Clinio Logo
Clinio
FAMPRIDINE-STADA › ΠΧΠ

FAMPRIDINE-STADA — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 6 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Το Fampridine/Stada 10 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 10 mg φαμπριδίνης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης.

Ένα λευκό έως υπόλευκο, επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο, ωοειδές, αμφίκυρτο δισκίο, διαστάσεων 13 mm x 8 mm με χαραγμένη την ένδειξη «L10» στη μία πλευρά και επίπεδο στην άλλη πλευρά.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Fampridine/Stada ενδείκνυται για τη βελτίωση της βάδισης σε ενήλικες ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας, οι οποίοι παρουσιάζουν ανικανότητα βάδισης (EDSS 4-7).

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Η θεραπεία με Fampridine/Stada περιορίζεται στη συνταγογράφηση και την επίβλεψη από ιατρούς που διαθέτουν εμπειρία στη διαχείριση της σκλήρυνσης κατά πλάκας.

Δοσολογία Η συνιστώμενη δόση είναι ένα δισκίο των 10 mg, δύο φορές την ημέρα, κάθε 12 ώρες (ένα δισκίο το πρωί και ένα δισκίο το βράδυ). Το Fampridine/Stada δεν θα πρέπει να χορηγείται συχνότερα ή σε μεγαλύτερες δόσεις από τις συνιστώμενες (βλ. παράγραφο 4.4). Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται χωρίς τροφή (βλ. παράγραφο 5.2). Τα δισκία θα πρέπει να λαμβάνονται χωρίς τροφή (βλ. παράγραφο 5.2).

Έναρξη και αξιολόγηση της θεραπείας με Fampridine/Stada

• Η αρχική συνταγογράφηση θα πρέπει να περιορίζεται σε δύο έως τέσσερις εβδομάδες θεραπείας καθώς τα κλινικά οφέλη θα πρέπει γενικά να εμφανιστούν εντός δύο έως τεσσάρων εβδομάδων μετά από την έναρξη λήψης του Fampridine/Stada

• Συνιστάται εκτίμηση της ικανότητας βάδισης, π.χ. χρονομετρημένη βάδιση 25 ποδιών (8 περίπου μέτρων, Timed 25 Foot Walk, T25FW) ή κλίμακα βάδισης για σκλήρυνση κατά πλάκας 12 στοιχείων (Twelve Item Multiple Sclerosis Walking Scale, MSWS-12) για την αξιολόγηση της βελτίωσης εντός δύο έως τεσσάρων εβδομάδων. Εάν δεν παρατηρηθεί καμία βελτίωση, το Fampridine/Stada θα πρέπει να διακόπτεται.

• Το Fampridine/Stada θα πρέπει να διακόπτεται εάν δεν αναφερθεί κάποιο όφελος από τους ασθενείς.

Εκ νέου αξιολόγηση της θεραπείας με Fampridine/Stada Εάν παρατηρηθεί μείωση της ικανότητας βάδισης, οι ιατροί θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να διακόψουν τη θεραπεία, προκειμένου να επανεκτιμήσουν τα οφέλη του Fampridine/Stada (βλ.

παραπάνω). Η επαναξιολόγηση θα πρέπει να περιλαμβάνει τη διακοπή της λήψης του Fampridine/Stada και τη διενέργεια αξιολόγησης της ικανότητας βάδισης. Το Fampridine/Stada θα πρέπει να διακόπτεται

εάν δεν υπάρχουν πλέον οφέλη για τους ασθενείς ως προς τη βάδιση.

Παράλειψη δόσης Θα πρέπει να ακολουθείται πάντα το σύνηθες δοσολογικό σχήμα. Δεν θα πρέπει να ληφθεί διπλή δόση, εάν παραλειφθεί μια δόση.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται στους ηλικιωμένους πριν από την έναρξη της θεραπείας με αυτό το Fampridine/Stada. Συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας για την ανίχνευση τυχόν νεφρικής δυσλειτουργίας στους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.4).

Νεφρική δυσλειτουργία Το Fampridine/Stada αντενδείκνυται σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min) (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαμπριδίνης σε παιδιά ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης Το Fampridine/Stada είναι για από του στόματος χρήση.

Το δισκίο πρέπει να καταπίνεται ολόκληρο. Δεν πρέπει να διαιρείται, να θρυμματίζεται, να διαλύεται, να αναρροφάται ή να μασιέται.

4.3 Αντενδείξεις

• Yπερευαισθησία στη φαμπριδίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν φαμπριδίνη (4- αμινοπυριδίνη).

• ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό ή τρέχουσα εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων.

• ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min).

• ταυτόχρονη χρήση της φαμπριδίνης με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι αναστολείς του οργανικού κατιονικού μεταφορέα 2 (OCT2, Organic Cation Transporter 2) για παράδειγμα, σιμετιδίνη.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Κίνδυνος εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων Η θεραπεία με φαμπριδίνη αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων (βλ. παράγραφο 4.8).

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή παρουσία οποιουδήποτε παράγοντα, ο οποίος ενδέχεται να μειώσει τον ουδό των επιληπτικών κρίσεων.

Η χορήγηση φαμπριδίνης θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που παρουσιάζουν επιληπτικές κρίσεις ενόσω υποβάλλονται σε θεραπεία.

Νεφρική δυσλειτουργία Η φαμπριδίνη απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη από τους νεφρούς. Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία έχουν υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που σχετίζονται με αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες, ειδικότερα νευρολογικές επιδράσεις. Ο καθορισμός της νεφρικής λειτουργίας πριν από τη θεραπεία και η τακτική παρακολούθησή της κατά τη διάρκεια της θεραπείας συνιστάται για όλους τους ασθενείς (ειδικότερα για τους ηλικιωμένους, των οποίων η νεφρική λειτουργία ενδέχεται να είναι μειωμένη). Η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να εκτιμηθεί χρησιμοποιώντας τον τύπο Cockroft-

Gault.

Απαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση της φαμπριδίνης σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία είναι υποστρώματα του OCT2, για παράδειγμα καρβεδιλόλη, προπρανολόλη και μετφορμίνη.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, έχουν αναφερθεί σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης), ενώ η πλειονότητα αυτών των περιπτώσεων παρουσιάστηκε εντός της πρώτης εβδομάδας θεραπείας.

Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται σε ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων. Εάν παρουσιαστεί κάποια αναφυλακτική ή άλλη σοβαρή αλλεργική αντίδραση, η φαμπριδίνη θα πρέπει να διακόπτεται και να μην ξαναρχίζει.

Άλλες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις Η φαμπριδίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με καρδιαγγειακά συμπτώματα καρδιακών διαταραχών του ρυθμού και της φλεβοκομβικής ή κολποκοιλιακής αγωγιμότητας (αυτές οι επιδράσεις παρατηρούνται σε περίπτωση υπερδοσολογίας). Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες ασφαλείας για αυτούς τους ασθενείς.

Η αυξημένη επίπτωση ζάλης και διαταραχής της ισορροπίας που παρατηρείται με τη φαμπριδίνη είναι δυνατό να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο πτώσεων. Συνεπώς οι ασθενείς πρέπει να χρησιμοποιούν βοηθήματα βάδισης όπως απαιτείται.

Σε κλινικές μελέτες παρατηρήθηκαν χαμηλοί αριθμοί λευκοκυττάρων στο 2,1% των ασθενών υπό αγωγή με φαμπριδίνη έναντι του 1,9% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Στις κλινικές μελέτες παρατηρήθηκαν λοιμώξεις (βλ. παράγραφο 4.8) και δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα αυξημένο ποσοστό λοιμώξεων, καθώς και μια μειωμένη ανοσολογική απόκριση.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

Αντενδείκνυται η ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία περιέχουν φαμπριδίνη (4-αμινοπυριδίνη) (βλ. παράγραφο 4.3).

Η φαμπριδίνη αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών, όπου το 60% αποβάλλεται με ενεργή νεφρική έκκριση (βλ. παράγραφο 5.2). Το OCT2 είναι ο μεταφορέας που είναι υπεύθυνος για την ενεργή έκκριση της φαμπριδίνης. Επομένως, η ταυτόχρονη χρήση φαμπριδίνης με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι αναστολείς του OCT2, για παράδειγμα η σιμετιδίνη, αντενδείκνυνται (βλ. παράγραφο 4.3) και η ταυτόχρονη χρήση φαμπριδίνης με φαρμακευτικά προϊόντα, τα οποία είναι υποστρώματα του OCT2, για παράδειγμα καρβεδιλόλη, προπρανολόλη και μετφορμίνη θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ.

παράγραφο 4.4).

Ιντερφερόνη: η φαμπριδίνη έχει χορηγηθεί ταυτόχρονα με την ιντερφερόνη βήτα και δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα.

Βακλοφαίνη: η φαμπριδίνη έχει χορηγηθεί ταυτόχρονα με τη βακλοφαίνη και δεν παρατηρήθηκαν φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της φαμπριδίνης σε έγκυες γυναίκες.

Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση της φαμπριδίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η φαμπριδίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο ή στο ζωικό γάλα. Η φαμπριδίνη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Γονιμότητα Σε μελέτες σε ζώα, δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση στη γονιμότητα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Η φαμπριδίνη έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων γιατί η φαμπριδίνη μπορεί να προκαλέσει ζάλη.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η ασφάλεια της φαμπριδίνης έχει αξιολογηθεί σε τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, σε ανοικτές μακροχρόνιες μελέτες, καθώς και μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που εντοπίστηκαν είναι κυρίως νευρολογικές και περιλαμβάνουν επιληπτική κρίση, αϋπνία, άγχος, διαταραχή της ισορροπίας, ζάλη, παραισθησία, τρόμο, κεφαλαλγία και εξασθένιση. Το γεγονός αυτό συμφωνεί με τη φαρμακολογική δράση της φαμπριδίνης. Η μεγαλύτερη επίπτωση ανεπιθύμητων ενεργειών που έχουν αναγνωριστεί από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές σε ασθενείς με σκλήρυνση κατά πλάκας, όταν η φαμπριδίνη χορηγήθηκε στη συνιστώμενη δόση, έχουν αναφερθεί ως ουρολοίμωξη (περίπου στο 12% των ασθενών).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και απόλυτη συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, παρουσιάζονται ανεπιθύμητες ενέργειες με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Kατηγορία/οργανικό σύστημαΑνεπιθύμητη ενέργειαΚατηγορία συχνότητας
MedDRA
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματος1 Γρίπη1 Ρινοφαρυγγίτιδα1 Ιογενής λοίμωξη1Πολύ συχνές Συχνές Συχνές Συχνές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΑναφυλαξία Αγγειοοίδημα ΥπερευαισθησίαΌχι συχνές Όχι συχνές Όχι συχνές
Ψυχιατρικές διαταραχέςΑϋπνία ΆγχοςΣυχνές Συχνές
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΖάλη Κεφαλαλγία Διαταραχή της ισορροπίας Ίλιγγος Παραισθησία Τρόμος Επιληπτική κρίση2 Νευραλγία τριδύμου3Συχνές Συχνές Συχνές Συχνές Συχνές Συχνές Όχι συχνές Όχι συχνές
Kατηγορία/οργανικό σύστημαΑνεπιθύμητη ενέργειαΚατηγορία συχνότητας
MedDRA
Καρδιακές διαταραχέςΑίσθημα παλμών ΤαχυκαρδίαΣυχνές Όχι συχνές
Αγγειακές διαταραχέςΥπόταση4Όχι συχνές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίουΔύσπνοια Φαρυγγολαρυγγικό άλγοςΣυχνές Συχνές
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματοςΝαυτία Έμετος Δυσκοιλιότητα ΔυσπεψίαΣυχνές Συχνές Συχνές Συχνές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΕξάνθημα ΚνίδωσηΌχι συχνές Όχι συχνές
Διαταραχές του μυoσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΟσφυαλγίαΣυχνές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΕξασθένιση Θωρακική δυσφορία2Συχνές Όχι συχνές

1 Βλ. παράγραφο 4.4

2 Βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4

3 Περιλαμβάνει τόσο συμπτώματα de novo όσο και παρόξυνση υπάρχουσας νευραλγίας τριδύμου.

4 Τα συμπτώματα αυτά παρατηρήθηκαν στο πλαίσιο της υπερευαισθησίας.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Υπερευαισθησία Κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας) οι οποίες παρουσιάστηκαν σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω: δύσπνοια, θωρακική δυσφορία, υπόταση, αγγειοοίδημα, εξάνθημα και κνίδωση. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αντιδράσεις υπερευαισθησίας, ανατρέξτε στις παραγράφους 4.3 και 4.4.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς.

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: https://www.eof.gr https://www.kitrinikarta.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Τα οξέα συμπτώματα της υπερδοσολογίας με φαμπριδίνη ήταν συμβατά με τη διέγερση του κεντρικού

νευρικού συστήματος και περιλάμβαναν σύγχυση, τρόμο, εφίδρωση, επιληπτική κρίση και αμνησία.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στο κεντρικό νευρικό σύστημα σε υψηλές δόσεις 4-αμινοπυριδίνης περιλαμβάνουν ζάλη, σύγχυση, επιληπτικές κρίσεις, επιληπτική κατάσταση (status epilepticus), ακούσιες και χορειοαθετωσικές κινήσεις. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες σε υψηλές δόσεις περιλαμβάνουν περιπτώσεις καρδιακών αρρυθμιών (για παράδειγμα, υπερκοιλιακή ταχυκαρδία και βραδυκαρδία) και κοιλιακή ταχυκαρδία ως αποτέλεσμα πιθανής παράτασης του διαστήματος QT.

Έχουν ληφθεί, επίσης, αναφορές για υπόταση.

Αντιμετώπιση Θα πρέπει να παρέχεται υποστηρικτική φροντίδα σε ασθενείς που έχουν λάβει υπερβολική δόση φαρμάκου. Για την επαναλαμβανόμενη επιληπτική δραστηριότητα, θα πρέπει να χορηγείται θεραπεία με βενζοδιαζεπίνη, φαινυτοΐνη ή άλλη κατάλληλη οξεία αντιεπιληπτική θεραπεία.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: άλλα φάρμακα για το νευρικό σύστημα, κωδικός ATC: N07XX07.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η φαμπριδίνη είναι ένας αποκλειστής διαύλων καλίου. Με τον αποκλεισμό των διαύλων καλίου, η φαμπριδίνη μειώνει τη διαρροή ιοντικού ρεύματος μέσω αυτών των διαύλων, παρατείνοντας με αυτό τον τρόπο την επαναπόλωση και ενισχύοντας, συνεπώς, την παραγωγή δυναμικού δράσης σε απομυελινωμένους νευράξονες, καθώς και τη νευρολογική λειτουργία. Θεωρητικά, ενισχύοντας την παραγωγή του δυναμικού δράσης, είναι δυνατόν να άγονται περισσότερα ερεθίσματα στο κεντρικό νευρικό σύστημα.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Έχουν πραγματοποιηθεί τρεις τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες επιβεβαίωσης, φάσης III (MS-F203, MS-F204 και 218MS305). Το ποσοστό των ανταποκρινόμενων ασθενών ήταν ανεξάρτητο από την ταυτόχρονη θεραπεία με ανοσοτροποποιητικούς παράγοντες (συμπεριλαμβανομένων των ιντερφερονών, της οξικής γλατιραμέρης, της φιγκολιμόδης και της ναταλιζουμάμπης). Η δόση της φαμπριδίνης ήταν 10 mg δύο φορές την ημέρα.

Μελέτες MS-F203 και MS-F204 Το κύριο καταληκτικό σημείο στις μελέτες MS-F203 και MS-F204 ήταν το ποσοστό ανταποκρινόμενων ασθενών στην ταχύτητα βάδισης, όπως μετρήθηκε από τη δοκιμασία χρονομετρούμενης βάδισης 25 ποδιών (T25FW, Timed 25-foot Walk). Ως ανταποκρινόμενος ορίζεται ο ασθενής, ο οποίος παρουσίασε σταθερά μεγαλύτερη ταχύτητα βάδισης για τουλάχιστον τρεις από τις πιθανές τέσσερις επισκέψεις κατά τη διάρκεια της διπλά τυφλής περιόδου σε σύγκριση με τη μέγιστη τιμή που παρουσίασε σε πέντε επισκέψεις, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν λάμβανε θεραπεία.

Ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ασθενών που λάμβανε θεραπεία με φαμπριδίνη ανταποκρίθηκε σε σύγκριση με εκείνους που λάμβαναν το εικονικό φάρμακο (MS-F203: 34,8% έναντι 8,3%, p< 0,001.

MS-F204: 42,9% έναντι 9,3%, p< 0,001).

Οι ασθενείς που ανταποκρίθηκαν στη φαμπριδίνη αύξησαν την ταχύτητα βάδισής τους, κατά μέσο όρο, κατά 26,3% έναντι 5,3% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (p< 0,001) (MS-F203) και 25,3% έναντι 7,8% (p< 0,001) (MS-F204). Η βελτίωση παρουσιάστηκε ταχέως (εντός εβδομάδων) μετά την έναρξη της φαμπριδίνης.

Παρατηρήθηκαν στατιστικά και κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στη βάδιση, όπως μετρήθηκε με την κλίμακα βάδισης για σκλήρυνση κατά πλάκας 12 στοιχείων (Multiple Sclerosis Walking Scale 12-item).

Πίνακας 1: Μελέτες MS-F203 και MS-F204

ΜΕΛΕΤΗ*MS-F203MS-F204
Εικονικό φάρμακοΕικονικό φάρμακοΦαμπριδίνη 10 mgΕικονικό φάρμακοΕικονικό φάρμακοΦαμπριδίνη 10 mg
BIDBID
αριθμός (n) ασθενών72224118119
Σταθερή βελτίωση8,3%34,8%9,3%42,9%
Διαφορά26,5%33,5%
CI 95 %17,6%, 35,4%23,2%, 43,9%
Τιμή p< 0,001< 0,001
≥ 20% βελτίωση11,1%31,7%15,3%34,5%
Διαφορά20,6%19,2%
CI 95 %11,1%, 30,1%8,5%, 29,9%
Τιμή p< 0,001< 0,001
Ταχύτητα βάδισης Πόδια/secΠόδια ανά secΠόδια ανά secΠόδια ανά secΠόδια ανά sec
Αρχική τιμή2,042,022,212,12
Καταληκτικό σημείο2,152,322,392,43
Μεταβολή0,110,300,180,31
Διαφορά0,190,12
Τιμή p0,0100,038
Μέσος όρος ποσοστού (%) μεταβολής5,2413,887,7414,36
Διαφορά8,656,62
Τιμή p< 0,0010,007
MSWS-12-score [μέση τιμή, τυπικό σφάλμα
μέσης τιμής (sem)]69,27 (2,22)71,06 (1,34)67,03 (1,90)73,81 (1,87)
Μέσος όρος μεταβολής-0,01 (1,46)-2,84 (0,878)0,87 (1,22)-2,77 (1,20)
Διαφορά2,833,65
Τιμή p0,0840,021
LEMMT (μέση τιμή, τυπικό σφάλμα μέσης τιμής (sem)) Μη αυτόματος έλεγχος των μυών των κάτω άκρων)
Αρχική τιμή3,92 (0,070)4,01 (0,042)4,01 (0,054)3,95 (0,053)
Μέσος όρος μεταβολής0,05 (0,024)0,13 (0,014)0,05 (0,024)0,10 (0,024)
ΜΕΛΕΤΗ*MS-F203MS-F204
Εικονικό φάρμακοΕικονικό φάρμακοΦαμπριδίνη 10 mgΕικονικό φάρμακοΕικονικό φάρμακοΦαμπριδίνη 10 mg
BIDBID
Διαφορά0,080,05
Τιμή p0,0030,106
Βαθμολογία Ashworth (Ένας έλεγχος μυϊκής σπαστικότητας)
Αρχική τιμή0,98 (0,078)0,95 (0,047)0,79 (0,058)0,87 (0,057)
Μέσος όρος μεταβολής-0,09 (0,037)-0,18 (0,022)-0,07 (0,033)-0,17 (0,032)
Διαφορά0,100,10
Τιμή p0,0210,015

Μελέτη 218MS305 Η μελέτη 218MS305 διεξήχθη σε 636 άτομα με σκλήρυνση κατά πλάκας και ανικανότητα βάδισης.

Η διάρκεια της διπλά τυφλής θεραπείας ήταν 24 εβδομάδες με διάρκεια παρακολούθησης μετά τη θεραπεία 2 εβδομάδων. Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η βελτίωση στην ικανότητα βάδισης, που μετρήθηκε ως το ποσοστό ασθενών στους οποίους επετεύχθη μέση βελτίωση ≥ 8 σημείων από την αρχική βαθμολογία της MSWS-12 σε διάστημα 24 εβδομάδων. Στην παρούσα μελέτη υπήρξε μια στατιστικά σημαντική θεραπευτική διαφορά, με ένα υψηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβε θεραπεία με φαμπριδίνη να καταδεικνύει βελτίωση στην ικανότητα βάδισης, σε σύγκριση με τους ασθενείς ελεγχόμενους με εικονικό φάρμακο (σχετικός κίνδυνος της τάξης του 1,38 (95% CI: [1,06, 1,70]).

Βελτιώσεις γενικά εμφανίστηκαν εντός 2 έως 4 εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας, και εξαφανίστηκαν εντός 2 εβδομάδων από τη διακοπή της θεραπείας.

Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαμπριδίνη κατέδειξαν επίσης μια στατιστικά σημαντική βελτίωση στη χρονομετρημένη δοκιμασία «σήκω και προχώρα» (Timed Up and Go, TUG), μια μέτρηση της στατικής και δυναμικής ισορροπίας και της σωματικής κινητικότητας. Σε αυτό το δευτερεύον καταληκτικό σημείο, σε ένα υψηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβε θεραπεία με φαμπριδίνη επετεύχθη ≥ 15% μέση βελτίωση από την αρχική ταχύτητα της TUG για χρονικό διάστημα 24 εβδομάδων, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. H διαφορά στην κλίμακα ισορροπίας Berg (Berg Balance Scale, BBS, μια μέτρηση της στατικής ισορροπίας) δεν ήταν στατιστικά σημαντική.

Επιπλέον, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαμπριδίνη κατέδειξαν μια στατιστικά σημαντική μέση βελτίωση στη βαθμολογία σωματικής αξιολόγησης από την αρχική τιμή σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, στην κλίμακα επίδρασης της σκλήρυνσης κατά πλάκας (Multiple Sclerosis Impact Scale, MSIS-29) (διαφορά LSM -3,31, p < 0,001).

Πίνακας 2: Μελέτη 218MS305

Χρονικό διάστημα 24 εβδομάδωνΕικονικό φάρμακο N=318 *Φαμπριδίνη 10 mgΔιαφορά (95% ΔΕ) Τιμή p
BID
N=315 *
Ποσοστό ασθενών με μέση βελτίωση ≥ 8 σημείων από την αρχική βαθμολογία της MSWS-1234%43%Διαφορά κινδύνου: 10,4% (3%, 17,8%) 0,006
Βαθμολογία της MSWS-12 Αρχική τιμή Βελτίωση από την αρχική τιμή65,4 -2,5963,6 -6,73LSM: -4,14 (-6,22, -2,06) < 0,001
TUG35%43%Διαφορά κινδύνου: 9,2%
Χρονικό διάστημα 24 εβδομάδωνΕικονικό φάρμακο N=318 *Φαμπριδίνη 10 mgΔιαφορά (95% ΔΕ) Τιμή p
BID
N=315 *
Ποσοστό ασθενών με μέση βελτίωση ≥ 15% στην ταχύτητα της TUG(0,9%, 17,5%) 0,03
TUG Αρχική τιμή Βελτίωση από την αρχική τιμή (δευτερόλεπτα)27,1 -1,9424,9 -3,3LSM: -1,36 (-2,85, 0,12) 0,07
Βαθμολογία της σωματικής αξιολόγησης MSIS-29 Αρχική τιμή Βελτίωση από την αρχική τιμή55,3 -4,6852,4 -8,00LSM: -3,31 (-5,13, -1,50) < 0,001
Βαθμολογία της BBS Αρχική τιμή Βελτίωση από την αρχική τιμή40,2 1,3440,6 1,75LSM: 0,41 (-0,13, 0,95) 0,141

*Πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία = 633, LSM = Μέση τιμή ελαχίστων τετραγώνων (Least square mean)

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη φαμπριδίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της σκλήρυνσης κατά πλάκας με ανικανότητα βάδισης (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση:

Η φαμπριδίνη που χορηγείται από του στόματος απορροφάται ταχέως και πλήρως από τη γαστρεντερική οδό.

Η φαμπριδίνη έχει στενό θεραπευτικό δείκτη. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης φαμπριδίνης δεν έχει εκτιμηθεί, αλλά η σχετική βιοδιαθεσιμότητα (συγκριτικά με ένα υδατικό διάλυμα από του στόματος) είναι 95%. Το δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης φαμπριδίνης παρουσιάζει καθυστέρηση στην απορρόφηση της φαμπριδίνης η οποία εκδηλώνεται με πιο αργή αύξηση σε χαμηλότερη τιμή μέγιστης συγκέντρωσης, χωρίς καμία επίδραση στην έκταση της απορρόφησης.

Όταν τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης φαμπριδίνης λαμβάνονται μαζί με τροφή, η μείωση του εμβαδού κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα-χρόνου (AUC ) για τη φαμπριδίνη είναι 0-∞ περίπου 2-7% (δόση 10 mg). Η μικρή μείωση του AUC δεν αναμένεται να προκαλέσει μείωση της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, η συγκέντρωση C αυξάνεται κατά 15-23%.

max Επειδή υπάρχει μια σαφής σχέση μεταξύ της τιμής C και των ανεπιθύμητων ενεργειών που max σχετίζονται με τη δόση, συνιστάται να λαμβάνετε η φαμπριδίνη χωρίς τροφή (βλ. παράγραφο 4.2).

Κατανομή:

Η φαμπριδίνη είναι μια λιποδιαλυτή δραστική ουσία η οποία διαπερνά εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.

Η μεγαλύτερη ποσότητα της φαμπριδίνης δεν δεσμεύεται σε πρωτεΐνες του πλάσματος (το δεσμευμένο κλάσμα κυμαινόταν μεταξύ 3-7% στο ανθρώπινο πλάσμα). Ο όγκος κατανομής της φαμπριδίνης είναι περίπου 2,6 l/kg.

Η φαμπριδίνη δεν αποτελεί υπόστρωμα για τη γλυκοπρωτεΐνη P.

Βιομετασχηματισμός:

Στον άνθρωπο, η φαμπριδίνη μεταβολίζεται με οξείδωση σε 3-υδροξυ-4-αμινοπυριδίνη και στη συνέχεια, συζεύγνυται με θειικά δίνοντας τη θειική 3-υδροξυ-4-αμινοπυριδίνη. Δεν έχει βρεθεί καμία φαρμακολογική δραστικότητα για τους μεταβολίτες της φαμπριδίνης έναντι των εκλεκτικών διαύλων καλίου in vitro.

Η 3-υδροξυλίωση της φαμπριδίνης σε 3-υδροξυ-4-αμινοπυριδίνη από τα ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα φαίνεται να καταλύεται από το κυτόχρωμα P450 2E1 (CYP2E1).

Υπήρχαν ενδείξεις άμεσης αναστολής του ενζύμου CYP2E1 από τη φαμπριδίνη σε συγκέντρωση 30 μM (περίπου 12% αναστολή), συγκέντρωση η οποία είναι περίπου 100 φορές υψηλότερη από τον μέσο όρο συγκέντρωσης της φαμπριδίνης στο πλάσμα, που μετράται για το δισκίο των 10 mg.

Η επεξεργασία των ανθρώπινων ηπατοκυττάρων καλλιέργειας με φαμπριδίνη είχε μικρή ή καμία επίδραση στην επαγωγή των δραστικοτήτων των ενζύμων CYP1A2, CYP2B6, CYP2C9, CYP2C19, CYP2E1 ή CYP3A4/5.

Αποβολή:

Η κύρια οδός αποβολής της φαμπριδίνης είναι η νεφρική απέκκριση, ενώ περίπου το 90% της δόσης ανακτάται στα ούρα ως μητρική δραστική ουσία εντός 24 ωρών. Η νεφρική κάθαρση (CLR 370 ml/min)

είναι σημαντικά υψηλότερη από τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης λόγω του συνδυασμού σπειραματικής διήθησης και ενεργής απέκκρισης από τον νεφρικό μεταφορέα OCT2. Στα κόπρανα απεκκρίνεται ποσότητα μικρότερη του 1% της χορηγούμενης δόσης.

Η φαμπριδίνη χαρακτηρίζεται από γραμμική (ανάλογη της δόσης) φαρμακοκινητική με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής απομάκρυνσης περίπου 6 ώρες. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (C ) και σε max μικρότερο βαθμό, τα εμβαδόν κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα-χρόνου (AUC)

αυξάνονται ανάλογα με τη δόση.

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη κλινικά σχετικής συσσώρευσης της φαμπριδίνης, η οποία λαμβάνεται στη συνιστώμενη δόση, σε ασθενείς με πλήρως λειτουργικούς νεφρούς. Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, παρατηρείται συσσώρευση ανάλογη με το βαθμό της δυσλειτουργίας.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Η φαμπριδίνη απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη από τους νεφρούς. Επειδή η κάθαρση κρεατινίνης είναι γνωστό ότι μειώνεται με την ηλικία, συνιστάται η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Νεφρική δυσλειτουργία Η φαμπριδίνη αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς ως αμετάβλητη δραστική ουσία και κατά συνέπεια, η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται σε ασθενείς στους οποίους η νεφρική λειτουργία ενδέχεται να είναι μειωμένη. Οι ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία αναμένεται να εμφανίσουν συγκεντρώσεις φαμπριδίνης περίπου 1,7 έως 1,9 φορές υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις φαμπριδίνης που επιτυγχάνονται από ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η φαμπριδίνη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η φαμπριδίνη μελετήθηκε σε μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων από του στόματος σε διάφορα είδη ζώων.

Οι ανεπιθύμητες αποκρίσεις στη φαμπριδίνη που χορηγείται από του στόματος ήταν ταχείες κατά την έναρξη και εμφανίζονταν συχνότερα εντός των πρώτων 2 ωρών μετά τη χορήγηση της δόσης. Τα κλινικά σημεία μετά από μεγάλες εφάπαξ δόσεις ή από επαναλαμβανόμενες μικρότερες δόσεις ήταν παρόμοια σε όλα τα είδη που μελετήθηκαν και περιλάμβαναν τρόμους, σπασμούς, αταξία, δύσπνοια, διεσταλμένες κόρες, κατάπτωση, μη φυσιολογική φώνηση, αυξημένη αναπνοή και υπερβολική σιελόρροια. Επίσης, παρατηρήθηκε παθολογική βάδιση και υπερ-ευερεθιστότητα. Αυτά τα κλινικά σημεία ήταν αναμενόμενα και αντιπροσωπεύουν τροποποίηση του φαρμακολογικού στόχου πέρα από το σημείο αποτελεσματικότητας της φαμπριδίνης. Επιπρόσθετα, παρατηρήθηκαν μεμονωμένα

περιστατικά θανατηφόρων αποφράξεων της ουροποιητικής οδού σε αρουραίους. Η κλινική σχέση αυτών των ευρημάτων θα πρέπει να διαλευκανθεί στο μέλλον, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί μια αιτιώδης σχέση με τη θεραπεία με φαμπριδίνη.

Σε μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα αρουραίων και κουνελιών, παρατηρήθηκε μείωση του βάρους και της βιωσιμότητας των κυημάτων και των απογόνων σε δόσεις που ήταν τοξικές για τη μητέρα. Ωστόσο, δεν σημειώθηκε αυξημένος κίνδυνος δυσπλασιών ή ανεπιθύμητων ενεργειών στη γονιμότητα.

Σε μια σειρά in vitro και in vivo μελετών, η φαμπριδίνη δεν κατέδειξε κανένα μεταλλαξιογόνο, κλαστογόνο ή καρκινογόνο δυναμικό.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου Υπρομελλόζη, μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, άνυδρο κολλοειδές οξείδιο του πυριτίου στεατικό μαγνήσιο Επικάλυψη δισκίου Υπρομελλόζη διοξείδιο του τιτανίου πολυαιθυλενογλυκόλη

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

2 χρόνια.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C. Φυλάσσετε τα δισκία στην αρχική συσκευασία για να προστατεύονται από την υγρασία.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Συσκευασίες κυψέλης (blister) αλουμινίου με στρώση αποξηραντικού/αλουμινίου σε κουτιά 14 x 1 (συσκευασίες κυψέλης μοναδιαίας δόσης) δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 28 x 1 (συσκευασίες κυψέλης μοναδιαίας δόσης) δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 56 x 1 (συσκευασίες κυψέλης μοναδιαίας δόσης) δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Δεν υπάρχουν ειδικές απαιτήσεις.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

STADA Arzneimittel AG Stadastrasse 2-18 61118 Bad Vilbel Γερμανία

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ TOY ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3384901_SPC_3384901_1.pdf