1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Flucloxacillin/Cooper 250 mg, 500 mg, 1000 mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα προς έγχυση
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε φιαλίδιο περιέχει 272,03 mg μονοϋδρικής νατριούχου φλουκλοξακιλλίνης που ισοδυναμεί με 250 mg φλουκλοξακιλλίνης.
Κάθε φιαλίδιο περιέχει 544,07 mg μονοϋδρικής νατριούχου φλουκλοξακιλλίνης που ισοδυναμεί με 500 mg φλουκλοξακιλλίνης.
Κάθε φιαλίδιο περιέχει 1088,13 mg μονοϋδρικής νατριούχου φλουκλοξακιλλίνης που ισοδυναμεί με 1000 mg φλουκλοξακιλλίνης.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Κάθε φιαλίδιο Flucloxacillin/Cooper 250 mg περιέχει 12,7 mg νατρίου (ισοδύναμο με 0,55 mmol).
Κάθε φιαλίδιο Flucloxacillin/Cooper 500 mg περιέχει 25,4 mg νατρίου (ισοδύναμο με 1,1 mmol).
Κάθε φιαλίδιο Flucloxacillin/Cooper 1000 mg περιέχει 50,8 mg νατρίου (ισοδύναμο με 2,2 mmol).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Κόνις για ενέσιμο διάλυμα/διάλυμα προς έγχυση.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Η φλουκλοξακιλλίνη είναι μια ισοξαζολυλο πενικιλλίνη της ομάδας των β-λακταμικών αντιβιοτικών η οποία ασκεί βακτηριοκτόνο δράση έναντι πολλών Gram-θετικών οργανισμών συμπεριλαμβανομένων στρεπτόκοκκων και σταφυλόκοκκων που παράγουν β-λακταμάσες.
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Flucloxacillin/Cooper ενδείκνυται για την θεραπεία λοιμώξεων που προκαλούνται από Gram- θετικούς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων στρεπτόκοκκων και σταφυλόκοκκων που παράγουν β- λακταμάσες. Οι τυπικές ενδείξεις περιλαμβάνουν:
Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων:
| Δοθιήνες Αποστήματα | ΚυτταρίτιδαΕπιμολυνθείσες δερματικές καταστάσεις π.χ. έλκος, έκζεμα και ακμή | Επιμολυνθέντα εγκαύματα, Προστασία δερματικών μοσχευμάτων |
|---|---|---|
| Ψευδάνθρακας | Μολυσματικό κηρίο | |
| Θυλακίτιδα | Επιμολυνθέντα τραύματα |
Λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος:
| Πνευμονία | Πνευμονικό απόστημα | Εμπύημα |
|---|---|---|
| Παραρρινοκολπίτιδα | Φαρυγγίτιδα | Μέση και εξωτερική ωτίτιδα |
| Αμυγδαλίτιδα | Περιαμυγδαλικό απόστημα |
Άλλες λοιμώξεις που προκαλούνται από μικροοργανισμούς ευαίσθητους στην φλουκλοξακιλλίνη:
| Οστεομυελίτιδα | Λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος | Εντερίτιδα |
|---|---|---|
| Μηνιγγίτιδα | Ενδοκαρδίτιδα | Σηψαιμία |
Το Flucloxacillin/Cooper ενδείκνυται επίσης ως προληπτική αγωγή κατά τη διάρκεια μείζονων χειρουργικών επεμβάσεων όπου απαιτείται, για παράδειγμα σε καρδιοθωρακικό και ορθοπεδικό χειρουργείο.
Η παρεντερική χρήση ενδείκνυται στις περιπτώσεις που η από του στόματος χορήγηση είναι ακατάλληλη.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Συνήθης δοσολογία για ενήλικες (συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων ασθενών)
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών Συνολική ημερήσια δόση 1 g – 6 g χορηγούμενη σε 3-6 διηρημένες δόσεις, μέσω ενδοφλέβιας ή ενδομυϊκής ένεσης.
Σε περιπτώσεις σοβαρών λοιμώξεων: Έως 8 g ημερησίως χορηγούμενα σε τρεις έως τέσσερις εγχύσεις (διάρκειας 20 έως 30 λεπτών).
Η εφάπαξ bolus ενδομυϊκή ένεση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 2 g.
Η μέγιστη δόση των 12 g ημερησίως δε θα πρέπει να υπερβαίνεται.
Οστεομυελίτιδα, ενδοκαρδίτιδα - Έως 8 g ημερησίως, σε διηρημένες δόσεις ανά έξι έως οκτώ ώρες.
Χειρουργική προφύλαξη - 1 έως 2 g ενδοφλεβίως κατά την επαγωγή της αναισθησίας, ακολουθούμενα από 500 mg ανά έξι ώρες ενδοφλεβίως, ενδομυικά ή από του στόματος για διάστημα έως 72 ώρες.
Το Flucloxacillin/Cooper μπορεί να χορηγηθεί από άλλες οδούς σε συνδυασμό με συστηματική θεραπεία.
(Στα παιδιά θα πρέπει να χορηγούνται αναλογικά μικρότερες δόσεις.)
Ενδοπλευρικά - 250 mg μία φορά την ημέρα.
Μέσω νεφελοποιητή - 125 έως 250 mg τέσσερις φορές την ημέρα.
Ενδοαρθρικά - 250 έως 500 mg μία φορά την ημέρα.
Παιδιατρικός Πληθυσμός Πρόωρα βρέφη, νεογνά, θηλάζοντα βρέφη και βρέφη Υπάρχουν άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές/περιεκτικότητες, οι οποίες μπορεί να είναι καταλληλότερες για χορήγηση στο συγκεκριμένο πληθυσμό.
Αυτό εξαρτάται από την ηλικία, το σωματικό βάρος, και τη νεφρική λειτουργία του ασθενή, καθώς και από τη βαρύτητα της λοίμωξης.
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών 25 έως 50 mg/kg/24 ώρες χορηγούμενα σε τρεις έως τέσσερις διηρημένες δόσεις με ενδομυική ή ενδοφλέβια ένεση.
Σε περιπτώσεις σοβαρών λοιμώξεων: Έως 100 mg/kg/24 ώρες σε τρεις έως τέσσερις διηρημένες δόσεις.
Η εφάπαξ bolus ένεση ή έγχυση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 33 mg/kg.
Σε παιδιά ηλικίας 10 έως 14 ετών συνήθως χορηγείται ημερήσια δόση 1,5 g έως 2 g και σε παιδιά ηλικίας 6 έως 10 ετών 0,75 g έως 1,5 g, διηρημένα σε τρεις έως τέσσερις ίσες δόσεις.
Νεφρική δυσλειτουργία Όπως ισχύει και με τις άλλες πενικιλλίνες, η χρήση του Flucloxacillin/Cooper σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία συνήθως δεν απαιτεί μείωση της δόσης. Ωστόσο, παρουσία σοβαρής νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min) θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ή αύξησης του διαστήματος μεταξύ των δόσεων. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση στους ενήλικες είναι 1 g ανά 8 έως 12 ώρες.
Επειδή το Flucloxacillin/Cooper δεν απομακρύνεται σημαντικά μέσω της αιμοδιύλισης, δε χρειάζεται να χορηγούνται επιπλέον δόσεις κατά τη διάρκεια ή κατά την ολοκλήρωση της αιμοδιύλισης.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται μείωση της δόσης σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία.
Τρόπος Χορήγησης Ενδομυϊκά: Προσθέστε 1,5 ml ύδωρ για ενέσιμα στο περιεχόμενο ενός φιαλιδίου 250 mg.
Ενδοφλέβια: Διαλύστε 250-500 mg σε 5-10 ml ύδωρ για ενέσιμα. Χορηγείστε με βραδεία ενδοφλέβια ένεση (διάρκειας τριών έως τεσσάρων λεπτών). Το Flucloxacillin/Cooper μπορεί επίσης να προστεθεί σε υγρά έγχυσης, ή να ενεθεί, κατάλληλα αραιωμένο, στάγδην, εντός τριών έως τεσσάρων λεπτών.
Ενδοπλευρικά: Διαλύστε 250 mg σε 5-10 ml ύδωρ για ενέσιμα .
Ενδοαρθρικά: Διαλύστε 250-500 mg σε έως 5 ml ύδωρ για ενέσιμα ή σε διάλυμα υδροχλωρικής λιδοκαΐνης 0,5%.
Διάλυμα εκνεφωτή: Διαλύστε 125-250 mg σε 3 ml στείρου ύδατος.
4.3 Αντενδείξεις
Η φλουκλοξακιλλίνη δε θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας στα αντιβιοτικά της οικογένειας της β-λακτάμης (π.χ. πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Το Flucloxacillin/Cooper αντενδείκνυται σε ασθενείς με ιστορικό ίκτερου/ηπατικής δυσλειτουργίας που συνδέεται με την φλουκλοξακιλλίνη.
Οφθαλμική ή υποεπιπεφυκοτική χορήγηση.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να διερευνούνται με προσοχή προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας στις β-λακτάμες. Η διασταυρούμενη ευαισθησία μεταξύ των πενικιλλινών και των κεφαλοσπορινών είναι καλά τεκμηριωμένη.
Σε ασθενείς που λάμβαναν αντιβιοτικά της ομάδας των β-λακταμών έχουν αναφερθεί σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία). Παρόλο που η αναφυλαξία είναι συχνότερη έπειτα από την παρεντερική θεραπεία, έχει σημειωθεί και σε ασθενείς που λάμβαναν από του στόματος θεραπεία. Οι παραπάνω αντιδράσεις είναι πιθανότερο να σημειωθούν σε άτομα με ιστορικό υπερευαισθησίας στις β-λακτάμες.
Εάν σημειωθεί αναφυλαξία, η φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινά η κατάλληλη θεραπεία. Για την αντιμετώπιση των σοβαρών αναφυλακτικών αντιδράσεων, μπορεί να απαιτηθεί άμεση αγωγή εκτάκτου ανάγκης με αδρεναλίνη (επινεφρίνη). Διασφαλίστε τη διαβατότητα των αεραγωγών και τον αερισμό και χορηγήστε 100% οξυγόνο. Μπορεί επίσης να χρειαστούν ενδοφλέβια κρυσταλλοειδή διαλύματα, υδροκορτιζόνη, αντιισταμινικά και εκνέφωμα βρογχοδιασταλτικών.
Η φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ενδείξεις ηπατικής δυσλειτουργίας, ασθενείς ≥ 50 ετών και σε ασθενείς με σοβαρή υποκείμενη νόσο. Στους παραπάνω ασθενείς, τα ηπατικά συμβάντα μπορεί να είναι σοβαρού βαθμού, ενώ σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί θάνατοι (βλ. παράγραφο 4.8).
Στην περίπτωση της νεφρικής δυσλειτουργίας η δοσολογία θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται (βλ.
παράγραφο 4.2).
Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στα νεογέννητα λόγω του κινδύνου υπερχολερυθριναιμίας. Έχει δειχθεί μέσα από μελέτες ότι, σε υψηλές δόσεις έπειτα από παρεντερική χορήγηση, η φλουκλοξακιλλίνη μπορεί να εκτοπίσει τη χολερυθρίνη από τη θέση σύνδεσης στις πρωτεΐνες του πλάσματος και μπορεί
συνεπώς να προκαλέσει προδιάθεση για πυρηνικό ίκτερο στα βρέφη που εμφανίζουν ίκτερο.
Επιπλέον, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στα νεογέννητα λόγω των πιθανών υψηλών επιπέδων της φλουκλοξακιλλίνης στον ορό τους εξαιτίας του μειωμένου ρυθμού νεφρικής απέκκρισης.
Σε θεραπείες με παρατεταμένη διάρκεια (π.χ. για οστεομυελίτιδα, ενδοκαρδίτιδα) συνιστάται η τακτική παρακολούθηση της ηπατικής και της νεφρικής λειτουργίας.
Η παρατεταμένη χρήση ενδέχεται περιστασιακά να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη-ευαίσθητων οργανισμών.
Το ενέσιμο Flucloxacillin/Cooper περιέχει περίπου 51 mg νατρίου ανά g. Αυτή η ποσότητα θα πρέπει να συνυπολογίζεται στην ημερήσια επιτρεπόμενη ποσότητα για τους ασθενείς που βρίσκονται σε δίαιτα περιορισμού άλατος.
Απαιτείται προσοχή όταν χορηγούνται πολύ υψηλές δόσεις φλουκλοξακιλλίνης, ιδιαίτερα όταν η νεφρική λειτουργία είναι πτωχή, λόγω του κινδύνου νεφροτοξικότητας. Προσοχή απαιτείται επίσης όταν χορηγούνται υψηλές δόσεις νατριούχων αλάτων σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία.
Η εκδήλωση εμπύρετου γενικευμένου ερυθήματος που συνοδεύεται με φλύκταινες κατά την έναρξη της αγωγής ενδέχεται να είναι σύμπτωμα οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP)
(βλ. παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση διάγνωσης AGEP, η φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να διακοπεί και οποιαδήποτε επόμενη χορήγηση φλουκλοξακιλλίνης αντενδείκνυται.
Συνιστάται προσοχή όταν η φλουκλοξακιλλίνη χορηγείται ταυτόχρονα με παρακεταμόλη λόγω του αυξημένου κινδύνου μεταβολικής οξέωσης με αυξημένο χάσμα ανιόντων (HAGMA). Οι ασθενείς που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο HAGMA είναι κυρίως οι ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, σήψη ή κακή διατροφή, ειδικότερα εάν χρησιμοποιούνται οι μέγιστες ημερήσιες δόσεις παρακεταμόλης.
Μετά τη συγχορήγηση φλουκλοξακιλλίνης και παρακεταμόλης, συνιστάται στενή παρακολούθηση για τον εντοπισμό οξεοβασικών διαταραχών, συγκεκριμένα της HAGMA, περιλαμβανομένης της εξέτασης για 5-οξοπρολίνη στα ούρα.
Εάν η χορήγηση φλουκλοξακιλλίνης συνεχιστεί μετά τη διακοπή της παρακεταμόλης, συνιστάται να βεβαιώνεται η απουσία σημάτων HAGMA, καθώς υπάρχει η πιθανότητα η φλουκλοξακιλλίνη να διατηρεί την κλινική εικόνα της HAGMA (βλ. παράγραφο 4.5).
Με τη χρήση φλουκλοξακιλλίνης, ιδίως σε υψηλές δόσεις, μπορεί να παρατηρηθεί υποκαλιαιμία (ενδεχομένως απειλητική για τη ζωή). Η προκαλούμενη από φλουκλοξακιλλίνη υποκαλιαιμία μπορεί να είναι ανθεκτική στα συμπληρώματα καλίου. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με υψηλότερες δόσεις φλουκλοξακιλλίνης συνιστώνται τακτικές μετρήσεις των επιπέδων καλίου.
Ιδιαίτερη προσοχή στον συγκεκριμένο κίνδυνο πρέπει να δίδεται επίσης κατά τον συνδυασμό φλουκλοξακιλλίνης με διουρητικά που προκαλούν υποκαλιαιμία ή σε περίπτωση ύπαρξης άλλων παραγόντων κινδύνου εμφάνισης υποκαλιαιμίας (π.χ. κακή διατροφή, δυσλειτουργία των νεφρικών σωληναρίων).
Flucloxacillin/Cooper 250 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά φιαλίδιο, είναι αυτό που ονομάζουμε ≪ελεύθερο νατρίου≫.
Flucloxacillin/Cooper 500 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 25,4 mg νατρίου ανά φιαλίδιο που ισοδυναμεί με 1,27% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Flucloxacillin/Cooper 1000 mg: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 50,8 mg νατρίου ανα φιαλίδιο που ισοδυναμεί με 2,54% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Έχει αναφερθεί ότι η φλουκλοξακιλλίνη (επαγωγέας του CYP450) μειώνει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της βορικοναζόλης στο πλάσμα. Εάν η ταυτόχρονη χορήγηση φλουκλοξακιλλίνης με βορικοναζόλη δεν μπορεί να αποφευχθεί, παρακολουθήστε την πιθανή απώλεια της αποτελεσματικότητας της βορικοναζόλης (π.χ. με θεραπευτική παρακολούθηση του φαρμάκου).· Ενδέχεται να απαιτείται αύξηση της δόσης της βορικοναζόλης.
Η προβενεσίδη μειώνει τη νεφρική σωληναριακή απέκκριση της φλουκλοξακιλλίνης. Η συγχορήγηση της προβενεσίδης επιβραδύνει τη νεφρική απέκκριση της φλουκλοξακιλλίνης.
Όπως ισχύει και με άλλα αντιβιοτικά, η φλουκλοξακιλλίνη μπορεί να επηρεάσει την εντερική χλωρίδα, οδηγώντας σε μειωμένη επαναπορρόφηση οιστρογόνων και μειωμένη αποτελεσματικότητα των συνδυασμένων από του στόματος αντισυλληπτικών.
Τα βακτηριοστατικά φάρμακα μπορεί να αλληλεπιδράσουν με τη βακτηριοκτόνο δράση της φλουκλοξακιλλίνης.
Η φλουκλοξακιλλίνη μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα του Guthrie-Test (ψευδώς θετικό). Θα πρέπει να λαμβάνονται δείγματα αίματος πριν από την χορήγηση φλουκλοξακιλλίνης.
Συνιστάται προσοχή όταν η φλουκλοξακιλλίνη χορηγείται ταυτόχρονα με παρακεταμόλη, καθώς η ταυτόχρονη λήψη έχει συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο μεταβολικής οξέωσης με αυξημένο χάσμα ανιόντων, ειδικότερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).
Οι πενικιλίνες μπορεί να δώσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα με την άμεση δοκιμή αντισφαιρίνης (Coomb΄s), αποτελέσματα ψευδώς υψηλών επίπεδων γλυκόζης στα ούρα με τη δοκιμή θειικού χαλκού και αποτελέσματα ψευδώς υψηλών επίπεδων πρωτεϊνών ούρων, αλλά οι ενζυματικές δοκιμές γλυκόζης και οι δοκιμές μπλε βρωμοφαινόλης δεν επηρεάζονται.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση: Οι μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στα ζώα με τη φλουκλοξακιλλίνη δεν κατέδειξαν τερατογόνες δράσεις. Η κλινική χρήση του προϊόντος χρονολογείται από το 1970 και βάσει περιορισμένων αναφερθέντων περιστατικών χρήσης κατά την κύηση στον άνθρωπο δε διαφαίνονται αρνητικές επιδράσεις. Η απόφαση για τη χορήγηση οποιουδήποτε φαρμάκου κατά τη διάρκεια της κύησης θα πρέπει να λαμβάνεται με μεγάλη προσοχή. Συνεπώς, η φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται στην κύηση μόνο εφόσον τα δυνητικά οφέλη υπερτερούν των δυνητικών κινδύνων που συνδέονται με την αγωγή.
Γαλουχία: Ίχνη φλουκλοξακιλλίνης έχουν ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα. Στα θηλάζοντα βρέφη θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας. Συνεπώς, η φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να χορηγείται στις μητέρες που θηλάζουν μόνο εφόσον τα δυνητικά οφέλη υπερτερούν των δυνητικών κινδύνων που συνδέονται με την αγωγή.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχουν παρατηρηθεί αρνητικές επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Έχει χρησιμοποιηθεί η ακόλουθη σύμβαση για την κατάταξη των ανεπιθύμητων ενεργειών: πολύ συχνές (>1/10), συχνές (>1/100, <1/10), όχι συχνές (>1/1000, <1/100), σπάνιες (>1/10.000, <1/1.000)
και πολύ σπάνιες (<1/10.000).
Αν δεν ορίζεται διαφορετικά, η συχνότητα των ανεπιθύμητων συμβάντων προκύπτει από αναφορές που βασίζονται σε μεγαλύτερη των 30 ετών εμπειρία μετά από την κυκλοφορία του φαρμάκου.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ σπάνιες: Ουδετεροπενία (συμπεριλαμβανομένης ακοκκιοκυτταραιμίας) και θρομβοπενία. Τα παραπάνω είναι αναστρέψιμα με τη διακοπή της θεραπείας. Ηωσινοφιλία, αιμολυτική αναιμία.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Πολύ σπάνιες: Αναφυλακτική καταπληξία (σε εξαιρετικές περιπτώσεις με από του στόματος χορήγηση) (βλ. παράγραφο 4.4 Προειδοποιήσεις), αγγειονευρωτικό οίδημα.
Εάν εμφανιστούν αντιδράσεις υπερευαισθησίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
(Βλέπε επίσης Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού).
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Πολύ σπάνιες: Σε ασθενείς που πάσχουν από νεφρική ανεπάρκεια, είναι πιθανόν να εμφανιστούν νευρολογικές διαταραχές με σπασμούς κατά την ενδοφλέβια χορήγηση υψηλών δόσεων.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος *Συχνές: Ήπιες γαστρεντερικές διαταραχές.
Πολύ σπάνιες: Ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα.
Εάν εμφανιστεί ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα, η αγωγή με φλουκλοξακιλλίνη θα πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία π.χ. βανκομυκίνη από του στόματος.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Πολύ σπάνιες: Ηπατίτιδα και χολοστατικός ίκτερος. (Βλ. Παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Μεταβολές στις εργαστηριακές παραμέτρους των ηπατικών δοκιμασιών (αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας).
Η ηπατίτιδα και ο χολοστατικός ίκτερος μπορούν να παραμείνουν έως δύο μήνες μετά τη θεραπεία· σε αρκετές περιπτώσεις οι αντιδράσεις αυτές παρατάθηκαν περισσότερο διαρκώντας μερικούς μήνες.
Τα ηπατικά συμβάντα ενδέχεται να είναι σοβαρού βαθμού και σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις έχει αναφερθεί μοιραία έκβαση. Οι πλειονότητα των αναφερθέντων θανάτων αφορούσε σε ασθενείς ≥ 50 ετών και σε ασθενείς με σοβαρού βαθμού υποκείμενη νόσο.
Υπάρχουν ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ο κίνδυνος πρόκλησης ηπατικής βλάβης από την φλουκλοξακιλλίνη είναι αυξημένος στα άτομα που φέρουν το αλληλόμορφο HLA-B*5701. Παρά την παραπάνω ισχυρή συσχέτιση, μόνο 1 στους 500-1000 φορείς πρόκειται να αναπτύξει ηπατική βλάβη.
Συνεπώς, η θετική προγνωστική αξία του ελέγχου για το αλληλόμορφο HLA-B*5701 για εμφάνιση ηπατικής βλάβης είναι πολύ χαμηλή (0,12%) και ο έλεγχος για αυτό το αλληλόμορφο δε συνιστάται ως συνήθης πρακτική.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού * Όχι συχνές: Εξάνθημα, Κνίδωση και πορφύρα.
Πολύ σπάνιες: Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση.
(Βλ. επίσης Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος).
Όχι γνωστές: AGEP – οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (βλ. παράγραφο 4.4)
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ σπάνιες: Μερικές φορές εμφανίζονται αρθραλγία και μυαλγία έπειτα από την παρέλευση περισσότερων από 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολύ σπάνιες: Διάμεση νεφρίτιδα.
Αυτή είναι αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ σπάνιες: Μερικές φορές εμφανίζεται πυρετός έπειτα από την παρέλευση περισσότερων από 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας.
*Η επίπτωση αυτών των ανεπιθύμητων συμβάντων προέκυψε από κλινικές μελέτες που συνολικά περιελάμβαναν περίπου 929 ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς υπό αγωγή φλουκλοξακιλλίνης.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Εμπειρία από τη φάση που έπεται της χορήγησης άδειας κυκλοφορίας: πολύ σπάνια περιστατικά μεταβολικής οξέωσης με αυξημένο χάσμα ανιόντων, κατά την ταυτόχρονη χορήγηση φλουκλοξακιλλίνης και παρακεταμόλης, όταν συνυπάρχουν γενικά παράγοντες κινδύνου (βλ.
παράγραφο 4.4.).
Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα):
Υποκαλιαιμία Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr, www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Ενδέχεται να εμφανιστούν διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος όπως ναυτία, έμετος και διάρροια και η αντιμετώπισή τους θα πρέπει να είναι συμπτωματική.
Η φλουκλοξακιλλίνη δεν απομακρύνεται από την κυκλοφορία με αιμοδιύλιση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Πενικιλλίνες ανθεκτικές στη β-λακταμάση, κωδικός ATC:
J01CF05.
Η φλουκλοξακιλλίνη είναι μία ημισυνθετική πενικιλλίνη (β-λακταμικό αντιβιοτικό, ισοξαζολυλοπενικιλλίνη) με στενό φάσμα δράσης κυρίως έναντι Gram-θετικών μικροοργανισμών, περιλαμβανομένων στελεχών που παράγουν β-λακταμάση.
Μηχανισμός δράσης Η φλουκλοξακιλλίνη αναστέλλει ένα ή περισσότερα ένζυμα (τα οποία αναφέρονται συχνά ως πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες, PBPs) στην οδό βιοσύνθεσης της βακτηριακής πεπτιδογλυκάνης, η οποία αποτελεί βασικό δομικό συστατικό του κυτταρικού τοιχώματος του βακτηρίου. Η αναστολή της σύνθεσης της πεπτιδογλυκάνης οδηγεί σε εξασθένιση του κυτταρικού τοιχώματος, η οποία συνήθως ακολουθείται από λύση και θάνατο του κυττάρου.
Σχέση ΦΚ/ΦΔ Ο χρόνος πάνω από την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (T>MIC) θεωρείται πως καθορίζει ως επί τω πλείστον την αποτελεσματικότητα της φλουκλοξακιλλίνης.
Μηχανισμός ανάπτυξης αντοχής Η αντοχή στις ισοξαζολυλοπενικιλλίνες (η οποία αποκαλείται ως αντοχή στη μεθικιλλίνη)
προκαλείται από βακτήρια που παράγουν μια τροποποιημένη πρωτεϊνοδεσμευτική πενικιλλίνη. Στην οικογένεια των β-λακταμών ενδέχεται να σημειωθεί διασταυρούμενη αντοχή με τις άλλες πενικιλλίνες και τις κεφαλοσπορίνες. Οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι έχουν γενικά μικρή ευαισθησία για όλα τα αντιβιοτικά της οικογένειας των β-λακταμών.
Αντιμικροβιακή δράση Η φλουκλοξακιλλίνη είναι δραστική έναντι τόσο των θετικών όσο και των αρνητικών για τις β- λακταμάσες στελεχών του Staphylococcus aureus και άλλων αερόβιων Gram-θετικών κόκκων, με εξαίρεση τον Enterococcus faecalis.
Τα Gram-θετικά αναερόβια είναι γενικά ευαίσθητα (MIC 0,25-2 mg/l) αλλά οι Gram-αρνητικοί βάκιλλοι ή τα αναερόβια εμφανίζουν μέτρια έως πλήρη αντοχή. Τα εντεροβακτήρια εμφανίζουν πλήρη αντοχή στη φλουκλοξακιλλίνη όπως και οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμών Ευαισθησίας στους Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST Clinical Breakpoint Tables v. 14.0, valid from 2024-01-01)), τα ακόλουθα όρια ευαισθησίας και αντίστασης ορίζονται για την φλουκλοξακιλλίνη:
| Mικροοργανισμοί/MIC | S < (mg/L) | R > (mg/L) |
|---|---|---|
| Staphylococcus aureus | 0,125 | 0,125 |
| Streptococcus pyogenes (GroupA beta-haemolytic)† | 0,25 | O,25 |
† Οι β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι της Ομάδας A είναι λιγότερο ευαίσθητοι στις ισοξαζολυλοπενικιλλίνες συγκριτικά με την πενικιλλίνη G ή την πενικιλλίνη V.
Υπάρχουν ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι ο κίνδυνος πρόκλησης ηπατικής βλάβης από την φλουκλοξακιλλίνη είναι αυξημένος στα άτομα που φέρουν το αλληλόμορφο HLA-B*5701. Παρά την παραπάνω ισχυρή συσχέτιση, μόνο 1 στους 500-1000 φορείς πρόκειται να αναπτύξει ηπατική βλάβη.
Συνεπώς, η θετική προγνωστική αξία του ελέγχου για το αλληλόμορφο HLA-B*5701 για εμφάνιση ηπατικής βλάβης είναι πολύ χαμηλή (0,12%) και ο έλεγχος για αυτό το αλληλόμορφο δε συνιστάται ως συνήθης πρακτική.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Aπορρόφηση Η φλουκλοξακιλλίνη είναι σταθερή στα όξινα μέσα και επομένως μπορεί να χορηγηθεί από του στόματος ή παρεντερικά.2 Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της φλουκλοξακιλλίνης στον ορό οι οποίες επιτυγχάνονται έπειτα από 1h, είναι οι παρακάτω:
- Έπειτα από λήψη 500 mg ενδομυικά: περίπου 16,5 mg/l
- Έπειτα από λήψη 250 mg από του στόματος (σε άτομα υπό κατάσταση νηστείας): περίπου 8,8 mg/l.
- Έπειτα από λήψη 500 mg από του στόματος (σε άτομα υπό κατάσταση νηστείας): περίπου 14,5 mg/l.
Η συνολική ποσότητα που απορροφάται μέσω της από του στόματος οδού αντιστοιχεί περίπου στο 79% της χορηγούμενης ποσότητας.
Κατανομή Πρωτεϊνική σύνδεση: το ποσοστό πρωτεϊνικής σύνδεσης στον ορό είναι 95%.
Η φλουκλοξακιλλίνη διαχέεται καλά στους περισσότερους ιστούς.
Ειδικά, οι δραστικές συγκεντρώσεις της φλουκλοξακιλλίνης που έχουν ανακτηθεί στα οστά είναι:
11,6 mg/l (συμπαγές οστό) και 15,6 mg/l (σπογγώδες οστό), με μέσα επίπεδα στον ορό 8,9 mg/l.
Διέλευση από τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό: η φλουκλοξακιλλίνη διαχέεται σε μικρό μόνο ποσοστό μέσα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό των ατόμων χωρίς φλεγμονή των μηνίγγων.
Διέλευση στο μητρικό γάλα: η φλουκλοξακιλλίνη απεκκρίνεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα.
Βιοσχηματισμός Στα άτομα με υγιή μεταβολισμό, ποσοστό περίπου 10% της χορηγούμενης φλουκλοξακιλλίνης μεταβολίζεται σε πενικιλλοϊκό οξύ. Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή της φλουκλοξακιλλίνης είναι της τάξης των 53 min.
Αποβολή Η απέκκριση πραγματοποιείται κυρίως μέσω των νεφρών. Ποσοστό 65% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης ανακτάται ως αναλλοίωτη δραστική μορφή στα ούρα εντός 8h. Ένα μικρό μέρος της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στη χολή. Ο ρυθμός απέκκρισης της φλουκλοξακιλλίνης είναι βραδύτερος στις περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας.
Νεογνά και βρέφη Η κάθαρση της φλουκλοξακιλλίνης είναι σημαντικά βραδύτερη στα νεογνά συγκριτικά με τους ενήλικες, ενώ για τα νεογνά έχει αναφερθεί μέση ημίσεια ζωή για την αποβολή ίση με περίπου 4,5 ώρες. Θα πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση φλουκλοξακιλλίνης στα νεογέννητα (βλ. παράγραφο 4.4).
Τα βρέφη μικρότερης ηλικίας (<6 μηνών) επιτυγχάνουν υψηλότερες συγκεντρώσεις φλουκλοξακιλλίνης στο πλάσμα συγκριτικά με τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας όταν τους χορηγείται ίδια δόση.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η ημίσεια ζωή για την αποβολή της φλουκλοξακιλλίνης αυξάνεται σε τιμές 135-173 min. Εάν η νεφρική δυσλειτουργία είναι σοβαρού βαθμού, με κάθαρση κρεατινίνης <10 ml/min, απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας (βλέπε παράγραφο 4.2).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η ηπατική νόσος δεν αναμένεται να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της φλουκλοξακιλλίνης καθώς το αντιβιοτικό απεκκρίνεται κυρίως διαμέσω της νεφρικής οδού.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Δεν υπάρχουν περαιτέρω σχετικές πληροφορίες.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Κανένα.
6.2 Ασυμβατότητες
Συνιστάται να μη συνδυάζεται η φλουκλοξακιλλίνη με άλλα φάρμακα εντός του διαλύματος προς παρεντερική χορήγηση.
Το Flucloxacillin/Cooper δεν πρέπει να αναμιγνύεται με προϊόντα αίματος ή άλλα πρωτεϊνούχα υγρά (π.χ. πρωτεϊνικά υδρoλύματα) ή με ενδοφλέβια λιπιδικά γαλακτώματα.
Όταν το Flucloxacillin/Cooper συνταγογραφείται μαζί με αμινογλυκοσίδη, τα δύο αντιβιοτικά δεν θα
πρέπει να αναμιγνύονται εντός της σύριγγας, του περιέκτη ενδοφλέβιου υγρού ή της συσκευής χορήγησης, καθώς ενδέχεται να σημειωθεί καθίζηση.
6.3 Διάρκεια ζωής
Πριν από το άνοιγμα του φιαλιδίου: 2 χρόνια (πριν το άνοιγμα).
Το ανασυσταμένο διάλυμα είναι φυσικοχημικά σταθερό για 24 ώρες σε θερμοκρασία 2-8°C
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης. Το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως μόλις ανοιχθεί.
Το ανασυσταμένο διαλύμα είναι φυσικοχημικά σταθερό για 24 ώρες σε θερμοκρασία 2-8°C.
Από μικροβιολογικής άποψης το διάλυμα έγχυσης πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος και οι συνθήκες διατήρησης του διαλύματος πριν από τη χρήση είναι ευθύνη του χρήστη (δεν θα πρέπει να ξεπερνά 24 ώρες σε θερμοκρασία 2-8°C, εκτός και η ανασύσταση έχει λάβει χώρα υπό ελεγχόμενες άσηπτες συνθήκες).
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Flucloxacillin/Cooper 250 mg: γυάλινο φιαλίδιο των 10 mL με ελαστικό πώμα και πώμα ασφαλείας αλουμινίου.
Flucloxacillin/Cooper 500 mg: γυάλινο φιαλίδιο των 10 mL με ελαστικό πώμα και πώμα ασφαλείας αλουμινίου.
Flucloxacillin/Cooper 1000 mg: γυάλινο φιαλίδιο των 20 mL με ελαστικό πώμα και πώμα ασφαλείας αλουμινίου.
Κάθε συσκευασία περιέχει 1 ή 10 φιαλίδια.
Μπορεί να μην κυκλοφορήσουν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Τα ανασυσταμένα διαλύματα για ενδομυική ή άμεση ενδοφλέβια ένεση θα πρέπει κανονικά να χορηγούνται εντός 30 λεπτών από την παρασκευή τους. Ωστόσο, τα υδατικά διαλύματα του ενέσιμου Flucloxacillin/Cooper διατηρούν τη δραστικότητά τους μέχρι και 24 ώρες όταν φυλάσσονται στο ψυγείο (2°-8°C).
Το Flucloxacillin/Cooper μπορεί να προστεθεί στα περισσότερα ενδοφλέβια υγρά (π.χ. ύδωρ για ενέσιμα, χλωριούχο νάτριο 0,9%, γλυκόζη 5%,χλωριούχο νάτριο 0,18% με γλυκόζη 4% ).
Αφού ανασυσταθούν, τα διαλύματα Flucloxacillin/Cooper θα πρέπει να φυλάσσονται στο ψυγείο (2°- 8°C) και να χρησιμοποιούνται εντός 24 ωρών από την παρασκευή τους. Αναλυτικές πληροφορίες δίνονται στο Φύλλο Οδηγιών Χρήσης.
Η ανασύσταση του ενέσιμου Flucloxacillin/Cooper και η παρασκευή των εγχύσεων του Flucloxacillin/Cooper πρέπει να πραγματοποιούνται κάτω από κατάλληλες συνθήκες ασηψίας, στην περίπτωση που απαιτούνται οι παραπάνω παρατεταμένες περίοδοι φύλαξης.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΤΑ ΦΙΑΛΙΔΙΑ FLUCLOXACILLIN/COOPER ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΓΙΑ ΧΡΗΣΗ ΠΟΛΛΑΠΛΩΝ ΔΟΣΕΩΝ. Πρέπει να απορρίπτεται οποιαδήποτε υπόλειμμα Flucloxacillin/Cooper.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΚΟΠΕΡ Α.Ε.
Αριστοβούλου 64, 11853, Αθήνα Τηλ: 2103462108 Φαξ: 2103461611 e-mail: info@koper.gr
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Flucloxacillin/Cooper 250 mg Powder for solution for injection/ infusion: 6520/05-03-2018, Flucloxacillin/Cooper 500 mg Powder for solution for injection/ infusion: 6521/05-03-2018, Flucloxacillin/Cooper 1000 mg Powder for solution for injection/ infusion: 35674/17/05-03-2018
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Flucloxacillin/Cooper 250 mg Powder for solution for injection/ infusion: 05-03-2018 Flucloxacillin/Cooper 500 mg Powder for solution for injection/ infusion: 05-03-2018 Flucloxacillin/Cooper 1000 mg Powder for solution for injection/ infusion: 05-03-2018