Clinio Logo
Clinio
CLOPIXOL › ΠΧΠ

CLOPIXOL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Clopixol 10 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Clopixol 25 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Clopixol 10 mg: Κάθε δισκίο περιέχει 10 mg ζουκλοπενθιξόλης (ως 11,82 mg διυδροχλωρικής ζουκλοπενθιξόλης)

Clopixol 25 mg: Κάθε δισκίο περιέχει 25 mg ζουκλοπενθιξόλης (ως 29,55 mg διυδροχλωρικής ζουκλοπενθιξόλης)

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Κάθε δισκίο Clopixol 10 mg περιέχει 21,6 mg μονοΰδρικήςλακτόζης και 0,72 mg πολυοξυλιωμένου κικελαίου υδρογονωμένου.Κάθε δισκίο Clopixol 25 mg περιέχει 22 mg μονοΰδρικής λακτόζης και 0,96 mg πολυοξυλιωμένου κικελαίου υδρογονωμένου.

Για πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

Clopixol 10 mg: στρογγυλά, αμφίκυρτα, ελαφρού κόκκινο-καφετί χρώματος, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Clopixol 25 mg: στρογγυλά, αμφίκυρτα, καφέ-κόκκινου χρώματος επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Οξεία και χρόνια σχιζοφρένεια και άλλες ψυχώσεις, ιδιαίτερα με συμπτώματα όπως παραισθήσεις, παραληρητικές ιδέες και διαταραχές της σκέψης με διέγερση, ανησυχία, εχθρικότητα και επιθετικότητα.

Φάση μανίας της μανιοκαταθλιπτικής νόσου Διέγερση ή άλλες διαταραχές της συμπεριφοράς σε ασθενείς με νοητική ανεπάρκεια.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Ενήλικες Η δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με τη κατάσταση του ασθενούς. Γενικά χαμηλές δόσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στην αρχή και να αυξάνονται έως το επιθυμητό θεραπευτικό επίπεδο όσο το δυνατόν συντομότερα βασιζόμενες στη θεραπευτική ανταπόκριση. Η δόση συντήρησης μπορεί συνήθως να δίνεται ως μία δόση πριν από τη βραδινή κατάκλιση.

Οξεία σχιζοφρένεια και άλλων οξέων ψυχωτικών καταστάσεων. Σοβαρά οξεία στάδια διέγερσης. Μανία Συνήθως 10-50 mg/ημέρα. Σε μετρίου έως σοβαρού βαθμού χορηγούνται αρχικά 20 mg/ημέρα αυξανόμενα, εάν κριθεί απαραίτητο, κατά 10-20 mg κάθε 2 έως 3 ημέρες έως τα 75 mg ή περισσότερο ημερησίως. Η μέγιστη δοσολογία ανά μονή δόση είναι 40 mg και η συνολική 150 mg/ημέρα.

Χρόνια σχιζοφρένεια και άλλες χρόνιες ψυχώσεις Δόση συντήρησης συνήθως 20-40 mg/ημέρα Διέγερση σε νοητικά καθυστερημένα άτομα 6-20 mg/ημέρα, εάν κριθεί απαραίτητο αυξανόμενα σε 25-40 mg/ημέρα.

Οι ηλικιωμένοι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν τις χαμηλότερες δυνατές δόσεις του δοσολογικού σχήματος.

Παιδιά Το Clopixol δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά εξ αιτίας απουσίας κλινικής εμπειρίας.

Μειωμένη νεφρική λειτουργία Το Clopixol μπορεί να χορηγείται στις συνήθεις δόσεις σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.

Μειωμένη ηπατική λειτουργία Συνιστάται η προσεκτική δοσολόγηση και εάν είναι δυνατόν προσδιορισμός επιπέδων του ορού.

Τρόπος χορήγησης Τα δισκία καταπίνονται με νερό.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Κυκλοφορική καταπληξία, πτώση του επιπέδου συνείδησης οποιασδήποτε αιτιολογίας (π.χ.

δηλητηρίαση από αλκοόλ, βαρβιτουρικά, ή οπιοειδή), κώμα.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η ζουκλοπενθιξόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας, υπερτροφία του προστάτη, ηπατική/νεφρική ανεπάρκεια, σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια, υπό/υπέρ-θυρεοειδισμό, μυασθένεια Gravis, φαιοχρωμοκύτωμα, παθήσεις του αίματος, επιληψία και νόσο του Parkinson.

Έχουν περιγραφεί συμπτώματα απόσυρσης, μετά από απότομη διακοπή νευροληπτικών φαρμάκων, τα οποία περιλαμβάνουν ναυτία, έμετο, εφίδρωση και αϋπνία. Μπορεί επίσης να παρουσιαστεί επανεμφάνιση ψυχωσικών συμπτωμάτων καθώς επίσης και έναρξη ακούσιων κινήσεων (όπως ακαθησία, δυστονία και δυσκινησία). Για τους λόγους αυτούς συνιστάται σταδιακή διακοπή της θεραπείας.

Η πιθανότητα ανάπτυξης νευροληπτικού κακοήθους συνδρόμου (υπερθερμία, μυϊκή ακαμψία, διακυμάνσεις του επιπέδου συνειδήσεως, αστάθεια του αυτόνομου νευρικού συστήματος) υφίσταται με οποιοδήποτε νευροληπτικό. Ο κίνδυνος είναι πιθανώς μεγαλύτερος με τούς πιο ισχυρούς παράγοντες. Οι ασθενείς με προϋπάρχον οργανικό ψυχοσύνδρομο, νοητική καθυστέρηση και κατάχρηση οπιοειδών και αλκοόλ είναι οι πλέον αντιπροσωπευόμενοι στα θανατηφόρα περιστατικά.

Θεραπεία: Διακοπή των νευροληπτικών. Η Συμπτωματική θεραπεία και χρήση γενικών υποστηρικτικών μέτρων. Η δαντρολένη και η βρωμοκρυπτίνη μπορεί να βοηθήσουν.

Τα συμπτώματα μπορεί να επιμείνουν για περισσότερο από μία εβδομάδα μετά την διακοπή της από του στόματος χορήγησης νευροληπτικών και ίσως και περισσότερο όταν σχετίζονται με φαρμακοτεχνικές μορφές depot των φαρμάκων.

Όπως και τα άλλα νευροληπτικά η ζουκλοπενθιξόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με οργανικό ψυχοσύνδρομο, σπασμούς και προχωρημένη ηπατική νόσο.

Όπως περιγράφεται και σε άλλα ψυχοτρόπα η ζουκλοπενθιξόλη μπορεί να μεταβάλει τις ανταποκρίσεις στην ινσουλίνη και τη γλυκόζη και να απαιτηθεί προσαρμογή της αντιδιαβητικής θεραπείας στους διαβητικούς ασθενείς.

Οι ασθενείς σε μακροχρόνια αγωγή, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αξιολογείται περιοδικά η δυνατότητα μείωσης της δόσης συντήρησης.

Όπως και με άλλα φάρμακα τα οποία ανήκουν στη θεραπευτική κατηγορία των αντιψυχωσικών, η ζουκλοπενθιξόλη μπορεί να προκαλέσει παράταση του QT. Το επίμονα παρατεταμένο διάστημα QT μπορεί να αυξήσουν το κίνδυνο για κακοήθεις αρρυθμίες. Γι αυτό το λόγο η ζουκλοπενθιξόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ευάλωτα άτομα (με υποκαλιαιμία, υπομαγνησία ή γενετική προδιάθεση) και σε ασθενείς με ιστορικό καρδιαγγειακών διαταραχών, πχ παράταση του QT, σημαντική βραδυκαρδία (<50 χτύποι ανά λεπτό), πρόσφατο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, μη αναστρέψιμη καρδιακή ανεπάρκεια, ή καρδιακή αρρυθμία. Η συγχορήγηση με άλλα αντιψυχωσικά θα πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).

Έχουν αναφερθεί περιστατικά φλεβικής θρομβοεμβολής με αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα.

Εφόσον ασθενείς που λαμβάνουν αντιψυχωσικά, συχνά παρουσιάζουν επίκτητους παράγοντες κινδύνου για φλεβική θρομβοεμβολή, όλοι οι πιθανοί παράγοντες κινδύνου πρέπει να εντοπίζονται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ζουκλοπενθιξόλη και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.

Καρδιαγγειακά Περίπου τριπλάσιος είναι ο κίνδυνος με μερικά άτυπα αντιψυχωσικά για ύπαρξη ανεπιθύμητων ενεργειών από το καρδιαγγειακό στις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες στον πληθυσμό με άνοια. Ο μηχανισμός αυτής της αύξησης δεν είναι γνωστός. Ο αυξημένος κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλεισθεί και για άλλα αντιψυχωσικά ή άλλους πληθυσμούς ασθενών. Η ζουκλοπενθιξόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εγκεφαλικό επεισόδιο.

Αυξημένη θνητότητα σε ηλικιωμένους με άνοια Στοιχεία από δύο μεγάλες μελέτες παρατήρησης κατέδειξαν ότι οι ηλικιωμένοι με άνοια οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με αντιψυχωσικά, διατρέχουν ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με αυτούς που δεν λαμβάνουν θεραπεία. Δεν υπάρχουν στοιχεία ώστε να γίνει σαφής εκτίμηση του ακριβούς μεγέθους του κινδύνου του οποίου οι αιτίες δεν είναι γνωστές.

Η ζουκλοπενθιξόλη δεν αποτελεί εγκεκριμένη για τη θεραπεία των διαταραχών συμπεριφοράς σχετιζόμενες με άνοια.

Έκδοχα Τα δισκία περιέχουν μονοϋδρική λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική έλειψη λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δε θα πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.

Τα δισκία περιέχουν πολυοξυλιωμένο κικέλαιο υδρογονωμένο, που μπορεί να προκαλέσει στομαχική διαταραχή και διάρροια.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Συγχορηγήσεις που απαιτούν προφύλαξη κατά τη χρήση Η ζουκλοπενθιξόλη μπορεί να ενισχύσει την καταπραϋντική δράση του αλκοόλ και τη δράση των βαρβιτουρικών και άλλων κατασταλτικών του ΚΝΣ.

Τα νευροληπτικά μπορεί να αυξήσουν τη δράση των αντιυπερτασικών φαρμάκων, όπως η υδραλαζίνη και οι α-αποκλειστές. Η αντιυπερτασική δράση της γουανεθιδίνης και των ουσιών με παρόμοια δράση μειώνεται.

Η συγχορήγηση των νευροληπτικών και του λιθίου αυξάνει το κίνδυνο νευροτοξικότητας.

Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και τα νευροληπτικά αναστέλλουν αμοιβαία το μεταβολισμό το ένα του άλλου.

Η ζουκλοπενθιξόλη μπορεί να μειώσει τη δράση της levodopa και τη δράση των αδρενεργικών φαρμάκων.

Η συγχορήγηση της μετοκλοπραμίδης και της πιπεραζίνης αυξάνει το κίνδυνο εξωπυραμιδικών διαταραχών.

Η ζουκλοπενθιξόλη ενισχύει πιθανώς την δράση των γενικών αναισθητικών, των αντιπηκτικών, των αντιχολινεργικών και επιμηκύνει τη δράση των αποκλειστών της νευρομυϊκής σύναψης.

Η χορήγηση ζουκλοπενθιξόλης μπορεί να αναστείλει τον μεταβολισμό των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και να απορρυθμίσει τον διαβήτη.

Επειδή η ζουκλοπενθιξόλη μεταβολίζεται μερικώς από το CYP2D6 η συγχορήγηση με τα φάρμακα τα οποία είναι γνωστά ότι αναστέλλουν αυτό το ένζυμο μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη κάθαρση της ζουκλοπενθιξόλης.

Οι αυξήσεις του διαστήματος QT που σχετίζονται με την αντιψυχωσική θεραπεία μπορεί να επιδεινωθούν από την συγχορήγηση με άλλα φάρμακα που είναι γνωστό για το ότι προκαλούν σημαντική αύξηση στο μεσοδιάστημα QT. Η συγχορήγηση με τέτοια φάρμακα θα πρέπει να αποφεύγεται. Σχετικές κατηγορίες περιλαμβάνουν:

• τάξης Ia και III αντιαρρυθμικά (πχ κινιδίνη, αμιωδαρόνη, σοταλόλη, δοφετιλίδη)

• μερικά αντιψυχωσικά (π.χ. θειοριδαζίνη)

• μερικές μακρολίδες (π.χ. ερυθρομυκίνη)

• μερικά αντιισταμινικά (π.χ. τερφεναδίνη, αστεμιζόλη)

• μερικά αντιβιοτικά κινολόνης (π.χ. γκατιφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη)

Η παραπάνω λίστα δεν είναι εξαντλητική και άλλα συγκεκριμένα φάρμακα γνωστά ότι προκαλούν σημαντική αύξηση του διαστήματος QT θα πρέπει να αποφεύγονται (π.χ. σισαπρίδη, λίθιο).

Τα φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι προκαλούν ηλεκτρολυτικές διαταραχές όπως τα θειαζιδίκα διουρητικά (υποκαλιαιμία) και τα φάρμακα τα οποία είναι γνωστά ότι αυξάνουν τη συγκέντρωση πλάσματος της ζουκλοπενθιξόλης θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιούνται με προσοχή καθώς μπορεί να αυξήσουν το κίνδυνο για παράταση του QT και κακοήθεις αρρυθμίες (βλ. παράγραφο 4.4).

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Η ζουκλοπενθιξόλη δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το προσδοκώμενο όφελος για τον ασθενή υπερτερεί από το θεωρητικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Τα νεογνά που εκτίθενται σε αντιψυχωσικά (συμπεριλαμβανομένης της ζουκλοπενθιξόλης) κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης διατρέχουν τον κίνδυνο για παρενέργειες που περιλαμβάνουν εξωπυραμιδικά ή / και συμπτώματα στέρησης που μπορεί να ποικίλουν σε βαρύτητα και τη διάρκεια μετά τον τοκετό. Έχουν υπάρξει αναφορές για ανησυχία, υπερτονία, υποτονία, τρόμος, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια, ή διαταραχή σίτισης. Κατά συνέπεια, τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Μελέτες έδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3)

Θηλασμός Επειδή η ζουκλοπενθιξόλη βρέθηκε σε χαμηλές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα δεν θεωρείται πιθανό να επιδρά στο νεογνό όταν χρησιμοποιούνται συνήθεις θεραπευτικές δόσεις. Η δόση που προσλαμβάνεται από το νεογνό είναι μικρότερη από το 1% της σχετιζόμενης με το βάρος μητρικής δόσης (σε mg/kg). Ο θηλασμός μπορεί να συνεχιστεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με

ζουκλοπενθιξόλη εάν θεωρηθεί κλινικά σημαντικό αλλά συνιστάται παρακολούθηση του εμβρύου ιδιαίτερα κατά τις 4 πρώτες εβδομάδες μετά τη γέννησή του.

Γονιμότητα Σε ανθρώπους, έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως η υπερπρολακτιναιμία, γαλακτόρροια, αμηνόρροια, στυτική δυσλειτουργία και αδυναμία εκσπερμάτισης (βλ. παράγραφο 4.8). Τα συμβάντα αυτά μπορεί να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη γυναικεία και / ή ανδρική σεξουαλική λειτουργία και τη γονιμότητα.

Εάν εμφανιστεί κλινικά σημαντική υπερπρολακτιναιμία, γαλακτόρροια, αμηνόρροια ή σεξουαλικές δυσλειτουργίες θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης (εάν είναι δυνατόν) ή η διακοπή. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι αναστρέψιμες στην διακοπή.

Χορήγηση ζουκλοπενθιξόλης σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους συνδέθηκαν με μια μικρή καθυστέρηση στο ζευγάρωμα. Σε ένα πείραμα όπου η ζουκλοπενθιξόλη χορηγήθηκε μέσω της τροφής, σημειώθηκε ανεπαρκής επίδοση στο ζευγάρωμα και μειωμένο ποσοστό σύλληψης.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Clopixol είναι ένα κατασταλτικό φάρμακο. Οι ασθενείς στους οποίους συνταγογραφούνται ψυχοτρόπα φάρμακα αναμένεται να έχουν κάποια διαταραχή στη γενική προσοχή και συγκέντρωσή τους και θα πρέπει να προειδοποιούνται σχετικά με την ικανότητά τους να οδηγούν και να χειρίζονται μηχανήματα.

4.8 Ανεπιθύμητες Ενέργειες

Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι δοσοεξαρτώμενες. Η συχνότητα και η σοβαρότητα είναι στις περισσότερες περιπτώσεις μεγαλύτερες κατά την αρχική φάση της θεραπείας και μειώνονται με τη συνέχεια της θεραπείας.

Εξωπυραμιδικές αντιδράσεις μπορεί να συμβούν, ειδικότερα κατά τη διάρκεια της αρχικής φάσης της θεραπείας. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελεγχθούν ικανοποιητικά με τη μείωση της δόσης και/ή τη χρήση αντιπαρκινσονικών φάρμακων. Η προφυλακτική χρήση ρουτίνας αντιπαρκινσονικών φαρμάκων δεν συνιστάται. Τα αντιπαρκινσονικά φάρμακα δεν βελτιώνουν την όψιμη δυσκινησία και μπορεί να την επιδεινώσουν. Η μείωση της δόσης ή εάν είναι δυνατόν η διακοπή της θεραπείας με ζουκλοπενθιξόλη συνίσταται. Σε επίμονη ακαθισία μπορεί να είναι χρήσιμη η χορήγηση βενζοδιαζεπίνης ή προπρανολόλης.

Οι συχνότητες λαμβάνονται από τη βιβλιογραφία και την αυθόρμητη αναφορά. Οι συχνότητες καθορίζονται ως : πολύ συχνές ( 1/10), συχνές ( 1/100 έως 1/10); μη συχνές ( 1/1,000 έως  1/100), σπάνιες ( 1/10,000 έως  1/1,000), πολύ σπάνιες ( 1/10,000), ή μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Καρδιακές διαταραχές Ταχυκαρδία, αίσθημα παλμών Παράταση του QT στο ΗΚΓ Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Θρομβοκυτοπενία, ουδετεροπενία, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ συχνές Υπνηλία, ακαθισία, υπερκινησία, υποκινησία

Τρόμος, δυστονία, υπερτονία, ζάλη, κεφαλαλγία, παραισθησία, διαταραχές της προσοχής, αμνησία, διαταραχές βάδισης Όχι συχνές Όψιμη δυσκινησία, ζωηρά αντανακλαστικά, δυσκινησία, παρκινσονισμός, συγκοπή, αταξία, διαταραχές του λόγου, υποτονία, σπασμοί, ημικρανία Πολύ σπάνιες Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο Οφθαλμικές διαταραχές Διαταραχή προσαρμογής, μη ομαλή όραση Όχι συχνές Βολβοστροφή, μυδρίαση, Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Ίλιγγος Όχι συχνές Υπερηκοϊα, εμβοές Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Ρινική συμφόρηση, δύσπνοια Γαστρεντερικές διαταραχές Πολύ συχνές Ξηροστομία Σιελόρροια, δυσκοιλιότητα, έμετος, δυσπεψία, διάρροια Όχι συχνές Κοιλιακό άλγος, ναυτία, μετεωρισμός Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Διαταραχές ούρησης, κατακράτηση ούρων, πολυουρία Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Υπεριδρωσία, κνησμός Όχι συχνές Εξάνθημα, φωτοευαισθησία, διαταραχή μελάγχρωσης, σμηγματόρροια, δερματίτιδα, πορφύρα Διαταραχές του μυοσκελετικού και συνδετικού ιστού Μυαλγία Όχι συχνές Μυϊκή ακαμψία, τρισμός, ραιβόκρανο Ενδοκρινικές διαταραχές

Υπερπρολακτιναιμία Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Αυξημένη όρεξη, αύξηση βάρους Όχι συχνές Μειωμένη όρεξη, μείωση βάρους Υπεργλυκαιμία, διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη, υπερλιπιδαιμία Αγγειακές διαταραχές Όχι συχνές Υπόταση, εξάψεις Πολύ σπάνιες Φλεβική θρομβοεμβολή Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Εξασθένηση, κόπωση, αδιαθεσία, πόνος Όχι συχνές Δίψα, υποθερμία, πυρεξία Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθησία, αναφυλακτική αντίδραση Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων οδών Όχι συχνές Παθολογικές τιμές ηπατικών δοκιμασιών Πολύ σπάνιες Χολοστατική ηπατίτιδα, ίκτερος Κύηση, λοχεία και περιγεννητικές συνθήκες Μη γνωστής συχνότητας Σύνδρομο απόσυρσης από το φάρμακο στα νεογνά (βλ. παράγραφο 4.6)

Διαταραχές Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού Όχι συχνές Αδυναμία εκσπερμάτωσης, στυτική δυσλειτουργία, διαταραχή γυναικείου οργασμού, ξηρότητα αιδοίου / κόλπου Γυναικομαστία, Γαλακτόρροια, αμηνόρροια, πριαπισμός Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία, κατάθλιψη, άγχος, νευρικότητα, παθολογικά όνειρα, διέγερση, μείωση σεξουαλικής επιθυμίας Όχι συχνές Απάθεια, εφιάλτες, αύξηση σεξουαλικής επιθυμίας, σύγχυση.

Όπως και με τα άλλα φάρμακα τα οποία ανήκουν στη θεραπευτική κατηγορία των αντιψυχωσικών, σπάνιες περιπτώσεις παράτασης του QT, κοιλιακές αρρυθμίες – κοιλιακή μαρμαρυγή, κοιλιακή

ταχυκαρδία, Torsade de Pointes και αιφνίδιος ανεξήγητος θάνατος έχουν αναφερθεί για τη ζουκλοπενθιξόλη (βλ. παράγραφο 4.4).

Απότομη διακοπή της ζουκλοπενθιξόλης μπορεί να συνοδεύεται από συμπτώματα απόσυρσης. Τα πιο κοινά συμπτώματα είναι η ναυτία, ο έμετος, η ανορεξία, η διάρροια, το ρινόρροια, η εφίδρωση, οι μυαλγίες, οι παραισθησίες, η αϋπνία, η ανησυχία, το άγχος και η διέγερση. Οι ασθενείς μπορεί επίσης να βιώσουν ιλίγγους, εναλασσόμενα αισθήματα ζέστης και κρύου, και τρόμο. Τα συμπτώματα γενικά ξεκινούν μέσα σε 1 έως 4 ημέρες από την απόσυρση και περιορίζονται μέσα σε 7 έως 14 ημέρες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του:

ΕλλάδαΕθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Υπνηλία, κώμα, διαταραχές κινητικότητας, σπασμοί, σοκ, υπερθερμία/υποθερμία.

Μεταβολές ΗΚΓ, παράταση του, QT,Torsade de Pointes, καρδιακή παύση και κοιλιακές αρρυθμίες έχουν αναφερθεί όταν η ζουκλοπενθιξόλη έχει ληφθεί σε υπερδοσολογία μαζί με φάρμακα που είναι γνωστό ότι έχουν επίδραση στην καρδιά.

Η υψηλότερη από του στόματος χορηγούμενη δόση ζουκλοπενθιξόλης σε κλινικές μελέτες ήταν 450 mg ημερησίως.

Θεραπεία Η θεραπεία είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Μετρήσεις για την υποστήριξη του αναπνευστικού και καρδιαγγειακού συστήματος θα πρέπει να έχουν θεσπιστεί. Η επινεφρίνη (αδρεναλίνη) δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται καθώς μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης. Οι σπασμοί μπορούν να αντιμετωπιστούν με διαζεπάμη και τα συμπτώματα των κινητικών διαταραχών με βιπεριδένη.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα Αντιψυχωσικά – Παράγωγο Θειοξανθίνης ATC-code: N05AF05 Μηχανισμός δράσης Η ζουκλοπενθιξόλη είναι ένα νευροληπτικό της ομάδας των θειοξανθινών.

Η αντιψυχωσική δράση των νευροληπτικών σχετίζεται με τον αποκλεισμό των υποδοχέων ντοπαμίνης αλλά πιθανό επίσης να συνεισφέρει και ο αποκλεισμός του υποδοχέα 5-HT (5-υδροξυτρυπταμίνη).

In vitro η ζουκλοπενθιξόλη εμφανίζει μεγάλη χημική συγγένεια με τους δύο υποδοχείς ντοπαμίνης D και D , με τους α1-αδρενουποδοχείς και 5-HT υποδοχείς αλλά δεν εμφανίζει χημική συγγένεια με 2 2 τους μουσκαρινικούς χολινεργικούς υποδοχείς. Εμφανίζει ασθενή συγγένεια με τον υποδοχέα ισταμίνης (H ) και δεν έχει δράση αποκλεισμού με τον α -αδρενουποδοχέα.

1 2

In vivo η συγγένεια των σημείων σύνδεσης στον D υπερέχει έναντι της συγγένειας για τον D 2 1 υποδοχέα. Η ζουκλοπενθιξόλη έχει αποδειχθεί ότι είναι ισχυρό νευροληπτικό σε όλες τις μελέτες συμπεριφοράς (αποκλεισμός του υποδοχέα ντοπαμίνης). Συσχέτιση βρέθηκε ανάμεσα στις in vivo δοκιμασίες μοντέλων, την συγγένεια για τις θέσεις δέσμευσης στους D υποδοχείς in vitro και τη μέση ημερήσια δόση των από του στόματος χορηγούμενων αντιψυχωσικών.

Η αναστολή της κινητικής δράσης και η παράταση του χρόνου ύπνου που προέρχονται από το αλκοόλ και τα βαρβιτουρικά δείχνει την καταπραϋντική δράση της ζουκλοπενθιξόλης.

Όπως και τα περισσότερα άλλα νευροληπτικά η ζουκλοπενθιξόλη αυξάνει τα επίπεδα της προλακτίνης στον ορό.

Κλινική αποτελεσματικότητα Κατά τη κλινική πρακτική η ζουκλοπενθιξόλη συνιστάται για την θεραπεία των οξέων και χρόνιων ψυχώσεων και για την αντιμετώπιση των ασθενών με νοητική καθυστέρηση με υπερκινητικότητα και διασπαστική συμπεριφορά Εκτός αυτού προκαλώντας σημαντική μείωση ή πλήρη εξάλειψη των πυρηνικών συμπτωμάτων της σχιζοφρένειας όπως οι ψευδαισθήσεις, τα παραληρήματα και οι διαταραχές σκέψης η ζουκλοπενθιξόλη έχει επίσης αξιοσημείωτη δράση στα συνοδά συμπτώματα όπως είναι η εχθρικότητα, η καχυποψία, η διέγερση και η επιθετικότητα.

Η ζουκλοπενθιξόλη έχει παροδική δοσοεξαρτώμενη καταπραϋντική δράση. Εν τω μεταξύ η αρχική καταπραϋντική δράση είναι συνήθως πλεονεκτική στην οξεία φάση της νόσου. Ανοχή σε μη συγκεκραμένη καταπραϋντική δράση αναπτύσσεται γρήγορα.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Η από του στόματος χορήγηση έχει σαν αποτέλεσμα επίπεδα ορού περίπου σε 4 ώρες. Η ζουκλοπενθιξόλη μπορεί να λαμβάνεται χωρίς απαραίτητα λήψη τροφής. Η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 44 %.

Διασπορά Ο φαινομενικός όγκος διασποράς (V ) είναι περίπου 20 l/kg.

d β Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 98-99 %.

Βιομετατροπή Ο μεταβολισμός της ζουκλοπενθιξόλης διεξάγεται μέσω τριών κύριων τρόπων - θειική οξείδωση, Ν- απαλκυλίωση της πλευρικής αλυσίδας και σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ. Οι μεταβολίτες στερούνται της ψυχοφαρμακολογικής δράσης. Η ζουκλοπενθιξόλη υπερέχει των μεταβολιτών στον εγκέφαλο και σε άλλους ιστούς.

Απέκκριση Ο χρόνος ημίσειας ζωής στην απέκκριση (T ) είναι περίπου 20 ώρες και η μέση συστηματική ½ β κάθαρση είναι περίπου (Cl) 0.86 L/min.

s Η ζουκλοπενθιξόλη απεκκρίνεται κυρίως από τα κόπρανα αλλά επίσης σε κάποιο βαθμό (περίπου 10 %) από τα ούρα. Μόνον το 0.1 % της δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο από τα ούρα, και αυτό σημαίνει ότι το φορτίου του φαρμάκου στα νεφρά είναι αμελητέος Στις θηλάζουσες μητέρες η ζουκλοπενθιξόλη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Σε σταθερή κατάσταση η αναλόγία της μέσης τιμής της πριν από τη δόση συγκέντρωσης στο μητρικό γάλα / συγκέντρωση ορού σε γυναίκες οι οποίες είναι σε από του στόματος θεραπεία ή με την δεκανοική ήταν περίπου 0.29.

Γραμμικότητα Η κινητική είναι γραμμική. Τα επίπεδα στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση επετεύχθησαν σε περίπου 3-5 ημέρες. Το μέσο ελάχιστο επίπεδο σταθερής κατάστασης αντιστοιχεί σε 20 mg ζουκλοπενθιξόλης από του στόματος χορηγούμενου άπαξ ημερησίως και ήταν 25 nmol/l.

Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι είναι ευρέως εξαρτώμενοι από την ηλικία των ασθενών.

Μειωμένη νεφρική λειτουργία Βασιζόμενοι στα ανωτέρω χαρακτηριστικά για την απέκκριση είναι ρεαλιστικό να υποστηριχθεί ότι η μειωμένη νεφρική λειτουργία δεν εμφανίζεται να έχει μεγάλη επίδραση στα επίπεδα ορού του αρχικού φαρμάκου.

Μειωμένη ηπατική λειτουργία Μη διαθέσιμα δεδομένα Πολυμορφισμός Μία έρευνα in vivo έχει δείξει ότι κάποια τμήματα της πορείας του μεταβολισμού είναι αντικείμενο γενετικού πολυμορφισμού της οξείδωσης σπαρτείνης/δεβρισοκίνης (CYP2D6).

Σχέση Φαρμακοκινητικής / Φαρμακοδυναμικής Η ελάχιστη συγκέντρωση στον ορό (πχ η συγκέντρωση η οποία μετράται αμέσως μετά τη χορήγηση του φαρμάκου) των 2.8-12 ng/ml (7-30 nmol/l) προτείνεται ως οδηγία για τη θεραπεία συντήρησης των ασθενών με σχιζοφρένεια με ήπια έως μέτρια νόσο.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Οξεία τοξικότητα Η ζουκλοπενθιξόλη έχει χαμηλή οξεία τοξικότητα Χρόνια τοξικότητα Σε μελέτες χρόνιας τοξικότητας δεν υπήρξαν ευρήματα ανησυχίας για τη θεραπευτική χρήση της ζουκλοπενθιξόλης.

Τοξικότητα αναπαραγωγής Σε μία τριών γενεών μελέτη σε αρουραίους σημειώθηκε καθυστέρηση στο ζευγάρωμα. Μετά το ζευγάρωμα δεν υπήρξε καμία επίδραση στη γονιμότητα. Σε ένα πείραμα όπου η ζουκλοπενθιξόλη χορηγήθηκε μέσω διατροφής σημειώθηκε ανεπαρκής επίδοση στο ζευγάρωμα και μειωμένο ποσοστό σύλληψης.

Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν έχουν δείξει στοιχεία εμβρυοτοξικής ή τερατογόνο δράσης.

Σε μια περι/μεταγεννητική μελέτη σε αρουραίους, δόσεις των 5 και 15 mg / kg / ημέρα είχαν ως αποτέλεσμα αύξηση θνησιγένειας, μείωση στην επιβίωση των νεογνών και καθυστέρηση στην ανάπτυξή τους.

Η κλινική σημαντικότητα αυτών των ευρημάτων είναι ασαφής και είναι πιθανόν ότι η επίδραση στα νεογνά προήλθε από την αμέλεια των μητέρων οι οποίες εκτέθηκαν σε δόσεις ζουκλοπενθιξόλης και εμφάνισαν μητρική τοξικότητα.

Μετάλλαξη και καρκινογένεση Η ζουκλοπενθιξόλη δεν έχει μεταλλαξιογόνο ή καρκινογενετική δυναμική.

Σε μία μελέτη ογκογένεσης σε ποντίκια με 30 mg/kg/ημέρα για δύο έτη (κορυφαία δοσολογία) το αποτέλεσμα ήταν μία ελαφρά μη στατιστικά σημαντική αύξηση των αδενοκαρκινομάτων του στήθους, των αδενωμάτων των νησιδίων του παγκρέατος, των καρκινωμάτων στις γυναίκες και των παραθηλακωδών καρκινωμάτων του θυρεοειδούς. Η ελαφρά αύξηση της επίπτωσης αυτών των όγκων είναι σύνηθες εύρημα για τους D ανταγωνιστές οι οποίοι αυξάνουν την έκκριση προλακτίνης όταν χορηγούνται σε αρουραίους. Οι φυσιολογικές διαφορές ανάμεσα σε αρουραίους και ανθρώπους όσον αφορά την προλακτίνη κάνουν την κλινική σημαντικότητα αυτών των ευρημάτων ασαφή αλλά είναι αποδεκτή καθώς δεν αποτελεί ογκογενετικό κίνδυνο στους ασθενείς.

Τοπική τοξικότητα Τοπική μυϊκή βλάβη έχει παρατηρηθεί μετά από την ένεση υδατικού διαλύματος των νευροληπτικών συμπεριλαμβανομένης και της ζουκλοπενθιξόλης. Η μυϊκή βλάβη είναι μεγαλύτερου βαθμού μετά

από το υδατικό διάλυμα των νευροληπτικών απ’ ότι μετά από ελαιώδη διάλυμα της οξικής ζουκλοπενθιξόλης και της δεκανοϊκής ζουκλοπενθιξόλης.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου:

άμυλο πατάτας, μονοϋδρική λακτόζη, μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, συμπολυμερές ποβιδόνης, γλυκερίνη 85%, κεκαθαρμένος τάλκης, πολυοξυλιωμένο κικέλαιο υδρογονωμένο, στεατικό μαγνήσιο.

Επικάλυψη:

υπρομελλόζη 5, πολυαιθυλενογλυκόλη 6000 (2 mg, 10 mg, 25 mg)

Χρώματα:

διοξείδιο του τιτανίου (E 171), οξείδιο του σιδήρου κόκκινο (E 172) (2 mg, 10 mg, 25 mg δισκία).

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν απαιτείται

6.3 Διάρκεια Ζωής

10 mg, 25 mg : 2 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

10 mg: 50 σε περιέκτη πολυπροπυλενίου 50 σε υψηλής πυκνότητας περιέκτη πολυαιθυλενίου 25 mg: 50 σε περιέκτη πολυπροπυλενίου 50 σε υψηλής πυκνότητας περιέκτη πολυαιθυλενίου

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε προϊόν που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ή υπόλειμμα πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας στην Ελλάδα Lundbeck Hellas S.A.

Κηφισίας 109 & Σίνα Μαρούσι 151 24 Αθήνα Τηλ.: +30 210 61 05 036 Fax: +30 210 61 05 036

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Αριθμός αδείας κυκλοφορίας στην Ελλάδα: 55093/15/27-01-2017 (10mg), 39282/16/27-01-2017 (25mg)

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Διεθνής γενέθλιος ημερομηνία: 3/05/1976 (NL)

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης στην Ελλάδα: 25 Φεβρουαρίου 1988 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης στην Ελλάδα: 16 Ιανουαρίου 2009

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:1963305_SPC_1963305_3.pdf