CLIDACIN(cληδαcην)
clindamycin
Σκευάσματα και τιμές CLIDACIN
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 600 / ML | 1.93 € |
CLIDACIN — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
βακτηριακή κολπίτιδα
(κολπίτιδα από Haemophilus, κολπίτιδα από Gardnerella, μη ειδική κολπίτιδα, κολπίτιδα από Corynobacterium ή κολπίτιδα από αναερόβια βακτήρια)
- N76 Άλλες φλεγμονώδεις παθήσεις του κόλπου και του αιδοίου
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
-
Συστηματική χορήγηση (ενέσιμο διάλυμα / ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή έγχυση — DALACIN C)Δοσολογία 1 Ενήλικες Φωσφορική κλινδαμυκίνη (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση): Η συνήθης ημερήσια δόση είναι 600 mg έως 2400 mg χορηγούμενη σε 2, 3 ή 4 ίσες δόσεις. Άπαξ ενδομυϊκή χορήγηση δόσης άνω των 600 mg δεν συνιστάται. Παιδιατρικός πληθυσμός (Ηλικίας άνω του 1 μηνός) Η δοσολογία της κλινδαμυκίνης πρέπει να βασίζεται στο συνολικό σωματικό βάρος ανεξάρτητα της παχυσαρκίας. Φωσφορική κλινδαμυκίνη (ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση): 15 έως 40 mg/kg/ημέρα σε 3 ή 4 ίσες δόσεις. Θεραπεία της τοξοπλασμικής εγκεφαλίτιδας σε ασθενείς με AIDS: Φωσφορική κλινδαμυκίνη ενδοφλεβίως ή υδροχλωρική κλινδαμυκίνη από του στόματος 600 έως 1200 mg κάθε 6 ώρες επί δύο εβδομάδες και ακολούθως υδροχλωρική κλινδαμυκίνη 300 έως 600 mg από του στόματος κάθε 6 ώρες. Η συνήθης συνολική διάρκεια της θεραπείας είναι 8 έως 10 εβδομάδες. Η δόση της πυριμεθαμίνης είναι 25 έως 75 mg από του στόματος ημερησίως επί 8 έως 10 εβδομάδες. Με υψηλότερες δόσεις πυριμεθαμίνης θα πρέπει να χορηγείται φολινικό οξύ 10 έως 20 mg ημερησίως. Θεραπεία της πνευμονίας από Pneumocystis jiroveci (παλαιότερα γνωστή ως Pneumocystis carinii) σε ασθενείς με AIDS: Φωσφορική κλινδαμυκίνη ενδοφλεβίως 600 έως 900 mg κάθε 6 ώρες ή 900 mg ενδοφλεβίως κάθε 8 ώρες ή υδροχλωρική κλινδαμυκίνη 300 έως 450 mg από του στόματος κάθε 6 ώρες επί 21 ημέρες και πριμακίνη από του στόματος σε άπαξ δόση 10 έως 30 mg ημερησίως επί 21 ημέρες. Τρόπος χορήγησης Η φωσφορική κλινδαμυκίνη για ενδομυϊκή χορήγηση δεν πρέπει να αραιώνεται. Η φωσφορική κλινδαμυκίνη για ενδοφλέβια χορήγηση πρέπει να αραιώνεται (βλ. παράγραφο 6.6) με ισότονο διάλυμα χλωριούχου νατρίου ή δεξτρόζης. Σημαντική πληροφορία Δεν χρειάζεται ειδικό εργαλείο κοπής για το άνοιγμα της φύσιγγας. Ο αυχένας της φύσιγγας είναι σημειωμένος στο σημείο κοπής.
-
Ενήλικες (Κολπικά υπόθετα (YENLIP))Δόσηένα υπόθετοενδοκολπικά, προ της κατακλίσεως το βράδυ, για 3 ή 7 συνεχείς ημέρες
-
Παιδιά (<16 ετών) (Κολπικά υπόθετα (YENLIP))Η χρήση δεν έχει μελετηθεί.
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών) (Κολπικά υπόθετα (YENLIP))Η χρήση δεν έχει μελετηθεί.
-
Ασθενείς με διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας (Κολπικά υπόθετα (YENLIP))Η χρήση δεν έχει μελετηθεί.
-
Από του στόματος (καψάκιο, σκληρό) και τοπικά δερματικά σκευάσματα (λοσιόν, δερματικό διάλυμα, γέλη)Δεν έχει επιβεβαιωθεί ξεχωριστό, εφαρμόσιμο κείμενο πηγής για αυτές τις μορφές σε αυτή τη διόρθωση — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του συγκεκριμένου σκευάσματος πριν τη συνταγογράφηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην κλινδαμυκίνη ή στη λινκομυκίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, διαρροϊκά σύνδρομα, ιστορικό κολίτιδας ή εντερίτιδας ή κολίτιδας από αντιβιοτικά.ΠληθυσμόςΣυστηματική χορήγηση (ενέσιμο διάλυμα / ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή έγχυση — DALACIN C)
-
υπερευαισθησίας στην κλινδαμυκίνη, τη λινκομυκίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του φαρμάκουΠληθυσμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP)
-
Δεν έχει επιβεβαιωθεί ξεχωριστό, εφαρμόσιμο κείμενο πηγής για αυτές τις μορφές σε αυτή τη διόρθωση — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του συγκεκριμένου σκευάσματος πριν τη συνταγογράφηση.ΠληθυσμόςΑπό του στόματος (καψάκιο, σκληρό) και τοπικά δερματικά σκευάσματα (λοσιόν, δερματικό διάλυμα, γέλη)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Διαφορική διάγνωση κολπικής μόλυνσηςΠληθυσμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP)πριν ή μετά την έναρξη της αγωγής με κολπικά υπόθετα κλινδαμυκίνης πρέπει να ληφθεί κολπικό επίχρισμα για τον αποκλεισμό της μόλυνσης από άλλους μικροοργανισμούς όπως: Trichomonas vaginalis, Candida albicans, Chlamydia trachomatis ή Neisseria gonorrhoeae.
-
Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμώνΠληθυσμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP)η χρήση της κλινδαμυκίνης μπορεί να επιφέρει υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων στην κλινδαμυκίνη μικροοργανισμών, όπως είναι οι μύκητες.
-
Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδαΠληθυσμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP)Κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με κλινδαμυκίνη (χορηγούμενη από του στόματος ή παρεντερικά) μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα σοβαρής και επίμονης διάρροιας. Οι διάρροιες μπορεί να είναι πρόδρομα σημάδια ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση σημαντικών επεισοδίων διάρροιας, θα πρέπει να γίνονται εξετάσεις και να χορηγηθεί η κατάλληλη θεραπεία ώστε να εξαλειφθεί αυτή η κατάσταση. Οι ήπιες περιπτώσεις διάρροιας μπορούν να αντιμετωπιστούν με διακοπή της θεραπείας.
-
Σεξουαλική επαφήΠληθυσμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP)Συνιστάται να αποφεύγεται η σεξουαλική επαφή κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Αλληλεπίδραση με προϊόντα λάτεξΠληθυσμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP)Δεδομένου ότι τα προφυλακτικά και τα διαφράγματα από λάτεξ αποδυναμώνονται όταν εκτίθενται στα συστατικά του κολπικού υποθέτου (βλ. Ασυμβατότητες, παράγραφο 6.2) δε συνιστάται η χρήση αυτών των προϊόντων κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Χρήση άλλων κολπικών προϊόντωνΠληθυσμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP)Η χρήση οποιουδήποτε άλλου κολπικού προϊόντος αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της θεραπείας (συμπεριλαμβανομένων και των ταμπόν και των προϊόντων για κολπική πλύση).
-
Έλλειψη δεδομένων ασφαλείαςΠληθυσμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με κολίτιδαΔεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς μελέτες ασφάλειας και αποτελεσματικότητας με κολπικά υπόθετα κλινδαμυκίνης.
-
Συστηματική χορήγηση (ενέσιμο διάλυμα / ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή έγχυση — DALACIN C)Προσοχή στη χορήγηση 2 Να αποφεύγεται η ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση (κίνδυνος καρδιακής ανακοπής) και η άπαξ ενδομυϊκή χορήγηση δόσης μεγαλύτερης των 600 mg. Η ενδομυϊκή ένεση να διενεργείται βαθιά ενδομυϊκά. Να χορηγείται με προσοχή σε άτομα που εμφανίζουν αλλεργία σε φάρμακα ή άλλα αλλεργιογόνα. Ειδικές προειδοποιήσεις Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων όπως είναι η φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), και η οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με κλινδαμυκίνη. Εάν συμβούν αντίδραση υπερευαισθησίας ή σοβαρή δερματική αντίδραση, η κλινδαμυκίνη πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει η ενδεδειγμένη θεραπεία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.8). Έχει αναφερθεί διάρροια που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile (CDAD) με τη χρήση σχεδόν όλων των αντιβακτηριακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της κλινδαμυκίνης, και η οποία ενδέχεται να ποικίλλει σε βαρύτητα από ελαφρά διάρροια έως θανατηφόρο κολίτιδα. Η θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες προκαλεί αλλαγές στη φυσιολογική εντερική χλωρίδα, γεγονός που οδηγεί σε υπερανάπτυξη του Clostridium difficile. Το Clostridium difficile παράγει τοξίνες Α και Β, οι οποίες συμβάλλουν στην εμφάνιση διάρροιας που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile (CDAD). Αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε κολίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας (βλ. παράγραφο 4.8), η οποία μπορεί να κυμαίνεται από ήπια έως και θανατηφόρος. Αν πιθανολογείται ή έχει επιβεβαιωθεί διάρροια εξ αντιβιοτικών ή κολίτιδα εξ αντιβιοτικών, η θεραπεία με κλινδαμυκίνη, πρέπει να διακόπτεται και να λαμβάνονται αμέσως τα κατάλληλα θεραπευτικά μέτρα. Τα φάρμακα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό δεν ενδείκνυνται σε αυτήν την περίπτωση. Στελέχη C. Difficile που υπερπαράγουν τοξίνες σχετίζονται με αυξημένη νοσηρότητα και θνητότητα, καθώς προκαλούν λοιμώξεις που μπορεί να είναι ανθεκτικές στην αντιμικροβιακή θεραπεία και ενδέχεται να οδηγήσουν σε κολεκτομή. Η πιθανότητα εμφάνισης διάρροιας που σχετίζεται με το παθογόνο Clostridium difficile πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε όλους τους ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών. Η λήψη αναλυτικού ιατρικού ιστορικού είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι έχει αναφερθεί ότι η CDAD μπορεί να εμφανιστεί έως και δύο μήνες μετά τη χορήγηση αντιβακτηριακών παραγόντων. Η κλινδαμυκίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της μηνιγγίτιδας, καθώς το φάρμακο δεν διαχέεται ικανοποιητικά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Σε περιπτώσεις παρατεταμένης θεραπείας, πρέπει να ελέγχεται η νεφρική και η ηπατική λειτουργία. Οξεία νεφρική βλάβη, συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, αναφέρθηκε σπάνια. Σε ασθενείς που πάσχουν από προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία ή λαμβάνουν ταυτόχρονα νεφροτοξικά φάρμακα, πρέπει να γίνεται έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.8). 3 Η χρήση της κλινδαμυκίνης ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών, ιδίως μυκήτων. Η φωσφορική κλινδαμυκίνη δεν θα πρέπει να ενίεται ενδοφλεβίως αδιάλυτη ως ένεση εφόδου (bolus), αλλά θα πρέπει να εγχύεται σε χρόνο περισσότερο από 10-60 λεπτά τουλάχιστον, σύμφωνα με τις οδηγίες στην παράγραφο 4.2. Πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα Βενζυλική αλκοόλη Το DALACIN C ενέσιμο διάλυμα περιέχει βενζυλική αλκοόλη (βλ. παράγραφο 2). Το συντηρητικό βενζυλική αλκοόλη μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Η ενδοφλέβια χορήγηση της βενζυλικής αλκοόλης έχει συσχετιστεί με σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και θανάτους σε παιδιατρικούς ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων των νεογνών («σύνδρομο βαριάς αναπνοής»). Παρότι οι συνήθεις θεραπευτικές δόσεις αυτού του προϊόντος συνήθως χορηγούν ποσότητες βενζυλικής αλκοόλης που είναι σημαντικά χαμηλότερες από αυτές που αναφέρονται σε σχέση με το «σύνδρομο βαριάς αναπνοής», η ελάχιστη ποσότητα της βενζυλικής αλκοόλης στην οποία μπορεί να εμφανιστεί τοξικότητα δεν είναι γνωστή. Τα σκευάσματα που περιέχουν βενζυλική αλκοόλη θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε νεογνά μόνο εάν είναι απαραίτητο και εάν δεν υπάρχει καμία πιθανή εναλλακτική. Τα πρόωρα νεογνά και τα νεογνά με χαμηλό σωματικό βάρος είναι πιο πιθανόν να εκδηλώσουν τοξικότητα. Τα σκευάσματα που περιέχουν βενζυλική αλκοόλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για περισσότερο από 1 εβδομάδα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 ετών, εκτός εάν είναι απαραίτητο. Είναι σημαντικό να λάβετε υπόψη σας τη συνολική ποσότητα βενζυλικής αλκοόλης που λαμβάνεται από όλες τις άλλες πηγές, και μεγάλοι όγκοι πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και μόνο όταν είναι απαραίτητο, ειδικά σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία, καθώς επίσης και σε εγκύους ή θηλάζουσες γυναίκες, λόγω κινδύνου συσσώρευσης και τοξικότητας (μεταβολική οξέωση). Νάτριο Το DALACIN C ενέσιμο διάλυμα περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) σε κάθε φύσιγγα, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
-
Από του στόματος (καψάκιο, σκληρό) και τοπικά δερματικά σκευάσματα (λοσιόν, δερματικό διάλυμα, γέλη)Δεν έχει επιβεβαιωθεί ξεχωριστό, εφαρμόσιμο κείμενο πηγής για αυτές τις μορφές σε αυτή τη διόρθωση — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του συγκεκριμένου σκευάσματος πριν τη συνταγογράφηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
άλλα κολπικά σκευάσματα (Κολπικά υπόθετα (YENLIP))Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με την ταυτόχρονη δράση.
-
Προϊόντα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό (Κολπικά υπόθετα (YENLIP))προσοχήΗ κλινδαμυκίνη μπορεί να ενισχύσει τη δράση τους, καθώς προκαλεί η ίδια σε κάποιο βαθμό νευρομυϊκό αποκλεισμό όταν χορηγείται συστηματικά.
-
Συστηματική χορήγηση (ενέσιμο διάλυμα / ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή έγχυση — DALACIN C)Η κλινδαμυκίνη μεταβολίζεται κυρίως από το κυτόχρωμα CYP3A4, και σε μικρότερο βαθμό από το κυτόχρωμα CYP3A5, στον πρωτεύοντα μεταβολίτη σουλφοξείδιο της κλινδαμυκίνης και στον δευτερεύοντα μεταβολίτη N-δεσμεθυλοκλινδαμυκίνη. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς των CYP3A4 και CYP3A5 κυτοχρωμάτων μπορεί να μειώσουν την κάθαρση της κλινδαμυκίνης και οι επαγωγείς αυτών των ισοενζύμων μπορεί να αυξήσουν την κάθαρση της κλινδαμυκίνης. Κατά την παρουσία ισχυρών επαγωγέων του κυτοχρώματος CYP3A4, όπως η ριφαμπικίνη, συνιστάται παρακολούθηση για πιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας. Μελέτες in vitro καταδεικνύουν ότι η κλινδαμυκίνη δεν αναστέλλει τα κυτοχρώματα CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19, CYP2E1 και CYP2D6 και αναστέλλει μόνο μετρίως το CYP3A4. Ως εκ τούτου, δεν είναι πιθανό να παρατηρηθούν κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της κλινδαμυκίνης και των συγχορηγούμενων φαρμάκων που μεταβολίζονται από τα ένζυμα των παραπάνω κυτοχρωμάτων. Έχει αποδειχθεί ότι η ενέσιμα χορηγούμενη κλινδαμυκίνη έχει ιδιότητες νευρομυϊκού αποκλεισμού, οι οποίες μπορεί να ενισχύσουν τη δράση άλλων νευρομυϊκών αποκλειστών. Ως εκ 4 τούτου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν τέτοιους παράγοντες. Ανταγωνιστές της βιταμίνης K: Έχουν αναφερθεί αυξημένες τιμές δοκιμασιών πήξης (PT/INR) και/ή αυξημένη αιμορραγία σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κλινδαμυκίνη σε συνδυασμό με έναν ανταγωνιστή της βιταμίνης K (π.χ. βαρφαρίνη, ασενοκουμαρόλη και φλουινδιόνη). Επομένως, οι τιμές των δοκιμασιών πήξης θα πρέπει να παρακολουθούνται συχνά σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστές της βιταμίνης K. Η χλωραμφαινικόλη ανταγωνίζεται τη δράση της.
-
Από του στόματος (καψάκιο, σκληρό) και τοπικά δερματικά σκευάσματα (λοσιόν, δερματικό διάλυμα, γέλη)Δεν έχει επιβεβαιωθεί ξεχωριστό, εφαρμόσιμο κείμενο πηγής για αυτές τις μορφές σε αυτή τη διόρθωση — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του συγκεκριμένου σκευάσματος πριν τη συνταγογράφηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚολπική καντιντίασηΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · Λοιμώξεις
-
Συχνέςτοπικός ερεθισμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP)
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · Γαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές εμμήνου ρύσεωςΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · Αναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · Δέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · Δέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · Γαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΚολπικό έκκριμαΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · Αναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΜυκητιασική λοίμωξηΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · Λοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΝαυτίαΚολπικά υπόθετα (YENLIP) · Γαστρεντερικό
-
Σπάνιεςάλγος στη θέσης εφαρμογήςΚολπικά υπόθετα (YENLIP)
-
Ο παρακάτω πίνακας παραθέτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που ταυτοποιήθηκαν μέσω της εμπειρίας από κλινικές μελέτες και της παρακολούθησης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Η ομαδοποίηση βάσει συχνότητας έχει οριστεί σύμφωνα με την παρακάτω συνθήκη: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥ 1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας. Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Κατηγορία/Οργα νικό Σύστημα Συχνές ≥ 1/100 έως < 1/10 Όχι συχνές ≥ 1/1000 έως < 1/100 Σπάνιες ≥ 1/10.000 έως < 1/1000 Πολύ σπάνιες < 1/10.000 Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Λοιμώξεις και παρασιτώσεις ψευδομεμβρανώ δης κολίτιδα*# κολίτιδα από Clostridium difficile*, λοίμωξη του κόλπου* Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος ηωσινοφιλία ακοκκιοκυτταραιμία *, ουδετεροπενία*, θρομβοπενία*, λευκοπενία* αναφυλακτικό σοκ*, αναφυλακτοειδής αντίδραση*, αναφυλακτική αντίδραση*, υπερευαισθησία* Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Διαταραχές του νευρικού συστήματος δυσγευσία Καρδιακές διαταραχές καρδιοαναπνε υστική ανακοπή§ 6 Αγγειακές διαταραχές θρομβοφλεβίτιδ α υπόταση§ Διαταραχές του γαστρεντερικού διάρροια ναυτία, κοιλιακό άλγος, έμετος ίκτερος* Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδ ες κνίδωση τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)*, σύνδρομο Stevens Johnson (SJS)*, φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)*, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)*, αγγειοοίδημα*, αποφολιδωτική δερματίτιδα*, δερματίτιδα πομφολυγώδης*, εξάνθημα ιλαροειδές* Οξεία νεφρική βλάβη# Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών άλγος, απόστημα της θέσης ένεσης Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Παρακλινικές εξετάσεις πολύμορφο ερύθημα, κνησμός ερεθισμός της θέσης ένεσης* δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές * ΑΕ που διαπιστώθηκε από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. # Βλ. παράγραφο 4.4. § Σπάνιες περιπτώσεις έχουν αναφερθεί μετά από πάρα πολύ ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.2). 7 Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.grΣυστηματική χορήγηση (ενέσιμο διάλυμα / ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή έγχυση — DALACIN C)
-
Δεν έχει επιβεβαιωθεί ξεχωριστό, εφαρμόσιμο κείμενο πηγής για αυτές τις μορφές σε αυτή τη διόρθωση — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του συγκεκριμένου σκευάσματος πριν τη συνταγογράφηση.Από του στόματος (καψάκιο, σκληρό) και τοπικά δερματικά σκευάσματα (λοσιόν, δερματικό διάλυμα, γέλη)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Κύηση (Κολπικά υπόθετα (YENLIP))ΑντενδείκνυταιΗ χρήση των υποθέτων κατά τη διάρκεια του 1ου τριμήνου της κύησης αντενδείκνυται. Για το 2ο και 3ο τρίμηνο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο αν κρίνεται απολύτως απαραίτητο.
-
Γαλουχία (Κολπικά υπόθετα (YENLIP))Με προσοχήΔεν είναι γνωστό αν απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα μετά από ενδοκολπική χρήση, αλλά ανιχνεύεται μετά από από του στόματος ή παρεντερική χορήγηση. Πρέπει να εκτιμάται πλήρως η σχέση οφέλους-κινδύνου.
-
Κύηση, γαλουχία & γονιμότητα (Συστηματική χορήγηση (ενέσιμο διάλυμα / ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή έγχυση — DALACIN C))Μόνον όταν είναι σαφώς απαραίτητοΚύηση Μελέτες τοξικότητας στο αναπαραγωγικό σύστημα σε αρουραίους και κουνέλια, με από του στόματος και υποδόρια χορήγηση, δεν ανέδειξαν επηρεασμένη γονιμότητα ή βλάβη στο έμβρυο που να οφείλονται στην κλινδαμυκίνη, εξαιρουμένων των δόσεων που προκάλεσαν τοξικότητα στη μητέρα. Οι μελέτες αναπαραγωγής στα ζώα δεν προδικάζουν πάντοτε την ανταπόκριση στον άνθρωπο. Η κλινδαμυκίνη διαπερνά τον πλακούντα στους ανθρώπους. Μετά τη χορήγηση πολλαπλών δόσεων, οι συγκεντρώσεις στο αμνιακό υγρό ήταν περίπου στο 30% των συγκεντρώσεων στο μητρικό αίμα. Το DALACIN C ενέσιμο διάλυμα περιέχει βενζυλική αλκοόλη ως συντηρητικό. Η βενζυλική αλκοόλη μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα (βλ. παράγραφο 4.4). Σε κλινικές μελέτες σε εγκύους γυναίκες, η συστηματική χορήγηση της κλινδαμυκίνης κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου δεν έχει συσχετιστεί με αυξημένη συχνότητα συγγενών ανωμαλιών. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από καλά ελεγχόμενες μελέτες σε εγκύους γυναίκες κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Η κλινδαμυκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη, μόνον όταν είναι σαφώς απαραίτητο. Θηλασμός Η από του στόματος και παρεντερικά χορηγούμενη κλινδαμυκίνη έχει αναφερθεί ότι εμφανίσθηκε στο ανθρώπινο μητρικό γάλα σε εύρος τιμών από <0, 5-3,8 μg/mL. Η κλινδαμυκίνη μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες στη γαστρεντερική χλωρίδα του θηλάζοντος βρέφους όπως διάρροια ή αίμα στα κόπρανα, ή εξάνθημα. Εάν απαιτείται η λήψη κλινδαμυκίνης από του στόματος ή ενδοφλέβια από τη θηλάζουσα μητέρα, αυτό δεν αποτελεί λόγο διακοπής του θηλασμού, αλλά ενδέχεται να προτιμηθεί εναλλακτικό φάρμακο. Τα οφέλη του θηλασμού στην ανάπτυξη και την υγεία θα πρέπει να εξετάζονται μαζί με την κλινική ανάγκη της μητέρας για κλινδαμυκίνη και τις τυχόν δυνητικές ανεπιθύμητες ενέργειες στο θηλάζον παιδί από την κλινδαμυκίνη ή από την υποκείμενη κατάσταση της μητέρας. Το DALACIN C ενέσιμο διάλυμα περιέχει βενζυλική αλκοόλη ως συντηρητικό (βλ. παράγραφο 4.4). Γονιμότητα Μελέτες γονιμότητας σε αρουραίους που έλαβαν θεραπεία με κλινδαμυκίνη από του στόματος δεν κατέδειξαν κάποια επίδραση στη γονιμότητα ή την ικανότητα ζευγαρώματος.
-
Από του στόματος (καψάκιο, σκληρό) και τοπικά δερματικά σκευάσματα (λοσιόν, δερματικό διάλυμα, γέλη)Δεν έχει επιβεβαιωθεί ξεχωριστό, εφαρμόσιμο κείμενο πηγής για αυτές τις μορφές σε αυτή τη διόρθωση — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του συγκεκριμένου σκευάσματος πριν τη συνταγογράφηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Συστηματική χορήγηση (ενέσιμο διάλυμα / ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή έγχυση — DALACIN C)
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Aντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, λινκοζαμίδες, κωδικός ATC: J01FF01 Μηχανισμός δράσης Η κλινδαμυκίνη είναι ένα λινκοσαμιδικό αντιβιοτικό, το οποίο αναστέλλει τη σύνθεση βακτηριακών πρωτεϊνών. Δεσμεύεται στη ριβοσωμική υπομονάδα 50S και επιδρά τόσο στη συναρμολόγηση του ριβοσώματος όσο και στη διαδικασία μετάφρασης. Παρόλο που η φωσφορική κλινδαμυκίνη είναι ανενεργή in vitro, (σε αντίθεση με την υδροχλωρική κλινδαμυκίνη η οποία είναι δραστική τόσο in vivo όσο και in vitrο), η ταχεία in vivo υδρόλυση μετατρέπει αυτή την ένωση στην αντιβακτηριακώς ενεργή κλινδαμυκίνη. Στις συνήθεις δόσεις, η κλινδαμυκίνη παρουσιάζει in vitro βακτηριοστατική δραστικότητα. Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η αποτελεσματικότητα σχετίζεται με τη χρονική περίοδο κατά την οποία το επίπεδο του παράγοντα είναι πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) του παθογόνου (%T>MIC). Αντοχή Η αντοχή στην κλινδαμυκίνη οφείλεται συχνότερα σε μεταλλάξεις στο rRNA της θέσης δέσμευσης του αντιβιοτικού ή σε μεθυλίωση συγκεκριμένων νουκλεοτιδίων στο 23S RNA της ριβοσωμικής υπομονάδας 50S. Αυτές οι διαφοροποιήσεις μπορούν να καθορίσουν την in vitro διασταυρούμενη 8 αντοχή στα μακρολίδια και τις στρεπτογραμίνες B (φαινότυπος MLSB). Η αντοχή περιστασιακά οφείλεται σε διαφοροποιήσεις στις ριβοσωμικές πρωτεΐνες. Η αντοχή στην κλινδαμυκίνη μπορεί να επάγεται από μακρολίδια σε βακτηριακά στελέχη ανθεκτικά στα μακρολίδια. Η επαγόμενη αντοχή μπορεί να καταδειχθεί με μια δοκιμή δίσκου (δοκιμή D-ζώνης) ή σε ζωμό. Οι μηχανισμοί αντοχής που συναντώνται λιγότερο συχνά περιλαμβάνουν την τροποποίηση του αντιβιοτικού και την ενεργό εκροή. Υπάρχει πλήρης διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ κλινδαμυκίνης και λινκομυκίνης. Όπως ισχύει με πολλά αντιβιοτικά, η επίπτωση της αντοχής ποικίλλει ανάλογα με τα βακτηριακά είδη και τη γεωγραφική περιοχή. Η επίπτωση της αντοχής στην κλινδαμυκίνη είναι υψηλότερη μεταξύ των ανθεκτικών στη μεθικιλλίνη απομονωθέντων στελεχών σταφυλοκόκκου και των ανθεκτικών στην πενικιλλίνη απομονωθέντων στελεχών πνευμονιοκόκκου παρά μεταξύ οργανισμών που είναι ευαίσθητοι σε αυτούς τους παράγοντες. Αντιμικροβιακή δραστικότητα Το δραστικό συστατικό του φαρμακευτικού προϊόντος είναι η κλινδαμυκίνη, ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό που παράγεται από την αντικατάσταση με χλώριο στη θέση 7-(S) της 7-(R)υδροξυλομάδος της μητρικής ένωσης λινκομυκίνης. Η κλινδαμυκίνη μπορεί να είναι είτε βακτηριοκτόνος είτε βακτηριοστατική, ανάλογα με την ευαισθησία του μικροοργανισμού και τη συγκέντρωση του αντιβιοτικού. Έχει αποδειχθεί ότι η κλινδαμυκίνη έχει δραστικότητα in vitro εναντίον των περισσοτέρων απομονωθέντων στελεχών των ακολούθων οργανισμών: Αερόβια βακτήρια Gram-θετικά βακτήρια Staphylococcus aureus (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη) Σταφυλόκοκκοι αρνητικοί στην κοαγκουλάση (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στη μεθικιλλίνη) Streptococcus pneumoniae (απομονωθέντα στελέχη ευαίσθητα στην πενικιλλίνη) Β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι ομάδων A, B, C και G Στρεπτόκοκκοι ομάδας viridans Corynebacterium spp. Gram-αρνητικά βακτήρια Chlamydia trachomatis Αναερόβια βακτήρια Gram-θετικά βακτήρια Actinomyces spp. Clostridium spp. (εκτός από Clostridium difficile) Eggerthella (Eubacterium) spp. Peptococcus spp. 9 Peptostreptococcus spp. (Finegoldia magna, Micromonas micros) Cutibacterium acnes Gram-αρνητικά βακτήρια Bacteroides spp. Fusobacterium spp. Gardnerella vaginalis Prevotella spp. Μύκητες Pneumocystis jirovecii Πρωτόζωα Toxoplasma gondii Plasmodium falciparum Οι ακόλουθοι μικροοργανισμοί είναι γενικά ανθεκτικοί στην κλινδαμυκίνη: Enterococcus spp. Nocardia spp. Neisseria meningitidis Στελέχη Staphylococcus aureus ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη και στελέχη Haemophilus influenzae (ανάλογα με τις περιοχές όπου είναι γνωστό ότι υπάρχει αντοχή στο αντιβιοτικό). Όρια ευαισθησίας Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και η πληροφόρηση σε τοπικό επίπεδο γύρω από την αντοχή είναι επιθυμητή, ιδιαίτερα κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Όπως απαιτείται, θα πρέπει να αναζητείται συμβουλή ειδικού όταν ο επιπολασμός της αντοχής σε τοπικό επίπεδο είναι τέτοιος, ώστε η χρησιμότητα του παράγοντα τουλάχιστον για μερικούς τύπους λοιμώξεων είναι υπό αμφισβήτηση. Ιδιαίτερα σε σοβαρές λοιμώξεις ή σε αποτυχία θεραπείας, συνιστάται μικροβιολογική διάγνωση με επαλήθευση του παθογόνου και της ευαισθησίας του στην κλινδαμυκίνη. Η αντοχή συνήθως προσδιορίζεται από ερμηνευτικά κριτήρια ευαισθησίας (όρια ευαισθησίας) που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (EUCAST) για αντιβιοτικά που χορηγούνται συστημικά. Τα όρια ευαισθησίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Αντιμικροβιακό Έλεγχο Ευαισθησίας (EUCAST) παρουσιάζονται παρακάτω. 10 Πίνακας 1. EUCAST Ερμηνευτικά Κριτήρια Ευαισθησίας για την Κλινδαμυκίνη («Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Έλεγχο Αντιμικροβιακής Ευαισθησίας. Πίνακες ορίων ευαισθησίας για την ερμηνεία των MICs και διαμέτρων ζώνης. Έκδοση 12.0, 2022. http://www.eucast.org. ») MIC όρια ευαισθησίας (mg/L) S≤ R> Διάμετρος ζώνης ορίων ευαισθησίας (mm)α S≥ R< Οργανισμός Staphylococcus 0,25 0,25 22 22 spp. Streptococcus Ομάδες A, B, C 0,5 0,5 17 17 και G Streptococcus 0,5 0,5 19 19 pneumoniae Στρεπτόκοκκοι 0,5 0,5 19 19 ομάδας viridans β β β Bacteroides spp. (4) (4) (10) (10)β Prevotella spp. 0,25 0,25 31 31 Fusobacterium 0,25 0,25 30 30 necrophorum Clostridium 0,25 0,25 19 19 perfringens Cutibacterium 0,25 0,25 26 26 acnes Corynebacterium 0,5 0,5 20 20 spp. Bacillus spp. (εκτός του B. 1 1 17 17 anthracis) α Περιεχόμενο δισκίου 2 µg κλινδαμυκίνης S=ευαίσθητο, R=ανθεκτικό β Πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο χρήσης των ορίων ευαισθησίας εντός παρενθέσεων παρέχονται στο έγγραφο καθοδήγησης EUCAST όρια ευαισθησίας εντός παρενθέσεων με ημερομηνία 1 Δεκεμβρίου 2021. Για τα αναερόβια βακτήρια χωρίς συγκεκριμένα όρια ευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων των Gram-θετικών κόκκων, συνιστάται ένα όριο ευαισθησίας της τάξης του 0,5 mg/L (Έλεγχοι αντιμικροβιακής ευαισθησίας σε ομάδες οργανισμών ή παραγόντων για τους οποίους δεν υπάρχουν όρια ευαισθησίας της EUCAST, Επικαιροποίηση 1 Δεκεμβρίου 2021). Τα Εύρη Ποιοτικού Ελέγχου (QC) σύμφωνα με την EUCAST για τους προσδιορισμούς της MIC και της ζώνης δίσκου παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα. 11 Πίνακας 2. EUCAST Αποδεκτά Εύρη Ποιοτικού Ελέγχου (QC) για την Κλινδαμυκίνη που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στην Επικύρωση των Αποτελεσμάτων των Δοκιμών Ευαισθησίας («Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον Έλεγχο Αντιμικροβιακής Ευαισθησίας. Συνήθης και εκτεταμένος εσωτερικός ποιοτικός έλεγχος για τον προσδιορισμό των MIC και διάχυσης δίσκου, όπως συνιστάται από την EUCAST. Έκδοση 12.0, 2022. http://www.eucast.org.») QC Στέλεχος Εύρος Ελάχιστης Εύρος Διάχυσης Δίσκου Ανασταλτικής Συγκέντρωσης (Διάμετροι Ζώνης σε mm) (mg/L) Staphylococcus aureus 0,06-0,25 23-29 ATCC 29213 Streptococcus 0,03-0,125 22-28 pneumoniae ATCC 49619 Το ATCC® είναι σήμα κατατεθέν της Αμερικάνικης Συλλογής Καλλιεργειών
Κολπικά υπόθετα (YENLIP)
Κωδικός ATC: J01 FF 01
Μηχανισμός δράσης
Η κλινδαμυκίνη είναι ένα αντιβιοτικό της ομάδας των λινκοζαμιδών, η οποία δρα αναστέλλοντας την πρωτεϊνική σύνθεση των βακτηρίων, μέσω της δράσης της στα βακτηριακά ριβοσωμάτια. Το αντιβιοτικό συνδέεται κατά προτίμηση στην υπομονάδα 50S, επηρεάζοντας τη διαδικασία έναρξης της σύνθεσης της πεπτιδικής αλυσίδας. Αν και in vitro η φωσφορική κλινδαμυκίνη είναι ανενεργή, υδρολύεται ταχύτατα in vivo σε ενεργή έναντι των βακτηρίων κλινδαμυκίνη.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Αντιμικροβιακό φάσμα
Η κλινδαμυκίνη είναι ενεργή έναντι αρκετών Gram-θετικών αερόβιων βακτηρίων και έναντι όλων των Gram-θετικών και Gram-αρνητικών αναερόβιων βακτηρίων. Η κλινδαμυκίνη είναι δραστική in vitro ενάντια στα μικρόβια που συνδέονται με βακτηριακή κολπίτιδα:
- Gardnerella vaginalis
- Mobiluncus mulieris
- Mobiluncus curtisii
- Mycoplasma hominis
- αναερόβια βακτήρια (Peptostreptococcus, Bacteroides)
Από του στόματος (καψάκιο, σκληρό) και τοπικά δερματικά σκευάσματα (λοσιόν, δερματικό διάλυμα, γέλη)
Δεν έχει επιβεβαιωθεί ξεχωριστό, εφαρμόσιμο κείμενο πηγής για αυτές τις μορφές σε αυτή τη διόρθωση — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του συγκεκριμένου σκευάσματος πριν τη συνταγογράφηση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Συστηματική χορήγηση (ενέσιμο διάλυμα / ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή έγχυση — DALACIN C)
Απορρόφηση Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 600 mg φωσφορικής κλινδαμυκίνης μέγιστες στάθμες κλινδαμυκίνης ορού 9 μg/mL επιτυγχάνονται 1-3 ώρες μετά τη χορήγηση. Μετά από ενδοφλέβια έγχυση 300 mg σε 10 λεπτά ή αντίστοιχα 600 mg σε 20 λεπτά, μέγιστες στάθμες ορού 7 μg/mL και 10 μg/mL, αντίστοιχα, επιτυγχάνονται κατά το πέρας της έγχυσης. Ο πίνακας 1 δίνει τις μέσες μέγιστες στάθμες ορού μετά από χορήγηση φωσφορικής κλινδαμυκίνης. Οι στάθμες κλινδαμυκίνης στον ορό μπορούν να διατηρηθούν σε τιμές ανώτερες της in vitro ελάχιστης ανασταλτικής πυκνότητας για τους πιο ευαίσθητους μικροοργανισμούς με χορήγηση φωσφορικής κλινδαμυκίνης κάθε 8-12 ώρες στους ενήλικες και κάθε 6 - 8 ώρες στα παιδιά ή με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση. Σταθερή στάθμη επιτυγχάνεται μετά από την τρίτη δόση. Πίνακας 1 Δόση Κλινδαμυκίνη Ενήλικες (μετά την εξισορρόπηση) μg/mL
300 mg Ε.Φ. σε 10 λεπτά κάθε 8 ώρες 7 600 mg Ε.Φ. σε 20 λεπτά κάθε 8 ώρες 10 900 mg Ε.Φ. σε 30 λεπτά κάθε 12 ώρες 11 1.200 mg Ε.Φ. σε 45 λεπτά κάθε 12 ώρες 14 300 mg Ε.M. κάθε 8 ώρες 6 600 mg Ε.M. κάθε 12 ώρες 9 Δόση Κλινδαμυκίνη Παιδιά (πρώτη δόση) (1) μg/mL
5-7 mg/kg Ε.Φ. σε 1 ώρα 3-5 mg/kg Ε.Μ. 5-7 mg/kg Ε.Μ. 10 4 8 12 (1) Τα στοιχεία σ’ αυτή την ομάδα είναι από ασθενείς υπό θεραπεία για λοίμωξη
Κατανομή Η σύνδεση με πρωτεΐνες κυμαίνεται από 80% έως 90% της χορηγούμενης δόσεως. Δεν παρατηρείται αθροιστική ικανότητα μετά την από του στόματος χορήγηση. Η κλινδαμυκίνη διεισδύει εύκολα στα περισσότερα υγρά του σώματος και στους ιστούς, περνά μέσω του πλακούντα στο έμβρυο, καθώς και στο μητρικό γάλα. Στον οστίτη ιστό συγκεντρώνεται περίπου το 40% (20%-75%) της στάθμης στον ορό, στο μητρικό γάλα το 50%-100%, στο αρθρικό υγρό το 50%, στα πτύελα το 30%-75%, στο περιτοναϊκό υγρό το 50%, στο εμβρυϊκό αίμα το 40%, στο πύον το 30%, στο πλευριτικό υγρό το 50%-90%. Αντιθέτως, η κλινδαμυκίνη δεν διεισδύει στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, ακόμη και σε περίπτωση μηνιγγίτιδας. Βιομετασχηματισμός Η κλινδαμυκίνη έχει χρόνο ημισείας ζωής περίπου 1,5 - 3,5 ώρες. Ο χρόνος ημισείας ζωής αυξάνεται ελαφρώς σε ασθενείς με εκσεσημασμένη έκπτωση της νεφρικής ή ηπατικής λειτουργίας. Το δοσολογικό σχήμα δεν χρειάζεται να τροποποιηθεί επί παρουσία ελαφράς ή μέτριας νεφρικής ή ηπατικής νόσου. Η κλινδαμυκίνη μεταβολίζεται σχετικά δύσκολα. Μελέτες in vitro σε ανθρώπινα ηπατικά και εντερικά μικροσωμάτια κατέδειξαν ότι η κλινδαμυκίνη οξειδώνεται κυρίως από το κυτόχρωμα CYP3A4, με ελάχιστη συμμετοχή από το κυτόχρωμα CYP3A5, προς σουλφοξείδιο της κλινδαμυκίνης και έναν δευτερεύοντα μεταβολίτη, τη N-δεσμεθυλοκλινδαμυκίνη. Αποβολή Η αποβολή μικροβιολογικώς ενεργού μορφής στα ούρα ποικίλλει από 10%-20% και στα κόπρανα είναι περίπου 4%. Το υπόλοιπο αποβάλλεται υπό μορφή βιολογικώς ανενεργών μεταβολιτών. Η αποβολή λαμβάνει χώρα κυρίως μέσω της χολής και των κοπράνων. Η αιμοκάθαρση και η διαπεριτοναϊκή κάθαρση δεν είναι αποτελεσματικές μέθοδοι για την απομάκρυνση της κλινδαμυκίνης. Παχύσαρκοι παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 2 έως κάτω των 18 ετών και παχύσαρκοι ενήλικες ηλικίας 18 έως 20 ετών Μια ανάλυση δεδομένων φαρμακοκινητικής σε παχύσαρκους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 2 έως κάτω των 18 ετών και παχύσαρκους ενήλικες ηλικίας 18 έως 20 ετών κατέδειξε ότι η κάθαρση της κλινδαμυκίνης και ο όγκος κατανομής κανονικοποιημένος σύμφωνα με το συνολικό σωματικό βάρος είναι συγκρίσιμα, ανεξάρτητα από την παχυσαρκία.
Κολπικά υπόθετα (YENLIP)
Μετά από εφ’ άπαξ ημερήσια ενδοκολπική χορήγηση 100 mg φωσφορικής κλινδαμυκίνης για 3 μέρες σε 11 υγιείς γυναίκες, η συστηματική απορρόφηση ήταν 30% περίπου (εύρος 6,5-70%), έναντι 5% μετά από χορήγηση κολπικής κρέμας κλινδαμυκίνης. Μετά από ενδοκολπική χορήγηση των υποθέτων κλινδαμυκίνης 100 mg, η συγκέντρωση στο πλάσμα της κλινδαμυκίνης είναι πολύ μικρότερη απ’ ότι μετά από μία θεραπευτική δόση κλινδαμυκίνης όταν χορηγείται από το στόμα ή ενδοφλεβίως.
Από του στόματος (καψάκιο, σκληρό) και τοπικά δερματικά σκευάσματα (λοσιόν, δερματικό διάλυμα, γέλη)
Δεν έχει επιβεβαιωθεί ξεχωριστό, εφαρμόσιμο κείμενο πηγής για αυτές τις μορφές σε αυτή τη διόρθωση — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του συγκεκριμένου σκευάσματος πριν τη συνταγογράφηση.