1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
DICLODUO COMBI 75 mg/20 mg καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε σκληρό καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης περιέχει 75 mg νατριούχου δικλοφενάκης (25 mg γαστροανθεκτικά κοκκία και 50 mg κοκκία παρατεταμένης αποδέσμευσης) και 20 mg ομεπραζόλης (γαστροανθεκτικά κοκκία).
Έκδοχο με γνωστή δράση:
Αυτό το φάρμακο περιέχει 1,0 mg προπυλενογλυκόλης/καψάκιο.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Καψάκιο ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρό.
Σκληρά καψάκια ζελατίνης μεγέθους 1 επιμήκη, με ροζ αδιαφανές κάλυμμα και κίτρινο αδιαφανές σώμα, γεμάτο με λευκά προς ανοικτό κίτρινο κοκκία.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Τα DICLODUO COMBI 75 mg /20 mg καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, ενδείκνυνται για τη συμπτωματική θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της οστεοαρθρίτιδας και της αγκυλωτικής σπονδυλίτιδας σε ασθενείς οι οποίοι βρίσκονται σε κίνδυνο ανάπτυξης γαστρικών και / ή δωδεκαδακτυλικών ελκών σχετιζόμενων με ΜΣΑΦ.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες Η δοσολογία ορίζεται σε ένα καψάκιο (δικλοφενάκη 75 mg/ ομεπραζόλη 20 mg) ημερησίως.
Αν τα συμπτώματα δεν ελέγχονται από μια εφάπαξ ημερήσια δόση, το θεραπευτικό σχήμα πρέπει να αλλάξει με τη χρήση ενός ή περισσοτέρων εναλλακτικών προϊόντων. Οι ασθενείς δεν πρέπει να λαμβάνουν περισσότερο από ένα DICLODUO COMBI 75 mg /20 mg καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά την ημέρα, καθώς αυτό θα οδηγούσε σε υπερβολική έκθεση στην ομεπραζόλη.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη μικρότερη διάρκεια που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε παρ. 4.4).
Η θεραπεία πρέπει να συνεχιστεί για την επίτευξη ατομικών στόχων θεραπείας, να επανεξετάζεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και να διακόπτεται αν δεν παρατηρηθεί όφελος.
Τρόπος Χορήγησης Τα DICLODUO COMBI 75 mg /20 mg καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα συνοδευόμενα από αρκετή ποσότητα υγρών.
Τα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, πρέπει να λαμβάνονται κατά προτίμηση με τροφή.
Ειδικοί πληθυσμοί Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η δικλοφενάκη είναι γνωστό ότι απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, συνεπώς, ο κίνδυνος τοξικών αντιδράσεων στα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg καψάκια, ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, μπορεί να είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία τα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Τα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, αντενδείκνυνται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία τα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή και η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Τα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά αντενδείκνυνται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).
Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)
Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών συνεπειών από ανεπιθύμητες ενέργειες. Εάν ένα ΜΣΑΦ κρίνεται αναγκαίο, πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται τακτικά για γαστρεντερική αιμορραγία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΜΣΑΦ (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2)
Παιδιατρικός πληθυσμός (≤ 18 ετών)
Τα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, λόγω έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα τους, δεν συνιστώνται για χρήση σε παιδιά.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, στα υποκατεστημένα βενζιμιδαζόλια ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. άσθμα, κνίδωση, αγγειοοίδημα ή ρινίτιδα) ως αποτέλεσμα χρήσης ιβουπροφαίνης, ασπιρίνης ή άλλων ΜΣΑΦ.
Σοβαρή ηπατική, νεφρική και καρδιακή ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.4).
Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της κύησης (βλέπε παράγραφο 4.6).
Ενεργό, ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους / αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας).
Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, που σχετίζονται με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Η ομεπραζόλη, όπως και άλλοι αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPIs) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με νελφιναβίρη (βλέπε παράγραφο 4.5).
Αποδεδειγμένη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΝΥΗΑ II-IV), ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και / ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Δικλοφενάκη (ΜΣΑΦ)
Σε όλους τους ασθενείς Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη μικρότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλέπε παράγραφο 4.2, και γαστρεντερική αιμορραγία και καρδιαγγειακούς κινδύνους παρακάτω).
Όπως συμβαίνει με άλλα ΜΣΑΦ, αλλεργικές αντιδράσεις, περιλαμβανομένων των αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, μπορεί να παρατηρηθούν σε σπάνιες περιπτώσεις με τη χορήγηση δικλοφενάκης, χωρίς προηγούμενη έκθεση στο φάρμακο. Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας ενδέχεται, επίσης, να εξελιχθούν σε σύνδρομο Κούνης, μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση που μπορεί να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου. Τα συμπτώματα των εν λόγω αντιδράσεων μπορεί να περιλαμβάνουν πόνο στον θώρακα που σχετίζεται με αλλεργική αντίδραση στη δικλοφενάκη.
Τα σκληρά καψάκια DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, ελεγχόμενης αποδέσμευσης μπορεί να καλύψουν τα σημεία και τα συμπτώματα της λοίμωξης εξαιτίας των φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων τους.
Η χρήση των DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, με συγχορήγηση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης 2 πρέπει να αποφεύγεται λόγω της απουσίας στοιχείων που να αποδεικνύουν συνεργικά οφέλη αλλά και τη δυνατότητα αθροιστικών ανεπιθύμητων ενεργειών (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ηλικιωμένοι Απαιτείται προσοχή για βασικούς ιατρικούς λόγους. Οι ηλικιωμένοι εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ, ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα (βλέπε παράγραφο 4.2). Συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης σε ευπαθείς ηλικιωμένους ασθενείς ή σε αυτούς με χαμηλό σωματικό βάρος.
Αναπνευστικές διαταραχές Σε ασθενείς με άσθμα, εποχιακή αλλεργική ρινίτιδα, οίδημα του ρινικού βλεννογόνου (δηλαδή ρινικών πολυπόδων), χρόνιες αποφρακτικές πνευμονοπάθειες ή χρόνιες μολύνσεις της αναπνευστικής οδού (ιδιαίτερα αν συνδέονται με συμπτώματα που προσομοιάζουν με αλλεργική ρινίτιδα), αντιδράσεις στα ΜΣΑΦ όπως παροξύνσεις του άσθματος (λεγόμενη δυσανεξία σε αναλγητικά / άσθμα αναλγητικών), οίδημα Quincke ή κνίδωση, είναι πιο συχνές από ότι σε άλλους ασθενείς. Ως εκ τούτου, σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται ιδιαίτερη προφύλαξη (ετοιμότητα σε περίπτωση έκτακτης ιατρικής ανάγκης). Αυτό ισχύει επίσης και για τους ασθενείς που είναι γνωστό ότι είναι αλλεργικοί σε άλλες ουσίες και έχουν στο παρελθόν παρουσιάσει δερματικές αντιδράσεις, κνησμό ή κνίδωση.
Καρδιαγγειακή, Νεφρική και Ηπατική Ανεπάρκεια Οι ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ.
υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα) πρέπει να αντιμετωπίζονται με δικλοφενάκη, μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
Καθώς οι καρδιαγγειακοί κίνδυνοι από την δικλοφενάκη μπορεί να αυξηθούν με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Η ανάγκη του ασθενούς για ανακούφιση από τα συμπτώματα και η απόκριση στη θεραπεία πρέπει να επαναξιολογούνται περιοδικά.
Κατά τη συνταγογράφηση δικλοφενάκης σε ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας απαιτείται στενή ιατρική επιτήρηση, καθώς η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί.
Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η θεραπεία με δικλοφενάκη μπορεί να σχετίζεται με αύξηση των ηπατικών ενζύμων. Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας με δικλοφενάκη, η τακτική παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας ενδείκνυται ως μέτρο προφύλαξης. Αν τα αποτελέσματα των εξετάσεων που δείχνουν μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία εμμένουν ή επιδεινώνονται ή αν αυξάνονται τα κλινικά
σημεία ή συμπτώματα σχετιζόμενα με ηπατική νόσο ή αν προκύπτουν άλλες εκδηλώσεις (π.χ.
ηωσινοφιλία, εξάνθημα), η χορήγηση δικλοφενάκης πρέπει να διακόπτεται. Μπορεί να προκύψει ηπατίτιδα χωρίς πρόδρομα συμπτώματα. Δεδομένου ότι μπορεί να προκληθεί κρίση, συνίσταται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική πορφυρία.
Κατακράτηση υγρών και οίδημα έχουν αναφερθεί με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της δικλοφενάκης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με μειωμένη καρδιακή ή νεφρική λειτουργία, ιστορικό υπέρτασης, στους ηλικιωμένους, σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με διουρητικά ή φαρμακευτικά προϊόντα που μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη νεφρική λειτουργία και σε εκείνους τους ασθενείς με σημαντική μείωση του εξωκυτταρικού όγκου από οποιαδήποτε αιτία, π.χ.
πριν ή μετά από μείζονα χειρουργική επέμβαση (βλέπε παράγραφο 4.3). Σε τέτοιες περιπτώσεις, κατά τη χρήση δικλοφενάκης η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας συνιστάται ως προληπτικό μέτρο. Η διακοπή της θεραπείας συνήθως ακολουθείται από επαναφορά στην κατάσταση πριν τη θεραπεία.
Η χορήγηση ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει μια δοσοεξαρτώμενη μείωση στο σχηματισμό των προσταγλανδινών και να επισπεύσει τη νεφρική ανεπάρκεια. Οι ασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από την αντίδραση αυτή, είναι εκείνοι με μειωμένη νεφρική λειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, όσοι λαμβάνουν διουρητικά και οι ηλικιωμένοι. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλέπε παράγραφο 4.3).
Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιπτώσεις Απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση και παροχή συμβουλής σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή ήπιας ως μέτριας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς έχουν αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε σχέση με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η χρήση δικλοφενάκης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (150 mg ημερησίως) και σε μακροχρόνια θεραπεία, μπορεί να σχετίζονται με μικρό αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών θρομβωτικών συμβαμάτων (για παράδειγμα εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου).
Ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια, και / ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο πρέπει να αντιμετωπίζονται με δικλοφενάκη, μόνο μετά από προσεκτική εξέταση. Παρόμοια αντιμετώπιση πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας πρέπει να έχουν ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα).
Γαστρεντερικές επιδράσεις Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρηση, που μπορεί να αποβούν θανατηφόρα, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών περιστατικών.
Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, εξέλκωσης ή διάτρησης είναι μεγαλύτερος με αυξημένες δόσεις ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαίτερα αν αυτό περιπλέκεται με αιμορραγία ή διάτρηση (βλέπε παράγραφο 4.3), αλλά και στους ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση.
Οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαίτερα όταν είναι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία), ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας.
Πρέπει να συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιαιμοπεταλιακών παραγόντων όπως η ασπιρίνη (βλέπε παράγραφο 4.5).
Όταν εμφανισθεί γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν τα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (ελκώδη κολίτιδα, νόσος του Crohn), καθώς η κατάσταση τους μπορεί να επιδεινωθεί (βλέπε παράγραφο 4.8).
Τα ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένης της δικλοφενάκης, σχετίζονται ενδεχομένως με αυξημένο κίνδυνο διαρροής γαστρεντερικής αναστόμωσης. Σε περίπτωση χορήγησης δικλοφενάκης μετά από γαστρεντερική επέμβαση, συνιστάται στενή ιατρική παρακολούθηση και ιδιαίτερη προσοχή.
Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (SLE) και μικτή νόσος του συνδετικού ιστού Σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (SLE) και μικτή νόσο του συνδετικού ιστού μπορεί να υπάρξει αυξημένος κίνδυνος πρόκλησης άσηπτης μηνιγγίτιδας (βλέπε παράγραφο 4.8).
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από τις οποίες θανατηφόρες, συμπεριλαμβανομένων της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens Johnson, της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης και γενικευμένο πομφολυγώδες σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση των ΜΣΑΦ (βλέπε παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση τέτοιων αντιδράσεων στην αρχή της θεραπείας: με την έναρξη της αντίδρασης να λαμβάνει χώρα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας. Τα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά πρέπει να διακόπτονται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλαβών του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
Γυναικεία γονιμότητα Η χρήση των DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψακίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρών μπορεί να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν.
Σε γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή που υποβάλλονται σε έλεγχο για στειρότητα, πρέπει να εξετασθεί η διακοπή των DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψακίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρών.
Αιματολογικές Επιπτώσεις Τα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, όπως και άλλα ΜΣΑΦ, μπορεί να αναστείλουν αναστρέψιμα τη συσσωμάτωση αιμοπεταλίων.
Με την παρουσία οποιουδήποτε προειδοποιητικού συμπτώματος (π.χ. σημαντική ακούσια απώλεια βάρους, υποτροπιάζον έμετος, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα) και όταν υπάρχει υποψία ή παρουσία γαστρικού έλκους πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κακοήθειας, καθώς η θεραπεία μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση.
Η συγχορήγηση αταζαναβίρης με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων δεν συνιστάται (βλέπε παράγραφο 4.5). Αν ο συνδυασμός αταζαναβίρης με αναστολέα αντλίας πρωτονίων κριθεί αναπόφευκτος, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση (π.χ. ιικό φορτίο) σε συνδυασμό με την αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της ομεπραζόλης των 20 mg.
Η ομεπραζόλη, όπως όλα τα φάρμακα που είναι αναστολείς οξέος, μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 (κυανοκοβαλαμίνη) λόγω της υπο-ή αχλωρυδρίας. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με μειωμένα αποθέματα Β12 στον οργανισμό ή παράγοντες κινδύνου για μειωμένη απορρόφηση βιταμίνης Β12 σε περίπτωση μακροχρόνιας θεραπείας.
Η ομεπραζόλη είναι ένας αναστολέας του CYP2C19. Κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας με ομεπραζόλη, πρέπει να εξετάζεται η ενδεχόμενη αλληλεπίδραση με φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω του CYP2C19. Παρατηρείται μία αλληλεπίδραση μεταξύ κλοπιδογρέλης και ομεπραζόλης (βλέπε παράγραφο 4.5). Η κλινική σημασία αυτής της αλληλεπίδρασης είναι αβέβαιη. Ως προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση ομεπραζόλης και κλοπιδογρέλης πρέπει να αποθαρρύνεται.
Έχει αναφερθεί σοβαρή υπομαγνησιαιμία σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs), όπως η ομεπραζόλη, για τουλάχιστον τρεις μήνες, και στις περισσότερες περιπτώσεις, για ένα χρόνο. Μπορεί να προκύψουν σοβαρές εκδηλώσεις υπομαγνησιαιμίας, όπως κόπωση, τετανία, παραλήρημα, σπασμοί, ζάλη και κοιλιακή αρρυθμία, αλλά μπορεί να αρχίσουν χωρίς συμπτώματα και να αγνοηθούν. Σε ασθενείς που έχουν πληγεί περισσότερο, η υπομαγνησιαιμία βελτιώθηκε μετά την υποκατάσταση του μαγνησίου και τη διακοπή των PPIs. Για τους ασθενείς που αναμένεται να είναι σε παρατεταμένη θεραπεία ή που λαμβάνουν PPIs με διγοξίνη ή φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν υπομαγνησιαιμία (π.χ. διουρητικά), οι επαγγελματίες υγείας θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους την μέτρηση των επιπέδων μαγνησίου πριν την έναρξη θεραπείας με PPI και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων, ειδικά αν χρησιμοποιηθούν σε υψηλές δόσεις και για μεγάλα χρονικά διαστήματα (> 1 έτος), μπορεί μετρίως να αυξήσουν τον κίνδυνο κατάγματος ισχίου, καρπού και σπονδυλικής στήλης, κυρίως σε ηλικιωμένους ή με παρουσία άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου. Μελέτες παρατήρησης δείχνουν ότι οι αναστολείς της αντλίας πρωτονίων μπορεί να αυξήσουν τον συνολικό κίνδυνο κατάγματος κατά 10-40%. Ένα μέρος αυτής της αύξησης μπορεί να οφείλεται σε άλλους παράγοντες κινδύνου. Ασθενείς με κίνδυνο οστεοπόρωσης πρέπει να λαμβάνουν φροντίδα σύμφωνα με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες και θα πρέπει να έχουν επαρκή πρόσληψη βιταμίνης D και ασβεστίου.
Hπατική δυσλειτουργία Έχει παρατηρηθεί οξεία διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα σε ασθενείς που λαμβάνουν ομεπραζόλη, η οποία μπορεί να προκύψει οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ομεπραζόλη (βλ.
παράγραφο 4.8). Η οξεία διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα μπορεί να εξελιχθεί σε νεφρική ανεπάρκεια.
Η ομεπραζόλη θα πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση πιθανολογούμενης οξείας διάμεσης σωληναριακής νεφρίτιδας και θα πρέπει να ξεκινήσει πάραυτα κατάλληλη θεραπεία.
Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (SCLE)
Οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων σχετίζονται με πολύ σπάνια περιστατικά υποξέως δερματικού ερυθηματώδους λύκου. Εάν παρατηρηθούν αλλοιώσεις, ιδίως σε περιοχές του δέρματος που εκτίθενται στον ήλιο, και εάν συνοδεύονται από αρθραλγία, ο ασθενής πρέπει να αναζητήσει άμεσα ιατρική βοήθεια και οι επαγγελματίες του τομέα της υγείας πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης DICLODUO COMBI 75 mg/20 mg, καψακίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρών. Η εμφάνιση υποξέως δερματικού ερυθηματώδους λύκου μετά από τη χορήγηση αναστολέα αντλίας πρωτονίου ενδέχεται να αυξάνει τον κίνδυνο υποξέος δερματικού ερυθηματώδους λύκου με άλλους αναστολείς αντλίας πρωτονίου.
Η θεραπεία με αναστολείς αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως από Salmonella και Campylobacter (βλέπε παράγραφο 5.1).
Όπως σε όλες τις μακροχρόνιες θεραπείες, ειδικά όταν ξεπερνούν σε διάρκεια τον 1 χρόνο θεραπείας, οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται υπό τακτική παρακολούθηση.
Αλληλεπίδραση με εργαστηριακές εξετάσεις Τα αυξημένα επίπεδα χρωμογρανίνης A (CgA) ενδέχεται να επηρεάζουν τη διερεύνηση νευροενδοκρινικών όγκων. Για να αποφεύγεται αυτή η αλληλεπίδραση, η θεραπεία με ομεπραζόλη θα πρέπει να διακόπτεται για τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις μετρήσεις της CgA (βλ. παράγραφο 5.1).
Εάν οι τιμές της CgA και της γαστρίνης δεν επανέλθουν εντός του εύρους των τιμών αναφοράς μετά την αρχική μέτρηση, οι μετρήσεις πρέπει να επαναληφθούν 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με αναστολέα αντλίας πρωτονίων.
Αυτό το φάρμακο περιέχει προπυλενογλυκόλη και νάτριο Αυτό το φάρμακο περιέχει 1,0 mg προπυλενογλυκόλης ανά καψάκιο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά καψάκιο, είναι αυτό που ονομάζουμε ≪ελεύθερο νατρίου≫.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Δικλοφενάκη (ΜΣΑΦ)
Άλλα αναλγητικά, συμπεριλαμβανομένων εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης-2: Αποφύγετε την ταυτόχρονη χρήση δύο ή περισσότερων ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης), καθώς αυτό μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (βλέπε παράγραφο 4.4).
Διουρητικά και αντιυπερτασικά: Μπορεί να παρουσιασθεί μειωμένη διουρητική και αντιυπερτασική δράση.
Ο συνδυασμός θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή και οι ασθενείς, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι, πρέπει να παρακολουθούν την αρτηριακή τους πίεση. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά και αναστολείς ΜΕΑ, λόγω του αυξημένου κινδύνου νεφροτοξικότητας.
Τα διουρητικά μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο της νεφροτοξικότητας των ΜΣΑΦ. Η ταυτόχρονη θεραπεία με καλιοσυντηρητικά διουρητικά μπορεί να σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα καλίου στον ορό, επομένως, το κάλιο ορού πρέπει να παρακολουθείται.
Διγοξίνη: Μπορεί να παρατηρηθεί αύξηση των συγκεντρώσεων πλάσματος της διγοξίνης, συνεπώς, συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων διγοξίνης στον ορό.
Καρδιακές γλυκοσίδες: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να επιδεινώσουν την καρδιακή ανεπάρκεια, να μειώσουν το GFR (ρυθμός σπειραματικής διήθησης) και να αυξήσουν τα επίπεδα πλάσματος της γλυκοσίδης.
Λίθιο: Μπορεί να προκύψει μειωμένη απέκκριση του λιθίου και συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
Μεθοτρεξάτη: Προσοχή πρέπει να δίνεται όταν τα ΜΣΑΦ και η μεθοτρεξάτη χορηγούνται σε διάστημα 24 ωρών του ενός από το άλλο.
Η δικλοφενάκη μπορεί να αναστείλει τη σωληναριακή νεφρική κάθαρση της μεθοτρεξάτης, αυξάνοντας έτσι τα επίπεδα μεθοτρεξάτης και οδηγώντας σε τοξικότητα.
Κυκλοσπορίνη: Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας, ως εκ τούτου, η δικλοφενάκη πρέπει να δοθεί σε δόσεις χαμηλότερες από αυτές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν κυκλοσπορίνη.
Μιφεπριστόνη: Τα ΜΣΑΦ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για 8-12 ημέρες μετά τη χορήγηση μιφεπριστόνης, καθώς τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την επίδραση της μιφεπριστόνης.
Κορτικοστεροειδή: Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή αιμορραγίας (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αντιπηκτικά και αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες: Συνιστάται προσοχή, διότι η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας (βλέπε παράγραφο 4.4). Αν και κλινικές μελέτες δεν φαίνεται να δείχνουν ότι η δικλοφενάκη επηρεάζει τη δράση των αντιπηκτικών, υπάρχουν αναφορές αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα δικλοφενάκη και αντιπηκτικά. Ως εκ τούτου, συνιστάται στενή παρακολούθηση αυτών των ασθενών.
Αντιβιοτικά τύπου Κινολονών: Δεδομένα σε πειραματόζωα δείχνουν ότι τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο σπασμών που σχετίζονται με αντιβιοτικά τύπου κινολονών. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ και κινολόνες μπορεί να έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σπασμών.
Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs): Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλέπε παράγραφο 4.4).
Τακρόλιμους: Πιθανόν αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας όταν ΜΣΑΦ χορηγούνται με τακρόλιμους.
Ζιδοβουδίνη: Αυξημένος κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας όταν ΜΣΑΦ χορηγούνται με ζιδοβουδίνη.
Υπάρχουν ενδείξεις αυξημένου κινδύνου αίμαρθων και αιματώματος σε HIV(+) αιμορροφιλικούς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ζιδοβουδίνη και ιβουπροφαίνη.
Φαινυτοΐνη: Η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων φαινυτοΐνης στο πλάσμα συνιστάται λόγω της αναμενόμενης αύξησης των επιπέδων φαινυτοΐνης.
Κολεστιπόλη και χολεστυραμίνη: Αυτοί οι παράγοντες μπορούν να προκαλέσουν μία καθυστέρηση ή μείωση της απορρόφησης, ως εκ τούτου, συνιστάται η χορήγηση δικλοφενάκης να γίνεται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση της κολεστιπόλης / χολεστυραμίνης.
Ισχυροί αναστολείς του CYP2C9: Συνιστάται προσοχή όταν συγχορηγείται δικλοφενάκη με ισχυρούς αναστολείς CYP2C9 (όπως σουλφοπυραζόνη και βορικοναζόλη), κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια σημαντική αύξηση της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα και έκθεση σε δικλοφενάκη εξαιτίας της αναστολής του μεταβολισμού της δικλοφενάκης.
Αντιδιαβητικά: Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η δικλοφενάκη μπορεί να δοθεί ταυτόχρονα με από του στόματος αντιδιαβητικούς παράγοντες, χωρίς να επηρεάζεται η κλινική δράση τους. Ωστόσο, υπάρχουν μεμονωμένες αναφορές τόσο για υπογλυκαιμικές όσο και για υπεργλυκαιμικές επιπτώσεις που απαιτούν αλλαγές στη δοσολογία των αντιδιαβητικών παραγόντων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τη δικλοφενάκη. Ως εκ τούτου, η παρακολούθηση του επιπέδου γλυκόζης στο αίμα συνιστάται ως προληπτικό μέτρο κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας.
Οι επιδράσεις της ομεπραζόλης στη φαρμακοκινητική άλλων δραστικών ουσιών Δραστικές ουσίες με εξαρτώμενη από το pH απορρόφηση Η μειωμένη ενδογαστρική οξύτητα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ομεπραζόλη μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει την απορρόφηση των δραστικών ουσιών με μια απορρόφηση εξαρτώμενη από το γαστρικό pH.
Νελφιναβίρη, αταζαναβίρη:
Τα επίπεδα της νελφιναβίρης και αταζαναβίρης στο πλάσμα μειώνονται σε περίπτωση συγχορήγησης με ομεπραζόλη.
Αντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης με νελφιναβίρη (βλέπε παράγραφο 4.3). Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (40 mg μία φορά ημερησίως) μείωσε τη μέση έκθεση νελφιναβίρης κατά περίπου 40% και η μέση έκθεση του φαρμακολογικά δραστικού μεταβολίτη M8 μειώθηκε κατά περίπου 75-90%. Η αλληλεπίδραση μπορεί επίσης να περιλαμβάνει την αναστολή του CYP2C19.
Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης με αταζαναβίρη (βλέπε παράγραφο 4.4). Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (40 mg μία φορά ημερησίως) και αταζαναβίρης 300 mg /ριτοναβίρης 100 mg σε υγιείς εθελοντές είχε ως αποτέλεσμα μία μείωση 75% στην έκθεση αταζαναβίρης. Η αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης στα 400 mg δεν αντιστάθμισε την επίδραση της ομεπραζόλης στην έκθεση αταζαναβίρης. Η συγχορήγηση ομεπραζόλης (20 mg μία φορά ημερησίως) με αταζαναβίρη 400 mg / ριτοναβίρη 100 mg σε υγιείς εθελοντές είχε ως αποτέλεσμα μια μείωση περίπου 30% στην έκθεση αταζαναβίρης σε σύγκριση με αταζαναβίρη 300 mg / ριτοναβίρη 100 mg μια φορά ημερησίως.
Διγοξίνη:
Η ταυτόχρονη θεραπεία με ομεπραζόλη (20 mg ημερησίως) και διγοξίνη σε υγιή άτομα αύξησε τη βιοδιαθεσιμότητα της διγοξίνης κατά 10%. Τοξικότητα διγοξίνης σπάνια έχει αναφερθεί. Ωστόσο, πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ομεπραζόλη χορηγείται σε υψηλές δόσεις σε ηλικιωμένα άτομα. Η θεραπευτική παρακολούθηση της διγοξίνης θα πρέπει να ενισχύεται.
Κλοπιδογρέλη:
Σε μία διασταυρούμενη κλινική μελέτη, η κλοπιδογρέλη (300 mg δόση έναρξης που ακολουθείται από 75 mg / ημέρα) μόνη και με ομεπραζόλη (80 mg την ίδια χρονική στιγμή με την κλοπιδογρέλη)
χορηγήθηκαν για 5 ημέρες. Η έκθεση στον δραστικό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης μειώθηκε κατά 46% (Ημέρα 1) και κατά 42% (Ημέρα 5) όταν η κλοπιδογρέλη και η ομεπραζόλη χορηγήθηκαν μαζί. Η μέση αναστολή συσσώρευσης αιμοπεταλίων (IPA) μειώθηκε κατά 47% (24 ώρες) και κατά 30% (Ημέρα 5)
όταν η κλοπιδογρέλη και η ομεπραζόλη χορηγήθηκαν μαζί. Μια άλλη μελέτη έδειξε ότι η χορήγηση κλοπιδογρέλης και ομεπραζόλης σε διαφορετικούς χρόνους δεν απέτρεψε την αλληλεπίδρασή τους, η οποία ενδέχεται να οφείλεται στην ανασταλτική επίδραση της ομεπραζόλης στον CYP2C19. Έχει αναφερθεί ασυμφωνία των στοιχείων των κλινικών επιπλοκών αυτής της φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής (PK/PD) αλληλεπίδρασης αναφορικά με μείζονα καρδιαγγειακά συμβάματα σε μελέτες παρατήρησης και κλινικές μελέτες. Ως προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση ομεπραζόλης και κλοπιδογρέλης πρέπει να αποθαρρύνεται (βλέπε παράγραφο 4.4).
Άλλες δραστικές ουσίες:
Η απορρόφηση της ποσακοναζόλης, ερλοτινίμπης, κετοκοναζόλης και ιτρακοναζόλης μειώνεται σημαντικά και έτσι η κλινική αποτελεσματικότητα μπορεί να επηρεαστεί. Για την ποσακοναζόλη και την ερλοτινίμπη η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
Δραστικές ουσίες που μεταβολίζονται από το CYP2C19:
Η ομεπραζόλη είναι ένας ήπιος αναστολέας του CYP2C19, το κύριο ένζυμο μεταβολισμού της ομεπραζόλης. Έτσι, ο μεταβολισμός συνχορηγούμενων δραστικών ουσιών, που επίσης μεταβολίζονται από το CYP2C19, μπορεί να είναι μειωμένος και η συστηματική έκθεση σε αυτές τις ουσίες αυξημένη.
Παραδείγματα τέτοιων ουσιών είναι η R-βαρφαρίνη και άλλοι ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ, η σιλοσταζόλη, η διαζεπάμη και η φαινυτοΐνη.
Σιλοσταζόλη:
Σε μία διασταυρούμενη μελέτη σε υγιή άτομα, η ομεπραζόλη χορηγούμενη σε δόσεις των 40 mg αύξησε το C και την AUC για την σιλοσταζόλη κατά 18% και 26% αντίστοιχα, και ένα από τους δραστικούς max μεταβολίτες της κατά 29% και 69% αντίστοιχα.
Φαινυτοΐνη:
Συνιστάται η παρακολούθηση της συγκέντρωσης φαινυτοΐνης στο πλάσμα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων εβδομάδων μετά την έναρξη της θεραπείας με ομεπραζόλη και, αν έχει γίνει προσαρμογή της δόσης της φαινυτοΐνης, θα πρέπει μετά το πέρας της θεραπείας με ομεπραζόλη να υπάρχει παρακολούθηση και περαιτέρω προσαρμογή της δόσης.
Άγνωστος μηχανισμός Σακουιναβίρη:
Η ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης με σακουιναβίρη / ριτοναβίρη είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση στα επίπεδα του πλάσματος μέχρι και 70% περίπου για την σακουιναβίρη που σχετίζεται με καλή ανοχή σε ασθενείς με λοίμωξη HIV.
Τακρόλιμους:
Η ταυτόχρονη χορήγηση ομεπραζόλης έχει αναφερθεί ότι αυξάνει τα επίπεδα τακρόλιμους στον ορό. Θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μια ενισχυμένη παρακολούθηση της συγκέντρωσης τακρόλιμους, καθώς και της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης), και η δόση του τακρόλιμους να προσαρμοστεί, εάν απαιτείται.
Μεθοτρεξάτη:
Τα επίπεδα της μεθοτρεξάτης έχει αναφερθεί πως αυξάνονται σε μερικούς ασθενείς όταν χορηγείται μαζί με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων. Σε χορήγηση υψηλών δόσεων μεθοτρεξάτης μπορεί να χρειαστεί να εξετασθεί μια προσωρινή διακοπή χορήγησης της ομεπραζόλης.
Επιδράσεις άλλων δραστικών ουσιών στη φαρμακοκινητική της ομεπραζόλης
Αναστολείς CYP2C19 και/ή CYP3A4:
Καθώς η ομεπραζόλη μεταβολίζεται μέσω των CYP2C19 και CYP3A4, δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν το CYP2C19 ή το CYP3A4 (όπως η κλαριθρομυκίνη και η βορικοναζόλη)
μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό μειώνοντας τον ρυθμό μεταβολισμού της ομεπραζόλης. Η ταυτόχρονη θεραπεία με βορικοναζόλη είχε ως αποτέλεσμα τον υπερδιπλασιασμό της έκθεσης σε ομεπραζόλη. Καθώς οι υψηλές δόσεις ομεπραζόλης είναι καλά ανεκτές, προσαρμογή της δόσης της ομεπραζόλης γενικώς δεν απαιτείται. Ωστόσο, η προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και αν ενδείκνυται, μακροχρόνια θεραπεία.
Επαγωγείς του CYP2C19 και/ή CYP3A4:
Δραστικές ουσίες που είναι γνωστό ότι διεγείρουν το CYP2C19 ή το CYP3A4 ή και τα δύο (όπως η ριφαμπικίνη και το υπερικό – St John’s wort) μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό αυξάνοντας το ρυθμό μεταβολισμού της ομεπραζόλης.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση:
Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την εγκυμοσύνη ή / και την ανάπτυξη του εμβρύου/κυήματος. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακής δυσπλασίας και γαστροσχιστίας μετά τη χρήση ενός αναστολέα της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της εγκυμοσύνης. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακή δυσπλασία αυξήθηκε από λιγότερο από 1%, σε έως περίπου 1,5%. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνει με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας. Σε ζώα, η χορήγηση ενός αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί σε αύξηση της απώλειας πριν και μετά την εμφύτευση και σε θάνατο του εμβρύου.
Επιπλέον, αυξημένες επιπτώσεις διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων και των καρδιαγγειακών δυσπλασιών, έχουν αναφερθεί σε πειραματόζωα στα οποία χορηγήθηκε αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά την περίοδο της οργανογένεσης.
Από την 20ή εβδομάδα της κύησης και έπειτα, η χρήση DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο λόγω νεφρικής δυσλειτουργίας του εμβρύου. Αυτό μπορεί να συμβεί λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμο με τη διακοπή της χορήγησης. Επιπλέον, έχουν υπάρξει αναφορές στένωσης του αρτηριακού πόρου ύστερα από θεραπεία κατά το δεύτερο τρίμηνο, οι περισσότερες εκ των οποίων απέδραμαν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Επομένως, κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της κύησης, το DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν είναι απολύτως απαραίτητο. Εάν το DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά χρησιμοποιείται από γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της κύησης, η δόση πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν πιο χαμηλή και η διάρκεια της θεραπείας να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομη. Μετά την έκθεση στο DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προγεννητικής παρακολούθησης για ολιγοϋδράμνιο και για στένωση του αρτηριακού πόρου επί αρκετές ημέρες μετά την 20ή εβδομάδα της κύησης. Το DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά πρέπει να διακόπτεται εάν διαπιστωθεί ολιγοϋδράμνιο ή στένωση του αρτηριακού πόρου.
Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης, όλοι οι αναστολείς σύνθεσης προσταγλανδινών ενδέχεται να εκθέσουν το έμβρυο σε:
• καρδιοπνευμονική τοξικότητα (πρόωρη στένωση/σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση)ꞏ
• νεφρική δυσλειτουργία, (βλέπε παραπάνω)
τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της κύησης, σε:
• πιθανή παράταση του χρόνου αιμορραγίας, μια αντισυσσωματική επίδραση που μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δόσεις,
• αναστολή των συσπάσεων της μήτρας, με αποτέλεσμα καθυστέρηση του τοκετού ή επιμήκυνση της κύησης.
Συνεπώς, το DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης (βλέπε παραγράφους 4.3 και 5.3).
Θηλασμός:
Σε περιορισμένο αριθμό μελετών που είναι μέχρι τώρα διαθέσιμες τα ΜΣΑΦ μπορεί να ανιχνευθούν στο μητρικό γάλα σε πολύ μικρές ποσότητες. Τα ΜΣΑΦ, αν είναι δυνατόν, πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
Γονιμότητα:
Κύηση:
Αποτελέσματα από τρεις διερευνητικές επιδημιολογικές μελέτες (περισσότερα από 1000 αποτελέσματα)
δεν υποδεικνύουν ανεπιθύμητες ενέργειες της ομεπραζόλης στην κύηση ή στην υγεία του εμβρύου/νεογνού. Η ομεπραζόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός:
Η ομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, αλλά δεν είναι πιθανό να επηρεάσει το παιδί όταν λαμβάνεται σε θεραπευτικές δόσεις.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Ανεπιθύμητες ενέργειες όπως ζάλη, υπνηλία, κόπωση και διαταραχές της όρασης, ίλιγγος, υπνηλία ή άλλες διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος είναι πιθανές με τη λήψη ΜΣΑΦ. Ζάλη και οπτικές διαταραχές μπορεί να συμβούν μετά τη λήψη ομεπραζόλης (βλέπε παράγραφο 4.8). Εάν αυτό συμβεί, οι ασθενείς δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Αν εμφανισθούν σοβαρές παρενέργειες, η χορήγηση των DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά, πρέπει να σταματήσει.
Οι πιο συχνά παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικής φύσης.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από τη δικλοφενάκη σε κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικά δεδομένα συνοψίζονται στον παρακάτω πίνακα.
Οι ακόλουθες ορολογίες έχουν χρησιμοποιηθεί για την κατάταξη της εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών:
Πολύ συχνές (≥1/10)
Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
Όχι συχνές (≥1/1,000 έως <1/100)
Σπάνιες (≥1/10,000 έως <1/1,000)
Πολύ σπάνιες (<1/10,000)
Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
| MedDRA Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία, αιμολυτική αναιμία, απλαστική αναιμία, ακοκκιοκυτταραιμία | Πολύ σπάνιες |
| MedDRA Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Μη συγκεκριμένες αλλεργικές αντιδράσεις, αναφυλακτοειδής αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της υπότασης και της καταπληξίας) και αναφυλαξίας. Αντίδραση αναπνευστικής οδού που περιλαμβάνει το άσθμα, επιδεινωθέν βρογχικό άσθμα, βρογχόσπασμος ή δύσπνοια | Σπάνιες |
| Αγγειοοίδημα, αγγειονευρωτικό οίδημα (συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος προσώπου) | Πολύ σπάνιες | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Κατάθλιψη, αποπροσανατολισμός, αϋπνία, ευερεθιστότητα, ψυχωσικές αντιδράσεις, εφιάλτες | Πολύ σπάνιες |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, ζάλη | Συχνές |
| Υπνηλία | Σπάνιες | |
| Διαταραχή της μνήμης, παραισθησία, άσηπτη μηνιγγίτιδα (ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπάρχουσες αυτοάνοσες διαταραχές, όπως ο ερυθηματώδης λύκος, η μικτή νόσος του συνδετικού ιστού) με συμπτώματα όπως δυσκαμψία του αυχένα, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο, πυρετό ή αποπροσανατολισμό. Σύγχυση, ψευδαισθήσεις, αίσθημα κακουχίας, κόπωση και νωθρότητα, διαταραχές της γεύσης, τρόμος, σπασμοί, άγχος, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο | Πολύ σπάνιες | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Οπτική διαταραχή (θολή όραση), διπλωπία, οπτική νευρίτιδα | Πολύ σπάνιες |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος | Συχνές |
| Μειωμένη ακοή, εμβοές | Πολύ σπάνιες | |
| Καρδιακές διαταραχές | Οίδημα | Σπάνιες |
| Υπέρταση, αγγειίτιδα, αίσθημα παλμών, θωρακικό άλγος, καρδιακή ανεπάρκεια | Πολύ σπάνιες | |
| Σύνδρομο Κούνης | μη γνωστές | |
| Αγγειακές διαταραχές | Μικρό αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) | Πολύ σπάνιες |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Άσθμα (συμπεριλαμβανομένης της δύσπνοιας) | Σπάνιες |
| Πνευμονίτιδα | Πολύ σπάνιες | |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μετεωρισμός, ανορεξία | Συχνές |
| Γαστρίτιδα, αιματέμεση, αιμορραγική διάρροια, μέλαινα, έλκος του γαστρεντερικού σωλήνα (με ή χωρίς αιμορραγία ή διάτρηση), πεπτικό έλκος, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, μερικές φορές θανατηφόρα, ιδίως στους ηλικιωμένους | Σπάνιες |
| MedDRA Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Έξαρση κολίτιδας και νόσου του Crohn, δυσκοιλιότητα, ελκώδης στοματίτιδα, γλωσσίτιδα, διαταραχή του οισοφάγου, διάφραγμα όπως η εντερική στένωση, παγκρεατίτιδα | Πολύ σπάνιες | |
| Ισχαιμική κολίτιδα | Μη γνωστές | |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Αυξημένες τρανσαμινάσες | Συχνές |
| Ίκτερος, μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ηπατίτιδα (σε μεμονωμένες περιπτώσεις κεραυνοβόλος) | Σπάνιες | |
| Ηπατική νέκρωση, ηπατική ανεπάρκεια | Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Εξάνθημα | Συχνές |
| Κνίδωση | Σπάνιες | |
| Φωτοευαισθησία, δερματικά εξανθήματα, πομφολυγώδεις εκρήξεις, έκζεμα, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell's), τριχόπτωση, αποφολιδωτική δερματίτιδα, πορφύρα, αλλεργική πορφύρα, κνησμός | Πολύ σπάνιες | |
| Σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα Γενικευμένο πομφολυγώδες σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές νεφρών και των ουροφόρων οδών | Νεφροτοξικότητα σε διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένης της διάμεσης νεφρίτιδας, πρωτεϊνουρία, νέκρωση νεφρικής θηλής, νεφρωσικό σύνδρομο, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος (π.χ. αιματουρία) | Πολύ σπάνιες |
Οι κλινικές δοκιμές και τα επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν σταθερά προς έναν αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών θρομβωτικών συμβαμάτων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) που συνδέεται με τη χρήση δικλοφενάκης, ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις (150 mg ημερησίως) και σε μακροχρόνια θεραπεία (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (1-10% των ασθενών) είναι κεφαλαλγία, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός και ναυτία/έμετος.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου έχουν εξακριβωθεί ή είναι ύποπτες από κλινικές μελέτες και μετά την κυκλοφορία της ομεπραζόλης. Καμία δεν ήταν δοσοεξαρτώμενη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω ταξινομούνται σύμφωνα με τη συχνότητα και την Κατηγορία Οργάνου Συστήματος (SOC). Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται σύμφωνα με την ακόλουθη σύμβαση:
Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι συχνές (≥1/1,000 έως <1/100), Σπάνιες (≥1/10,000 έως <1/1,000), Πολύ σπάνιες (<1/10,000), Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
| MedDRA Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | Λευκοπενία, θρομβοπενία | Σπάνιες |
| Ακοκκιοκυτταραιμία, πανκυτταροπενία | Πολύ σπάνιες |
| MedDRA Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Ανεπιθύμητες Ενέργειες | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτική αντίδραση/ καταπληξία | Σπάνιες |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Υπονατριαιμία | Σπάνιες |
| Υπομαγνησιαιμία,σοβαρή υπομαγνησιαιμία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπασβεστιαιμία | Μη γνωστές | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία | Όχι συχνές |
| Διέγερση, σύγχυση, κατάθλιψη | Σπάνιες | |
| Επιθετικότητα, ψευδαισθήσεις | Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | Συχνές |
| Ζάλη, παραισθησία, υπνηλία | Όχι συχνές | |
| Διαταραχή της γεύσης | Σπάνιες | |
| Διαταραχές του οφθαλμού | Θολή όραση | Σπάνιες |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος | Όχι συχνές |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές του μεσοθωρακίου | Βρογχόσπασμος | Σπάνιες |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα, διάρροια, μετεωρισμός, ναυτία/έμετος, πολύποδες αδενίων θόλου (καλοήθεις) | Συχνές |
| Ξηροστομία, στοματίτιδα, γαστρεντερική καντιντίαση | Σπάνιες | |
| Μικροσκοπική κολίτιδα | Μη γνωστές | |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | Αυξημένα ηπατικά ένζυμα | Όχι συχνές |
| Ηπατίτιδα με ή χωρίς ίκτερο | Σπάνιες | |
| Ηπατική ανεπάρκεια, εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ασθένεια του ήπατος | Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δερματίτιδα, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση | Όχι συχνές |
| Αλωπεκία, φωτοευαισθησία | Σπάνιες | |
| Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens- Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) | Πολύ σπάνιες | |
| Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (βλ. παράγραφο 4.4). | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Κάταγμα του ισχίου, του καρπού ή της σπονδυλικής στήλης | Όχι συχνές |
| Αρθραλγία, μυαλγία | Σπάνιες | |
| Μυϊκή αδυναμία | Πολύ σπάνιες | |
| Διαταραχές νεφρών και του ουροφόρων οδών | Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα (με πιθανή εξέλιξη σε νεφρική ανεπάρκεια) | Σπάνιες |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Γυναικομαστία | Πολύ σπάνιες |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Αίσθημα κακουχίας, περιφερικό οίδημα | Όχι συχνές |
| Αυξημένη εφίδρωση | Σπάνιες |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:
Ελλάδα Κύπρος Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Μεσογείων 284 Υπουργείο Υγείας GR-15562, Χολαργός, Αθήνα CY-1475, Λευκωσία Τηλ.: +30 21 32040337 Τηλ.: +357 22608607 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Φαξ: + 357 22608669 http://www.kitrinikarta.gr Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα:
Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο, επιγαστρικό άλγος, γαστρεντερική αιμορραγία, σπανίως διάρροια, αποπροσανατολισμό, διέγερση, κώμα, υπνηλία, ζάλη, εμβοές, λιποθυμία και περιστασιακά σπασμούς. Σε περιπτώσεις σοβαρής δηλητηρίασης, η οξεία νεφρική ανεπάρκεια και η ηπατική βλάβη είναι πιθανές.
Θεραπεία:
Η αντιμετώπιση της οξείας δηλητηρίασης από ΜΣΑΦ αποτελείται ουσιαστικά από υποστηρικτικά και συμπτωματικά μέτρα. Μέσα σε μία ώρα από την κατάποση μιας δυνητικά τοξικής ποσότητας πρέπει να εξετασθεί η χορήγηση ενεργού άνθρακα. Εναλλακτικά, σε ενήλικες, η πλύση στομάχου πρέπει να εξετάζεται εντός μίας ώρας από τη λήψη μιας δυνητικά απειλητικής για τη ζωή δόσης.
Πρέπει να διασφαλιστεί μια καλή αποβολή ούρων.
Η ηπατική και νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται.
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τουλάχιστον τέσσερις ώρες μετά την κατάποση δυνητικά τοξικών ποσοτήτων.
Οι συχνοί ή παρατεταμένοι σπασμοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ενδοφλέβια διαζεπάμη.
Η κλινική κατάσταση του ασθενούς θα υποδείξει άλλα μέτρα. Ειδικές θεραπείες, όπως η υποχρεωτική διούρηση, η αιμοκάθαρση και η αιμοδιήθηση πιθανότατα δεν βοηθούν στην εξάλειψη των ΜΣΑΦ, λόγω του υψηλού ποσοστού πρωτεϊνικής σύνδεσης και εκτεταμένου μεταβολισμού.
Υποστηρικτική και συμπτωματική θεραπεία πρέπει να δοθεί για επιπλοκές όπως υπόταση, νεφρική ανεπάρκεια, σπασμοί, γαστρεντερική διαταραχή και αναπνευστική καταστολή.
Είναι περιορισμένες οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις επιπτώσεις της υπερδοσολογίας ομεπραζόλης στον άνθρωπο. Στη βιβλιογραφία έχουν περιγραφεί δόσεις έως και 560 mg και υπήρξαν περιστασιακές αναφορές όπου εφάπαξ από του στόματος δόσεις έφτασαν μέχρι και τα 2.400 mg ομεπραζόλης (120 φορές μεγαλύτερες της συνήθους κλινικά συνιστώμενης δόσης). Αναφέρθηκαν ναυτία, έμετος, ζάλη, κοιλιακό άλγος, διάρροια και κεφαλαλγία. Επίσης αναφέρθηκαν απάθεια, κατάθλιψη και σύγχυση σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
Τα συμπτώματα που περιγράφηκαν ήταν παροδικά και δεν έχει αναφέρθηκε σοβαρή βλάβη. Ο ρυθμός απομάκρυνσης παρέμεινε αμετάβλητος (κινητική πρώτης τάξης) σε αυξημένες δόσεις. Η θεραπεία, εάν απαιτηθεί, είναι συμπτωματική.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Παράγωγα οξικού οξέος και συγγενείς ουσίες Κωδικός ATC: M01AB55 (δικλοφενάκη, συνδυασμοί)
Η δικλοφενάκη είναι ένας μη-στεροειδής παράγοντας με σημαντικές αναλγητικές/αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Είναι ένας αναστολέας της συνθετάσης των προσταγλανδινών (κυκλοοξυγενάση).
Μηχανισμός δράσης Η Ομεπραζόλη, ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών, μειώνει την έκκριση γαστρικού οξέως μέσω ενός ιδιαίτερα στοχευμένου μηχανισμού δράσης. Είναι ένας ειδικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου. Δρα ταχέως και προσφέρει, με μία εφάπαξ ημερήσια δόση, έλεγχο μέσω αναστρέψιμης αναστολής έκκρισης γαστρικού οξέος.
Η ομεπραζόλη είναι μία ασθενής βάση και συμπυκνώνεται και μετατρέπεται σε δραστική μορφή μέσα στο ισχυρά όξινο περιβάλλον των ενδοκυτταρικών σωληνίσκων του τοιχωματικού κυττάρου, όπου αναστέλλει το ένζυμο Η+ Κ+ - ΑΤΡase – αντλία οξέως. Αυτή η επίδραση στο τελικό στάδιο της διαδικασίας σχηματισμού του γαστρικού οξέος είναι δοσοεξαρτώμενη και παρέχει εξαιρετικά αποτελεσματική αναστολή τόσο της βασικής έκκρισης οξέος όσο και της διεγειρόμενης έκκρισης οξέος, ανεξάρτητα από το ερέθισμα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Όλες οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις που παρατηρούνται μπορούν να εξηγηθούν από την επίδραση της ομεπραζόλης στην έκκριση οξέος.
Επίδραση στην έκκριση γαστρικού οξέος Η από του στόματος χορηγούμενη ομεπραζόλη μία φορά ημερησίως παρέχει ταχεία και αποτελεσματική αναστολή έκκρισης του γαστρικού οξέος κατά τη διάρκεια της ημέρας και νύχτας, με το μέγιστο αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται εντός 4 ημερών θεραπείας. Με 20 mg ομεπραζόλης, μία μέση μείωση τουλάχιστον 80% στην 24ωρη ενδογαστρική οξύτητα διατηρείται σε ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος, με μέση ελάττωση της μέγιστης έκκρισης οξέος μετά από διέγερση με πενταγαστρίνη περίπου 70%, 24 ώρες μετά τη χορήγηση.
Η από του στόματος χορηγούμενη ομεπραζόλη 20 mg διατηρεί ένα ενδογαστρικό pH ≥ 3 για ένα μέσο χρόνο 17 ωρών κατά τη διάρκεια των 24 ωρών σε ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος.
Ως συνέπεια της μειωμένης έκκρισης οξέος και ενδογαστρικής οξύτητας, η ομεπραζόλη μειώνει/ ομαλοποιεί, με δοσοεξαρτώμενο τρόπο, την έκθεση οξέος του οισοφάγου σε ασθενείς με γαστρο- οισοφαγική παλινδρόμηση.
Η αναστολή της έκκρισης οξέος σχετίζεται με την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου (AUC) της ομεπραζόλης και όχι με την πραγματική συγκέντρωση στο πλάσμα σε μια δεδομένη στιγμή.
Δεν έχει παρατηρηθεί ταχυφυλαξία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ομεπραζόλη.
Άλλες επιδράσεις που σχετίζονται με την αναστολή οξέος Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας έχουν αναφερθεί γαστρικές αδενικές κύστες σε κάπως αυξημένη συχνότητα. Οι αλλαγές αυτές αποτελούν ένα φυσιολογικό επακόλουθο της έντονης αναστολής της έκκρισης οξέος, είναι καλοήθεις και φαίνεται να είναι αναστρέψιμες.
Η μειωμένη γαστρική οξύτητα, οφειλόμενη σε οποιαδήποτε μέσα, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, αυξάνει τον αριθμό των γαστρικών βακτηριδίων που φυσιολογικά
υπάρχουν στον γαστρεντερικό αυλό. Η θεραπεία με φάρμακα που μειώνουν την έκκριση οξέος μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών λοιμώξεων από Salmonella και Campylobacter.
Κατά τη θεραπεία με αντιεκκριτικά φαρμακευτικά προϊόντα, η μείωση της έκκρισης οξέος προκαλεί αύξηση των επιπέδων γαστρίνης στον ορό. Ομοίως, αυξάνονται τα επίπεδα CgA λόγω της μειωμένης γαστρικής οξύτητας. Τα αυξημένα επίπεδα CgA ενδέχεται να επηρεάζουν τη διερεύνηση νευροενδοκρινικών όγκων. Από τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία προκύπτει ότι η χρήση αναστολέων αντλίας πρωτονίων θα πρέπει να διακόπτεται 5 ημέρες έως και 2 εβδομάδες πριν από τις μετρήσεις της CgA. Σκοπός της διακοπής είναι να διευκολυνθεί η επάνοδος τυχόν ψευδώς αυξημένων τιμών της CgA μετά τη θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs) εντός του εύρους των τιμών αναφοράς.
Μια αύξηση του αριθμού των ECL κυττάρων που πιθανότατα να σχετίζεται με την αύξηση των επιπέδων γαστρίνης στον ορό έχει παρατηρηθεί σε μερικούς ασθενείς (παιδιά και ενήλικες), κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με ομεπραζόλη. Τα ευρήματα θεωρείται ότι δεν έχουν κλινική σημασία.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Η νατριούχος δικλοφενάκη απορροφάται ταχέως από το έντερο και υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου. Θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται περίπου ½ ώρα μετά τη χορήγηση δικλοφενάκης. Η δραστική ουσία είναι 99,7% συνδεδεμένη με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και ο χρόνος ημίσειας ζωής για την φάση της τελικής αποβολής είναι 1-2 ώρες. Περίπου 60% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω των νεφρών, με τη μορφή των μεταβολιτών και λιγότερο από 1% σε αμετάβλητη μορφή. Το υπόλοιπο της δόσης απεκκρίνεται μέσω της χολής σε μορφή που έχει μεταβολιστεί.
Μετά από μια ταχεία γαστρική δίοδο, τα γαστροανθεκτικά κοκκία της δικλοφενάκης διασφαλίζουν γρήγορη διαθεσιμότητα του δραστικού συστατικού στην κυκλοφορία του αίματος. Τα κοκκία παρατεταμένης αποδέσμευσης προκαλούν μια καθυστερημένη απελευθέρωση του δραστικού συστατικού, κάτι που σημαίνει πως μία μόνο εφάπαξ ημερήσια δόση είναι συνήθως επαρκής.
Απορρόφηση Η ομεπραζόλη και το άλας μαγνησίου της ομεπραζόλης είναι ασταθείς στο οξύ και ως εκ τούτου χορηγούνται από του στόματος ως εντεροδιαλυτά κοκκία σε καψάκια ή δισκία. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης είναι ταχεία, με τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα να εμφανίζονται περίπου 1-2 ώρες μετά τη δόση. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης λαμβάνει χώρα στο λεπτό έντερο και ολοκληρώνεται συνήθως εντός 3-6 ωρών. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν έχει καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα. Η συστηματική διαθεσιμότητα (βιοδιαθεσιμότητα) από μια εφάπαξ από του στόματος δόση ομεπραζόλης είναι περίπου 40%. Μετά από επαναλαμβανόμενη εφάπαξ ημερησία χορήγηση η βιοδιαθεσιμότητα αυξάνεται σε περίπου 60%.
Κατανομή Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε υγιή άτομα, είναι περίπου 0,3 l/kg βάρους σώματος. Η ομεπραζόλη είναι 97% συνδεδεμένη με πρωτεΐνες πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός Η ομεπραζόλη μεταβολίζεται πλήρως από το σύστημα (CYP) του κυτοχρώματος P450. Το μεγαλύτερο τμήμα του μεταβολισμού του εξαρτάται από το πολυμορφικά εκφραζόμενο CYP2C19, υπεύθυνο για τον σχηματισμό της υδροξυομεπραζόλης, τον κύριο μεταβολίτη στο πλάσμα. Το υπόλοιπο τμήμα εξαρτάται από ένα άλλο ειδικό ισόμορφο, CYP3A4, υπεύθυνο για το σχηματισμό της σουλφονικής ομεπραζόλης. Ως αποτέλεσμα της υψηλής συγγένειας της ομεπραζόλης με το CYP2C19, υπάρχει ένα δυναμικό για την ανταγωνιστική αναστολή και μεταβολικών αλληλεπιδράσεων φαρμάκου-φαρμάκου με άλλα υποστρώματα του CYP2C19. Ωστόσο, λόγω της χαμηλής συγγένειας με το CYP3A4, η ομεπραζόλη δεν έχει καμία δυνατότητα να αναστείλει τον μεταβολισμό άλλων υποστρωμάτων του CYP3A4. Επιπλέον, η ομεπραζόλη δεν διαθέτει ανασταλτική δράση επί των κύριων CYP ενζύμων.
Περίπου το 3% του Καυκάσιου πληθυσμού και το 15-20% του Ασιατικού πληθυσμού έχουν έλλειψη του λειτουργικού ενζύμου CYP2C19 και αποκαλούνται άτομα με περιορισμένο μεταβολισμό. Σε τέτοια άτομα ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης πιθανόν να καταλύεται κυρίως από το CYP3A4. Μετά από επαναλαμβανόμενη εφάπαξ ημερήσια χορήγηση 20 mg ομεπραζόλης, η μέση AUC ήταν 5 με 10 φορές υψηλότερη σε άτομα με περιορισμένο μεταβολισμό σε σχέση με άτομα που είχαν λειτουργικό ένζυμο CYP2C19 (άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό). Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν επίσης υψηλότερες, κατά 3 έως 5 φορές. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν επιπτώσεις στην δοσολογία της ομεπραζόλης.
Αποβολή Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής πλάσματος της ομεπραζόλης είναι συνήθως μικρότερος από μία ώρα, τόσο μετά από μια εφάπαξ όσο και μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερησίως από του στόματος δόσεις. Η ομεπραζόλη αποβάλλεται πλήρως από το πλάσμα μεταξύ των δόσεων, χωρίς τάση για συσσώρευση κατά τη διάρκεια χορήγησης εφάπαξ ημερησίως. Σχεδόν το 80% της από του στόματος δόσης ομεπραζόλης αποβάλλεται υπό τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα, το υπόλοιπο στα κόπρανα, κατά κύριο λόγο προερχόμενα από την έκκριση της χολής.
Η AUC της ομεπραζόλης αυξάνεται με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η αύξηση αυτή είναι δόσοεξαρτώμενη και έχει ως αποτέλεσμα μια μη γραμμική σχέση δόσης - AUC μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Αυτή η εξάρτηση δόσης και χρόνου οφείλεται στη μείωση του μεταβολισμού πρώτης διόδου και της συστηματικής κάθαρσης που πιθανόν προκαλείται από την αναστολή του ενζύμου CYP2C19 από την ομεπραζόλη και / ή τους μεταβολίτες της (π.χ. τη σουλφονική).
Δεν έχει βρεθεί μεταβολίτης που να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην έκκριση γαστρικού οξέος.
Ειδικοί πληθυσμοί Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία Ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία είναι εξασθενημένος, με αποτέλεσμα την αύξηση του AUC. Η Ομεπραζόλη δεν έχει δείξει καμία τάση συσσώρευσης με εφάπαξ ημερήσια δόση.
Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία Οι φαρμακοκινητικές της ομεπραζόλης, συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας και του ποσοστού αποβολής, είναι αμετάβλητες σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Ηλικιωμένοι Ο ρυθμός μεταβολισμού της ομεπραζόλης είναι κάπως μειωμένος σε ηλικιωμένα άτομα (75-79 ετών).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Δεν υπάρχουν άλλα προκλινικά δεδομένα που να παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τον θεράποντα ιατρό από αυτά που ήδη περιλαμβάνονται σε άλλα τμήματα της ΠΧΠ.
Σε δια βίου μελέτες σε αρουραίους που έλαβαν θεραπεία με ομεπραζόλη παρατηρήθηκαν γαστρική ECL- κυτταρική υπερπλασία και καρκινοειδή. Οι αλλαγές αυτές είναι αποτέλεσμα παρατεταμένης υπεργαστριναιμίας επακόλουθης της αναστολής έκκρισης του οξέος. Παρόμοια ευρήματα έχουν βρεθεί έπειτα από θεραπεία με ανταγωνιστές των Η -υποδοχέων, αναστολείς της αντλίας πρωτονίων και μετά από μερική βυθεκτομή. Επομένως, αυτές οι μεταβολές δεν οφείλονται στην άμεση δράση κάποιας συγκεκριμένης δραστικής ουσίας.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Περιεχόμενο καψακίου:
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Ποβιδόνη Κ 25 Άνυδρο κολλοειδές διοξείδιο του πυριτίου Συμπολυμερές μεθακρυλικού οξέος-ακρυλικού αιθυλεστέρα (1:1) τύπου Α ουδετεροποιημένο με (6 mol%) υδροξείδιο του νατρίου Προπυλενογλυκόλη Άμμωνιο-μεθακρυλικό συμπολυμερές τύπου Α Άμμωνιο-μεθακρυλικό συμπολυμερές τύπου Β Μαννιτόλη Βαρύ ανθρακικό μαγνήσιο Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη (75-150 mPas/5% sol.)
Λαουρυλοθειικό νάτριο Υπρομελλόζη (υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη) (6 mPas)
Συμπολυμερές μεθακρυλικού οξέος-ακρυλικού αιθυλεστέρα (1:1) διασπορά 30% (ξηρή ουσία)
Πολυσορβικό 80 Κιτρικός τριαιθυλεστέρας Τάλκης Κέλυφος καψακίου:
Διοξείδιο του τιτανίου (Ε171)
Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου Ε 172 Κίτρινο οξείδιο του σιδήρου Ε 172 Ζελατίνη
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται
6.3 Διάρκεια ζωής
Φιάλη HDPE: 4 χρόνια Κυψέλη: 4 χρόνια Διάρκεια ζωής μετά το πρώτο άνοιγμα Φιάλη HDPE: 1 μήνα
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φιάλη HDPE/Κυψέλη: Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30 °C.
HDPE Φιάλη: Διατηρείτε τον περιέκτη καλά κλεισμένο για να προστατεύεται από την υγρασία.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Λευκή φιάλη HDPE με βιδωτό πώμα ασφαλείας από πολυπροπυλένιο με ενσωματωμένο ξηραντικό.
Αρχική συσκευασία 30 σκληρών καψακίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης Κυψέλες ΟPA-Aluminium-PVC / Aluminium Αρχικές συσκευασίες των 10, 20, 30, 50, 60, 100 σκληρών καψακίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμία ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Bausch Health Ireland Limited, 3013 Lake Drive, Citywest Business Campus, Dublin 24, D24PPT3, Ιρλανδία
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Ελλάδα: 100184/07.10.2019 Κύπρος: 22360
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ελλάδα:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 10/12/2015 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 07/10/2019 Κύπρος:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 19/09/2016 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 24/03/2023
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Ελλάδα:07/06/2023 Κύπρος: 09/10/2025