Πρωτόζωα

• Toxoplasma gondii

• Plasmodium falciparum Οι ακόλουθοι μικροοργανισμοί είναι γενικά ανθεκτικοί στην κλινδαμυκίνη:

• Enterococcus spp.

• Nocardia spp.

• Neisseria meningitidis

• Στελέχη Staphylococcus aureus ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη και στελέχη Haemophilus influenzae (ανάλογα με τις περιοχές όπου είναι γνωστό ότι υπάρχει αντοχή στο αντιβιοτικό).

Όρια δοκιμής της ευαισθησίας Τα ερμηνευτικά κριτήρια για την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της δοκιμής ευαισθησίας έχουν θεσπιστεί από την ευρωπαϊκή επιτροπή ελέγχου ευαισθησίας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά (EUCAST) για την κλινδαμυκίνη και παρατίθενται

εδώ: https://www.ema.europa.eu/documents/other/minimum-inhibitory-concentration-mic- breakpoints_en.xlsx Eπιπολασμός της επίκτητης αντοχής Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και η πληροφόρηση σε τοπικό επίπεδο γύρω από την αντοχή είναι επιθυμητή, ιδιαίτερα κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπως απαιτείται, θα πρέπει να αναζητείται συμβουλή ειδικού όταν ο επιπολασμός της αντοχής σε τοπικό επίπεδο είναι τέτοιος, ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα τουλάχιστον για μερικούς τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση. Ιδιαίτερα σε σοβαρές λοιμώξεις ή σε αποτυχία θεραπείας, συνιστάται μικροβιολογική διάγνωση με επαλήθευση του παθογόνου και της ευαισθησίας του στην κλινδαμυκίνη.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 600 mg φωσφορικής κλινδαμυκίνης, μέγιστες στάθμες κλινδαμυκίνης ορού 9 μg/ml επιτυγχάνονται 1-3 ώρες μετά τη χορήγηση.

Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 300 mg σε 10 λεπτά ή αντίστοιχα 600 mg σε 20 λεπτά, μέγιστες στάθμες ορού 7 μg/ml και 10 μg/ml αντίστοιχα, επιτυγχάνονται κατά το πέρας της έγχυσης. Ο πίνακας 1 δίνει τις μέσες μέγιστες στάθμες ορού μετά από χορήγηση φωσφορικής κλινδαμυκίνης. Οι στάθμες κλινδαμυκίνης στον ορό μπορούν να διατηρηθούν σε τιμές ανώτερες της in vitro ελάχιστης ανασταλτικής πυκνότητας για τους πιο ευαίσθητους μικροοργανισμούς με χορήγηση φωσφορικής κλινδαμυκίνης κάθε 8-12 ώρες στους ενήλικες και κάθε 6-8 ώρες στα παιδιά ή με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση. Σταθερή στάθμη επιτυγχάνεται μετά από την τρίτη δόση.

Πίνακας 1 Δόση Κλινδαμυκίνη Ενήλικες (μετά την εξισορρόπηση) μg/ml 300 mg Ε.Φ. σε 10 λεπτά κάθε 8 ώρες 7 600 mg Ε.Φ. σε 20 λεπτά κάθε 8 ώρες 10 900 mg Ε.Φ. σε 30 λεπτά κάθε 12 ώρες 11 1200 mg Ε.Φ. σε 45 λεπτά κάθε 12 ώρες 14 300 mg Ε.Μ. κάθε 8 ώρες 6 600 mg Ε.Μ. κάθε 12 ώρες 9 Δόση Κλινδαμυκίνη Παιδιά (πρώτη δόση)(1) μg/ml 5-7 mg/kg Ε.Φ. σε 1 ώρα 10 3-5 mg/kg E.M. 4 5-7 mg/kg E.M. 8 (1) Tα στοιχεία σ΄ αυτή την ομάδα είναι από ασθενείς υπό θεραπεία για λοίμωξη Κατανομή Η σύνδεση με πρωτεΐνες κυμαίνεται από 80 έως 90% της χορηγούμενης δόσης. Η κλινδαμυκίνη διεισδύει εύκολα στα περισσότερα υγρά του σώματος και στους ιστούς, περνά μέσω του

πλακούντα στο έμβρυο, καθώς και στο μητρικό γάλα. Στον οστίτη ιστό συγκεντρώνεται περίπου το 40% (20-75%) της στάθμης στον ορό, στο μητρικό γάλα το 50-100%, στο αρθρικό υγρό το 50%, στα πτύελα το 30-75%, στο περιτοναϊκό υγρό το 50%, στο εμβρυικό αίμα το 40%, στο πύον το 30%, στο πλευριτικό υγρό το 50-90%. Αντιθέτως η κλινδαμυκίνη δεν διεισδύει στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ακόμη και σε περίπτωση μηνιγγίτιδας.

Βιομετασχηματισμός Η κλινδαμυκίνη έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 1,5 - 3,5 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αυξάνεται ελαφρώς σε ασθενείς με εκσεσημασμένη έκπτωση της νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας. Το δοσολογικό σχήμα δεν χρειάζεται να τροποποιηθεί επί παρουσία ελαφράς ή μέτριας νεφρικής ή ηπατικής νόσου. Η κλινδαμυκίνη μεταβολίζεται σχετικά δύσκολα. Μελέτες in vitro σε ανθρώπινα ηπατικά και εντερικά μικροσωμάτια κατέδειξαν ότι η κλινδαμυκίνη οξειδώνεται κυρίως από το κυτόχρωμα CYP3A4, με ελάχιστη συμμετοχή από το κυτόχρωμα CYP3A5, προς σουλφοξείδιο της κλινδαμυκίνης και έναν δευτερεύοντα μεταβολίτη, τη N- δεσμεθυλοκλινδαμυκίνη.

Αποβολή Η αποβολή μικροβιολογικώς ενεργού μορφής στα ούρα ποικίλλει από 10-20% και στα κόπρανα είναι περίπου 4%. Το υπόλοιπο αποβάλλεται υπό μορφή βιολογικώς ανενεργών μεταβολιτών. Η αποβολή λαμβάνει χώρα κυρίως μέσω της χολής και των κοπράνων. Η αιμοκάθαρση και η διαπεριτοναϊκή κάθαρση δεν είναι αποτελεσματικές μέθοδοι για την απομάκρυνση της κλινδαμυκίνης.

Παχύσαρκοι παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 έως κάτω των 18 ετών και παχύσαρκοι ενήλικες ηλικίας 18 έως 20 ετών Μια ανάλυση δεδομένων φαρμακοκινητικής σε παχύσαρκους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως κάτω των 18 ετών και παχύσαρκους ενήλικες ηλικίας 18 έως 20 ετών κατέδειξε ότι η κάθαρση της κλινδαμυκίνης και ο όγκος κατανομής κανονικοποιημένος σύμφωνα με το συνολικό σωματικό βάρος είναι συγκρίσιμα, ανεξάρτητα από την παχυσαρκία.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν έχουν διεξαχθεί μακροχρόνιες μελέτες καρκινογένεσης σε ζώα.

Μελέτες γονιδιοτοξικότητας και γονιμότητας έχουν διεξαχθεί σε ζώα και έχουν αποβεί αρνητικές (βλ. παράγραφο 4.6).

Σε από του στόματος μελέτες εμβρυϊκής ανάπτυξης σε αρουραίους και σε υποδόριες μελέτες εμβρυϊκής ανάπτυξης σε αρουραίους και κουνέλια, δεν παρατηρήθηκε τοξικότητα στην ανάπτυξη, εξαιρουμένων των δόσεων που προκάλεσαν τοξικότητα στη μητέρα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό δινάτριο άλας, νατρίου υδροξείδιο, ύδωρ για ενέσιμα.

6.2 Ασυμβατότητες

Τα ακόλουθα φάρμακα είναι φυσικώς ασύμβατα σε διαλύματα έγχυσης με τη φωσφορική κλινδαμυκίνη: αμπικιλλίνη, νατριούχος φαινυτοΐνη, βαρβιτουρικά, αμινοφυλλίνη, γλυκονικό

ασβέστιο, νατριούχος κεφτριαξόνη, σιπροφλοξασίνη, υδροχλωρική ιδαρουβικίνη, υδροχλωρική ρανιτιδίνη και θειικό μαγνήσιο.

Είναι γνωστό ότι η φωσφορική κλινδαμυκίνη είναι φυσικώς και χημικώς συμβατή επί 24 ώρες τουλάχιστον σε υδατικό διάλυμα δεξτρόζης 5% και φυσιολογικό ορό, τα οποία περιέχουν τα ακόλουθα αντιβιοτικά στις συνήθως χορηγούμενες συγκεντρώσεις: θειική αμικασίνη, αζτρεονάμη, ναφική κεφαμανδόλη, νατριούχο κεφαζολίνη, νατριούχο κεφοταξίμη, νατριούχο κεφοξιτίνη, νατριούχο κεφταζιδίμη, νατριούχο κεφτιζοξίμη, θειική γενταμικίνη, θειική νετιλμικίνη, πιπερακιλλίνη και τομπραμυκίνη.

Η συμβατότητα και η διάρκεια της σταθερότητας των μιγμάτων των φαρμάκων ποικίλλει ανάλογα με τη συγκέντρωσή τους και διάφορες άλλες συνθήκες.

6.3 Διάρκεια ζωής

Κλειστή φύσιγγα: 2 χρόνια.

Η φύσιγγα πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως μετά το άνοιγμά της.

Μετά την αραίωση: Βλ. παράγραφο 6.4

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Κλειστή φύσιγγα: Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25oC.

Μετά την αραίωση:

Η χηµική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει αποδειχθεί για 24 ώρες σε θερμοκρασία μικρότερη των 25oC μετά την αραίωση σε διάλυμα δεξτρόζης 5% ή χλωριούχου νατρίου 0,9%.

Από μικροβιολογικής άποψης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι διατήρησης κατά τη χρήση καθώς και οι συνθήκες διατήρησης πριν από τη χρήση είναι υπευθυνότητα του χρήστη.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κουτί που περιέχει 1 φύσιγγα των 2 ml.

Κουτί που περιέχει 1 φύσιγγα των 4 ml.

6.6 Iδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Το διάλυμα για ένεση είναι για εφάπαξ χρήση μόνο. Κάθε μη χρησιμοποιηθέν προϊόν πρέπει να απορρίπτεται.

Η αραίωση πρέπει να γίνεται υπό άσηπτες συνθήκες. Το διάλυμα πρέπει να ελέγχεται οπτικά για τυχόν παρουσία σωματιδίων και αποχρωµατισµό πριν τη χορήγηση. Το διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εάν αυτό είναι διαυγές και ελεύθερο σωματιδίων.

Αραίωση για την ενδοφλέβια χρήση και ρυθμοί ενδοφλέβιας έγχυσης Η συγκέντρωση της κλινδαμυκίνης στο διαλυτικό μέσο για έγχυση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 18 mg ανά ml και ΟΙ ΡΥΘΜΟΙ ΕΓΧΥΣΗΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΥΠΕΡΒΑΙΝΟΥΝ ΤΑ 30 mg ΑΝΑ ΛΕΠΤΟ. Οι συνήθεις ρυθμοί έγχυσης έχουν ως ακολούθως:

Δόση Διαλυτικό μέσο Χρόνος 300 mg 50 ml 10 λεπτά

600 mg 50 ml 20 λεπτά 900 mg 50-100 ml 30 λεπτά 1.200 mg 100 ml 40 λεπτά Χορήγηση περισσοτέρων από 1.200 mg σε άπαξ ωριαία έγχυση δεν συνιστάται

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΒΙΑΝΕΞ Α.Ε. – Οδός Βαρυμπόμπης 8, 14671 Ν. Ερυθραία, Κηφισιά Τηλ. 210 8009111

8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Διάλυμα για ένεση ή έγχυση 600 mg/4 ml AMP: 93451/13/27-07-2014 Διάλυμα για ένεση ή έγχυση 300 mg/2 ml: 45592/10-6-2014

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Διάλυμα για ένεση ή έγχυση 600 mg/4 ml AMP: 3-3-1997 / 5-6-2008 Διάλυμα για ένεση ή έγχυση 300 mg/2 ml: 29-11-2013

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2303301_SPC_2303301_2.pdf