DICLODUO COMBI MOD.R.CA.H (75+20)MG CAP BTX30
diclofenac, combinations
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 75 / CAP | 10.46 € |
DICLODUO COMBI MOD.R.CA.H (75+20)MG CAP BTX30 — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: κατά προτίμηση με τροφή
- Δόση έναρξης: ένα καψάκιο (δικλοφενάκη 75 mg/ ομεπραζόλη 20 mg) ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόσηένα καψάκιο (δικλοφενάκη 75 mg/ ομεπραζόλη 20 mg) ημερησίωςΜέγ. δόσηένα DICLODUO COMBI 75 mg /20 mg καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά την ημέραΟι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη μικρότερη διάρκεια που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΣε ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, χρησιμοποιείται με προσοχή και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά. Σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, αντενδείκνυνται.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΣε ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, χρησιμοποιείται με προσοχή και η ηπατική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται στενά. Σε σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, αντενδείκνυνται.
-
Ηλικιωμένοι (> 65 ετών)Να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση και για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται τακτικά για γαστρεντερική αιμορραγία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (≤ 18 ετών)Δεν συνιστώνται λόγω έλλειψης στοιχείων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, στα υποκατεστημένα βενζιμιδαζόλια ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (π.χ. άσθμα, κνίδωση, αγγειοοίδημα ή ρινίτιδα) ως αποτέλεσμα χρήσης ιβουπροφαίνης, ασπιρίνης ή άλλων ΜΣΑΦ.
-
Σοβαρή ηπατική, νεφρική και καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου της κύησης (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
Ενεργό, ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους / αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένης εξέλκωσης ή αιμορραγίας).
-
Ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, που σχετίζονται με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
-
Η ομεπραζόλη, όπως και άλλοι αναστολείς αντλίας πρωτονίων (PPIs) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με νελφιναβίρη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αποδεδειγμένη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (ΝΥΗΑ II-IV), ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και / ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γενικά (Δικλοφενάκη)ΠληθυσμόςΣε όλους τους ασθενείςΟι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη μικρότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο χρονικό διάστημα που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
-
Αλλεργικές αντιδράσειςπροσοχήΑλλεργικές αντιδράσεις, περιλαμβανομένων των αναφυλακτικών/αναφυλακτοειδών αντιδράσεων, μπορεί να παρατηρηθούν σε σπάνιες περιπτώσεις με τη χορήγηση δικλοφενάκης, χωρίς προηγούμενη έκθεση στο φάρμακο. Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας ενδέχεται, επίσης, να εξελιχθούν σε σύνδρομο Κούνης.
-
Κάλυψη σημείων και συμπτωμάτων λοίμωξηςπροσοχήΤα σκληρά καψάκια DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, ελεγχόμενης αποδέσμευσης μπορεί να καλύψουν τα σημεία και τα συμπτώματα της λοίμωξης εξαιτίας των φαρμακοδυναμικών ιδιοτήτων τους.
-
Συγχορήγηση με άλλα ΜΣΑΦπροσοχήΗ χρήση των DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg... με συγχορήγηση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης 2 πρέπει να αποφεύγεται λόγω της απουσίας στοιχείων που να αποδεικνύουν συνεργικά οφέλη αλλά και τη δυνατότητα αθροιστικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
ΗλικιωμένοιπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΑπαιτείται προσοχή. Οι ηλικιωμένοι εμφανίζουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ, ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση. Συνιστάται η χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης σε ευπαθείς ηλικιωμένους ασθενείς ή σε αυτούς με χαμηλό σωματικό βάρος.
-
Αναπνευστικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με άσθμα, εποχιακή αλλεργική ρινίτιδα, οίδημα του ρινικού βλεννογόνου, χρόνιες αποφρακτικές πνευμονοπάθειες ή χρόνιες μολύνσεις της αναπνευστικής οδού. Ασθενείς αλλεργικοί σε άλλες ουσίες με ιστορικό δερματικών αντιδράσεων, κνησμού ή κνίδωσης.Συνιστάται ιδιαίτερη προφύλαξη (ετοιμότητα σε περίπτωση έκτακτης ιατρικής ανάγκης) λόγω αυξημένης συχνότητας αντιδράσεων στα ΜΣΑΦ.
-
Καρδιαγγειακοί κίνδυνοι (Δικλοφενάκη)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα)Πρέπει να αντιμετωπίζονται με δικλοφενάκη, μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
-
Δόση και διάρκεια (Καρδιαγγειακοί κίνδυνοι)Πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα. Η ανάγκη του ασθενούς για ανακούφιση από τα συμπτώματα και η απόκριση στη θεραπεία πρέπει να επαναξιολογούνται περιοδικά.
-
Ηπατική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίαςΑπαιτείται στενή ιατρική επιτήρηση, καθώς η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί.
-
Ηπατική νόσοςΑν τα αποτελέσματα των εξετάσεων που δείχνουν μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία εμμένουν ή επιδεινώνονται ή αν αυξάνονται τα κλινικά σημεία ή συμπτώματα σχετιζόμενα με ηπατική νόσο ή αν προκύπτουν άλλες εκδηλώσεις (π.χ. ηωσινοφιλία, εξάνθημα), η χορήγηση δικλοφενάκης πρέπει να διακόπτεται.
-
Ηπατική πορφυρίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική πορφυρίαΣυνίσταται προσοχή, δεδομένου ότι μπορεί να προκληθεί κρίση.
-
Κατακράτηση υγρών και οίδημαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη καρδιακή ή νεφρική λειτουργία, ιστορικό υπέρτασης, ηλικιωμένοι, ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά ή φάρμακα που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία, ασθενείς με σημαντική μείωση του εξωκυτταρικού όγκου (π.χ. πριν ή μετά μείζονα χειρουργική επέμβαση).Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται. Η διακοπή της θεραπείας συνήθως ακολουθείται από επαναφορά στην κατάσταση πριν τη θεραπεία.
-
Νεφρική ανεπάρκειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, όσοι λαμβάνουν διουρητικά και οι ηλικιωμένοι.Η χορήγηση ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει μια δοσοεξαρτώμενη μείωση στο σχηματισμό των προσταγλανδινών και να επισπεύσει τη νεφρική ανεπάρκεια.
-
Καρδιαγγειακές και αγγειοεγκεφαλικές επιπτώσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή ήπιας ως μέτριας συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειαςΑπαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση και παροχή συμβουλής, καθώς έχουν αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα.
-
Αρτηριακά θρομβωτικά συμβάματαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια, και / ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο. Ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα).Πρέπει να αντιμετωπίζονται με δικλοφενάκη, μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
-
Γαστρεντερική αιμορραγία, εξέλκωση ή διάτρησηπροσοχήΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς, ιδιαίτερα με ιστορικό έλκους (αν αυτό περιπλέκεται με αιμορραγία ή διάτρηση) και ηλικιωμένοι.Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος με αυξημένες δόσεις ΜΣΑΦ. Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση.
-
Γαστρεντερική τοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαίτερα όταν είναι ηλικιωμένοιΠρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ειδικά γαστρεντερική αιμορραγία), ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας.
-
Συγχορήγηση με φάρμακα που αυξάνουν τον γαστρεντερικό κίνδυνοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη), εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες (π.χ. ασπιρίνη).Πρέπει να συνιστάται προσοχή.
-
Εμφάνιση γαστρεντερικής αιμορραγίας ή εξέλκωσηςΌταν εμφανισθεί γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
-
Γαστρεντερική νόσος (ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσουΤα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή, καθώς η κατάσταση τους μπορεί να επιδεινωθεί.
-
Διαρροή γαστρεντερικής αναστόμωσηςπροσοχήΠληθυσμόςΜετά από γαστρεντερική επέμβασηΣυνιστάται στενή ιατρική παρακολούθηση και ιδιαίτερη προσοχή.
-
Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (SLE) και μικτή νόσος του συνδετικού ιστούπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (SLE) και μικτή νόσο του συνδετικού ιστούΜπορεί να υπάρξει αυξημένος κίνδυνος πρόκλησης άσηπτης μηνιγγίτιδας.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςΤα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης σκληρά πρέπει να διακόπτονται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλαβών του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
-
Γυναικεία γονιμότηταΠληθυσμόςΓυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουνΔεν συνιστάται.
-
Γυναικεία γονιμότηταΠληθυσμόςΓυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή που υποβάλλονται σε έλεγχο για στειρότηταΠρέπει να εξετασθεί η διακοπή των DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψακίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρών.
-
Αιματολογικές ΕπιπτώσειςπροσοχήΤα DICLODUO COMBI 75 mg / 20 mg, καψάκια ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρά, όπως και άλλα ΜΣΑΦ, μπορεί να αναστείλουν αναστρέψιμα τη συσσωμάτωση αιμοπεταλίων.
-
Ομεπραζόλη - ΚακοήθειαπροσοχήΠληθυσμόςΜε την παρουσία οποιουδήποτε προειδοποιητικού συμπτώματος (π.χ. σημαντική ακούσια απώλεια βάρους, υποτροπιάζον έμετος, δυσφαγία, αιματέμεση ή μέλαινα) και όταν υπάρχει υποψία ή παρουσία γαστρικού έλκουςΠρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κακοήθειας, καθώς η θεραπεία μπορεί να ανακουφίσει τα συμπτώματα και να καθυστερήσει τη διάγνωση.
-
Συγχορήγηση αταζαναβίρηςπροσοχήΗ συγχορήγηση αταζαναβίρης με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων δεν συνιστάται. Αν ο συνδυασμός κριθεί αναπόφευκτος, συνιστάται στενή κλινική παρακολούθηση (π.χ. ιικό φορτίο) σε συνδυασμό με την αύξηση της δόσης της αταζαναβίρης σε 400 mg με 100 mg ριτοναβίρης. Δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της ομεπραζόλης των 20 mg.
-
Απορρόφηση βιταμίνης Β12προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένα αποθέματα Β12 στον οργανισμό ή παράγοντες κινδύνου για μειωμένη απορρόφηση βιταμίνης Β12 σε περίπτωση μακροχρόνιας θεραπείας.Η ομεπραζόλη μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της βιταμίνης Β12 (κυανοκοβαλαμίνη) λόγω της υπο-ή αχλωρυδρίας. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
Αλληλεπίδραση με κλοπιδογρέληπροσοχήΩς προφύλαξη, η ταυτόχρονη χρήση ομεπραζόλης και κλοπιδογρέλης πρέπει να αποθαρρύνεται.
-
ΥπομαγνησιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs), όπως η ομεπραζόλη, για τουλάχιστον τρεις μήνες, και στις περισσότερες περιπτώσεις, για ένα χρόνο.Μπορεί να προκύψουν σοβαρές εκδηλώσεις υπομαγνησιαιμίας.
-
Κίνδυνος κατάγματοςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ή με παρουσία άλλων αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου. Ασθενείς με κίνδυνο οστεοπόρωσης.Οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων, ειδικά αν χρησιμοποιηθούν σε υψηλές δόσεις και για μεγάλα χρονικά διαστήματα (> 1 έτος), μπορεί μετρίως να αυξήσουν τον κίνδυνο κατάγματος ισχίου, καρπού και σπονδυλικής στήλης. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν φροντίδα σύμφωνα με τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες και να έχουν επαρκή πρόσληψη βιταμίνης D και ασβεστίου.
-
Οξεία διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδαΗ ομεπραζόλη θα πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση πιθανολογούμενης οξείας διάμεσης σωληναριακής νεφρίτιδας και θα πρέπει να ξεκινήσει πάραυτα κατάλληλη θεραπεία.
-
Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος (SCLE)προσοχήΕάν παρατηρηθούν αλλοιώσεις, ιδίως σε περιοχές του δέρματος που εκτίθενται στον ήλιο, και εάν συνοδεύονται από αρθραλγία, ο ασθενής πρέπει να αναζητήσει άμεσα ιατρική βοήθεια και οι επαγγελματίες του τομέα της υγείας πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο διακοπής της χορήγησης DICLODUO COMBI 75 mg/20 mg, καψακίων ελεγχόμενης αποδέσμευσης, σκληρών. Η εμφάνιση SCLE με έναν PPI μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο με άλλους PPIs.
-
Γαστρεντερικές λοιμώξειςπροσοχήΗ θεραπεία με αναστολείς αντλίας πρωτονίων μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο γαστρεντερικών λοιμώξεων, όπως από Salmonella και Campylobacter.
-
Μακροχρόνιες θεραπείεςΠληθυσμόςΑσθενείς σε μακροχρόνιες θεραπείες, ειδικά όταν ξεπερνούν σε διάρκεια τον 1 χρόνοΠρέπει να βρίσκονται υπό τακτική παρακολούθηση.
-
Αλληλεπίδραση με εργαστηριακές εξετάσεις (CgA)Για να αποφεύγεται η αλληλεπίδραση, η θεραπεία με ομεπραζόλη θα πρέπει να διακόπτεται για τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις μετρήσεις της CgA. Εάν οι τιμές της CgA και της γαστρίνης δεν επανέλθουν εντός του εύρους των τιμών αναφοράς μετά την αρχική μέτρηση, οι μετρήσεις πρέπει να επαναληφθούν 14 ημέρες μετά τη διακοπή της θεραπείας με αναστολέα αντλίας πρωτονίων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα αναλγητικά, συμπεριλαμβανομένων εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης-2 (ΜΣΑΦ, ασπιρίνη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειώνΣύστασηΑποφύγετε την ταυτόχρονη χρήση
-
Διουρητικά και αντιυπερτασικάπροσοχήΜειωμένη διουρητική και αντιυπερτασική δράση. Αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας (ιδιαίτερα με αναστολείς ΜΕΑ και διουρητικά), αυξημένα επίπεδα καλίου στον ορό (με καλιοσυντηρητικά διουρητικά).ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης, ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας, παρακολούθηση καλίου ορού.
-
παρακολούθησηΑύξηση των συγκεντρώσεων πλάσματος της διγοξίνης (με δικλοφενάκη). Αύξηση βιοδιαθεσιμότητας κατά 10% (με ομεπραζόλη).ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων διγοξίνης στον ορό. Ενισχυμένη θεραπευτική παρακολούθηση της διγοξίνης με ομεπραζόλη.
-
Καρδιακές γλυκοσίδεςπροσοχήΤα ΜΣΑΦ μπορεί να επιδεινώσουν την καρδιακή ανεπάρκεια, να μειώσουν το GFR και να αυξήσουν τα επίπεδα πλάσματος της γλυκοσίδης.
-
παρακολούθησηΜειωμένη απέκκριση του λιθίου.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
προσοχήΑναστολή της σωληναριακής νεφρικής κάθαρσης της μεθοτρεξάτης από δικλοφενάκη, αυξάνοντας τα επίπεδα μεθοτρεξάτης και οδηγώντας σε τοξικότητα. Αύξηση επιπέδων μεθοτρεξάτης με ομεπραζόλη.ΣύστασηΠροσοχή όταν χορηγούνται σε διάστημα 24 ωρών. Σε υψηλές δόσεις μεθοτρεξάτης, μπορεί να χρειαστεί προσωρινή διακοπή ομεπραζόλης.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.ΣύστασηΗ δικλοφενάκη πρέπει να δοθεί σε χαμηλότερες δόσεις.
-
προσοχήΤα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την επίδραση της μιφεπριστόνης.ΣύστασηΤα ΜΣΑΦ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για 8-12 ημέρες μετά τη χορήγηση μιφεπριστόνης.
-
ΚορτικοστεροειδήπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή αιμορραγίας.
-
Αντιπηκτικά και αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντεςπροσοχήΑύξηση του κινδύνου αιμορραγίας.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση των ασθενών.
-
Αντιβιοτικά τύπου ΚινολονώνπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος σπασμών.
-
Εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας.
-
προσοχήΠιθανόν αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας (με ΜΣΑΦ). Αύξηση επιπέδων τακρόλιμους στον ορό (με ομεπραζόλη).ΣύστασηΕνισχυμένη παρακολούθηση της συγκέντρωσης τακρόλιμους και της νεφρικής λειτουργίας. Προσαρμογή της δόσης του τακρόλιμους εάν απαιτείται.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιματολογικής τοξικότητας. Αυξημένος κίνδυνος αίμαρθων και αιματώματος σε HIV(+) αιμορροφιλικούς.
-
παρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων φαινυτοΐνης.ΣύστασηΠαρακολούθηση των συγκεντρώσεων φαινυτοΐνης στο πλάσμα. Παρακολούθηση και περαιτέρω προσαρμογή της δόσης μετά το πέρας της θεραπείας με ομεπραζόλη, αν έχει γίνει προσαρμογή της δόσης της φαινυτοΐνης.
-
Κολεστιπόλη, χολεστυραμίνηπροσοχήΚαθυστέρηση ή μείωση της απορρόφησης της δικλοφενάκης.ΣύστασηΗ χορήγηση δικλοφενάκης να γίνεται τουλάχιστον μία ώρα πριν ή 4 έως 6 ώρες μετά τη χορήγηση της κολεστιπόλης / χολεστυραμίνης.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP2C9 (όπως σουλφοπυραζόνη, βορικοναζόλη)προσοχήΣημαντική αύξηση της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα και έκθεση σε δικλοφενάκη εξαιτίας της αναστολής του μεταβολισμού της δικλοφενάκης.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
ΑντιδιαβητικάπαρακολούθησηΥπογλυκαιμικές ή υπεργλυκαιμικές επιπτώσεις.ΣύστασηΗ παρακολούθηση του επιπέδου γλυκόζης στο αίμα συνιστάται.
-
αντένδειξηΜείωση των επιπέδων νελφιναβίρης στο πλάσμα.ΣύστασηΑντενδείκνυται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
προσοχήΜείωση των επιπέδων αταζαναβίρης στο πλάσμα.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
προσοχήΜειωμένη έκθεση στον δραστικό μεταβολίτη της κλοπιδογρέλης και μειωμένη αναστολή συσσώρευσης αιμοπεταλίων (λόγω αναστολής CYP2C19).ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποθαρρύνεται.
-
προσοχήΜειωμένη απορρόφηση, επηρεάζεται η κλινική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΓια την ποσακοναζόλη και την ερλοτινίμπη η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται.
-
Δραστικές ουσίες που μεταβολίζονται από το CYP2C19 (π.χ. R-βαρφαρίνη, άλλοι ανταγωνιστές βιταμίνης Κ, σιλοσταζόλη, διαζεπάμη, φαινυτοΐνη)προσοχήΜειωμένος μεταβολισμός και αυξημένη συστηματική έκθεση σε αυτές τις ουσίες (λόγω αναστολής CYP2C19 από ομεπραζόλη).ΣύστασηΠαρακολούθηση της συγκέντρωσης φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΑύξηση στα επίπεδα του πλάσματος της σακουιναβίρης (μέχρι 70%).
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό.ΣύστασηΠροσαρμογή της δόσης της ομεπραζόλης μπορεί να απαιτείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και μακροχρόνια θεραπεία.
-
Επαγωγείς του CYP2C19 και/ή CYP3A4 (όπως ριφαμπικίνη και υπερικό - St John’s wort)παρακολούθησηΜειωμένα επίπεδα ομεπραζόλης στον ορό.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Απλαστική αναιμία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Μη συγκεκριμένες αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλακτοειδής αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένης της υπότασης και της καταπληξίας)
- Αντίδραση αναπνευστικής οδού που περιλαμβάνει το άσθμα, επιδεινωθέν βρογχικό άσθμα, βρογχόσπασμος ή δύσπνοια
- Αγγειονευρωτικό οίδημα (συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος προσώπου)
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας π.χ. πυρετός, αγγειοοίδημα και αναφυλακτική αντίδραση/ καταπληξία
- Αναφυλαξία
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Φωτοευαισθησία
- Δερματικά εξανθήματα
- Έκζεμα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τριχόπτωση
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Πορφύρα
- Κνησμός
- Σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα
- Δερματίτιδα
- Αλωπεκία
- Υποξύς δερματικός ερυθηματώδης λύκος
- Αυξημένη εφίδρωση
- Κατάθλιψη
- Αποπροσανατολισμός
- Αϋπνία
- Ευερεθιστότητα
- Ψυχωσικές αντιδράσεις
- Εφιάλτες
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Επιθετικότητα
- Ψευδαισθήσεις
- Άγχος
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Διαταραχή μνήμης
- Παραισθησία
- Διαταραχή γεύσης
- Τρόμος
- Σπασμοί
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Ίλιγγος
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα (ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπάρχουσες αυτοάνοσες διαταραχές, όπως ο ερυθηματώδης λύκος, η μικτή νόσος του συνδετικού ιστού) με συμπτώματα όπως δυσκαμψία του αυχένα, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετο, πυρετό ή αποπροσανατολισμό
- Κόπωση και νωθρότητα
- Αίσθημα κακουχίας
- Θωρακικό άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Οίδημα
- Οπτική διαταραχή (θολή όραση)
- Διπλωπία
- Οπτική νευρίτιδα
- Θολή όραση
- Μειωμένη ακοή
- Εμβοές
- Υπέρταση
- Αγγειίτιδα
- Αίσθημα παλμών
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Σύνδρομο Κούνης
- Μικρό αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο)
- Άσθμα (συμπεριλαμβανομένης της δύσπνοιας)
- Πνευμονίτιδα
- Βρογχόσπασμος
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Γαστρίτιδα
- Αιματέμεση
- Αιμορραγική διάρροια
- Μέλαινα
- Πεπτικό έλκος
- Δυσκοιλιότητα
- Ελκώδης στοματίτιδα
- Γλωσσίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Ισχαιμική κολίτιδα
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Μικροσκοπική κολίτιδα
- Πολύποδες αδενίων θόλου
- Ανορεξία
- Υπονατριαιμία
- Έλκος του γαστρεντερικού σωλήνα (με ή χωρίς αιμορραγία ή διάτρηση)
- Διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, μερικές φορές θανατηφόρα, ιδίως στους ηλικιωμένους
- Έξαρση κολίτιδας και νόσου του Crohn
- Διαταραχή του οισοφάγου
- Διάφραγμα όπως η εντερική στένωση
- Γαστρεντερική καντιντίαση
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
- Ίκτερος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατική νέκρωση
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατίτιδα (σε μεμονωμένες περιπτώσεις κεραυνοβόλος)
- Εγκεφαλοπάθεια σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ασθένεια του ήπατος
- Πομφολυγώδεις εκρήξεις
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell's)
- Αλλεργική πορφύρα
- Γενικευμένο πομφολυγώδες σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα
- Νεφροτοξικότητα σε διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένης της διάμεσης νεφρίτιδας, πρωτεϊνουρία, νέκρωση νεφρικής θηλής, νεφρωσικό σύνδρομο, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ανωμαλίες του ουροποιητικού συστήματος (π.χ. αιματουρία)
- Διάμεση σωληναριακή νεφρίτιδα (με πιθανή εξέλιξη σε νεφρική ανεπάρκεια)
- Υπομαγνησιαιμία, σοβαρή υπομαγνησιαιμία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την υπασβεστιαιμία
- Κάταγμα ισχίου
- Κάταγμα καρπού
- Κάταγμα σπονδυλικής στήλης
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Γυναικομαστία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ δικλοφενάκη αντενδείκνυται κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης λόγω κινδύνου καρδιοπνευμονικής τοξικότητας, νεφρικής δυσλειτουργίας στο έμβρυο και παράτασης του χρόνου αιμορραγίας/αναστολής συσπάσεων μήτρας στη μητέρα. Κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο, δεν πρέπει να χορηγείται εκτός αν απολύτως απαραίτητο, με τη χαμηλότερη δόση και συντομότερη διάρκεια. Υπάρχει κίνδυνος αποβολής, καρδιακής δυσπλασίας, γαστροσχιστίας, ολιγοϋδραμνίου και στένωσης του αρτηριακού πόρου. Η ομεπραζόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς δεν υποδεικνύονται ανεπιθύμητες ενέργειες σε μελέτες.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΤα ΜΣΑΦ ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα σε πολύ μικρές ποσότητες και πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας. Η ομεπραζόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα αλλά δεν είναι πιθανό να επηρεάσει το παιδί σε θεραπευτικές δόσεις.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχή(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Παράγωγα οξικού οξέος και συγγενείς ουσίες Κωδικός ATC: M01AB55 (δικλοφενάκη, συνδυασμοί)
Μηχανισμός δράσης
- Δικλοφενάκη: Η δικλοφενάκη είναι ένας μη-στεροειδής παράγοντας με σημαντικές αναλγητικές/αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες. Είναι ένας αναστολέας της συνθετάσης των προσταγλανδινών (κυκλοοξυγενάση).
- Ομεπραζόλη: Η Ομεπραζόλη, ένα ρακεμικό μίγμα δύο εναντιομερών, μειώνει την έκκριση γαστρικού οξέους μέσω ενός ιδιαίτερα στοχευμένου μηχανισμού δράσης. Είναι ένας ειδικός αναστολέας της αντλίας πρωτονίων του τοιχωματικού κυττάρου. Δρα ταχέως και προσφέρει, με μία εφάπαξ ημερήσια δόση, έλεγχο μέσω αναστρέψιμης αναστολής έκκρισης γαστρικού οξέος. Η ομεπραζόλη είναι μία ασθενής βάση και συμπυκνώνεται και μετατρέπεται σε δραστική μορφή μέσα στο ισχυρά όξινο περιβάλλον των ενδοκυτταρικών σωληνίσκων του τοιχωματικού κυττάρου, όπου αναστέλλει το ένζυμο Η+ Κ+ - ΑΤΡase - αντλία οξέως. Αυτή η επίδραση στο τελικό στάδιο της διαδικασίας σχηματισμού του γαστρικού οξέος είναι δοσοεξαρτώμενη και παρέχει εξαιρετικά αποτελεσματική αναστολή τόσο της βασικής έκκρισης οξέος όσο και της διεγειρόμενης έκκρισης οξέος, ανεξάρτητα από το ερέθισμα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Όλες οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις που παρατηρούνται μπορούν να εξηγηθούν από την επίδραση της ομεπραζόλης στην έκκριση οξέος.
-
Επίδραση στην έκκριση γαστρικού οξέος: Η από του στόματος χορηγούμενη ομεπραζόλη μία φορά ημερησίως παρέχει ταχεία και αποτελεσματική αναστολή έκκρισης του γαστρικού οξέος κατά τη διάρκεια της ημέρας και νύχτας, με το μέγιστο αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται εντός 4 ημερών θεραπείας. Με 20 mg ομεπραζόλης, μία μέση μείωση τουλάχιστον 80% στην 24ωρη ενδογαστρική οξύτητα διατηρείται σε ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος, με μέση ελάττωση της μέγιστης έκκρισης οξέος μετά από διέγερση με πενταγαστρίνη περίπου 70%, 24 ώρες μετά τη χορήγηση. Η από του στόματος χορηγούμενη ομεπραζόλη 20 mg διατηρεί ένα ενδογαστρικό pH ≥ 3 για ένα μέσο χρόνο 17 ωρών κατά τη διάρκεια των 24 ωρών σε ασθενείς με δωδεκαδακτυλικό έλκος. Ως συνέπεια της μειωμένης έκκρισης οξέος και ενδογαστρικής οξύτητας, η ομεπραζόλη μειώνει/ ομαλοποιεί, με δοσοεξαρτώμενο τρόπο, την έκθεση οξέος του οισοφάγου σε ασθενείς με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Η αναστολή της έκκρισης οξέος σχετίζεται με την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης πλάσματος-χρόνου (AUC) της ομεπραζόλης και όχι με την πραγματική συγκέντρωση στο πλάσμα σε μια δεδομένη στιγμή. Δεν έχει παρατηρηθεί ταχυφυλαξία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ομεπραζόλη.
-
Άλλες επιδράσεις που σχετίζονται με την αναστολή οξέος: Κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας έχουν αναφερθεί γαστρικές αδενικές κύστες σε κάπως αυξημένη συχνότητα. Οι αλλαγές αυτές αποτελούν ένα φυσιολογικό επακόλουθο της έντονης αναστολής της έκκρισης οξέος, είναι καλοήθεις και φαίνεται να είναι αναστρέψιμες. Η μειωμένη γαστρική οξύτητα, οφειλομένη σε οποιαδήποτε μέσα, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων της αντλίας πρωτονίων, αυξάνει τον αριθμό των γαστρικών βακτηριδίων που φυσιολογικά υπάρχουν στον γαστρεντερικό αυλό. Η θεραπεία με φάρμακα που μειώνουν την έκκριση οξέος μπορεί να οδηγήσει σε ελαφρώς αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών λοιμώξεων από Salmonella και Campylobacter. Κατά τη θεραπεία με αντιεκκριτικά φαρμακευτικά προϊόντα, η μείωση της έκκρισης οξέος προκαλεί αύξηση των επιπέδων γαστρίνης στον ορό. Ομοίως, αυξάνονται τα επίπεδα CgA λόγω της μειωμένης γαστρικής οξύτητας. Τα αυξημένα επίπεδα CgA ενδέχεται να επηρεάζουν τη διερεύνηση νευροενδοκρινικών όγκων. Από τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία προκύπτει ότι η χρήση αναστολέων αντλίας πρωτονίων θα πρέπει να διακόπτεται 5 ημέρες έως και 2 εβδομάδες πριν από τις μετρήσεις της CgA. Σκοπός της διακοπής είναι να διευκολυνθεί η επάνοδος τυχόν ψευδώς αυξημένων τιμών της CgA μετά τη θεραπεία με αναστολείς της αντλίας πρωτονίων (PPIs) εντός του εύρους των τιμών αναφοράς. Μια αύξηση του αριθμού των ECL κυττάρων που πιθανότατα να σχετίζεται με την αύξηση των επιπέδων γαστρίνης στον ορό έχει παρατηρηθεί σε μερικούς ασθενείς (παιδιά και ενήλικες), κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με ομεπραζόλη. Τα ευρήματα θεωρείται ότι δεν έχουν κλινική σημασία.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Δικλοφενάκη
Η νατριούχος δικλοφενάκη απορροφάται ταχέως από το έντερο και υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου. Θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται περίπου ½ ώρα μετά τη χορήγηση δικλοφενάκης. Η δραστική ουσία είναι 99,7% συνδεδεμένη με τις πρωτεΐνες του πλάσματος και ο χρόνος ημίσειας ζωής για την φάση της τελικής αποβολής είναι 1-2 ώρες. Περίπου 60% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω των νεφρών, με τη μορφή των μεταβολιτών και λιγότερο από 1% σε αμετάβλητη μορφή. Το υπόλοιπο της δόσης απεκκρίνεται μέσω της χολής σε μορφή που έχει μεταβολιστεί. Μετά από μια ταχεία γαστρική δίοδο, τα γαστροανθεκτικά κοκκία της δικλοφενάκης διασφαλίζουν γρήγορη διαθεσιμότητα του δραστικού συστατικού στην κυκλοφορία του αίματος. Τα κοκκία παρατεταμένης αποδέσμευσης προκαλούν μια καθυστερημένη απελευθέρωση του δραστικού συστατικού, κάτι που σημαίνει πως μία μόνο εφάπαξ ημερήσια δόση είναι συνήθως επαρκής.
Ομεπραζόλη
Απορρόφηση
Η ομεπραζόλη και το άλας μαγνησίου της ομεπραζόλης είναι ασταθείς στο οξύ και ως εκ τούτου χορηγούνται από του στόματος ως εντεροδιαλυτά κοκκία σε καψάκια ή δισκία. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης είναι ταχεία, με τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα να εμφανίζονται περίπου 1-2 ώρες μετά τη δόση. Η απορρόφηση της ομεπραζόλης λαμβάνει χώρα στο λεπτό έντερο και ολοκληρώνεται συνήθως εντός 3-6 ωρών. Η ταυτόχρονη λήψη τροφής δεν έχει καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα. Η συστηματική διαθεσιμότητα (βιοδιαθεσιμότητα) από μια εφάπαξ από του στόματος δόση ομεπραζόλης είναι περίπου 40%. Μετά από επαναλαμβανόμενη εφάπαξ ημερησία χορήγηση η βιοδιαθεσιμότητα αυξάνεται σε περίπου 60%.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε υγιή άτομα, είναι περίπου 0,3 l/kg βάρους σώματος. Η ομεπραζόλη είναι 97% συνδεδεμένη με πρωτεΐνες πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η ομεπραζόλη μεταβολίζεται πλήρως από το σύστημα (CYP) του κυτοχρώματος P450. Το μεγαλύτερο τμήμα του μεταβολισμού του εξαρτάται από το πολυμορφικά εκφραζόμενο CYP2C19, υπεύθυνο για τον σχηματισμό της υδροξυομεπραζόλης, τον κύριο μεταβολίτη στο πλάσμα. Το υπόλοιπο τμήμα εξαρτάται από ένα άλλο ειδικό ισόμορφο, CYP3A4, υπεύθυνο για το σχηματισμό της σουλφονικής ομεπραζόλης. Ως αποτέλεσμα της υψηλής συγγένειας της ομεπραζόλης με το CYP2C19, υπάρχει ένα δυναμικό για την ανταγωνιστική αναστολή και μεταβολικών αλληλεπιδράσεων φαρμάκου-φαρμάκου με άλλα υποστρώματα του CYP2C19. Ωστόσο, λόγω της χαμηλής συγγένειας με το CYP3A4, η ομεπραζόλη δεν έχει καμία δυνατότητα να αναστείλει τον μεταβολισμό άλλων υποστρωμάτων του CYP3A4. Επιπλέον, η ομεπραζόλη δεν διαθέτει ανασταλτική δράση επί των κύριων CYP ενζύμων. Περίπου το 3% του Καυκάσιου πληθυσμού και το 15-20% του Ασιατικού πληθυσμού έχουν έλλειψη του λειτουργικού ενζύμου CYP2C19 και αποκαλούνται άτομα με περιορισμένο μεταβολισμό. Σε τέτοια άτομα ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης πιθανόν να καταλύεται κυρίως από το CYP3A4. Μετά από επαναλαμβανόμενη εφάπαξ ημερήσια χορήγηση 20 mg ομεπραζόλης, η μέση AUC ήταν 5 με 10 φορές υψηλότερη σε άτομα με περιορισμένο μεταβολισμό σε σχέση με άτομα που είχαν λειτουργικό ένζυμο CYP2C19 (άτομα με εκτεταμένο μεταβολισμό). Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν επίσης υψηλότερες, κατά 3 έως 5 φορές. Τα ευρήματα αυτά δεν έχουν επιπτώσεις στην δοσολογία της ομεπραζόλης.
Αποβολή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής πλάσματος της ομεπραζόλης είναι συνήθως μικρότερος από μία ώρα, τόσο μετά από μια εφάπαξ όσο και μετά από επαναλαμβανόμενες εφάπαξ ημερησίως από του στόματος δόσεις. Η ομεπραζόλη αποβάλλεται πλήρως από το πλάσμα μεταξύ των δόσεων, χωρίς τάση για συσσώρευση κατά τη διάρκεια χορήγησης εφάπαξ ημερησίως. Σχεδόν το 80% της από του στόματος δόσης ομεπραζόλης αποβάλλεται υπό τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα, το υπόλοιπο στα κόπρανα, κατά κύριο λόγο προερχόμενα από την έκκριση της χολής. Η AUC της ομεπραζόλης αυξάνεται με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Η αύξηση αυτή είναι δόσοεξαρτώμενη και έχει ως αποτέλεσμα μια μη γραμμική σχέση δόσης - AUC μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Αυτή η εξάρτηση δόσης και χρόνου οφείλεται στη μείωση του μεταβολισμού πρώτης διόδου και της συστηματικής κάθαρσης που πιθανόν προκαλείται από την αναστολή του ενζύμου CYP2C19 από την ομεπραζόλη και / ή τους μεταβολίτες της (π.χ. τη σουλφονική). Δεν έχει βρεθεί μεταβολίτης που να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην έκκριση γαστρικού οξέος.
Ειδικοί πληθυσμοί
Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία
Ο μεταβολισμός της ομεπραζόλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία είναι εξασθενημένος, με αποτέλεσμα την αύξηση του AUC. Η Ομεπραζόλη δεν έχει δείξει καμία τάση συσσώρευσης με εφάπαξ ημερήσια δόση.
Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία
Οι φαρμακοκινητικές της ομεπραζόλης, συμπεριλαμβανομένης της συστηματικής βιοδιαθεσιμότητας και του ποσοστού αποβολής, είναι αμετάβλητες σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Ηλικιωμένοι
Ο ρυθμός μεταβολισμού της ομεπραζόλης είναι κάπως μειωμένος σε ηλικιωμένα άτομα (75-79 ετών).