Clinio Logo
Clinio
DESOTEROL › ΠΧΠ

DESOTEROL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Desoterol 120 μικρογραμμάρια/20 μικρογραμμάρια, κόνις για εισπνοή, σκληρό καψάκιο Desoterol 240 μικρογραμμάρια/20 μικρογραμμάρια, κόνις για εισπνοή, σκληρό καψάκιο

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε καψάκιο περιέχει 150 μικρογραμμάρια βουδεσονίδης και 25 μικρογραμμάρια σαλμετερόλης (ως υδροξυναφθοϊκή [ζιναφοϊκή]).

Κάθε χορηγούμενη δόση (δηλαδή η δόση που εξέρχεται από το επιστόμιο) περιέχει 120 μικρογραμμάρια βουδεσονίδης και 20 μικρογραμμάρια σαλμετερόλης (ως υδροξυναφθοϊκή [ζιναφοϊκή]).

Κάθε καψάκιο περιέχει 300 μικρογραμμάρια βουδεσονίδης και 25 μικρογραμμάρια σαλμετερόλης (ως υδροξυναφθοϊκή [ζιναφοϊκή]).

Κάθε χορηγούμενη δόση (δηλαδή η δόση που εξέρχεται από το επιστόμιο) περιέχει 240 μικρογραμμάρια βουδεσονίδης και 20 μικρογραμμάρια σαλμετερόλης (ως υδροξυναφθοϊκή [ζιναφοϊκή]).

Έκδοχο(α) με γνωστή δράση:

- Λακτόζη, 24,5 mg ανά σκληρό καψάκιο.

- Λακτόζη, 24,35 mg ανά σκληρό καψάκιο.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Κόνις για εισπνοή, σκληρό καψάκιο.

Διαυγή, άχρωμα καψάκια των 15,9 mm που περιέχουν λευκή κόνι, με εντυπωμένη την ένδειξη «B120 S20», με μαύρο χρώμα.

Διαυγή, άχρωμα καψάκια των 15,9 mm που περιέχουν λευκή κόνι, με εντυπωμένο (με μαύρο χρώμα)

έναν δακτύλιο και την ένδειξη «B240 S20», με μαύρο χρώμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Desoterol ενδείκνυται για την τακτική θεραπεία του άσθματος σε ενήλικες, στους οποίους είναι κατάλληλη η χρήση ενός φαρμακευτικού προϊόντος συνδυασμού (εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές και β -αγωνιστής μακράς δράσης):

- Ασθενείς που δεν ελέγχονται επαρκώς με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή και «κατ’ επίκληση»

εισπνεόμενους β -αγωνιστές βραχείας δράσης.

ή

- Ασθενείς που ελέγχονται ήδη επαρκώς τόσο με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή όσο και με β - αγωνιστές μακράς δράσης.

4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το Desoterol πρέπει να χρησιμοποιείται καθημερινά για μέγιστο όφελος, ακόμη και όταν είναι ασυμπτωματικοί.

Το Desoterol δεν προορίζεται για την αρχική αντιμετώπιση του άσθματος. Η δοσολογία των συστατικών του Desoterol είναι εξατομικευμένη και θα πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου. Αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο κατά την έναρξη της θεραπείας με προϊόντα συνδυασμού, αλλά επίσης και κατά την προσαρμογή της δόσης συντήρησης. Εάν για ένα μεμονωμένο ασθενή απαιτείται συνδυασμός δόσεων διαφορετικός από αυτούς που είναι διαθέσιμοι στη συσκευή εισπνοών συνδυασμού, θα πρέπει να συνταγογραφούνται κατάλληλες δόσεις β αγωνιστών αδρενεργικών υποδοχέων ή/και κορτικοστεροειδών σε μεμονωμένες συσκευές εισπνοών.

Οι ασθενείς θα πρέπει να επανεκτιμούνται τακτικά από έναν γιατρό, ώστε η περιεκτικότητα του Desoterol που λαμβάνουν να παραμένει η βέλτιστη και να αλλάζει μόνο μετά από ιατρική συμβουλή.

Η δόση θα πρέπει να τιτλοποιείται στη χαμηλότερη δυνατή δόση, στην οποία διατηρείται αποτελεσματικός έλεγχος των συμπτωμάτων. Μόλις επιτευχθεί έλεγχος του άσθματος, η θεραπεία θα πρέπει να επανεξετάζεται και να εξετάζεται εάν οι ασθενείς θα πρέπει να μεταβούν σταδιακά σε εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές ως μονοθεραπεία. Ο τακτικός επανέλεγχος των ασθενών, κατά τη σταδιακή μείωση της θεραπείας, είναι σημαντικός. Εάν απαιτείται περαιτέρω τιτλοποίηση της δόσης προς τα κάτω, πρέπει να συνταγογραφείται ένα εναλλακτικό εισπνεόμενο από του στόματος φαρμακευτικό προϊόν.

Θα πρέπει να χορηγείται στους ασθενείς η περιεκτικότητα του Desoterol που περιέχει την κατάλληλη δοσολογία βουδεσονίδης για τη βαρύτητα της νόσου τους. Οι συνταγογράφοντες γιατροί θα πρέπει να γνωρίζουν ότι οι περιεκτικότητες των 120 μικρογραμμαρίων και των 240 μικρογραμμαρίων βουδεσονίδης στο Desoterol παρέχουν παρόμοια δόση στους πνεύμονες με τα υπάρχοντα εισπνεόμενα σκευάσματα ξηρής κόνεως βουδεσονίδης 200 μικρογραμμαρίων και 400 μικρογραμμαρίων, αντίστοιχα (βλ. παράγραφο 5.2).

Οι συνταγογράφοντες γιατροί θα πρέπει επίσης να γνωρίζουν ότι οι περιεκτικότητες των 120 μικρογραμμαρίων και των 240 μικρογραμμαρίων βουδεσονίδης στο Desoterol είναι περίπου ισοδύναμες με τα 100 μικρογραμμάρια και τα 200 μικρογραμμάρια προπιονικής φλουτικαζόνης, αντιστοίχως, ενώ η περιεκτικότητα των 20 μικρογραμμαρίων σαλμετερόλης στο Desoterol 120 μg/20 μg ή το Desoterol 240 μg/20 μg είναι εξίσου αποτελεσματικά με τα 50 μικρογραμμάρια του υπάρχοντος εισπνεόμενου σκευάσματος ξηρής κόνεως σαλμετερόλης (βλ. παράγραφο 5.2).

Δοσολογία Ενήλικες (ηλικίας 18 ετών και άνω): μία εισπνοή Desoterol 120 μικρογραμμαρίων/20 μικρογραμμαρίων δύο φορές ημερησίως, ή μία εισπνοή Desoterol 240 μικρογραμμαρίων/20 μικρογραμμαρίων δύο φορές ημερησίως.

Θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να έχουν πάντοτε διαθέσιμο ξεχωριστό βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης για χρήση σε θεραπεία διάσωσης.

Μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας βραχυπρόθεσμης δοκιμής του Desoterol ως αρχική θεραπεία συντήρησης σε ενήλικες με μέτριο επίμονο άσθμα (ορίζονται ως ασθενείς με καθημερινά συμπτώματα, καθημερινή χρήση θεραπείας διάσωσης και μέτριο έως σοβαρό περιορισμό της ροής του αέρα) για τους οποίους είναι απαραίτητος ο ταχύς έλεγχος του άσθματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνιστώμενη αρχική δόση είναι μία εισπνοή των 120 μικρογραμμαρίων βουδεσονίδης και 20 μικρογραμμαρίων σαλμετερόλης, δύο φορές ημερησίως. Μόλις επιτευχθεί έλεγχος του άσθματος, η θεραπεία θα πρέπει να επανεξετάζεται και να εξετάζεται εάν οι ασθενείς θα πρέπει να μεταβούν σταδιακά σε εισπνεόμενο κορτικοστεροειδές ως μονοθεραπεία. Ο τακτικός επανέλεγχος των ασθενών κατά τη σταδιακή μείωση της θεραπείας είναι σημαντικός.

Οι ασθενείς για τους οποίους ενδείκνυται συνδυασμός κορτικοστεροειδούς/βήτα αγωνιστή μακράς δράσης και στους οποίους πρέπει να γίνει τιτλοποίηση σε χαμηλότερη δόση βουδεσονίδης από αυτή του Desoterol 120 μg/20 μg θα πρέπει να μεταβούν σε εναλλακτικό εισπνεόμενο από του στόματος φαρμακευτικό προϊόν.

Δεν έχει καταδειχθεί σαφές όφελος συγκριτικά με τη χρήση μόνο εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών ως αρχική θεραπεία συντήρησης, όταν απουσιάζουν ένα ή δύο από τα κριτήρια βαρύτητας. Γενικά, τα εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή παραμένουν η θεραπεία πρώτης γραμμής για τους περισσότερους ασθενείς. Το Desoterol δεν προορίζεται για την αρχική αντιμετώπιση του ήπιου άσθματος. Η περιεκτικότητα Desoterol 120 μικρογραμμάρια/20 μικρογραμμάρια δεν είναι κατάλληλη για ενήλικες με σοβαρό άσθμα. Συνιστάται η καθιέρωση της κατάλληλης δοσολογίας εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς, πριν από τη χρήση οποιουδήποτε σταθερού συνδυασμού σε ασθενείς με σοβαρό άσθμα.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)

Δεν υπάρχει ανάγκη προσαρμογής της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς. Πρέπει να δίδεται προσοχή κατά τη θεραπεία ηλικιωμένων ασθενών, καθώς υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της χρήσης του Desoterol σε αυτούς τους ασθενείς.

Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Desoterol σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Καθώς η βουδεσονίδη και η σαλμετερόλη απεκκρίνονται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού, μπορεί να αναμένεται αυξημένη έκθεση σε ασθενείς με σοβαρή κίρρωση του ήπατος.

Ασθενείς με λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος Η ανάγκη λήψης, καθώς και η δόση των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών θα πρέπει να επανεκτιμάται σε ασθενείς με ενεργή ή λανθάνουσα πνευμονική φυματίωση, μυκητιασική ή ιογενή λοίμωξη των αεραγωγών.

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Desoterol σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών.

Τρόπος χορήγησης Το Desoterol προορίζεται για χρήση μόνο με εισπνοή.

Τα καψάκια του Desoterol δεν πρέπει να καταπίνονται.

Τα καψάκια της κόνεως για εισπνοή Desoterol θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο με τη συσκευή εισπνοών που παρέχεται στη συσκευασία του Desoterol (βλ. παράγραφο 6.6).

Η συσκευή εισπνοών λειτουργεί μέσω της εισπνευστικής ροής, το οποίο σημαίνει ότι, όταν ο ασθενής εισπνέει διαμέσου του επιστομίου, οι ουσίες θα ακολουθήσουν τον εισπνεόμενο αέρα στο εσωτερικό των αεραγωγών.

Ο ασθενής θα πρέπει να λάβει οδηγίες ώστε (βλ. φύλλο οδηγιών χρήσης):

- Να διαβάσει προσεκτικά τις οδηγίες χρήσης του φύλλου οδηγιών, το οποίο συσκευάζεται μαζί με κάθε συσκευή εισπνοών.

- Να εισπνέει με δύναμη και βαθιά μέσα από το επιστόμιο για να διασφαλιστεί η διαβίβαση της βέλτιστης δόσης στους πνεύμονες.

- Να μην εκπνέει ποτέ μέσα στο επιστόμιο.

- Να επανατοποθετεί το καπάκι στη συσκευή εισπνοών Desoterol μετά τη χρήση.

- Να ξεπλένει το στόμα του με νερό μετά την εισπνοή της συνταγογραφημένης δόσης, για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος καντιντίασης του στοματοφάρυγγα.

4.3. Αντενδείξεις

- Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Διαχείριση άσθματος Η διαχείριση του άσθματος θα πρέπει, φυσιολογικά, να ακολουθεί ένα σταδιακό πρόγραμμα και η ανταπόκριση του ασθενούς θα πρέπει να παρακολουθείται κλινικά και με δοκιμασίες της λειτουργίας των πνευμόνων.

Το Desoterol δεν προορίζεται για την αρχική διαχείριση του άσθματος, μέχρι να τεκμηριωθεί η ανάγκη για μια κατά προσέγγιση δοσολογία κορτικοστεροειδών. Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να ξεκινούν το Desoterol κατά τη διάρκεια έξαρσης ή εάν έχουν παρουσιάσει σημαντική ή οξεία επιδείνωση του άσθματος.

Μετά τον έλεγχο των συμπτωμάτων του άσθματος, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο σταδιακής μείωσης της δόσης του Desoterol. Ο τακτικός επανέλεγχος των ασθενών κατά τη σταδιακή μείωση της θεραπείας είναι σημαντικός. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση του Desoterol (βλ. παράγραφο 4.2).

Μπορεί να παρουσιαστούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και εξάρσεις που σχετίζονται με το άσθμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Desoterol. Θα πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς να συνεχίσουν τη θεραπεία αλλά να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή εάν τα συμπτώματα του άσθματος παραμένουν μη ελεγχόμενα ή εάν επιδεινωθούν μετά την έναρξη της θεραπείας με Desoterol.

Το Desoterol δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση των οξέων συμπτωμάτων άσθματος για τα οποία απαιτείται βρογχοδιασταλτικό ταχείας και βραχείας δράσης. Θα πρέπει να ενημερώνονται οι ασθενείς να έχουν πάντοτε διαθέσιμο το φαρμακευτικό προϊόν τους για χρήση στην ανακούφιση ενός οξέος επεισοδίου άσθματος.

Η θεραπεία με το Desoterol, ή με εισπνεόμενη βουδεσονίδη ή συμπληρωματικά συστηματικά στεροειδή δεν θα πρέπει να διακόπτεται απότομα λόγω του κινδύνου έξαρσης. Η τιτλοποίηση της θεραπείας προς τα κάτω θα πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη ιατρού.

Παράδοξος βρογχόσπασμος Μπορεί να παρουσιαστεί παράδοξος βρογχόσπασμος, με άμεση αύξηση του συριγμού και δύσπνοια, μετά τη χορήγηση της δόσης. Εάν ο ασθενής εμφανίσει παράδοξο βρογχόσπασμο, το Desoterol θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως, ο ασθενής θα πρέπει να αξιολογείται και να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία, εάν είναι απαραίτητο. Ο παράδοξος βρογχόσπασμος ανταποκρίνεται σε εισπνεόμενο βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται αμέσως.

Μη ελεγχόμενο άσθμα Aυξανόμενη χρήση ενός ξεχωριστού βρογχοδιασταλτικού βραχείας δράσης για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, υποδεικνύει επιδείνωση του ελέγχου του άσθματος και οι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται από γιατρό.

Εάν οι ασθενείς διαπιστώσουν ότι η θεραπεία είναι αναποτελεσματική, ή υπερβαίνουν την τρέχουσα δόση του σταθερού συνδυασμού, πρέπει να αναζητηθεί ιατρική φροντίδα. Η αιφνίδια και προοδευτική επιδείνωση στον έλεγχο του άσθματος είναι δυνητικά απειλητική για τη ζωή, και ο ασθενής θα πρέπει να υποβληθεί σε επείγουσα ιατρική εκτίμηση. Σε αυτή την κατάσταση, θα πρέπει να εξεταστεί ενδεχόμενη ανάγκη αύξησης τη θεραπείας με κορτικοστεροειδή ή η προσθήκη θεραπείας με συστηματικά αντιφλεγμονώδη φάρμακα, όπως ένα σχήμα με κορτικοστεροειδή από του στόματος, ή η θεραπεία με αντιβιοτικά επί παρουσία λοίμωξης.

Καντιντίαση Για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος στοματοφαρυγγικής καντιντίασης, ο ασθενής θα πρέπει να καθοδηγείται να ξεπλένει το στόμα του με νερό μετά από κάθε λήψη δόσης.

Συστηματικές επιδράσεις Μπορεί να παρουσιαστούν συστηματικές επιδράσεις των εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών, ειδικά σε υψηλές δόσεις που έχουν συνταγογραφηθεί για παρατεταμένες χρονικές περιόδους. Αυτές οι επιδράσεις έχουν πολύ μικρότερες πιθανότητες εμφάνισης από ότι με τα από του στόματος κορτικοστεροειδή. Στις πιθανές συστηματικές επιδράσεις συγκαταλέγονται το σύνδρομο Cushing, τα χαρακτηριστικά τύπου Cushing, η καταστολή των επινεφριδίων, η καθυστέρηση της ανάπτυξης σε παιδιά και εφήβους, η μείωση της οστικής πυκνότητας, ο καταρράκτης, το γλαύκωμα και, πιο σπάνια, ένα εύρος ψυχολογικών επιδράσεων ή επιδράσεων στη συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένης της ψυχοκινητικής υπερδραστηριότητας, των διαταραχών του ύπνου, του άγχους, της κατάθλιψης ή της επιθετικότητας (ειδικά σε παιδιά). Συνεπώς, είναι σημαντική η τιτλοποίηση της δόσης του εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς στη χαμηλότερη δόση στην οποία διατηρείται αποτελεσματικός έλεγχος του άσθματος.

Οι δυνητικές επιδράσεις στην οστική πυκνότητα θα πρέπει να εξετάζονται, ειδικά σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις για παρατεταμένες χρονικές περιόδους με συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση. Μακροχρόνιες μελέτες με εισπνεόμενη βουδεσονίδη σε ενήλικες με καθημερινές δόσεις 800 μικρογραμμαρίων (μετρημένη δόση), που αντιστοιχούν σε Desoterol 240 μικρογραμμαρίων/20 μικρογραμμαρίων δύο φορές ημερησίως, δεν έχουν καταδείξει σημαντικές επιδράσεις στην οστική πυκνότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την επίδραση του Desoterol σε υψηλότερη δόση.

Εάν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να υποψιάζεστε ότι η λειτουργία των επινεφριδίων είναι μειωμένη από προηγούμενη συστηματική θεραπεία με στεροειδή, χρειάζεται προσοχή κατά τη μετάβαση των ασθενών σε θεραπεία με Desoterol. Κατά τη μετάβαση από την από του στόματος θεραπεία στο Desoterol, θα παρατηρηθεί γενικά χαμηλότερη συστηματική δράση των στεροειδών, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αλλεργικών συμπτωμάτων ή συμπτωμάτων από τις αρθρώσεις, όπως ρινίτιδα, έκζεμα, και μυαλγία ή αρθραλγία. Θα πρέπει να ξεκινά ειδική θεραπεία για αυτές τις καταστάσεις. Θα πρέπει να υποψιαστείτε γλυκοκορτικοστεροειδική ανεπάρκεια εάν, σε σπάνιες περιπτώσεις, παρουσιαστούν συμπτώματα όπως κόπωση, κεφαλαλγία, ναυτία και έμετος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι μερικές φορές απαραίτητη μια προσωρινή αύξηση της δόσης των από του στόματος γλυκοκορτικοστεροειδών.

Τα οφέλη της θεραπείας με εισπνεόμενη βουδεσονίδη φυσιολογικά θα ελαχιστοποιούσαν την ανάγκη για από του στόματος στεροειδή, αλλά οι ασθενείς που μεταβαίνουν από στεροειδή από του στόματος, μπορεί να εξακολουθούν να διατρέχουν κίνδυνο ανεπάρκειας των επινεφριδίων για σημαντικό χρονικό διάστημα. Οι ασθενείς που έχουν χρειαστεί επείγουσα θεραπεία με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών στο παρελθόν ή παρατεταμένη θεραπεία με υψηλές δόσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών, μπορεί επίσης να διατρέχουν κίνδυνο. Οι καταστάσεις, οι οποίες θα μπορούσαν δυνητικά να προκαλέσουν οξεία επινεφριδιακή κρίση σε ασθενείς, περιλαμβάνουν τραύμα, χειρουργική επέμβαση, λοίμωξη και οποιαδήποτε ταχεία μείωση της δοσολογίας. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο πρόσθετης κάλυψης με συστηματικά κορτικοστεροειδή κατά τη διάρκεια περιόδων στρες ή προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης. Η ταχεία μείωση της δόσης των στεροειδών μπορεί να επάγει οξεία επινεφριδιακή κρίση. Συμπτώματα και σημεία που ενδέχεται να παρατηρηθούν στην οξεία επινεφριδιακή κρίση μπορεί να είναι σχετικά ασαφή, αλλά μπορεί να περιλαμβάνουν ανορεξία, κοιλιακό άλγος, απώλεια βάρους, κόπωση, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, σπασμούς, υπόταση και υπογλυκαιμία.

Σπάνια, η σαλμετερόλη μπορεί να προκαλέσει αρρυθμίες όπως υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, έκτακτες συστολές και κολπική μαρμαρυγή. Το Desoterol θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με θυρεοτοξίκωση, φαιοχρωμοκύτωμα, σακχαρώδη διαβήτη, μη αντιμετωπισμένη υποκαλιαιμία, υπερτροφική αποφρακτική καρδιομυοπάθεια, ιδιοπαθή υποβαλβιδική στένωση της αορτής, σοβαρή υπέρταση, ανεύρυσμα ή άλλες σοβαρές καρδιαγγειακές διαταραχές, όπως ισχαιμική καρδιοπάθεια, αρρυθμίες ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.

Χρειάζεται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με παράταση του διαστήματος QTc. Η ίδια η σαλμετερόλη μπορεί να επάγει την παράταση του διαστήματος QTc.

Δεδομένα από μια μεγάλη κλινική δοκιμή (την πολυκεντρική ερευνητική δοκιμή της σαλμετερόλης για το άσθμα [Salmeterol Multi-Center Asthma Research Trial, SMART]) υπέδειξαν ότι οι Αφροαμερικανοί ασθενείς διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών συμβάντων ή θανάτου που σχετίζονται με το αναπνευστικό κατά τη χρήση της σαλμετερόλης, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Δεν είναι γνωστό εάν αυτό οφείλεται σε φαρμακογενετικούς ή άλλους παράγοντες. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ζητείται από τους ασθενείς αφροαμερικανικής ή αφροκαραϊβικής καταγωγής να συνεχίζουν τη θεραπεία, αλλά να αναζητήσουν ιατρική συμβουλή εάν τα συμπτώματα του άσθματος παραμένουν μη ελεγχόμενα ή επιδεινωθούν κατά τη χρήση του Desoterol.

Έχουν υπάρξει πολύ σπάνιες αναφορές αυξήσεων των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα (βλ. παράγραφο 4.8.) και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη συνταγογράφηση σε ασθενείς με ιστορικό σακχαρώδους διαβήτη. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο πρόσθετων ελέγχων της γλυκόζης του αίματος σε διαβητικούς ασθενείς.

Οπτική διαταραχή Οπτική διαταραχή μπορεί να αναφερθεί με συστηματική και τοπική χρήση κορτικοστεροειδών. Εάν ένας ασθενής παρουσιάσει συμπτώματα όπως θολή όραση ή άλλες οπτικές διαταραχές, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παραπομπής του ασθενούς σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση των πιθανών αιτιών, που μπορεί να περιλαμβάνουν καταρράκτη, γλαύκωμα ή σπάνιες ασθένειες όπως η Κεντρική Ορώδης Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (central serous chorioretinopathy, CSCR), οι οποίες αναφέρθηκαν μετά τη χρήση συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων με το Desoterol, αλλά οι παρακάτω δηλώσεις αντιπροσωπεύουν τις πληροφορίες που υπάρχουν διαθέσιμες για τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες (βουδεσονίδη και σαλμετερόλη).

Αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με τη βουδεσονίδη Ο μεταβολισμός της βουδεσονίδης διαμεσολαβείται κυρίως από το CYP3A4, ένα από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Ως εκ τούτου, οι αναστολείς αυτού του ενζύμου, π.χ κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη και οι αναστολείς πρωτεάσης του ιού HIV, μπορούν να αυξήσουν τη συστηματική έκθεση στη βουδεσονίδη.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του CYP3A, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που περιέχουν κομπισιστάτη, αναμένεται να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών.

Ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών των κορτικοστεροειδών, οπότε οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες των κορτικοστεροειδών.

Αλληλεπιδράσεις που σχετίζονται με τη σαλμετερόλη Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 Συγχορήγηση κετοκοναζόλης (400 mg από του στόματος, μία φορά ημερησίως) και σαλμετερόλης (50 μg μέσω εισπνοής, δύο φορές ημερησίως) σε 15 υγιή άτομα, για 7 ημέρες, προκάλεσε σημαντική αύξηση της έκθεσης στη σαλμετερόλη στο πλάσμα (αύξηση κατά 1,4 φορές της C και κατά 15 max φορές της AUC). Αυτό μπορεί να προκαλέσει αύξηση στην επίπτωση άλλων συστηματικών

επιδράσεων της θεραπείας με σαλμετερόλη (π.χ. παράταση του διαστήματος QTc και αίσθημα παλμών), συγκριτικά με τη θεραπεία μόνο με σαλμετερόλη ή με κετοκοναζόλη.

Ταυτόχρονη θεραπεία με κετοκοναζόλη ή άλλους ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ.

ιτρακοναζόλη, τελιθρομυκίνη, ριτοναβίρη, αταζαναβίρη) θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν του δυνητικά αυξημένου κινδύνου συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών της θεραπείας με σαλμετερόλη.

Μέτριας ισχύος αναστολείς του CYP 3A4 Συγχορήγηση ερυθρομυκίνης (500 mg από του στόματος, τρεις φορές ημερησίως) και σαλμετερόλης (50 μικρογραμμάρια μέσω εισπνοής, δύο φορές ημερησίως) σε 15 υγιή άτομα, για 6 ημέρες, προκάλεσε μικρή αλλά στατιστικά μη σημαντική αύξηση της έκθεσης στη σαλμετερόλη (αύξηση κατά 1,4 φορές της C και κατά 1,2 φορές της AUC). Η συγχορήγηση με ερυθρομυκίνη δεν max συσχετίστηκε με οποιεσδήποτε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.

Άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Οι β-αδρενεργικοί αποκλειστές μπορεί να εξασθενήσουν ή να ανταγωνιστούν την επίδραση της σαλμετερόλης. Τόσο οι μη εκλεκτικοί όσο και οι εκλεκτικοί β-αποκλειστές θα πρέπει να αποφεύγονται, εκτός εάν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι για τη χρήση τους.

Δυνητικά σοβαρή υποκαλιαιμία μπορεί να προκληθεί από τη θεραπεία με β -αγωνιστές. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε οξύ σοβαρό άσθμα, καθώς αυτή η επίδραση μπορεί να ενισχυθεί από την ταυτόχρονη θεραπεία με παράγωγα ξανθίνης, στεροειδή και διουρητικά, καθώς αυτά μπορεί να συμβάλλουν στη δυνητική υποκαλιαιμική επίδραση του β -αγωνιστή. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή σε ασταθές άσθμα με κυμαινόμενη χρήση βρογχοδιασταλτικών διάσωσης, σε οξύ σοβαρό άσθμα, καθώς ο σχετιζόμενος κίνδυνος μπορεί να ενισχυθεί από την υποξία, και σε άλλες καταστάσεις όπου η πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω της υποκαλιαιμίας είναι αυξημένη. Συνιστάται να παρακολουθούνται τα επίπεδα καλίου στον ορό κατά τη διάρκεια αυτών των καταστάσεων.

Ταυτόχρονη θεραπεία με κινιδίνη, δισοπυραμίδη, προκαϊναμίδη, φαινοθειαζίνες, αντιισταμινικά (τερφεναδίνη), αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, μπορεί να παρατείνει το διάστημα QTc και να αυξήσει τον κίνδυνο κοιλιακών αρρυθμιών. Επιπλέον, η L-ντόπα, η L-θυροξίνη, η ωκυτοκίνη και το αλκοόλ μπορεί να μειώσουν την ανοχή της καρδιάς έναντι των β - συμπαθητικομιμητικών.

Ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων με παρόμοιες ιδιότητες, όπως η φουραζολιδόνη και η προκαρβαζίνη, μπορεί να επισπεύσουν υπερτασικές αντιδράσεις.

Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αρρυθμιών σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αναισθησία με αλογονωμένους υδρογονάνθρακες.

Η υποκαλιαιμία μπορεί να αυξήσει την προδιάθεση σε αρρυθμίες σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν θεραπεία με γλυκοσίδες δακτυλίτιδας.

4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Desoterol Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του Desoterol ή τη συνδυασμένη χρήση βουδεσονίδης και σαλμετερόλης σε έγκυες γυναίκες. Ο συνδυασμός δεν έχει δοκιμαστεί σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας. Ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση του Desoterol που χρειάζεται για τη διατήρηση επαρκούς ελέγχου του άσθματος κατά τη θεραπεία εγκύων γυναικών. Η χορήγηση του Desoterol κατά

τη διάρκεια της κύησης απαιτεί τα οφέλη για τη μητέρα να σταθμίζονται έναντι των κινδύνων για το έμβρυο. Το Desoterol θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνον εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερτερούν των δυνητικών κινδύνων.

Μεγάλη ποσότητα δεδομένων κατέδειξε ότι δεν υπήρξαν ανεπιθύμητες ενέργειες της εισπνεόμενης βουδεσονίδης κατά τη διάρκεια της κύησης στην υγεία του εμβρύου/νεογέννητου παιδιού. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο δυνητικός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος.

Περιορισμένη ποσότητα κλινικών δεδομένων σε έγκυες γυναίκες (λιγότερες από 300 εκβάσεις κύησης) δεν υποδεικνύει κάποια δυσπλαστική ή εμβρυική/νεογνική τοξικότητα της σαλμετερόλης.

Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει αναπαραγωγική τοξικότητα σε υψηλά επίπεδα δόσεων (βλ.

παράγραφο 5.3).

Θηλασμός Η βουδεσονίδη απεκκρίνεται σε χαμηλές ποσότητες στο μητρικό γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η σαλμετερόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η σαλμετερόλη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων που θηλάζουν.

Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να ληφθεί απόφαση εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με το Desoterol λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Γονιμότητα Δεν υπάρχουν δεδομένα σε ανθρώπους. Δεν έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις στη γονιμότητα σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας, είτε με βουδεσονίδη είτε με σαλμετερόλη.

4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Desoterol δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, κατά την οδήγηση οχημάτων ή τη χρήση μηχανημάτων, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ενδέχεται να παρατηρηθεί τρόμος κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. παράγραφο 4.8).

4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας Στο πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης φάσης III, περισσότεροι από 854 ασθενείς εκτέθηκαν στο Desoterol. Από αυτούς τους ασθενείς, 301 υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Desoterol 120 μικρογραμμάρια/20 μικρογραμμάρια και 553 υποβλήθηκαν σε θεραπεία με Desoterol 240 μικρογραμμάρια/20 μικρογραμμάρια. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν συνήθως ήπιες και παροδικές. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν βρογχίτιδα, καντιντίαση, καντιντίαση του στόματος, υποκαλιαιμία, τρόμος, κεφαλαλγία, αίσθημα παλμών και δυσφωνία που παρουσιάστηκαν σε ≥ 1/100 έως < 1/10 ασθενείς.

Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών Οι κλινικές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονταν με το Desoterol, που αναφέρθηκαν από τους ερευνητές παρατίθενται παρακάτω.

Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών ταξινομούνται σύμφωνα με τη σύμβαση κατά MedDRA:

πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Κατηγορία/οργανικό σύστημαΣυχνότητα*Ανεπιθύμητη ενέργεια
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΌχι συχνέςΒλαστομυκητίαση
ΣυχνέςΒρογχίτιδα, καντιντίαση, καντιντίαση του στόματος
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΌχι συχνέςΑυξημένη όρεξη
ΣυχνέςΥποκαλιαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχέςΌχι συχνέςΝεύρωση, εφιάλτης
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΣυχνέςΤρόμος
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγία
Καρδιακές διαταραχέςΌχι συχνέςΤαχυκαρδία
ΣυχνέςΑίσθημα παλμών
Αγγειακές διαταραχέςΌχι συχνέςΥπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΣυχνέςΔυσφωνία
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγος, ερεθισμός του λαιμού
Διαταραχές του γαστρεντερικούΌχι συχνέςΞηροστομία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΌχι συχνέςΑρθραλγία, μυϊκοί σπασμοί, μυαλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΌχι συχνέςΚόπωση
Παρακλινικές εξετάσειςΌχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης και γ-γλουταμυλτρανσφεράση

* Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών αντιστοιχούν στη συνολική συχνότητα που σχετίζεται με τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν βουδεσονίδη ή σαλμετερόλη που παρατηρήθηκε στις διαθέσιμες κλινικές δοκιμές και την διαθέσιμη εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά.

Πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες του συνδυασμού σταθερής δόσης Καθώς το Desoterol περιέχει τόσο βουδεσονίδη όσο και σαλμετερόλη, μπορεί να παρατηρηθεί το ίδιο πρότυπο ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρεται με αυτές τις ουσίες. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν βουδεσονίδη ή σαλμετερόλη που παρατηρήθηκαν στις κλινικές δοκιμές και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά, που ενδέχεται να συμβούν με το Desoterol, παρατίθενται παρακάτω. Οι κατηγορίες συχνότητας βασίζονται σε διαθέσιμες πληροφορίες από την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος για τη βουδεσονίδη και τη σαλμετερόλη που διατίθενται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατηγορία/οργανικό σύστημαΣυχνότηταΑνεπιθύμητη ενέργεια
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΣυχνέςΠνευμονία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΌχι συχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας με τις ακόλουθες εκδηλώσεις: Δερματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, δερματίτιδα, ερύθημα, αγγειοοίδημα (κυρίως προσώπου και στοματοφαρυγγικό οίδημα)
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας με τις παρακάτω εκδηλώσεις: αναφυλακτική αντίδραση
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας με τις ακόλουθες εκδηλώσεις: Αναπνευστικά συμπτώματα (δύσπνοια ή/και βρογχόσπασμος)
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματοςΣπάνιεςΥποκορτικοειδισμός, υπερκορτικοειδισμός
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Cushing, χαρακτηριστικά τύπου Cushing, καταστολή των επινεφριδίων, μείωση της οστικής πυκνότητας
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΠολύ σπάνιεςΥπεργλυκαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχέςΠολύ σπάνιεςΨυχοκινητική υπερδραστηριότητα, άγχος, κατάθλιψη, επιθετικότητα, αλλαγές στη συμπεριφορά
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΌχι συχνέςΖάλη, διέγερση, ανησυχία, νευρικότητα, διαταραχές ύπνου
Πολύ σπάνιεςΔιαταραχές της γεύσης
Οφθαλμικές διαταραχέςΌχι συχνέςΘολή όραση (βλ. επίσης παράγραφο 4.4)
Πολύ σπάνιεςΚαταρράκτης, γλαύκωμα
Καρδιακές διαταραχέςΣπάνιεςΚαρδιακές αρρυθμίες: κολπική μαρμαρυγή, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, έκτακτες συστολές
Πολύ σπάνιεςΣτηθάγχη. Παράταση του διαστήματος QTc
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΠολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδα
ΣυχνέςΒράγχος φωνής, κολπίτιδα, βήχας, ερεθισμός του λαιμού
ΣπάνιεςΒρογχόσπασμος
Πολύ σπάνιεςΠαράδοξος βρογχόσπασμος (βλ. παράγραφο 4.4).
Διαταραχές του γαστρεντερικούΣυχνέςΔυσκολία στην κατάποση
Όχι συχνέςΝαυτία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΣυχνέςΚάκωση
Όχι συχνέςΜώλωπας του δέρματος, εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, δερματίτιδα, ερύθημα και αγγειοοίδημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΣυχνέςΤραυματικά κατάγματα, μυϊκές κράμπες

Λόγω του συστατικού βουδεσονίδη, σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να παρουσιαστεί βράγχος φωνής και καντιντίαση (άφθες) του στόματος και του φάρυγγα (παράγραφος 4.4).

Μπορεί να παρουσιαστεί πολύ σπάνια παράδοξος βρογχόσπασμος, που επηρεάζει λιγότερα από 1 στα 10.000 άτομα (βλ. παράγραφο 4.4). Μπορεί να παρουσιαστούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες και εξάρσεις που σχετίζονται με το άσθμα, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Desoterol (βλ.

παράγραφο 4.4).

Η θεραπεία με β αγωνιστές αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να προκαλέσει αύξηση του επιπέδου της ινσουλίνης στο αίμα, των ελεύθερων λιπαρών οξέων, της γλυκερόλης και των κετονικών σωμάτων.

Στις δυνητικές συστηματικές επιδράσεις περιλαμβάνονται το σύνδρομο Cushing, τα χαρακτηριστικά τύπου Cushing, η καταστολή των επινεφριδίων και η καθυστέρηση της ανάπτυξης (βλ. παράγραφο 4.4). Τα παιδιά μπορεί επίσης να παρουσιάσουν άγχος, διαταραχές ύπνου και αλλαγές στη συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένης της υπερευαισθησίας και της ευερεθιστότητας.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: 213 2040380/337 Φαξ: 210 6549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9. Υπερδοσολογία

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την υπερδοσολογία με το Desoterol. Ωστόσο, δεδομένα σχετικά με την υπερδοσολογία των δύο δραστικών ουσιών παρατίθενται παρακάτω:

Η οξεία υπερδοσολογία της βουδεσονίδης, ακόμα και σε υπερβολικές δόσεις, δεν αναμένεται να αποτελέσει κλινικό πρόβλημα.

Κατά τη χρόνια χρήση σε υπερβολικές δόσεις, μπορεί να παρουσιαστούν συστηματικές γλυκοκορτικοστεροειδείς επιδράσεις και καταστολή των επινεφριδίων.

Τα σημεία και τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας σαλμετερόλης είναι τρόμος, κεφαλαλγία και ταχυκαρδία. Τα αντίδοτα εκλογής είναι καρδιοεκλεκτικές ουσίες που προκαλούν αποκλεισμό των β υποδοχέων, οι οποίες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό βρογχόσπασμου.

Εάν πρέπει να διακοπεί η θεραπεία με το Desoterol λόγω υπερδοσολογίας του βήτα αγωνιστή του φαρμακευτικού προϊόντος, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο παροχής κατάλληλης θεραπείας αντικατάστασης με στεροειδή. Επιπλέον, μπορεί να εκδηλωθεί υποκαλιαιμία και θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο υποκατάστασης του καλίου.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για αποφρακτικές παθήσεις των αεροφόρων οδών, αδρενεργικά σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή ή άλλα φάρμακα, εξαιρουμένων των αντιχολινεργικών, κωδικός ATC: R03AK12 Μηχανισμοί δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Το Desoterol περιέχει σαλμετερόλη και βουδεσονίδη, οι οποίες έχουν διαφορετικούς τρόπους δράσης και παρουσιάζουν αθροιστικές επιδράσεις όσον αφορά στη μείωση των συμπτωμάτων του άσθματος.

Οι συγκεκριμένες ιδιότητες καθεμίας από τις δύο ουσίες περιγράφονται παρακάτω.

Η βουδεσονίδη που χορηγείται με εισπνοή διαθέτει γλυκοκορτικοστεροειδή αντιφλεγμονώδη δράση εντός των πνευμόνων, με αποτέλεσμα τη μείωση των συμπτωμάτων και των παροξύνσεων του άσθματος, με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ότι όταν τα κορτικοστεροειδή χορηγούνται συστηματικά. Ο ακριβής μηχανισμός που είναι υπεύθυνος για αυτή την αντιφλεγμονώδη δράση είναι άγνωστος.

Η σαλμετερόλη είναι ένας εκλεκτικός β αγωνιστής αδρενεργικών υποδοχέων, μακράς δράσης (12 ώρες), με μια μακρά πλευρική αλυσίδα που προσδένεται στην έξω-θέση (σύνδεσης) του υποδοχέα.

Η σαλμετερόλη προκαλεί μεγαλύτερης διάρκειας βρογχοδιαστολή, που διαρκεί για τουλάχιστον 12 ώρες, σε σύγκριση με τις συνιστώμενες δόσεις των συμβατικών β -αγωνιστών βραχείας δράσης.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Οι κλινικές μελέτες σε ενήλικες έχουν καταδείξει ότι η προσθήκη σαλμετερόλης στη βουδεσονίδη βελτίωσε τα συμπτώματα του άσθματος και τη λειτουργία των πνευμόνων, συγκριτικά με τη χρήση ενός εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς μόνο.

Πραγματοποιήθηκαν επτά μελέτες αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είτε με βουδεσονίδη 120 μg/σαλμετερόλη 20 μg, είτε με βουδεσονίδη 240 μg/σαλμετερόλη 20 μg. Τρεις μελέτες περιέλαβαν μια τυχαιοποιημένη περίοδο, με έλεγχο δραστικού φαρμάκου, διάρκειας 12 εβδομάδων, δύο από τις οποίες περιελάμβαναν μια ανοικτού τύπου φάση επέκτασης, διάρκειας 12 εβδομάδων. Η μία μελέτη ήταν ανοικτού τύπου επέκτασης που αξιολογούσε την ασφάλεια σε συνολική περίοδο ενός έτους. Συνολικά, σε αυτές τις μελέτες εντάχθηκαν 1.329 ενήλικες ασθενείς με άσθμα.

Σε μια κλινική δοκιμή διάρκειας 26 εβδομάδων που περιελάμβανε μια περίοδο παράλληλης, τυχαιοποιημένης μελέτης 3 σκελών, διάρκειας 12 εβδομάδων, 375 ασθματικοί ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία από τις τρεις ομάδες θεραπείας: βουδεσονίδη 120 μg/σαλμετερόλη 20 μg, βουδεσονίδη 240 μg/σαλμετερόλη 20 μg ή Pulmicort Turbohaler 2x200 μg. Οι ασθενείς που έλαβαν

βουδεσονίδη/σαλμετερόλη συγκρίθηκαν με αυτούς που έλαβαν Pulmicort Turbohaler 2x200 μg, η βουδεσονίδη 120 μg/σαλμετερόλη 20 μg και η βουδεσονίδη 240 μg/σαλμετερόλη 20 μg βελτίωσαν σημαντικά τις τιμές PEF, FEV και FVC, ενώ αύξησαν σημαντικά την πρωινή τιμή PEF σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι το Pulmicort Turbohaler 2x200 μg μόνο.

Μέσες ποσοστιαίες μεταβολές από την αρχική τιμή έως την εβδομάδα 12 για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με βουδεσονίδη 120 μg/σαλμετερόλη 20 μg, βουδεσονίδη 240 μg/σαλμετερόλη 20 μg ή Pulmicort Turbohaler 2x200 μg δύο φορές την ημέρα

Μέση μεταβολή στην πρωινή PEF μεταξύDesoterol 120/20 μg δύο φορές ημερησίως (Α)Desoterol 240/20 μg δύο φορές ημερησίως (Β)Pulmicort Turbohaler 400 μg δύο φορές ημερησίως (Γ)P # A/BP # A/CP # B/C
Nμέση τιμή±SENμέση τιμή±SENμέση τιμή±SE
Εβδομάδα 2 και αρχική τιμή12535,1±4,1212432,5±4,221228,5±2,880,534<0,001<0,001
Εβδομάδα 4 και αρχική τιμή12544,2±4,8012141,3±5,2411814,9±3,620,536<0,001<0,001
Εβδομάδα 8 και αρχική τιμή12451,1±5,3911945,8±5,9211715,0±4,310,321<0,001<0,001
Εβδομάδα 12 και αρχική τιμή12254,4±6,0011851,4±5,6211515,6±4,470,522<0,001<0,001

N = αριθμός ασθενών με δεδομένα # Σημαντικότητα της διαφοράς στην αποτελεσματικότητα μεταξύ των θεραπειών (μοντέλο ANCOVA με την αρχική τιμή του παράγοντα ως συνεχή παράμετρο)

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Desoterol δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Desoterol σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στο άσθμα.

5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Όταν η σαλμετερόλη και η βουδεσονίδη χορηγήθηκαν σε συνδυασμό μέσω εισπνοής, η φαρμακοκινητική κάθε συστατικού μέρους ήταν παρόμοια με αυτήν που παρατηρήθηκε κατά τη χορήγηση των δραστικών ουσιών ξεχωριστά. Δεν παρατηρήθηκε κάποια φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ σαλμετερόλης και βουδεσονίδης.

Desoterol (συνδυασμός βουδεσονίδης/σαλμετερόλης)

Ο συνδυασμός σταθερής δόσης 240 μικρογραμμαρίων βουδεσονίδης και 20 μικρογραμμαρίων σαλμετερόλης έχει συγκριθεί σε κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες με το Pulmicort Turbohaler

(βουδεσονίδη) 400 μικρογραμμαρίων και το Serevent Diskus (σαλμετερόλη) 50 μικρογραμμαρίων, αντίστοιχα.

Για τη σαλμετερόλη, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν ελαφρά υψηλότερη μετά τη χορήγηση του σταθερού συνδυασμού. Για τη βουδεσονίδη, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η AUC ήταν συγκρίσιμες μετά τη χορήγηση του σταθερού συνδυασμού.

Η εισπνεόμενη βουδεσονίδη απορροφάται ταχέως και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 30 λεπτών από την εισπνοή. Μετά από μοναδική χορήγηση δύο εισπνεόμενων δόσεων των 200 μg δύο φορές ημερησίως, η μέγιστη συγκέντρωση της βουδεσονίδης στο πλάσμα των 290 pg/ml επετεύχθη εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση της δόσης. Η βουδεσονίδη παρουσίασε γραμμική αύξηση της AUC και της Cmax με αυξανόμενη δόση μετά από εφάπαξ χορήγηση δόσης εισπνεόμενης βουδεσονίδης.

Η δέσμευση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 90% και ο όγκος κατανομής είναι 3 L/kg για τη βουδεσονίδη. Η βουδεσονίδη υφίσταται εκτεταμένου βαθμού (περίπου 90%) βιομετασχηματισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ προς μεταβολίτες χαμηλής γλυκοκορτικοστεροειδούς δραστηριότητας. Η γλυκοκορτικοστεροειδής δραστηριότητα των κύριων μεταβολιτών, 6-βήτα-υδροξυ-βουδεσονίδη και 16-άλφα-υδροξυ-πρεδνιζολόνη, είναι χαμηλότερη του 1% από αυτήν της βουδεσονίδης.

Δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολικών αλληλεπιδράσεων ή τυχόν αντιδράσεων εκτόπισης μεταξύ της σαλμετερόλης και της βουδεσονίδης.

Η βουδεσονίδη αποβάλλεται μέσω μεταβολισμού, που καταλύεται κυρίως από το ένζυμο CYP3A4. Οι μεταβολίτες της βουδεσονίδης αποβάλλονται στα ούρα ως έχουν ή σε συζευγμένη μορφή. Μόνο αμελητέα ποσά αμετάβλητης βουδεσονίδης έχουν ανιχνευθεί στα ούρα. Η βουδεσονίδη έχει υψηλή συστηματική κάθαρση (περίπου 1,2 L/min) και ο χρόνος ημισείας ζωής αποβολής του πλάσματος, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσης, είναι κατά μέσο όρο 4 ώρες.

Η σαλμετερόλη δρα τοπικά στον πνεύμονα. Επιπλέον, υπάρχουν περιορισμένα μόνο διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη φαρμακοκινητική της σαλμετερόλης εξαιτίας της τεχνικής δυσκολίας προσδιορισμού της δραστικής ουσίας στο πλάσμα, λόγω των πολύ χαμηλών συγκεντρώσεων στο πλάσμα (περίπου 200 pg/ml ή χαμηλότερη) που επιτυγχάνονται μετά από χορήγηση εισπνεόμενης δόσης.

Μετά τη μοναδική χορήγηση δύο εισπνεόμενων δόσεων 50 μg δύο φορές ημερησίως, η σαλμετερόλη ανιχνεύτηκε στο πλάσμα εντός 10 ή 20 λεπτών σε εθελοντές. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν πολύ χαμηλές, με μέγιστες συγκεντρώσεις της τάξεως του 230 pg/mL. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν περίπου 4,7 ώρες.

Η φαρμακοκινητική της βουδεσονίδης ή της σαλμετερόλης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν είναι γνωστή. Η έκθεση στη βουδεσονίδη και τη σαλμετερόλη μπορεί να είναι αυξημένη σε ασθενείς με ηπατική νόσο.

5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε μη κλινικές μελέτες παρατηρήθηκαν επιπτώσεις μόνο σε έκθεση στο φάρμακο που θεωρήθηκε ότι ήταν αρκετά πάνω από το ανώτατο όριο έκθεσης του ανθρώπου, υποδεικνύοντας μικρή σχέση με την κλινική χρήση. Οι μόνες ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια χρήσης στον άνθρωπο, που προήλθαν από μελέτες σε ζώα κατά τη χορήγηση ξεχωριστά υδροξυναφθοϊκής (ζιναφοϊκής) σαλμετερόλης και βουδεσονίδης, ήταν επιδράσεις που σχετίζονταν με υπερβολικές φαρμακολογικές δράσεις.

Desoterol (συνδυασμός βουδεσονίδης/σαλμετερόλης)

Η ασφάλεια της ταυτόχρονης χορήγησης σαλμετερόλης και βουδεσονίδης αξιολογήθηκε σε αρουραίους και σκύλους.

Τα τοξικολογικά ευρήματα σε αυτές τις μελέτες συγχορήγησης ήταν σύμφωνα με αυτά που παρατηρήθηκαν με τη μεμονωμένη χορήγηση βουδεσονίδης και σαλμετερόλης.

Επιπτώσεις που αφορούσαν στον άνθρωπο παρατηρήθηκαν μόνο σε έκθεση στο φάρμακο που θεωρήθηκε ότι υπερέβαινε αρκετά το ανώτατο όριο έκθεσης του ανθρώπου.

Τα μη κλινικά δεδομένα από μελέτες που αφορούσαν στη χρόνια τοξικότητα, τη γονοτοξικότητα και την καρκινογόνο δράση δεν υπέδειξαν ειδικούς κινδύνους για τον άνθρωπο στο εύρος θεραπευτικών δόσεων. Υψηλές δόσεις γλυκοκορτικοστεροειδών, όπως η βουδεσονίδη, προκάλεσαν δυσπλασίες όπως λυκόστομα και σκελετικές δυσπλασίες. Θεωρείται απίθανη η εμφάνιση αυτών των επιδράσεων σε ανθρώπους σε θεραπευτικές δόσεις.

Σε μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και την ανάπτυξη με την υδροξυναφθοϊκή σαλμετερόλη, δεν παρουσιάστηκαν επιδράσεις σε αρουραίους. Σε κουνέλια, η τυπική εμβρυοτοξικότητα των β -αγωνιστών (λυκόστομα, πρόωρο άνοιγμα των βλεφάρων, συνένωση τμημάτων του στέρνου και μειωμένο ποσοστό οστεοποίησης των μετωπιαίων κρανιακών οστών)

παρουσιάστηκε σε υψηλά επίπεδα έκθεσης (περίπου 20 φορές τη μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση στον άνθρωπο με βάση τη σύγκριση των AUC).

Σε μακροχρόνιες μελέτες, η υδροξυναφθοϊκή (ζιναφοϊκή) σαλμετερόλη προκάλεσε σχετιζόμενους με την κατηγορία καλοήθεις όγκους των λείων μυών στο μεσωοθήκιο αρουραίων και στη μήτρα ποντικών. Αυτές οι επιδράσεις είναι ειδικές για το είδος, χωρίς σημασία για την κλινική χρήση. Η υδροξυναφθοϊκή (ζιναφοϊκή) σαλμετερόλη δεν έχει αποκαλύψει ενδεχόμενη γονοτοξική δράση σε μια ομάδα in vitro και in vivo προσδιορισμών.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1. Κατάλογος εκδόχων

Περιεχόμενο καψακίων Μονοϋδρική λακτόζη Λακτόζη

6.2. Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3. Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30 °C.

Διατηρείτε τη φιάλη καλά κλεισμένη για να προστατεύεται από το φως και την υγρασία.

6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη

Σε κάθε συσκευασία παρέχεται φιάλη HDPE, κλεισμένη με βιδωτό πώμα πολυπροπυλενίου που περιέχει αποξηραντικό, η οποία περιέχει 60 σκληρά καψάκια, με μια συσκευή εισπνοών κατασκευασμένη από πλαστικά υλικά.

Συσκευή εισπνοών μονής δόσης: Το σώμα και το πώμα της συσκευής εισπνοών κατασκευάζονται από ακρυλονιτρίλιο-βουταδιένιο-στυρένιο, τα κουμπιά κατασκευάζονται από μεθακρυλικό μέθυλο ακρυλονιτρίλιο-βουταδιένιο-στυρένιο.

Οι βελόνες και τα ελατήρια κατασκευάζονται από ανοξείδωτο χάλυβα.

Συσκευασίες των 1, 2 και 3 φιαλών με 1 συσκευή εισπνοών.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η συσκευή εισπνοών που παρέχεται με κάθε νέα συνταγή.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

Ο ασθενής θα πρέπει να λάβει οδηγίες ώστε (βλ. φύλλο οδηγιών χρήσης):

- Να διαβάσει προσεκτικά τις οδηγίες χρήσης του φύλλου οδηγιών χρήσης, το οποίο βρίσκεται στη συσκευασία μαζί με κάθε συσκευή εισπνοών.

- Να εισπνέει με δύναμη και βαθιά μέσα από το επιστόμιο για να διασφαλιστεί η χορήγηση της βέλτιστης δόσης στους πνεύμονες.

- Να μην εκπνέει ποτέ μέσα στο επιστόμιο.

- Να επανατοποθετεί το καπάκι στη συσκευή εισπνοών Desoterol μετά τη χρήση.

- Να ξεπλένει το στόμα του με νερό μετά την εισπνοή της συνταγογραφημένης δόσης για να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος καντιντίασης του στοματοφάρυγγα. Εάν παρουσιαστεί καντιντίαση του στοματοφάρυγγα, οι ασθενείς θα πρέπει επίσης να ξεπλένουν το στόμα τους με νερό μετά τις απαιτούμενες εισπνοές.

Οδηγίες χειρισμού και χρήσης

1. Βγάλτε το καπάκι.

2. Ανοίξτε τη συσκευή εισπνοών:

Κρατήστε σταθερά τη βάση της συσκευής εισπνοών και περιστρέψτε το επιστόμιο αριστερόστροφα.

Με αυτό τον τρόπο ανοίγει η συσκευή εισπνοών.

3. Βάλτε το καψάκιο:

Τοποθετήστε το καψάκιο στον θάλαμο φόρτωσης της συσκευής εισπνοών.

Μην τοποθετείτε ποτέ το καψάκιο απευθείας στο επιστόμιο.

4. Κλείστε τη συσκευή εισπνοών:

Τώρα επαναφέρετε το επιστόμιο στην αρχική του θέση.

5. Τρυπήστε το καψάκιο:

- Κρατήστε τη συσκευή εισπνοών σε κατακόρυφη θέση, με το επιστόμιο στραμμένο προς τα επάνω.

- Τρυπήστε το καψάκιο πιέζοντας σταθερά και τα δύο πλευρικά κουμπιά προς τα μέσα ταυτόχρονα.

- Θα πρέπει να ακούσετε ένα «κλικ» κατά το τρύπημα της κάψουλας.

6. Απελευθερώστε, πλήρως, τα πλευρικά κουμπιά.

7. Εκπνεύστε:

Πριν από την τοποθέτηση του επιστομίου στο στόμα σας, εκπνεύστε πλήρως.

Μην εκπνέετε μέσα στο επιστόμιο.

8. Εισπνεύστε το φάρμακο:

Για να εισπνεύσετε το φάρμακο βαθιά μέσα στους αεραγωγούς σας:

- Κρατήστε τη συσκευή εισπνοών όπως φαίνεται στην εικόνα. Τα πλευρικά κουμπιά θα πρέπει να είναι στραμμένα προς τα αριστερά και τα δεξιά. Μην πιέζετε τα πλευρικά κουμπιά.

- Τοποθετήστε το επιστόμιο στο στόμα σας και κλείστε καλά τα χείλη σας γύρω από το επιστόμιο.

- Εισπνεύστε γρήγορα αλλά σταθερά και όσο πιο βαθιά μπορείτε.

Σημείωση:

Καθώς εισπνέετε μέσα από τη συσκευή εισπνοών, το καψάκιο στροβιλίζεται μέσα στο θάλαμο και θα πρέπει να ακούτε έναν ήχο στροβιλισμού. Θα αισθανθείτε μια γλυκιά γεύση όσο το φάρμακο εισέρχεται στους πνεύμονές σας.

9. Κρατήστε την αναπνοή:

Αφού έχετε εισπνεύσει το φάρμακο:

- Κρατήστε την αναπνοή σας για τουλάχιστον 5-10 δευτερόλεπτα ή για όσο διάστημα αισθάνεστε άνετα, ενώ αφαιρείτε τη συσκευή εισπνοών από το στόμα σας.

- Κατόπιν εκπνεύστε.

Μετά τη χρήση, ελέγξτε εάν η εισπνοή ήταν επιτυχής. Για να το κάνετε αυτό, ανοίξτε τη συσκευή εισπνοών και ελέγξτε εάν υπάρχει ακόμη κόνις για εισπνοή στο καψάκιο. Εάν εξακολουθεί να υπάρχει κόνις στο καψάκιο, επαναλάβετε τα βήματα 7 έως 9.

Μετά την εισπνοή Αφού έχετε ολοκληρώσει την εισπνοή του φαρμάκου σας:

- Ανοίξτε ξανά το επιστόμιο, αφαιρέστε το άδειο καψάκιο χτυπώντας το ελαφρά ώστε να βγει από τον θάλαμο καψακίων. Πετάξτε το άδειο καψάκιο.

- Κλείστε τη συσκευή εισπνοών και επανατοποθετήστε το καπάκι.

Για να μειωθεί ο κίνδυνος μυκητιασικής λοίμωξης του στόματος και του φάρυγγα, ξεπλύνετε το στόμα σας ή κάντε γαργάρες με νερό ή πλύνετε τα δόντια σας μετά τη χρήση της συσκευής εισπνοών σας.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

RAFARM AEBE Κορίνθου 12, 15451, Ν. Ψυχικό, Αθήνα, Ελλάδα Τηλ 2106776550-1

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Desoterol 120 μg/20 μg:

Desoterol 240 μg /20 μg:

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

06/2020

Πηγή: eof:3082201_SPC_3082201_3.pdf