Clinio Logo
Clinio
FISIOTENS › ΠΧΠ

FISIOTENS — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 3 συσκευασίες 1 πίνακας

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ Σελίδα 1 από 9

1. ΟΝΟΜΑΣIΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤIΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Fisiotens 0,2 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Fisiotens 0,3 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Fisiotens 0,4 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2. ΠΟIΟΤIΚΗ ΚΑI ΠΟΣΟΤIΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 0,2 mg ή 0,3 mg ή 0,4 mg μοξονιδίνης.

Έκδοχα με γνωστή δράση:

Το Fisiotens 0,2 mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 95,8 mg μονοϋδρικής λακτόζης.

Το Fisiotens 0,3 mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 95,7 mg μονοϋδρικής λακτόζης.

Το Fisiotens 0,4 mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 95,6 mg μονοϋδρικής λακτόζης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

Fisiotens 0,2 mg Στρογγυλά, κυρτά, ελαφρώς ροδόχροα, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με το εκτύπωμα «0,2»

στη μία όψη.

Fisiotens 0,3 mg Στρογγυλά, κυρτά, ανοιχτόχρωμα κόκκινα, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με το εκτύπωμα «0,3» στη μία όψη.

Fisiotens 0,4 mg Στρογγυλά, κυρτά, σκούρα κόκκινα, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με το εκτύπωμα «0,4» στη μία όψη.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Ήπιας έως μέτριας βαρύτητας ιδιοπαθής υπέρταση

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η δοσολογία και η χρονική διάρκεια της αγωγής εξατομικεύεται από τον ιατρό, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ασθενούς.

Η αγωγή με το Fisiotens (μοξονιδίνη) συνιστάται να ξεκινά με 0,2 mg μία φορά την ημέρα, δηλαδή ένα δισκίο Fisiotens (μοξονιδίνη) των 0,2 mg το πρωί. Εάν απαιτηθεί, η δοσολογία αυξάνεται μετά από διάστημα 3 εβδομάδων σε 0,4 mg την ημέρα σε μία ή δύο διηρημένες δόσεις (πρωί και βράδυ).

Εάν και πάλι δεν επιτευχθεί έλεγχος της αρτηριακής πίεσης, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μετά από διάστημα 3 εβδομάδων σε 0,6 mg την ημέρα σε δύο διηρημένες δόσεις (πρωί και βράδυ).

Να μη γίνεται υπέρβαση της μέγιστης εφάπαξ δόσης των 0,4 mg και της μέγιστης ημερήσιας δόσης των 0,6 mg την ημέρα σε δύο διηρημένες δόσεις (πρωί και βράδυ).

Σελίδα 2 από 9

Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, η ημερήσια δόση έναρξης είναι 0,2 mg μοξονιδίνης. Εάν απαιτείται και είναι καλά ανεκτή, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί στα 0,4 mg, σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια και στα 0,3 mg σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4).

Τρόπος χορήγησης Το Fisiotens (μοξονιδίνη) συνιστάται να λαμβάνεται με μικρή ποσότητα υγρών, πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά το γεύμα.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η μοξονιδίνη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών λόγω έλλειψης δεδομένων για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα.

4.3 Αντενδείξεις

Το Fisiotens (μοξονιδίνη) αντενδείκνυται στις παρακάτω περιπτώσεις:

- υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

- σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου ή φλεβοκολπικού αποκλεισμού

- κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού

- βραδυκαρδία (κάτω των 50 σφύξεων/λεπτό).

- καρδιακή ανεπάρκεια

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Κατά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά έχουν αναφερθεί περιστατικά με κολποκοιλιακό αποκλεισμό διαφόρων βαθμών σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αγωγή με μοξονιδίνη. Βάσει των αναφορών αυτών των περιστατικών, ο αιτιολογικός ρόλος της μοξονιδίνης στην υστέρηση της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς. Ως εκ τούτου, συνιστάται προσοχή στη χορήγηση σε ασθενείς με πιθανή προδιάθεση ανάπτυξης κολποκοιλιακού αποκλεισμού. Όταν η μοξονιδίνη χρησιμοποιείται από ασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό 1ου βαθμού, πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα για να αποφεύγεται η βραδυκαρδία. Η μοξονιδίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε κολποκοιλιακό αποκλεισμό μεγαλύτερου βαθμού (βλ. παράγραφο 4.3).

Όταν η μοξονιδίνη χρησιμοποιείται από ασθενείς με σοβαρή στεφανιαία νόσο ή ασταθή στηθάγχη, πρέπει να λαμβάνεται ειδική μέριμνα εξαιτίας του γεγονότος ότι υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τον πληθυσμό αυτών των ασθενών.

Καθώς η μοξονιδίνη αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς, συνιστάται προσοχή στη χορήγηση ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται προσεκτική τιτλοδότηση της δόσης, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας. Η δοσολογία πρέπει να ξεκινά με 0,2 mg ημερησίως και μπορεί να αυξηθεί στο μέγιστο των 0,4 mg ημερησίως, σε ασθενείς με μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (GFR > 30 ml/λεπτό αλλά < 60 ml/λεπτό) και στο μέγιστο των 0,3 mg ημερησίως σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (GFR < 30 ml/min), εάν υπάρχει κλινική ένδειξη και καλή ανοχή.

Εάν απαιτηθεί διακοπή της συνδυασμένης αγωγής του Fisiotens (μοξονιδίνη) με β-αναστολέα, συνιστάται να διακοπεί πρώτα η χορήγηση του β-αναστολέα και ύστερα από λίγες ημέρες, να διακοπεί η χορήγηση της μοξονιδίνης (βλ. επίσης και παράγραφο 4.5).

Μέχρι τώρα, δεν έχει παρατηρηθεί σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης μετά τη διακοπή της αγωγής με μοξονιδίνη (rebound effect). Εν τούτοις, δεν συνιστάται απότομη διακοπή της αγωγής με μοξονιδίνη, αντίθετα η δόση πρέπει να μειωθεί σταδιακά στη διάρκεια περιόδου δύο εβδομάδων.

Ο πληθυσμός των ηλικιωμένων μπορεί να είναι πιο ευαίσθητος στις καρδιαγγειακές επιδράσεις των αντιυπερτασικών φαρμάκων. Συνεπώς, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με τη χαμηλότερη δόση και η αύξηση των δόσεων θα πρέπει να γίνεται με προσοχή για την αποφυγή των σοβαρών συνεπειών στις οποίες μπορεί να οδηγήσουν αυτές οι αντιδράσεις.

Σελίδα 3 από 9

Το Fisiotens περιέχει λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης – γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η συγχορήγηση της μοξονιδίνης με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες επιφέρει προσθετικό αποτέλεσμα.

Επειδή τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ενδέχεται να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των κεντρικώς δρώντων αντιυπερτασικών, δεν συνιστάται η συγχορήγηση της μοξονιδίνης με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.

Το Fisiotens (μοξονιδίνη) μπορεί να ενισχύσει την κατασταλτική δράση των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (να αποφεύγεται η ταυτόχρονη συνταγογράφηση), των ηρεμιστικών (όπως των βενζοδιαζεπινών), του οινοπνεύματος (αλκοόλ), των κατασταλτικών και των υπνωτικών φαρμάκων.

Η μοξονιδίνη επιφέρει περεταίρω αρνητική επίδραση στις δοκιμασίες της γνωστικής λειτουργίας των ασθενών που λαμβάνουν λοραζεπάμη. Η μοξονιδίνη ενισχύει την κατασταλτική δράση των βενζοδιαζεπινών εάν συγχορηγηθούν.

Η μοξονιδίνη αποβάλλεται από τα (νεφρικά) σωληνάρια. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί η αλληλεπίδραση με άλλους παράγοντες που αποβάλλονται από τα (νεφρικά) σωληνάρια.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της μοξονιδίνης σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει εμβρυοτοξικές επιδράσεις (βλ. παράγραφο 5.3). Ο δυνητικός κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν είναι γνωστός.

Η μοξονιδίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση, εκτός και αν είναι σαφώς απαραίτητο.

Θηλασμός Η μοξονιδίνη αποβάλλεται στο γάλα και, κατά συνέπεια, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Εάν η θεραπεία με τη μοξονιδίνη κρίνεται απολύτως απαραίτητη, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναφορικά με την επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Έχουν αναφερθεί υπνηλία και ζάλη με τη χορήγηση του φαρμάκου. Οι ασθενείς πρέπει να το έχουν υπ’ όψιν τους όταν εκτελούν τέτοιες ενέργειες.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρθηκαν από άτομα που λαμβάνουν μοξονιδίνη, περιλαμβάνουν ξηροστομία, ζάλη, εξασθένιση και υπνηλία. Η συχνότητα και η ένταση αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών μειώνονται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της αγωγής.

Ανεπιθύμητες ενέργειες κατά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα (οι κάτωθι συχνότητες παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών με n=886 ασθενείς που εκτέθηκαν στη μοξονιδίνη):

Κατηγορία/Οργανικ Πολύ Συχνές Συχνές Όχι συχνές ό σύστημα > 1/10 > 1/100 έως < 1/10 > 1/1.000 έως < σύμφωνα με το 1/100 σύστημα MedDRA Σελίδα 4 από 9

Καρδιακές διαταραχέςΒραδυκαρδία
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΕμβοές
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚεφαλαλγία*, ζάλη, ίλιγγος, υπνηλίαΣυγκοπή
Αγγειακές διαταραχέςΥπόταση (συμπεριλαμβανομ ένης της ορθοστατικής)
Διαταραχές του γαστρεντερικούΞηροστομίαΔιάρροια, ναυτία, έμετος, δυσπεψία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΕξάνθημα/κνησμόςΑγγειοοίδημα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΕξασθένισηΟίδημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΟσφυαλγίαΑυχεναλγία
Ψυχιατρικές διαταραχέςΑϋπνίαΝευρικότητα

* Δεν υπήρχε αύξηση της συχνότητας σε σχέση με το εικονικό φάρμακο.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον:

Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 210 6549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα υπερδοσολογίας Σε σπάνιες περιπτώσεις υπερδοσολογίας που έχουν αναφερθεί έχει ληφθεί εφάπαξ δόση 19,6 mg χωρίς να προκληθεί θάνατος. Τα ακόλουθα συμπτώματα έχουν αναφερθεί με την υπέρβαση της δοσολογίας: κεφαλαλγία, καταστολή, υπνηλία, υπόταση, ζάλη, εξασθένιση, βραδυκαρδία, ξηροστομία, έμετος, κόπωση και άλγος της άνω κοιλιακής χώρας. Σε περίπτωση σημαντικής Σελίδα 5 από 9

υπερδοσολογίας συνιστάται στενή παρακολούθηση, ειδικότερα των διαταραχών συνείδησης και της αναπνευστικής καταστολής.

Επιπλέον, βάσει μερικών μελετών υψηλής δοσολογίας σε πειραματόζωα, μπορεί να εκδηλωθούν παροδική υπέρταση, ταχυκαρδία και υπεργλυκαιμία.

Αντιμετώπιση υπερδοσολογίας Δεν είναι γνωστό κανένα ειδικό αντίδοτο. Σε περίπτωση υποτάσεως, μπορεί να εξεταστεί η παροχή υποστήριξης της κυκλοφορίας, π.χ. με χορήγηση υγρών ή ντοπαμίνης. Η βραδυκαρδία μπορεί να αντιμετωπιστεί με ατροπίνη.

Οι ανταγωνιστές α-υποδοχέων μπορεί να ελαττώσουν ή να εξουδετερώσουν την παράδοξη υπερτασική επίδραση από την υπερδοσολογία της μοξονιδίνης.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓIΚΕΣ IΔIΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αγωνιστές των υποδοχέων της ιμιδαζολίνης, μοξονιδίνη, κωδικός ATC: C02AC05.

Η μοξονιδίνη είναι ένας εκλεκτικός αγωνιστής των υποδοχέων της ιμιδαζολίνης (SIRA).

Από μελέτες με διαφορετικά είδη πειραματόζωων, το Fisiotens (μοξονιδίνη) αποδείχθηκε ισχυρός αντιυπερτασικός παράγων. Τα διαθέσιμα πειραματικά δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η περιοχή της αντιυπερτασικής δράσης του Fisiotens (μοξονιδίνη) είναι το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ).

Εντός του εγκεφαλικού στελέχους, η μοξονιδίνη, έχει αποδειχθεί ότι δρα εκλεκτικά στους I - υποδοχείς της ιμιδαζολίνης. Αυτοί οι ευαίσθητοι στην ιμιδαζολίνη υποδοχείς είναι συγκεντρωμένοι στον σφηνοειδή πυρήνα (προσθιοπλάγια) του προμήκη μυελού, σημαντική περιοχή για τον κεντρικό έλεγχο του περιφερικού συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης με τους I -υποδοχείς της ιμιδαζολίνης είναι η μείωση της δραστηριότητας των συμπαθητικών νεύρων (έχει αποδειχθεί για τα καρδιακά, σπλαχνικά και νεφρικά συμπαθητικά νεύρα).

Η μοξονιδίνη διακρίνεται από τα άλλα διαθέσιμα, κεντρικώς δρώντα αντιυπερτασικά διότι εμφανίζει χαμηλό βαθμό συγγένειας με τους κεντρικούς α2-αδρενεργικούς υποδοχείς σε σύγκριση με τη συγγένειά της με τους I -υποδοχείς της ιμιδαζολίνης. Επίσης, οι α -αδρενεργικοί υποδοχείς 1 2 θεωρούνται ο μοριακός στόχος ο οποίος μεσολαβεί στην εκδήλωση των περισσότερων κοινών ανεπιθύμητων ενεργειών των κεντρικώς δρώντων αντιυπερτασικών, όπως καταστολή και ξηροστομία.

Στον ανθρώπινο οργανισμό, η μοξονιδίνη προκαλεί μείωση των περιφερικών αντιστάσεων των αγγείων και συνεπώς της αρτηριακής πίεσης. Η αντιυπερτασική δράση και αποτελεσματικότητα της μοξονιδίνης έχει αποδειχθεί σε διπλές – τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) κλινικές μελέτες. Δημοσιευμένα στοιχεία δείχνουν ότι σε υπερτασικούς ασθενείς με υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας (LVH), για την ίδια μείωση της αρτηριακής πίεσης, η χρήση ενός ανταγωνιστή της αγγειοτενσίνης II (AIIA) μαζί με μοξονιδίνη επιτυγχάνει μεγαλύτερη υποστροφή της υπερτροφίας της αριστεράς κοιλίας (LVH) σε σύγκριση με έναν ελεύθερο συνδυασμό μιας θειαζίδης και ενός αναστολέα διαύλων ασβεστίου.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Στον ανθρώπινο οργανισμό η μοξονιδίνη απορροφάται σε ποσοστό 90 %, μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της μοξονιδίνης στο πλάσμα, επιτυγχάνονται εντός 30-180 λεπτών μετά τη χορήγηση ενός δισκίου.

Δεν υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου και η βιοδιαθεσιμότητα είναι 88 %. Η λήψη τροφής δεν επιδρά στον μεταβολισμό του Fisiotens (μοξονιδίνη).

Σελίδα 6 από 9

Μεταβολισμός Η μοξονιδίνη μεταβολίζεται σε ποσοστό 10-20 % της δόσης σε 4,5 διυδρο-μοξονιδίνη και σε παράγωγο της γουανιδίνης με διάσπαση του ιμιδαζολικού δακτυλίου.

Η αντιυπερτασική δράση του παραγώγου 4,5 διυδρο-μοξονιδίνη είναι μόλις 1/10 και του παραγώγου της γουανιδίνης λιγότερο του 1/100 της αντιυπερτασικής δράσης της μοξονιδίνης.

Κατανομή Η σύνδεση της μοξονιδίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, όπως προσδιορίστηκε in vitro, γίνεται σε ποσοστό περίπου 7,2 %.

Αποβολή Κατά τη διάρκεια ενός εικοσιτετραώρου, το 78 % της συνολικής δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως αμετάβλητη μοξονιδίνη και το 13 % της δόσης απεκκρίθηκε ως αφυδρογωνομένη μοξονιδίνη. Άλλοι δευτερεύοντες μεταβολίτες στα ούρα αντιστοιχούν στο 8 % περίπου της δόσης. Λιγότερο από το 1 % αποβάλλεται με τα κόπρανα.

Η μέση ημιπερίοδος ζωής της αποβολής της μοξονιδίνης από το πλάσμα είναι 2,2-2,3 ώρες και η ημιπερίοδος της νεφρικής απέκκρισης είναι 2,6-2,8 ώρες. Η ημιπερίοδος αποβολής των μεταβολιτών της είναι περίπου 5 ώρες.

Φαρμακοκινητική σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Από περιορισμένο αριθμό μελετών προκύπτει ότι η αποβολή της μοξονιδίνης συσχετίζεται σημαντικά με την κάθαρση κρεατινίνης. Σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (GFR: 30-60 ml/min), οι συγκεντρώσεις πλάσματος σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας και ο τελικός χρόνος ημιζωής είναι κατά προσέγγιση 2 φορές και 1,5 φορά μεγαλύτερα αντίστοιχα σε σύγκριση με τους υπερτασικούς ασθενείς που έχουν φυσιολογική νεφρική λειτουργία (GFR άνω των 90 ml/min). Η AUC αυξάνεται κατά 85 % και η κάθαρση ελαττώνεται κατά 52 %.

Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (GFR κάτω των 30 ml/min), οι συγκεντρώσεις πλάσματος σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας και ο τελικός χρόνος ημιζωής είναι κατά προσέγγιση 3 φορές μεγαλύτερα. Στους ασθενείς αυτούς, μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων, δεν παρατηρήθηκε μη–αναμενόμενη συγκέντρωση της φαρμακευτικής ουσίας. Σε νεφροπαθείς στο τελικό στάδιο (GFR κάτω των 10 ml/min) που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, οι συγκεντρώσεις πλάσματος σε κατάσταση δυναμικής ισορροπίας και ο τελικός χρόνος ημιζωής είναι κατά 6 και 4 φορές μεγαλύτερα αντίστοιχα. Σε όλες τις ομάδες ασθενών, οι μέγιστες συγκεντρώσεις μοξονιδίνης στο πλάσμα ανευρίσκονται να είναι 1,5-2 φορές μεγαλύτερες.

Συνεπώς, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται.

Η μοξονιδίνη αποβάλλεται σε μικρό ποσοστό κατά την αιμοδιύλιση.

Φαρμακοκινητική σε υπερτασικούς ασθενείς Σε υπερτασικούς ασθενείς δεν παρατηρήθηκαν μεταβολές της φαρμακοκινητικής σε σχέση με τους υγιείς εθελοντές.

Φαρμακοκινητική σε παιδιά Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αξιολόγησης των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων της μοξονιδίνης σε παιδιατρικούς ασθενείς.

Φαρμακοκινητική σε ηλικιωμένους Έχουν παρατηρηθεί μεταβολές της φαρμακοκινητικής που σχετίζονται με την ηλικία και οφείλονται πιθανότατα σε μειωμένη μεταβολική δραστηριότητα και/ή ελαφρά μεγαλύτερη βιοδιαθεσιμότητα στους ηλικιωμένους. Εντούτοις, αυτές οι φαρμακοκινητικές διαφορές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Μη κλινικά δεδομένα - βασισμένα σε συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, χρόνιας τοξικότητας, γονοτοξικότητας, καρκινογόνου δυναμικού, αναπαραγωγικής τοξικότητας - αποκαλύπτουν πως δεν υφίσταται ιδιαίτερος κίνδυνος για τον άνθρωπο.

Σελίδα 7 από 9

Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών οξείας τοξικότητας σε πειραματόζωα, παρατηρήθηκαν οι παρακάτω τιμές LD :

- αρουραίους (LD : 115 mg/kg)

- ποντικούς (LD : 320 mg/kg).

Σε μελέτες οξείας τοξικότητας με αρουραίους (με δόσεις από 0,3 έως 1,2 mg/kg ημερησίως) και σε σκύλους (με δόσεις από 0,04 έως 1,16 mg/kg ημερησίως) για διάστημα 26 εβδομάδων, δεν υπήρξαν ενδείξεις τοξικών συμπτωμάτων ή ιστολογικών οργανικών αλλοιώσεων.

Σε μελέτες τοξικότητας κατά την αναπαραγωγή, δεν διαπιστώθηκε επίδραση της μοξονιδίνης στη γονιμότητα και την ανάπτυξη του εμβρύου των αρουραίων, ύστερα από τη χορήγηση από του στόματος δόσεων 0,4 έως 6,4 mg/kg. Σε μελέτες εμβρυοτοξικότητας με αρουραίους ύστερα από τη χορήγηση δόσεων μέχρι 27 mg/kg, και με κουνέλια ύστερα από τη χορήγηση δόσεων μέχρι 4,9 mg/kg, δεν υπήρξε ένδειξη εμβρυοτοξικής ή τερατογόνου δράσης. Δεν διαπιστώθηκε καμία δράση επί της περιγεννητικής ή της μεταγεννητικής ανάπτυξης των αρουραίων, ύστερα από τη χορήγηση δόσεων 1-9 mg/kg.

Σε μελέτες καρκινογένεσης με αρουραίους ύστερα από τη χορήγηση δόσεων 0,1-3,6 mg/kg, δεν παρατηρήθηκαν ενδείξεις καρκινογόνου δράσης.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας:

Μονοϋδρική λακτόζη Πολυβιδόνη Κροσποβιδόνη Στεατικό μαγνήσιο Επικάλυψη:

Υπρομελλόζη 6mPAS Αιθυλοκυτταρίνη Πολυαιθυλενογλυκόλη 6000 Κεκαθαρμένος τάλκης Ερυθρό οξείδιο του σιδήρου (Ε172)

Διοξείδιο του τιτανίου (Ε171)

Κεκαθαρμένο ύδωρ

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

Δισκία μοξονιδίνης των 0,2 mg/tab: 2 χρόνια Δισκία μοξονιδίνης των 0,3 mg/tab: 3 χρόνια Δισκία μοξονιδίνης των 0,4 mg/tab: 3 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Δισκία μοξονιδίνης των 0,2 mg/tab: Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη ή ίση των 25οC.

Δισκία μοξονιδίνης των 0,3 mg/tab: Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη ή ίση των 30οC.

Δισκία μοξονιδίνης των 0,4 mg/tab: Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη ή ίση των 30οC.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Σελίδα 8 από 9

Blister από PVC/PVDC/Aluminium σε χάρτινο κουτί με οδηγία.

Μεγέθη συσκευασίας:

28, 50, 100 ή 600 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

Στην ελληνική αγορά κυκλοφορεί η συσκευασία των 28 δισκίων.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

BGP ΠΡΟΪΟΝΤΑ Μ.Ε.Π.Ε.

Αγ. Δημητρίου 63 174 56, Άλιμος Τηλ.: 210 9891 777

8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕIΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡIΑΣ

Δισκία των 0,2 mg μοξονιδίνης:

Δισκία των 0,3 mg μοξονιδίνης:

Δισκία των 0,4 mg μοξονιδίνης:

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕIΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 18 Ιουλίου 1994 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝIΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕIΜΕΝΟΥ

Σελίδα 9 από 9

Πηγή: eof:2258903_SPC_2258903_4.pdf