Clinio Logo
Clinio
GARDENAL › ΠΧΠ

GARDENAL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

GARDENAL 100 mg δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 100 mg φαινοβαρβιτάλης.

Έκδοχο(α) με γνωστή δράση:

Άμυλο σίτου (που περιέχει γλουτένη) (βλ παράγραφο 4.4).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Δισκίο Λευκά, στρογγυλά δισκία με χαραγμένη την ένδειξη «GARDENAL» στη μια πλευρά και την ένδειξη «100» στην άλλη πλευρά.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Τονικοκλονικές γενικευμένες ως και εστιακές κρίσεις.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Ενήλικες: Από του στόματος ημερήσια δόση συνήθως 100 – 300 mg χορηγούμενη το βράδυ ή σε διηρημένες δόσεις, που μπορεί να φθάσει μέχρι 400 mg.

Παιδιά: 3,5 mg/kg βάρους σώματος/24ωρο σε 2-3 ίσες δόσεις.

Δραστικά επίπεδα στο αίμα 10-30 ή 35 μg/ml.

4.3 Αντενδείξεις

• Yπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• Οξεία διαλείπουσα πορφυρία.

• Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια.

• Χρήση με σακιναβίρη, ντακλατασβίρη, ντασαμπουβίρη, παριταπρεβίρη, ομπιτασβίρη, λεντιπασβίρη, σοφοσμπουβίρη: βλ. παράγραφο 4.5.

• Υπερευαισθησία στη γλουτένη ή δυσανεξία στη γλουτένη λόγω της ύπαρξης αμύλου σίτου (γλουτένη) στη σύνθεση (βλ. παράγραφο 4.4).

• Οινοπνευματώδη, οιστροπρογεσταγόνο και προγεσταγόνο ως αντισυλληπτικά (βλ. παράγραφο 4.5).

• Γαλουχία (βλ. παράγραφο 4.6).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Συνιστάται προσοχή κατά τη χρήση της φαινοβαρβιτάλης σε οδηγούς αυτοκινήτων και χειριστές μηχανημάτων, σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.

Η φαινοβαρβιτάλη δεν ενδείκνυται για την αγωγή των αφαιρετικών σπασμών ή μυοκλονικών σπασμών, οι οποίοι ενίοτε επιδεινώνονται.

Αν και είναι σπάνιο, η εισαγωγή ενός αντισπασμωδικού πιθανόν να προκαλέσει αύξηση της συχνότητας των σπασμών ή την εμφάνιση ενός νέου τύπου σπασμών σε κάποιους ασθενείς. Η αύξηση αυτή δεν σχετίζεται με τις διακυμάνσεις που παρατηρούνται σε ορισμένες μορφές επιληψίας. Στην περίπτωση της φαινοβαρβιτάλης, οι λόγοι αυτού πιθανόν να είναι: η επιλογή ενός φαρμάκου που δεν είναι κατάλληλο για τον τύπο του σπασμού/επιληψίας προς αντιμετώπιση, μια αλλαγή στην ταυτόχρονη αντισπασμωδική φαρμακευτική αγωγή ή κάποια φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με την τελευταία, τοξικότητα ή υπερδοσολογία. Δεν είναι πιθανή κάποια άλλη αιτιολογία, εκτός από μία παράδοξη αντίδραση.

Δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια αντιπηκτικής αγωγής, διότι ανταγωνίζεται την ενέργεια των κουμαρινικών αντιπηκτικών ή θα πρέπει τα κουμαρινικά σκευάσματα να χορηγούνται σε μεγαλύτερες δόσεις, όπως και τα κορτικοστεροειδή.

Η απότομη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης σε άτομα που παίρνουν αντιπηκτικά μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες αιμορραγίες.

Παρατεταμένη αγωγή με τη φαινοβαρβιτάλη (100 mg ημερησίως για 3 μήνες) πιθανόν να οδηγήσει σε εξάρτηση. Αποφυγή απότομης διακοπής του φαρμάκου και σύγχρονης χορήγησης με οινόπνευμα, λόγω πιθανής πρόκλησης σπασμών και status epilepticus.

Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό αγωγή με αντιεπιληπτικά φάρμακα για διάφορες ενδείξεις. Μια μετα-ανάλυση των τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών αντιεπιληπτικών φαρμάκων έχει επίσης δείξει μικρή αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς. Οι μηχανισμοί ανάπτυξης αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστοί.

Κατά συνέπεια οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών και να εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία. Συνιστάται στους ασθενείς (και σε αυτούς που τους φροντίζουν) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.

Σε παιδιά που λαμβάνουν μακροχρόνια αγωγή με φαινοβαρβιτάλη, είναι απαραίτητη η προφυλακτική αγωγή για τη ραχίτιδα (βιταμίνη D2, 1.200 έως 2.000 IU/ημέρα) ή 25 ΟΗ-βιταμίνη D3.

Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (ΣΔΑΕ)

Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), την τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN), την φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) και την οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με Gardenal. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα των σοβαρών δερματικών εκδηλώσεων και να παρακολουθούνται στενά. Η θεραπευτική αγωγή πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, αλλοιώσεων του βλεννογόνου, ή όποιου άλλου σημείου δερματικής υπερευαισθησίας.

Η θεραπεία με φαινοβαρβιτάλη θα πρέπει να διακόπτεται εάν παρατηρηθούν σημεία υπερευαισθησίας ή ηπατικής βλάβης.

Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης Η φαινοβαρβιτάλη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε εγκύους. Η προγεννητική έκθεση στη φαινοβαρβιτάλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο συγγενών δυσπλασιών περίπου κατά 2 έως 3 φορές (βλ. παράγραφο 4.6).

Η φαινοβαρβιτάλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης εκτός εάν το δυνητικό όφελος κρίνεται ότι υπερτερεί των κινδύνων μετά από εξέταση άλλων κατάλληλων θεραπευτικών επιλογών. Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να ενημερώνονται πλήρως σχετικά με τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο εάν λαμβάνουν φαινοβαρβιτάλη κατά τη διάρκεια της κύησης.

Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διενέργειας τεστ κύησης για τον αποκλεισμό της κύησης πριν από την έναρξη της θεραπείας με φαινοβαρβιτάλη σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης.

Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσματικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 2 μήνες μετά την τελευταία δόση. Λόγω της ενζυμικής επαγωγής, η φαινοβαρβιτάλη ενδέχεται να προκαλέσει αστοχία στη θεραπευτική δράση των από στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών φαρμάκων που περιέχουν οιστρογόνο και/ή προγεστερόνη. Στις γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να χρησιμοποιούν άλλες αντισυλληπτικές μεθόδους (βλ. παραγράφους 4.5 και 4.6).

Στις γυναίκες που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να συζητήσουν εκ των προτέρων με τον γιατρό τους ώστε να λάβουν επαρκείς συμβουλές και να συζητηθούν άλλες κατάλληλες θεραπευτικές επιλογές, συμπεριλαμβανομένης της διακοπής της φαινοβαρβιτάλης, πριν από τη σύλληψη και πριν από τη διακοπή της αντισύλληψης.

Στις γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να επικοινωνήσουν αμέσως με τον γιατρό τους εάν μείνουν έγκυες ή πιστεύουν ότι ενδέχεται να είναι έγκυες ενόσω βρίσκονται υπό θεραπεία με φαινοβαρβιτάλη.

Άμυλο σίτου (που περιέχει γλουτένη)

Αυτό το φάρμακο περιέχει πολύ χαμηλά επίπεδα γλουτένης (από άμυλο σίτου) και είναι πολύ απίθανο να σας προκαλέσει προβλήματα εάν έχετε κοιλιοκάκη.

Ένα δισκίο δεν περιέχει περισσότερα από 100 micrograms γλουτένης.

Ασθενείς με αλλεργία σίτου (διαφορετική από την κοιλιοκάκη) δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

4.5.1 Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

• Οινοπνευματώδη: επιδεινώνουν την κατασταλτατική δράση της φαινοβαρβιτάλης. Αλλαγές στην εγρήγορση πιθανόν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση και το χειρισμό μηχανών.

Αλκοολούχα ποτά και φάρμακα που περιέχουν αλκοόλ θα πρέπει να αποφεύγονται.

• Αντικαταθλιπτικά τύπου ιμιπραμίνης: τα αντικαταθλιπτικά τύπου ιμιπραμίνης πιθανόν να προκαλέσουν γενικευμένους σπασμούς.

Πρέπει να υπάρχει κλινική παρακολούθηση και η δόση του αντισπασμωδικού να αυξάνεται, εάν είναι αναγκαίο.

• Μεθαδόνη: αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής, η οποία πιθανόν να είναι θανατηφόρος στην περίπτωση υπερδοσολογίας. Ακόμα, μειωμένη συγκέντρωση της μεθαδόνης στο πλάσμα με πιθανή εμφάνιση συνδρόμου στέρησης λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.

Να γίνεται τακτική κλινική παρακολούθηση και να προσαρμόζεται η δόση της μεθαδόνης.

• Άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ: παράγωγα της μορφίνης (αναλγητικά, αντιβηχικά και θεραπείες υποκατάστασης), βενζοδιαζεπίνες (αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής, η οποία είναι δυνητικά θανατηφόρος στην περίπτωση υπερδοσολογίας), αγχολυτικά πέρα των βενζοδιαζεπινών (καρβαμικό οξύ, καπτοδιάμη, etifoxine), υπνωτικά, κατασταλτικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, κατασταλτικοί ανταγωνιστές των Η1-υποδοχέων ισταμίνης, κεντρικά αντιυπερτασικά, βακλοφαίνη, θαλιδομίδη: αυξημένη κεντρική καταστολή.

Αλλαγές στην εγρήγορση πιθανόν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση και το χειρισμό μηχανών.

• Μεθοτρεξάτη: αυξημένη αιματολογική τοξικότητα λόγω της αθροιστικής αναστολής της διϋδροφυλλικής αναγωγάσης.

• Παράγωγα της μορφίνης (αναλγητικά, αντιβηχικά και θεραπείες υποκατάστασης), βενζοδιαζεπίνες: αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής, η οποία πιθανόν να είναι θανατηφόρος στην περίπτωση υπερδοσολογίας.

4.5.2 Δράση του Gardenal σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Η φαινοβαρβιτάλη είναι ένας καλά χαρακτηρισμένος επαγωγέας των μεταβολικών ενζύμων των φαρμάκων (κυτοχρώματα P-450 και UDP γλυκοζυλοτρανσφεράσες) και των μεταφορέων (P-gp).

Συνεπώς, η φαινοβαρβιτάλη ενδέχεται να επιταχύνει τον μεταβολισμό ή/και τον αποκλεισμό πολλών κατηγοριών φαρμάκων και έτσι να μειώσει τη συστηματική τους έκθεση, που μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα του σχετικού φαρμάκου.

Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται (βλ. παράγραφο 4.3):

• Σακιναβίρη, ντακλατασβίρη, ντασαμπουβίρη, παριταπρεβίρη, ομπιτασβίρη, λεντιπασβίρη, σοφοσμπουβίρη: πιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας.

Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις, κλινική παρακολούθηση ή/και προσαρμογή στο φάρμακο κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή της θεραπείας:

• Ιφοσφαμίδη: πιθανή επιδείνωση της νευροτοξικότητας.

• Από του στόματος αντιπηκτικά: μειωμένη αποτελεσματικότητα. Ο χρόνος προθρομβίνης πρέπει να ελέγχεται πιο συχνά και το διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR) να παρακολουθείται. Η δοσολογία των από του στόματος αντιπηκτικών πρέπει να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της αγωγής με φαινοβαρβιτάλη και για 8 ημέρες μετά τη διακοπή.

• Αντιπρωτεάσες: η συγχορήγηση με αμπρεναβίρη, ιντιναβίρη, νελφιναβίρη πιθανόν να μειώσει την αντιπρωτεασική αποτελεσματικότητα.

• Κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους: κατ’ επέκταση, όπως και με τη ριφαμπικίνη, παρατηρείται μειωμένη αποτελεσματικότητα κατά την ταυτόχρονη αγωγή.

Θα πρέπει να παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα.

• Κορτικοστεροειδή (συστηματικά γλυκοκορτικοειδή και μεταλλοκορτικοειδή): μειωμένη αποτελεσματικότητα. Οι συνέπειες αυτού είναι ιδιαίτερης σημασίας σε ασθενείς με νόσο του Addison που ακολουθούν αγωγή με υδροκορτιζόνη και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση.

Κλινική παρακολούθηση και εργαστηριακές εξετάσεις είναι αναγκαίες: να προσαρμόζεται η δοσολογία του κορτικοστεροειδούς κατά τη διάρκεια της αγωγής με τη φαινοβαρβιτάλη και μετά τη διακοπή της.

• Διγιτοξίνη: μειωμένη αποτελεσματικότητα.

Κλινική παρακολούθηση και ΗΚΓ πρέπει να πραγματοποιείται και να γίνεται μέτρηση της απαραίτητης συγκέντρωσης της διγιτοξίνης στον ορό. Εάν είναι αναγκαίο, να προσαρμόζεται η δοσολογία της διγιτοξίνης κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης ή να συνταγογραφείται διγοξίνη επειδή η ουσία αυτή μεταβολίζεται σε μικρότερο βαθμό από το ήπαρ.

• Διϋδροπυριδίνες

• Δισοπυραμίδη: μειωμένη αντιαρρυθμική αποτελεσματικότητα.

Να γίνεται κλινική παρακολούθηση και ΗΚΓ και εάν απαιτείται να γίνεται μέτρηση της συγκέντρωσης της δισοπυραμίδης στο πλάσμα. Εάν είναι αναγκαίο, να προσαρμόζεται η δοσολογία της δισοπυραμίδης κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης.

• Δοξυκυκλίνη

• Οιστρογόνα/προγεσταγόνα (όχι ως αντισυλληπτικά): μειωμένη αποτελεσματικότητα των οιστρογόνων/προγεσταγόνων .

• Θυρεοειδικές ορμόνες (κατ’ επέκταση όπως και με τους χαρακτηρισμένους αναστολείς): κίνδυνος κλινικού υποθυρεοειδισμού σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό λόγω αυξημένου καταβολισμού της Τ3 και Τ4. Να παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις των Τ3 και Τ4 στον ορό και να προσαρμόζεται η δοσολογία κατά τη συγχορήγηση και μετά την αγωγή με φαινοβαρβιτάλη, εάν είναι αναγκαίο.

• Υδροκινιδίνη, κινιδίνη: μειωμένη αντιαρρυθμική αποτελεσματικότητα.

Να γίνεται κλινική παρακολούθηση, ΗΚΓ και μέτρηση της συγκέντρωσης της κινιδίνης στο πλάσμα.

Η δοσολογία της κινιδίνης να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της αγωγής και μετά τη διακοπή της, εάν είναι αναγκαίο.

• Ιτρακοναζόλη: μειωμένη αποτελεσματικότητα της ιτρακοναζόλης.

• Μοντελουκάστη: πιθανή μείωση στην αποτελεσματικότητα της μοντελουκάστης.

• Θεοφυλλίνη (βάση και άλατα) και αμινοφυλλίνη: μειωμένη δράση θεοφυλλίνης.

• Ζιδοβουδίνη (κατ’ επέκταση όπως και με τη ριφαμπικίνη): πιθανή μείωση στην αποτελεσματικότητα της ζιδοβουδίνης.

Άλλοι συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:

• Οιστροπρογεσταγόνα και προγεσταγόνα (ως αντισυλληπτικά): μειωμένη αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα..Θα πρέπει να ληφθούν υπόψη εναλλακτικές μέθοδοι αντισύλληψης (βλ.

παράγραφο 4.6).

• Ριτοναβίρη, σιμεπρεβίρη, ντολουτεγκραβίρη: πιθανή μείωση της αντιπρωτεασικής αποτελεσματικότητας.

• Αντικαρκινικά φάρμακα: η συγχορήγηση φαινοβαρβιτάλης με αντικαρκινικά φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω των ενζύμων (κυτοχρωμάτων P-450 και UDP γλυκοζυλοτρανσφερασών), ενδέχεται να οδηγήσει σε κίνδυνο χαμηλότερης έκθεσης των αντικαρκινικών φαρμάκων.

• Αντιεπιληπτικά: Λαμοτριγίνη.

Συγχορήγηση φαινοβαρβιτάλης με λαμοτριγίνη ενδέχεται να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα και αιματολογική τοξικότητα όπως λευκοπενία και θρομβοπενία.

• Αλπρενολόλη, μετοπρολόλη, προπρανολόλη (β-αποκλειστές): μειωμένες συγκεντρώσεις αυτών των β-αποκλειστών στο πλάσμα, που συνοδεύονται από ελαττωμένη κλινική αποτελεσματικότητα (αυξημένος ηπατικός μεταβολισμός). Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για αυτούς τους β- αποκλειστές, οι οποίοι αποβάλλονται κυρίως μέσω ηπατικού βιομετασχηματισμού.

• Καρβαμαζεπίνη: βαθμιαία μείωση στη συγκέντρωση της καρβαμαζεπίνης και του ενεργού μεταβολίτη της στο πλάσμα, χωρίς εμφανή αλλαγή στην αντισπασμωδική αποτελεσματικότητα. Αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ειδικά όταν αξιολογείται η συγκέντρωση στο πλάσμα.

• Αμιτριπτυλίνη/οξείδιο αμιτριπτυλίνης: πιθανώς μειωμένη συγκέντρωση της αμιτριπτυλίνης/του οξειδίο αμιτριπτυλίνης στο πλάσμα.

• Αντιθρομβωτικά όπως απιξαβάνη, τικαγρελόρη: πιθανώς μειωμένη αποτελεσματικότητα.

• Προκαρβαζίνη: αυξημένη συχνότητα αντιδράσεων υπερευαισθησίας (υπερηωσινοφιλία, εξάνθημα)

που προκαλούνται από τον αυξημένο μεταβολισμό της προκαρβαζίνης.

4.5.3 Δράση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο Gardenal

• Φυλλικό οξύ: μειωμένη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα λόγω αυξημένου μεταβολισμού της φαινοβαρβιτάλης, στον οποίο το φυλλικό οξύ είναι ένας από τους συμπαράγοντες.

Να γίνεται κλινική παρακολούθηση και όταν είναι απαραίτητο να γίνεται μέτρηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα.

Η δοσολογία της φαινοβαρβιτάλης να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη συμπλήρωση με φυλλικό οξύ, εάν είναι αναγκαίο.

4.5.4 Άλλες αλληλεπιδράσεις με το Gardenal

• Το βαλπροϊκό οξύ αυξάνει τη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα με σημεία υπερδοσολογίας ως αποτέλεσμα αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού, ειδικά στα παιδιά. Ακόμα, η φαινοβαρβιτάλη μειώνει τη συγκέντρωση του βαλπροϊκού οξέος στο πλάσμα και αυξάνει τα επίπεδα των μεταβολιτών του βαλπροϊκού οξέος και του αμμωνίου λόγω επίτασης του ηπατικού μεταβολισμού από τη φαινοβαρβιτάλη. Κλινική παρακολούθηση απαιτείται και η δοσολογία της φαινοβαρβιτάλης πρέπει να ελαττώνεται μόλις εμφανίζονται σημεία καταστολής. Οι συγκεντρώσεις των δύο αντισπασμωδικών παραγόντων στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία ταυτόχρονα με βαλπροϊκό και φαινοβαρβιτάλη θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία υπεραμμωνιαιμίας. Στα μισά από τα αναφερθέντα περιστατικά η υπεραμμωνιαιμία ήταν ασυμπτωματική και δεν οδηγεί απαραίτητα σε κλινική εγκεφαλοπάθεια.

• Φελβαμάτη: μειωμένη συγκέντρωση στο πλάσμα και αποτελεσματικότητα της φελβαμάτης και αυξημένη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα με κίνδυνο υπερδοσολογίας.

Να παρακολουθούνται οι κλινικές παράμετροι και οι συγκεντρώσεις της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα. Όποτε είναι αναγκαίο, να προσαρμόζεται η δόση.

• Προγαβίδη: πιθανή αύξηση της συγκέντρωσης της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα. Πιθανή ελάττωση της συγκέντρωσης της προγαβίδης στο πλάσμα (χωρίς τεκμηρίωση).

Να γίνεται κλινική παρακολούθηση και μέτρηση της συγκέντρωσης της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα, εάν είναι αναγκαίο. Η δοσολογία να προσαρμόζεται όταν είναι απαραίτητο.

• Φαινυτοΐνη: σε ασθενείς που ήδη ακολουθούν αγωγή με φαινοβαρβιτάλη, ο συνδυασμός με φαινυτοΐνη αυξάνει τη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα και πιθανόν να οδηγήσει σε συμπτώματα τοξικότητας (ανταγωνιστική αναστολή του μεταβολισμού).

Απρόβλεπτες αλλαγές πιθανόν να συμβούν σε ασθενείς που ήδη ακολουθούν αγωγή με φαινοβαρβιτάλη όταν συνδυάζεται με φαινυτοΐνη:

 η συγκέντρωση της φαινυτοΐνης στο πλάσμα είναι συνήθως μειωμένη (αυξημένος μεταβολισμός)

χωρίς αυτή η μείωση να επηρεάζει αρνητικά την αντισπασμωδική δράση. Μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης, είναι πιθανόν να εμφανιστούν επιδράσεις τοξικότητας.

 Η συγκέντρωση της φαινυτοΐνης είναι πιθανόν να αυξηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις (ανταγωνιστική αναστολή του μεταβολισμού).

• Κενοβαμάτη: Σε μια μελέτη σε υγιή άτομα, η ταυτόχρονη χορήγηση κενοβαμάτης 200 mg/ημέρα και φαινοβαρβιτάλης 90 mg/ημέρα δεν προκάλεσε κλινικά σημαντικές αλλαγές στην έκθεση στη κενοβαμάτη, αλλά οδήγησε σε αυξημένες εκθέσεις στη φαινοβαρβιτάλη (Cmax κατά 34% και AUC κατά 37%). Δεν απαιτείται προσαρμογή στη δόση της κενοβαμάτης. Οι συγκεντρώσεις της φαινοβαρβιτάλης θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της τιτλοποίησης της δόσης της κενοβαμάτης και με βάση την ατομική ανταπόκριση, η δόση της φαινοβαρβιτάλης μπορεί να χρειαστεί να μειωθεί.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης /Αντισύλληψη Η φαινοβαρβιτάλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης εκτός εάν το δυνητικό όφελος κρίνεται ότι υπερτερεί των κινδύνων μετά από προσεκτική εξέταση εναλλακτικών κατάλληλων θεραπευτικών επιλογών.

Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διενέργειας τεστ κύησης για τον αποκλεισμό της κύησης πριν από την έναρξη της θεραπείας με φαινοβαρβιτάλη σε γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης.

Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να χρησιμοποιούν αντισύλληψη υψηλής αποτελεσματικότητας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φαινοβαρβιτάλη και για 2 μήνες μετά την τελευταία δόση. Λόγω της ενζυμικής επαγωγής, η φαινοβαρβιτάλη ενδέχεται να προκαλέσει αστοχία στη θεραπευτική δράση των από στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών φαρμάκων που περιέχουν οιστρογόνο και/ή προγεστερόνη. Στις γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να χρησιμοποιούν άλλες αντισυλληπτικές μεθόδους ενόσω λαμβάνουν θεραπεία με φαινοβαρβιτάλη, π.χ. δύο συμπληρωματικές μορφές αντισύλληψης που περιλαμβάνουν μία μέθοδο φραγμού, από στόματος χορηγούμενο αντισυλληπτικό που περιέχει υψηλότερες δόσεις οιστρογόνου, ή μία ενδομήτρια συσκευή μη ορμονικού τύπου (βλ. παράγραφο 4.5).

Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να ενημερώνονται και να κατανοούν τον κίνδυνο δυνητικής βλάβης στο έμβρυο που σχετίζεται με τη χρήση της φαινοβαρβιτάλης κατά τη διάρκεια της κύησης και τη σημασία του προγραμματισμού της κύησης.

Στις γυναίκες που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να συζητήσουν εκ των προτέρων με τον γιατρό τους ώστε να λάβουν εξειδικευμένες ιατρικές συμβουλές και να συζητηθούν άλλες κατάλληλες θεραπευτικές επιλογές πριν από τη σύλληψη και πριν από τη διακοπή της αντισύλληψης.

Η αντιεπιληπτική θεραπεία θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά και ιδίως όταν μία γυναίκα προγραμματίζει να μείνει έγκυος.

Στις γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να δίνεται η συμβουλή να επικοινωνήσουν αμέσως με τον γιατρό τους εάν μείνουν έγκυες ή πιστεύουν ότι ενδέχεται να είναι έγκυες ενόσω βρίσκονται υπό θεραπεία με φαινοβαρβιτάλη.

Κύηση Κίνδυνος που σχετίζεται με τα αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα γενικά Θα πρέπει να δίνεται εξειδικευμένη ιατρική συμβουλή αναφορικά με τους δυνητικούς κινδύνους για ένα έμβρυο που προκαλούνται τόσο από τους επιληπτικούς σπασμούς όσο και από την αντιεπιληπτική θεραπεία σε όλες τις γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης που λαμβάνουν αντιεπιληπτική αγωγή, ιδίως στις γυναίκες που προγραμματίζουν εγκυμοσύνη και τις γυναίκες που είναι έγκυες.

Η αιφνίδια διακοπή της θεραπείας με αντιεπιληπτικά φάρμακα (ΑΕΦ) θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς μπορεί να οδηγήσει σε επιληπτικές κρίσεις που θα μπορούσαν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις για τη γυναίκα και το αγέννητο παιδί.

Η μονοθεραπεία προτιμάται για την αντιμετώπιση της επιληψίας κατά την κύηση όποτε είναι δυνατό, επειδή η θεραπεία με πολλαπλά ΑΕΦ θα μπορούσε να σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο συγγενών δυσπλασιών σε σχέση με τη μονοθεραπεία, ανάλογα με τα σχετιζόμενα ΑΕΦ.

Κίνδυνοι που σχετίζονται με τη φαινοβαρβιτάλη Η φαινοβαρβιτάλη διαπερνά τον πλακούντα. Μελέτες σε ζώα (δεδομένα από τη βιβλιογραφία) έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα σε τρωκτικά (βλ. παράγραφο 5.3).

Δεδομένα από μετα-ανάλυση και μελέτες παρατήρησης κατέδειξαν περίπου 2 έως 3 φορές υψηλότερο κίνδυνο μειζόνων δυσπλασιών σε σύγκριση με τον βασικό κίνδυνο μειζόνων δυσπλασιών στον γενικό πληθυσμό (ο οποίος είναι 2-3%). Ο κίνδυνος είναι δοσοεξαρτώμενος. Ωστόσο, δεν έχει βρεθεί κάποια δόση που δεν ενέχει κίνδυνο. Η μονοθεραπεία με φαινοβαρβιτάλη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο μειζόνων συγγενών δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων του λαγώχειλου και του λυκοστόματος και καρδιαγγειακών δυσπλασιών. Έχουν επίσης αναφερθεί άλλες δυσπλασίες που εμπλέκουν διάφορα οργανικά συστήματα συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων υποσπαδία, δυσμορφικών χαρακτηριστικών του προσώπου, ελλειμμάτων του νευρικού σωλήνα, κρανιοπροσωπικής δυσμορφίας (μικροκεφαλία) και δακτυλικών ανωμαλιών .

Δεδομένα από μία μελέτη μητρώου δείχνουν μία αύξηση στον κίνδυνο βρεφών που γεννήθηκαν μικρά για την ηλικία κύησης ή με μειωμένο μήκος σώματος, συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με λαμοτριγίνη.

Έχουν αναφερθεί νευροαναπτυξιακές διαταραχές σε παιδιά που εκτέθηκαν σε φαινοβαρβιτάλη κατά τη διάρκεια της κύησης. Οι μελέτες που σχετίζονται με τον κίνδυνο νευροαναπτυξιακών διαταραχών σε παιδιά που εκτίθενται σε φαινοβαρβιτάλη κατά τη διάρκεια της κύησης είναι αντιφατικές και δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος. Προκλινικές μελέτες έχουν επίσης αναφέρει ανεπιθύμητες νευροαναπτυξιακές επιδράσεις (βλ. παράγραφο 5.3).

Η φαινοβαρβιτάλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν το δυνητικό όφελος κρίνεται ότι υπερτερεί των κινδύνων μετά από εξέταση άλλων κατάλληλων θεραπευτικών επιλογών.

Εάν, μετά από επαναξιολόγηση της θεραπείας με φαινοβαρβιτάλη, καμία άλλη θεραπευτική επιλογή δεν είναι κατάλληλη, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση φαινοβαρβιτάλης. Η γυναίκα θα πρέπει να ενημερώνεται πλήρως και να κατανοεί τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση της φαινοβαρβιτάλης κατά τη διάρκεια της κύησης.

Όταν χρησιμοποιείται στο τρίτο τρίμηνο της κύησης, ενδέχεται να παρουσιαστούν συμπτώματα απόσυρσης στο νεογνό, τα οποία περιλαμβάνουν καταστολή, υποτονία και διαταραχή στον θηλασμό.

Οι ασθενείς που λαμβάνουν φαινοβαρβιτάλη πρέπει να λαμβάνουν επαρκές συμπλήρωμα φυλλικού οξέος πριν από τη σύλληψη και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ορισμένα αντιεπιληπτικά φάρμακα, όπως η φαινοβαρβιτάλη, έχει αναφερθεί ότι μειώνουν τα επίπεδα φυλλικού οξέος στον ορό. Αυτή η ανεπάρκεια μπορεί να συμβάλει στην αυξημένη συχνότητα γενετικών ανωμαλιών στους απογόνους των επιληπτικών γυναικών υπό θεραπεία. Επομένως, για γυναίκες που εκτίθενται σε φαινοβαρβιτάλη και σχεδιάζουν εγκυμοσύνη ή είναι έγκυες, η χορήγηση συμπληρώματος φυλλικού οξέος μπορεί να δοθεί σε δοσολογία 5 mg/ημέρα από τη στιγμή που η γυναίκα σχεδιάζει εγκυμοσύνη και παρατείνεται έως 2 μήνες μετά τη σύλληψη.

Νεογνά:

Τα αντισπασμωδικά και ειδικά η φαινοβαρβιτάλη ίσως έχουν προκαλέσει:

- Σε ορισμένες περιπτώσεις: αιμορραγία κατά τις πρώτες 24 ώρες ζωής νεογνών, τα οποία γεννήθηκαν από μητέρες οι οποίες ελάμβαναν θεραπευτική αγωγή. Η προληπτική χορήγηση στη μητέρα βιταμίνης Κ1 (10 έως 20 mg/24h) κατά τον προηγούμενο μήνα από τον τοκετό και η χορήγηση στο νεογνό των κατάλληλων συμπληρωμάτων κατά τη γέννηση (1 έως 10 mg IV) φαίνεται αποτελεσματική.

- Σε σπάνιες περιπτώσεις: μέτριο σύνδρομο στέρησης (μη φυσιολογικές κινήσεις, μη αποτελεσματικός θηλασμός), διαταραχή του μεταβολισμού φωσφόρου και ασβεστίου και της πρόσληψης αλάτων από τα οστά.

Θηλασμός Δεν συνιστάται καθώς υπάρχει η πιθανότητα μειωμένης αυξήσεως του σωματικού βάρους, καταστολής και προβλημάτων κατά το θηλασμό στη νεογνική περίοδο.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Εφιστάται η προσοχή των ασθενών και ιδιαίτερα όσων οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα, λόγω του πιθανού κινδύνου υπνηλίας, η οποία συνδέεται με το φάρμακο.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η κατάταξη της συχνότητας γίνεται σύμφωνα με την ακόλουθη συνθήκη CIOMS και χρησιμοποιείται όπου εφαρμόζεται:

Πολύ συχνές (≥10%)ꞏ Συχνές (≥1 και <10%)ꞏ Όχι συχνές (≥0,1 και <1%)ꞏ Σπάνιες (≥0,01 και <0,1%)ꞏ Πολύ σπάνιες (<0,01%)ꞏΜη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές: Υπνηλία (δυσκολία στη βάδιση με, κατά διαστήματα, ψεύδισμα κατά την ομιλία, νοητική διαταραχή, διαταραχή της μνήμης.

Όχι συχνές: Μη φυσιολογικός συντονισμός και διαταραχές της ισορροπίας, ειδικότερα σε ηλικιωμένα άτομα.

Συνδεόμενες με τη δόση: σπάνια ζάλη και κεφαλαλγία.

Σπάνιες: διαταραχή στην προσοχή.

Μη γνωστές: αμνησία, δυσκινησία.

Σε ένα ποσοστό παιδιών ευερεθιστότητα και υπερκινητικότητα.

Καρδιαγγειακές διαταραχές: υπόταση Ψυχιατρικές διαταραχές Συχνές: Μη φυσιολογική συμπεριφορά, όπως διέγερση και επιθετικότητα.

Όχι συχνές: Διακυμάνσεις της συναισθηματικής διάθεσης, διαταραχές ύπνου/αϋπνία.

Μη γνωστές: εξάρτηση.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές: Αλλεργική δερματίτιδα (ειδικά ιλαροειδές και κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα ομοιάζον με εξάνθημα οστρακιάς).

Μη γνωστές:

Τοπικό εξάνθημα υποτροπιάζον Πιθανές σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων εξαιρετικά σπάνιων περιπτώσεων Τοξικής Έπιδερμικής Νεκρόλυσης, συνδρόμου Stevens-Johnson, αποφολιδωτικής δερματίτιδας,

αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα και οξεία γενικευμένη εξανθιματικής φλυκταίνωσης (βλ. παράγραφο 4.4). Εξαιτίας των εξαιρετικά σπάνιων περιστατικών διασταυρούμενης αντίδρασης μεταξύ της φαινοβαρβιτάλης, της φαινυτοΐνης και της καρβαμαζεπίνης, πρέπει να εξασκείται προσοχή όταν αντικαθίσταται η φαινοβαρβιτάλη με κάποιο από αυτά τα δύο φάρμακα.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Συχνές: Αύξηση της γ-γλουταμυλτρανσφεράσης, αυξημένες τιμές των τρανσαμινασών, αυξημένες τιμές της αλκαλικής φωσφατάσης.

Μη γνωστές: ηπατίτιδα.

Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Συχνές: Σύσπαση του Dupuytren της παλαμιαίας απονεύρωσης Όχι συχνές: Αρθραλγία (σύνδρομο ώμου-χειρός ή ρευματισμός που προκαλείται από τη φαινοβαρβιτάλη).

Μη γνωστές: Μειωμένη πυκνότητα των μετάλλων στα οστά, οστεοπενία, οστεοπόρωση και κατάγματα σε ασθενείς που είναι σε μακροχρόνια θεραπεία με Gardenal.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Μη γνωστές: Πανκυτταροπενία, απλαστική αναιμία, ακοκκιοκυτταραιμία. αναιμία από έλλειψη φυλλικού οξέος, ουδετεροπενία, λευκοπενία, θρομβοπενία.

Υπασβεστιαιμία και οστεομαλακία μετά από μακρά χρήση.

Ερύθημα, ίκτερος.

Έχει παρατηρηθεί μερικές φορές διαταραχή της πηκτικότητας και εμφάνιση αιμορραγικής διαθέσεως στο νεογέννητο, γι’ αυτό συνιστάται προληπτικά η χορήγηση βιταμίνης Κ.

Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές: Ναυτία, έμετος.

Συγγενείς, οικογενείς και γενετικές διαταραχές (βλ. παράγραφο 4.6)

Επίδραση στο έμβρυο και το νεογνό, λυκόστομα και λαγόχειλος έχουν περιγραφεί σπάνια.

Η αγωγή θα πρέπει να διακοπεί εάν παρατηρηθούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που επηρεάζουν την ηπατική λειτουργία και/ή δερματικές αντιδράσεις ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Ναυτία, έμετος, κεφαλαλγία, ιδεοληψία, νοητική σύγχυση και πιθανώς ακόμη και κώμα που συνοδεύεται από νευροφυτικό σύνδρομο (άρρυθμη βραδύπνοια, τραχειοβρογχική απόφραξη, υπόταση)

παρατηρούνται εντός μίας ώρας από τη λήψη υπερβολικής δόσης. Αντιμετώπιση: ταχεία διούρηση, αλκαλοποίηση, αναπνευστική υποστήριξη, αντιβιοτική θεραπεία, συμπλήρωμα καλίου.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: βαρβιτουρικά και παράγωγα, κωδικός ATC: N03AA02 Το Gardenal περιέχει φαινοβαρβιτάλη: η φαινοβαρβιτάλη είναι ένα βαρβιτουρικό. Έχει αντισπασμωδικές, κατασταλτικές και υπνωτικές ιδιότητες.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Το 80% της δόσεως περίπου, απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η μέγιστη τιμή στο πλάσμα παρατηρείται εντός 8 ωρών περίπου στους ενήλικες και εντός 4 ωρών περίπου στα παιδιά.

Κατανομή Η φαινοβαρβιτάλη κατανέμεται στο σύνολο του οργανισμού και ιδιαίτερα στον εγκέφαλο λόγω της λιποφιλίας της. Διαπερνά τον αιματοπλακουντιακό φραγμό και απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η φαινοβαρβιτάλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κατά 60% στα παιδιά, τιμή ελαφρά αυξημένη σε σχέση με την αντίστοιχη των ενηλίκων (50%).

Βιομετασχηματισμός Μεταβολίζεται στο ήπαρ (προς το μη δραστικό υδροξυλιωμένο παράγωγο, το οποίο στη συνέχεια συζευγνύεται με γλυκουρο- ή σουλφο- ομάδα).

Αποβολή Απεκκρίνεται μέσω των νεφρών με την αναλλοίωτη μορφή (ιδιαίτερα όταν τα ούρα είναι αλκαλικά). Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι 50 έως 140 ώρες για τους ενήλικες και 40 έως 70 ώρες για τα παιδιά. Αυξάνεται σε ηλικιωμένους ασθενείς καθώς και σε περιπτώσεις ηπατικής ή νεφρικής ανεπάρκειας.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δημοσιευμένες μελέτες ανέφεραν τερατογόνες επιδράσεις (μορφολογικά ελλείμματα) σε τρωκτικά που εκτέθηκαν σε φαινοβαρβιτάλη. Λυκόστομα αναφέρεται σταθερά σε όλες τις προκλινικές μελέτες, αλλά αναφέρονται και άλλες δυσπλασίες (π.χ., ομφαλοκήλη, δισχιδής ράχη, εξεγκεφαλία, εξόμφαλος μαζί με σύντηξη πλευρών) σε μεμονωμένες μελέτες ή είδη.

Επιπλέον, παρότι τα δεδομένα από τις δημοσιευμένες μελέτες δεν είναι συνεπή, η χορήγηση φαινοβαρβιτάλης σε αρουραίους/ποντίκια κατά τη διάρκεια της κύησης ή στην πρώιμη μεταγεννητική

περίοδο συσχετίστηκε με ανεπιθύμητες νευροαναπτυξιακές επιδράσεις, όπως μεταβολές στην κινητική δραστηριότητα, στη γνωστική λειτουργία και στα μαθησιακά πρότυπα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Άμυλο γεωμήλων Άμυλο σίτου Δεξτρίνη Μαγνήσιο στεατικό Ασβέστιο ανθρακικό

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

36 μήνες

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσεται σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25°C.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Συσκευασίες που περιέχουν 20 δισκία ή 30 δισκία ή 60 δισκία (Νοσοκομειακή συσκευασία) ή 100 δισκία (Νοσοκομειακή συσκευασία) σε κυψέλες από PVC/Αλουμίνιο.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Sanofi-Aventis Μονοπρόσωπη AEBE Λεωφ. Συγγρού 348 – Κτίριο Α 176 74 Καλλιθέα – Αθήνα Τηλ.: +30 210 90 01 600 Φαξ: +30 210 92 49 129

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(OI) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

41418/07/27-5-2008

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 10 Απριλίου 1959 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 27 Μαΐου 2008

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:0689101_SPC_0689101_6.pdf