Clinio Logo
Clinio
GLIMBAX › ΠΧΠ

GLIMBAX — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Glimbax 600 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 600 mg προυλιφλοξασίνης.

Έκδοχα με γνωστές δράσεις:

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 76 mg λακτόζης Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΉ ΜΟΡΦH

Επικαλυμμένo με λεπτό υμένιο δισκίο.

Κίτρινα, επιμήκη, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Το δισκίο μπορεί να διαχωριστεί σε δύο ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Glimbax ενδείκνυται για τη θεραπεία λοιμώξεων, που προκαλούνται από ευαίσθητα στελέχη, στις παρακάτω καταστάσεις:

• Οξεία μη επιπλεγμένη λοίμωξη του κατώτερου ουροποιητικού (απλή κυστίτιδα).

• Επιπλεγμένες λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού.

• Οξείες εξάρσεις χρόνιας βρογχίτιδας.

• Οξεία βακτηριακή ρινική ιγμορίτιδα Στην απλή κυστίτιδα, τις οξείες εξάρσεις της χρόνιας βρογχίτιδας και στην οξεία βακτηριακή παραρρινοκολπίτιδα, το Glimbax πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν θεωρείται ακατάλληλη η χρήση άλλων αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για τη θεραπεία αυτών των λοιμώξεων.

Η οξεία βακτηριακή παραρρινοκολπίτιδα πρέπει να διαγιγνώσκεται επαρκώς σύμφωνα με τις Εθνικές & τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία των λοιμώξεων του αναπνευστικού.

Για τη θεραπεία της βακτηριακής ρινικής ιγμορίτιδας, το Glimbax πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς με διάρκεια συμπτωμάτων μικρότερη από 4 εβδομάδες.

Κατά τη θεραπεία ασθενών με λοιμώδη νοσήματα, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ιστορικό τοπικής ευαισθησίας σε αντιβιοτικά.

Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την κατάλληλη χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Το ενδεικτικό δοσολογικό σχήμα για ενήλικες είναι το εξής:

• Ασθενείς με οξείες μη επιπλεγμένες λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού (απλή κυστίτιδα): επαρκεί μόνο ένα δισκίο των 600 mg.

• Ασθενείς με επιπλεγμένες λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού: ένα δισκίο των 600 mg μία φορά την ημέρα, για μέγιστη διάρκεια θεραπείας 10 ημερών.

• Ασθενείς με οξεία έξαρση χρόνιας βρογχίτιδας: ένα δισκίο των 600 mg μία φορά την ημέρα, για μέγιστη διάρκεια θεραπείας 10 ημερών.

• Ασθενείς με οξεία βακτηριακή ρινική ιγμορίτιδα: ένα δισκίο των 600 mg μία φορά την ημέρα μέχρι 10 ημέρες μέγιστης θεραπείας.

Η διάρκεια της θεραπείας για τις επιπλεγμένες λοιμώξεις του κατώτερου ουροποιητικού και οξεία έξαρση της χρόνιας βρογχίτιδας, εξαρτάται από τη βαρύτητα της νόσου και την κλινική έκβαση του ασθενούς και πρέπει να συνεχίζεται ούτως ή άλλως επί τουλάχιστον 48-72 ώρες μετά την ύφεση / ίαση των συμπτωμάτων.

Παιδιατρικός πληθυσμός Το Glimbax δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών, λόγω θεμάτων σχετικών με την ασφάλεια (βλέπε Παραγράφους 4.3 και 5.3).

Τρόπος χορήγησης Τα δισκία Glimbax πρέπει να καταπίνονται με νερό και πρέπει να λαμβάνονται έχοντας υπόψη την λήψη τροφής (βλέπε Παράγραφο 4.5).

4.3 Αντενδείξεις

- Υπερευαισθησία στην προυλιφλοξασίνη, σε άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες του τύπου της κινολόνης ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

- Παιδιά προ της εφηβείας, ή οι έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετών, στους οποίους δεν έχει ολοκληρωθεί η ανάπτυξη του σκελετού.

- Ασθενείς με ιστορικό τενοντοπαθειών, που σχετίζονται με τη χορήγηση κινολονών.

- Κύηση και γαλουχία (βλέπε παράγραφο 4.6).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Η χρήση της προυλιφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8).

Η θεραπεία αυτών των ασθενών με προυλιφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).

Όπως με τις άλλες κινολόνες, το Glimbax πρέπει να λαμβάνεται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραχές του ΚΝΣ, που μπορεί να προδιαθέτουν για σπασμούς ή να μειώνουν τον ουδό των σπασμών.

Οι φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανόμενης της προυλιφλοξασίνης, έχουν νευρομυϊκή δράση αποκλεισμού και μπορεί να επιδεινώσουν την μυϊκή αδυναμία σε ασθενείς με μυασθένεια gravis.

Η προυλιφλοξασίνη δεν συνιστάται σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό μυασθένειας gravis.

Όπως και με άλλες κινολόνες, σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με προυλιφλοξασίνη, η έκθεση στον ήλιο ή στην υπεριώδη ακτινοβολία μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις φωτοτοξικότητας.

Η υπερβολική έκθεση στον ήλιο ή στην υπεριώδη ακτινοβολία πρέπει να αποφεύγεται κατά την διάρκεια της θεραπείας με το Glimbax. Σε περίπτωση αντιδράσεων φωτοτοξικότητας, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.

Οι ασθενείς με λανθάνουσες ή γνωστές ανεπάρκειες για τη δράση της αφυδρογονάσης της φωσφορικής-6-γλυκόζης έχουν προδιάθεση σε αιμολυτικές αντιδράσεις, όταν υποβάλλονται σε θεραπεία με αντιβιοτικούς παράγοντες της κατηγορίας των κινολονών και, για το λόγο αυτό, το Glimbax πρέπει να χορηγείται με προσοχή.

Όπως αναφέρεται για τις άλλες κινολόνες, σπάνια μπορεί να παρατηρηθούν συμβάματα ραβδομυόλυσης, που χαρακτηρίζονται από μυαλγία, εξασθένιση, αυξημένες τιμές CPK και μυογλοβίνης πλάσματος και ταχεία επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα, λαμβάνοντας υπόψη το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.

Η χρήση των κινολονών μερικές φορές συσχετίζεται με την έναρξη κρυσταλλουρίας. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, που ανήκει στη θεραπευτική

αυτή κατηγορία, πρέπει να διατηρείται επαρκές ισοζύγιο υγρών, προκειμένου να αποφεύγεται η υπερβολική συγκέντρωση ούρων.

Δεν έχει αξιολογηθεί η ανεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα του Glimbax σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Όταν συνταγογραφείται μία θεραπεία με αντιβιοτικά, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές και/ή οι εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες για την κατάλληλη χρήση αντιβιοτικών.

Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός αορτής, και παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού της αορτής, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς, και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά από τη λήψη φθοριοκινολόνων. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8).

Συνεπώς, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές για τους ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας, ή για τους ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό της αορτής ή βαλβιδοπάθεια, ή παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό της αορτής όσο και για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. διαταραχές του συνδετικού ιστού όπως σύνδρομο Marfan, ή σύνδρομο Ehlers- Danlos, σύνδρομο Turner, νόσο του Behcet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα ή επιπροσθέτως - για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση, ή σύνδρομο Sjögren) ή επιπροσθέτως

- για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).

Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.

Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα επείγοντα περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.

Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.

Παρατεταμένες, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες.

Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες., οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά, ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικές και αισθητήριες) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Η προυλιφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε σοβαρής ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με τον συνταγογράφο τους για συμβουλές.

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα

Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.

Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με προυλιφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α)

πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση). Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας.

Πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να διακόπτουν τη θεραπεία σε περίπτωση μυαλγίας, πόνου ή φλεγμονής στις αρθρώσεις και να ξεκουράζουν το πάσχον άκρο ή τα πάσχοντα άκρα, μέχρι να αποκλεισθεί η διάγνωση της τενοντίτιδας.

Περιφερική νευροπάθεια Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες και φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία. Ασθενείς σε θεραπεία με προυλιφλοξασίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους προτού συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν τα συμπτώματα της νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νυγμών, αιμωδία, ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8)

Ηπατική δυσλειτουργία Η ανεκτικότητα και η αποτελεσματικότητα του Glimbax σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν αξιολογηθεί. Εν τη απουσία ειδικών μελετών, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η δοσολογία σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ως εκ τούτου, για αυτούς τους ασθενείς, η παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα είναι η πλέον αξιόπιστη μέθοδος για τη ρύθμιση της δοσολογίας.

Nεφρική δυσλειτουργία Καθώς δεν υπάρχουν εξειδικευμένες μελέτες, δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί η δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min). Για το λόγο αυτό, για τους ασθενείς αυτούς, η πιο αξιόπιστη μέθοδος ρύθμισης της δόσης είναι η παρακολούθηση των επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα.

Παράταση του διαστήματος QT Μερικές άλλες ουσίες από την ομάδα των φθοριοκινολόνων έχουν συνδεθεί με περιπτώσεις παράτασης του διαστήματος QT. Η προυλιφλοξασίνη παρουσιάζει πολύ μικρή πιθανότητα να προκαλέσει παράταση του διαστήματος QT.

Διαταραχές όρασης Εάν επηρεαστεί η όραση ή εμφανιστούν άλλες επιδράσεις στους οφθαλμούς, πρέπει να αναζητηθεί αμέσως συμβουλή από έναν οφθαλμίατρο.

Νόσος που σχετίζεται με λοίμωξη από Clostridium Difficile Η διάρροια, ειδικά εάν είναι σοβαρή, εμμένουσα ή/και αιματηρή, κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας της θεραπείας με προυλιφλοξασίνη (συμπεριλαμβανομένων αρκετών εβδομάδων μετά τη θεραπεία), μπορεί να είναι σύμπτωμα της νόσου που σχετίζεται με λοίμωξη από Clostridium Difficile (CDAD). Η σοβαρότητα της CDAD κυμαίνεται από ήπια έως και απειλητική για τη ζωή, ενώ η σοβαρότερη μορφή της είναι η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. ενότητα 4.8). Είναι συνεπώς σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η διάγνωση αυτή στους ασθενείς που αναπτύσσουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με προυλιφλοξασίνη. Εάν υπάρχει υποψία ή επιβεβαιωμένη CDAD, η συνεχιζόμενη θεραπεία με αντιβακτηριακούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της προυλιφλοξασίνης, πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινά άμεσα

η κατάλληλη θεραπεία. Τα αντιπερισταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα αντενδείκνυνται σε αυτή την κλινική κατάσταση. Επιπλέον, πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου λοιμώξεων για τη μείωση του κινδύνου μετάδοσης.

Δυσγλυκαιμία Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη του αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας (δείτε παράγραφο 4.8), συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με έναν από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπογλυκαιμικού κώματος. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς.

Το Glimbax περιέχει λακτόζη Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Το Glimbax περιέχει νάτριο Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η συγχορήγηση θεραπείας με σιμετιδίνη, αντιόξινα, που περιέχουν Α1 και Mg ή σκευάσματα που περιέχουν σίδηρο και ασβέστιο μειώνει την απορρόφηση του Glimbax. Για το λόγο αυτό, το Glimbax πρέπει να χορηγείται 2 ώρες πριν ή τουλάχιστον 4 ώρες μετά την χορήγηση των ενώσεων αυτών.

Η ταυτόχρονη λήψη προυλιφλοξασίνης και γάλακτος, έχει ως αποτέλεσμα την μείωση του εμβαδού της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης - χρόνου (AUC) και τη μείωση της ανάκτησης της προυλιφλοξασίνης στα ούρα, ενώ η λήψη τροφής καθυστερεί την επίτευξη των μέγιστων επιπέδων και μειώνει τα μέγιστα επίπεδα του φαρμάκου. Η έκκριση της προυλιφλοξασίνης στα ούρα μειώνεται, όταν χορηγείται ταυτόχρονα με προβενεσίδη. Η ταυτόχρονη χορήγηση φενβουφαίνης με κάποιες κινολόνες μπορεί να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο σπασμών. Επομένως, η χορήγηση του Glimbax και της φενβουφαίνης, πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά.

Οι κινολόνες μπορεί να προκαλέσουν υπογλυκαιμία σε διαβητικούς ασθενείς, που λαμβάνουν φάρμακα για την αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας.

Η συγχορήγηση του Glimbax και της θεοφυλλίνης μπορεί να προκαλέσει ελαφρά μείωση της κάθαρσης της θεοφυλλίνης, η οποία δεν πρέπει να έχει καμία κλινική επίπτωση. Ωστόσο, όπως και για τις άλλες κινολόνες, σε ασθενείς με μεταβολικές διαταραχές ή με παράγοντες κινδύνου για τις διαταραχές αυτές πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα της θεοφυλλίνης στο πλάσμα.

Οι κινολόνες μπορούν να ενισχύσουν τις δράσεις των από του στόματος αντιπηκτικών όπως η βαρφαρίνη και τα παράγωγά της. Όταν τα φαρμακευτικά αυτά προϊόντα χορηγούνται ταυτόχρονα με το Glimbax συνιστάται η στενή παρακολούθηση της δοκιμασίας προθρομβίνης ή η διεξαγωγή άλλων κατάλληλων εξετάσεων για την πηκτικότητα.

Προκλινικά δεδομένα έχουν δείξει ότι η νικαρδιπίνη μπορεί να ενισχύσει την φωτοτοξικότητα της προυλιφλοξασίνης.

Δεν έχει παρατηρηθεί κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση κατά τη διάρκεια της κλινικής ανάπτυξης του Glimbax μετά την συγχορήγηση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων, που χρησιμοποιούνται συχνά από ασθενείς με τις παθολογίες, που αναφέρθηκαν στην παράγραφο 4.1.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Εγκυμοσύνη Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με την έκθεση εγκύου γυναίκας στην προυλιφλοξασίνη.

Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν τερατογένεση. Άλλες επιδράσεις αναπαραγωγικής τοξικότητας παρατηρήθηκαν μόνο παρουσία μητρικής τοξικότητας (βλέπε παράγραφο 5.3).

Θηλασμός Σε επίμυες, η προυλιφλοξασίνη παρατηρήθηκε ότι διαπερνά τον πλακούντα και απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε υψηλές ποσότητες.

Όπως και με άλλες κινολόνες, η προυλιφλοξασίνη αποδείχθηκε ότι προκαλεί αρθροπάθεια σε νεαρά πειραματόζωα, και για το λόγο αυτό η χρήση της κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας αντενδείκνυται.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών

Οι κινολόνες μπορεί να προκαλούν ζάλη και αδιαθεσία, για το λόγο αυτό, πριν ο ασθενής οδηγήσει ή χρησιμοποιήσει μηχανήματα ή ξεκινήσει δραστηριότητες που απαιτούν προσοχή και συντονισμό, πρέπει να γνωρίζει το πώς αντιδρά στο φάρμακο.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρονται στο παρόν, έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές δοκιμές, οι οποίες διεξήχθησαν με το Glimbax, εκτός από τις ανεπιθύμητες ενέργειες με μη γνωστή συχνότητα. Οι περισσότερες από τις ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ήπιας ή μέτριας έντασης.

Για την κατηγοριοποίησή τους έχουν χρησιμοποιηθεί τα παρακάτω ποσοστά: Πολύ συχνές ( 1/10), Συχνές ( 1/100 έως < 1/10), Όχι συχνές ( 1/1.000 έως < 1/100), Σπάνιες ( 1/10.000 έως < 1/1.000) και Πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Kατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA / ΣυχνότηταΑνεπιθύμητες ενέργειες
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
όχι συχνέςανορεξία
σπάνιεςαπώλεια όρεξης
άγνωστηυπογλυκαιμικό κώμα (δείτε παράγραφο 4.4)
Ψυχιατρικές διαταραχές*
σπάνιεςδιαταραχή ύπνου, υπνηλία, σύγχυση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος*
όχι συχνέςκεφαλαλγία, ζάλη
σπάνιεςψυχοκινητική διέγερση, αλλοίωση της γεύσης
Οφθαλμικές διαταραχές*
σπάνιεςυπεραιμία του οφθαλμού
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου*
σπάνιεςαίσθημα βουλώματος του αυτιού
Αγγειακές διαταραχές**
σπάνιεςέξαψη
Διαταραχές του γαστρεντερικού
συχνέςεπιγαστραλγία
όχι συχνέςκοιλιακό άλγος, διάρροια, ναυτία, γαστρίτιδα, έμετος
σπάνιεςμη φυσιολογικά κόπρανα, διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος, ερυγή, εξέλκωση του στόματος, γωνιακή στοματίτιδα, δυσπεψία, μετεωρισμός, δυσπεψία, δυσφορία στοματικής κοιλότητας, μονιλίαση στόματος, γλωσσίτιδα, γαστρική διαστολή
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
όχι συχνέςκνησμός, εξάνθημα δέρματος, εξάνθημα
σπάνιεςέκζεμα προσώπου, ερύθημα προσώπου, κνίδωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού*
σπάνιεςγενικευμένες αρθραλγίες, άλγος αστραγάλου, μυϊκή διαταραχή, μυϊκές δεσμιδώσεις
άγνωστηπαρόξυνση μυασθένειας gravis
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης*
σπάνιεςπυρετός
Παρακλινικές εξετάσεις
σπάνιεςλευκωματίνη αυξημένη, αλκαλική φωσφατάση αυξημένη, αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) αυξημένη, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) αυξημένη, ασβέστιο αίματος αυξημένο, μονοκύτταρα αίματος αυξημένα, λεμφοκύτταρα αυξημένα, λευκοκύτταρα (WBC) αυξημένα, γ-γλουταμυλοτρανσφεράση (γ-GT) αυξημένη, χολερυθρίνη αυξημένη

*Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνο στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία και νευραλγία, κόπωση, ψυχιατρικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένων των διαταραχών του ύπνου, του άγχους, των προσβολών πανικού, της κατάθλιψης και του αυτοκτονικού ιδεασμού), διαταραχή της μνήμης και της συγκέντρωσης και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4)

** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.4).

Οι παρακάτω ανεπιθύμητες αντιδράσεις έχουν επίσης αναφερθεί (συχνότητα εμφάνισης μη γνωστή): αναφυλακτική / αναφυλακτοειδής αντίδραση, συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, δύσπνοια, σύνδρομο Steven Johnson, υπογλυκαιμία, υπαισθησία, παραισθησία, τρόμος, δερματίτιδα εξαιτίας φαρμάκων, ραβδομυόλυση, φωτοτοξικότητα, ταχυκαρδία, ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα.

Η θεραπεία με το Glimbax μπορεί να συσχετίζεται με ασυμπτωματική κρυσταλλουρία χωρίς μεταβολή στα επίπεδα της κρεατινίνης, με αλλαγές στις παραμέτρους ηπατικής λειτουργίας και με ηωσινοφιλία. Στα περιστατικά που υποβλήθηκαν σε παρακολούθηση, οι αλλαγές αυτές ήταν ασυμπτωματικές και παροδικές.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Glimbax, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να αναπτυχθούν ανεπιθύμητες αντιδράσεις ή αλλαγές στις εργαστηριακές παραμέτρους που δεν αναφέρονται παραπάνω, αλλά αναφέρονται με τις κινολόνες.

Δεδομένα μετά την κυκλοφορία της προυλιφλοξασίνης έδειξαν σποραδικές αναφορές για δυσλειτουργία του τένοντα (βλ. 4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: +30 21 32040380/337, Φαξ:

+302106549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Σε μύες, επίμυες και κύνες (αρσενικούς και θηλυκούς), η από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσεων μέχρι 5000 mg/kg δεν είχε καμία θανατηφόρο επίπτωση.

Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την υπερδοσολογία στον άνθρωπο. Το Glimbax δοκιμάσθηκε σε υγιείς εθελοντές σε δόση μέχρι 1.200 mg/ημέρα επί 12 ημέρες με καλή ανεκτικότητα.

Σε περίπτωση οξείας υπερδοσολογίας, πρέπει να γίνει κένωση στομάχου, με πρόκληση εμέτου ή με πλύση στομάχου, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και να του χορηγηθεί υποστηρικτική θεραπεία.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: φθοριοκινολόνες, κωδικός ATC: J01MA17 Η προυλιφλοξασίνη είναι ένας ευρέως φάσματος αντιβακτηριακός παράγοντας με μεγάλη αποτελεσματικότητα που ανήκει στην ομάδα των φθοριοκινολονών και έχει υψηλή αποτελεσματικότητα. Μετά από την από του στόματος χορήγηση, η προυλιφλοξασίνη απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα και αμέσως μετατρέπεται σε ουλιφλοξασίνη, το δραστικό της μεταβολίτη (βλέπε παράγραφο 5.2).

Μηχανισμός δράσης. In vitro, το Glimbax εμφανίσθηκε ενεργό έναντι μεγάλου φάσματος στελεχών θετικών και αρνητικών κατά Gram. Η προυλιφλοξασίνη αναπτύσσει αντιβακτηριακή δράση με εκλεκτική αναστολή της γυράσης του DNA, ενός βασικού ενζύμου που υπάρχει σε βακτήρια και εμπλέκεται στο διπλασιασμό, τη μεταγραφή και τη διόρθωση του DNA.

Μηχανισμός αντοχής. Η αντιβιοτική αντοχή στην προυλιφλοξασίνη (όπως και άλλων φθοριοκινολονών) οφείλεται συνήθως σε αυτόματες μεταλλάξεις της DNA-γυράσης. In-vitro παρατηρήθηκε διασταυρούμενη αντοχή με άλλες φθοριοκινιλόνες.

Λόγω των παράδοξων μηχανισμών αντοχής των φθοριοκινολονών, δεν υπάρχει διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ της προυλιφλοξασίνης και αντιβιοτικών διαφορετικών κατηγοριών και συνεπώς το Glimbax μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικό ακόμη και παρουσία βακτηριακών στελεχών ανθεκτικών σε αμινογλυκοσίδες, πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες και τετρακυκλίνες.

Όρια ευαισθησίας. Αυτά προσδιορίσθηκαν με βάση τα NCCLS δεδομένα για την αντιβακτηριακή δράση και τις παραμέτρους φαρμακοκινητικής των προϊόντων. Αναφέρονται τα ακόλουθα όρια ευαισθησίας: Ευαίσθητο: MIC  1 g/ml, Ενδιάμεσο: MIC >1 έως < 4 g/ml, Ανθεκτικό:

MIC  4 g/ml.

Αντιβακτηριακό φάσμα. Πρέπει να θεωρείται ότι η επικράτηση της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλει γεωγραφικά και με το χρόνο για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητό να υπάρχουν οι τοπικές πληροφορίες σχετικά με την αντοχή, ιδιαιτέρως όσον αφορά στη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις ανάγκες, πρέπει να αναζητείται συμβουλή από εμπειρογνώμονα, όταν η τοπική επικράτηση αντοχής είναι τέτοια, ώστε να αμφισβητείται η χρησιμότητα του παράγοντα, σε ορισμένους τουλάχιστον τύπους λοιμώξεων.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στον παρακάτω πίνακα δείχνουν το αντιβακτηριακό φάσμα της προυλιφλοξασίνης:

Συχνά ευαίσθητα είδη
Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοίStaphylococcus aureus(methicillin-susceptible) Staphylococcus epidermidis Streptococcus agalactiae Streptococcus pyogenes Streptococcus pneumoniae *
Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοίCampylobacter jejuni Citrobacter freundii Citrobacter koserii Enterobacter aerogenes Enterobacter cloacae Haemophilus influenzae Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae Legionella pneumophila Moraxella catarrhalis Morganella morganii Neisseria gonorrhoeae Proteus mirabilis
Proteus vulgaris Providencia rettgeri Pseudomonas aeruginosa Salmonella sp. Shigella sp. (including S. flexneri and S. sonnei)
Αναερόβιοι μικροοργανισμοίClostridium perfringens Peptostreptococcus sp. Porphyromonas gingivalis Prevotella intermedia
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να αποτελεί πρόβλημα
Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοίEnterococcus avium* Enterococcus faecalis* Enterococcus faecium*
Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοίAcinetobacter calcoaceticus* Escherichia coli (including enterohemorrhagic and enterotoxic strains) Serratia marcescens*
Έμφυτα ανθεκτικοί οργανισμοί
Αερόβιοι θετικοί κατά Gram μικροοργανισμοίEnterococcus vancomycin-resistant Staphylococcus aureus methicillin-resistant
Αερόβιοι αρνητικοί κατά Gram μικροοργανισμοίProvidencia stuartii
Αναερόβιοι μικροοργανισμοίBacteroides sp. Clostridium difficile

* Είδη που δείχνουν φυσική ενδιάμεση ευαισθησία Άλλες πληροφορίες. Σύμφωνα με μελέτες in vitro, η αντιβακτηριακή δραστικότητα της προυλιφλοξασίνης χαρακτηρίζεται από καλύτερη βακτηριακή διείσδυση και από μια περισσότερο παρατεταμένη ενέργεια ακολούθως, σε σύγκριση με τις φθοριοκινολόνες αναφοράς.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Η προυλιφλοξασίνη είναι το προ-φάρμακο του ενεργού μεταβολίτη ουλιφλοξασίνη.

Απορρόφηση – Η προυλιφλοξασίνη απορροφάται ταχέως στον άνθρωπο (T = περίπου 1h) και max μετατρέπεται σε ουλιφλοξασίνη. Μετά από χορήγηση 600 mg εφάπαξ, η μέση μέγιστη τιμή στο πλάσμα της ουλιφλοξασίνης είναι 1,6 g/ml και η AUC είναι 7,3 g h/ml. Στη σταθεροποιημένη * κατάσταση, η οποία επιτυγχάνεται μέσα σε 2 ημέρες από την έναρξη της θεραπείας μετά από εφάπαξ ημερήσιες χορηγήσεις, οι τιμές των C και AUC είναι 2,0 g/ml και 7,6 g h/ml, max * αντίστοιχα.

Η πρόσληψη τροφής καθυστερεί και μειώνει ελαφρά την μέγιστη συγκέντρωση πλάσματος της ουλιφλοξασίνης, αλλά δεν τροποποιεί την AUC.

Κατανομή – Στον άνθρωπο η αναλογία μέσης συγκέντρωσης στον πνεύμονα/πλάσμα για το Glimbax αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Μετά από 24 ώρες, οι μέσες συγκεντρώσεις, που διατήρησε ο δραστικός μεταβολίτης ουλιφλοξασίνη στους ιστούς είναι 5 φορές υψηλότερες από εκείνες στο πλάσμα, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τα αποτελέσματα που ελήφθησαν σε πειραματόζωα, όπου οι συγκεντρώσεις ουλιφλοξασίνης στον πνεύμονα και στους νεφρούς παρατηρούνται να είναι υψηλότερες συγκριτικά με το πλάσμα (1,2 -2,8 φορές και 3-8 φορές αντίστοιχα).

Κατά παρόμοιο τρόπο, σύμφωνα με τα δεδομένα που αφορούσαν τη διείσδυση της ουλιφλοξασίνης στον ιστό των ανθρώπινων παραρρίνιων κοιλοτήτων οι λόγοι της AUC στους ιστούς προς την AUC πλάσματος ήταν 3,0 για τα ηθμοειδή και 2,4 για τις ρινικές κόγχες.

Στον άνθρωπο η πρωτεΐνη δέσμευσης που αξιολογήθηκε in vitro και ex vivo, είναι ίση με το 50% περίπου, ανεξαρτήτως προς τη συγκέντρωση του φαρμάκου.

Η χαμηλή συγκέντρωση της ουλιφλοξασίνης που βρίσκεται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε κύνα και επανειλημμένη χορήγηση από του στόματος στον άνθρωπο δείχνει ότι η ουλιφλοξασίνη διαπερνά με δυσκολία τον αιματο-εγκεφαλικό φραγμό.

Βιομετασχηματισμός – Η μεταβολική εικόνα της προυλιφλοξασίνης σε ζώα και σε ανθρώπους είναι παρόμοια. Μελέτες σε ζώα έδειξαν ότι ο μεταβολισμός της προυλιφλοξασίνης αρχίζει κατά την απορρόφηση στο έντερο και ολοκληρώνεται όταν περνά μέσω του ήπατος.

Εκτός από τη μετατροπή προς ουλιφλοξασίνη, έχουν εντοπισθεί άλλοι μεταβολίτες ήσσονος σημασίας, όπως η διολική μορφή και μερικά παράγωγα του γλυκουρονιδίου, οξο-παράγωγα και παράγωγα της αιθυλενοδιαμίνης. Η συγκέντρωση και η δραστικότητα αυτών είναι αμελητέες σε σύγκριση με εκείνη της δραστικής ουσίας.

Μελέτες in vitro δεν έχουν δείξει σημαντικές αλληλεπιδράσεις με τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P-450 εκτός από ελαφρά αναστολή του CYP1A1/2, η οποία οδηγεί σε μικρή μείωση της κάθαρσης θεοφυλλίνης. Καθώς οι μεθυλξανθίνες, και συγκεκριμένα η θεοφυλλίνη, αποτελούν το κύριο υπόστρωμα για το ισοένζυμο CYP1A1/2, το επίπεδο αλληλεπίδρασης με άλλα υποστρώματα ισοενζύμου (βλέπε βαρφαρίνη) είναι δυνατόν να θεωρείται μικρότερο.

Αποβολή – Ο χρόνος ημίσειας ζωής του ενεργού μεταβολίτη, της ουλιφλοξασίνης, είναι περίπου 10 ώρες, μετά από εφάπαξ και από επαναλαμβανόμενη χορήγηση στη σταθεροποιημένη κατάσταση σε ανθρώπους, και σε ζώα (επίμυες, κύνες και πιθήκους) κυμάνθηκε μεταξύ 2 και 12 ωρών.

Σε ανθρώπους, μελέτες με επισημασμένο προϊόν έδειξαν ότι η αποβολή παρατηρείται κυρίως μέσω των κοπράνων. Η ραδιενέργεια που βρέθηκε στα ούρα και τα κόπρανα μετά την από του στόματος χορήγηση 600 mg, συνολικά αποτελεί το 95% περίπου. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν εκείνο που είχε προηγουμένως καταδειχθεί με μελέτες που είχαν διεξαχθεί σε πειραματόζωα (επίμυες, κύνες και πιθήκους).

Η ποσότητα της ουλιφλοξασίνης που εκκρίνεται στα ούρα ισούται με το 16,7% της δόσης που χορηγήθηκε με βάση γραμμομόρια και η νεφρική κάθαρση της ουλιφλοξασίνης είναι 170 ml/min περίπου.

Η νεφρική αποβολή της ουλιφλοξασίνης γίνεται με σπειραματική διήθηση και ενεργό απέκκριση.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Η φαρμακοκινητική εικόνα της προυλιφλοξασίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς έχει εμφανισθεί παρόμοια με εκείνη σε ενήλικες, χωρίς μεταβολές οφειλόμενες στην ηλικία και συνεπώς δεν θεωρήθηκε αναγκαία καμία τροποποίηση της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, μετά την από του στόματος χορήγηση Glimbax 600 mg, η μέση μέγιστη τιμή στο πλάσμα της ουλιφλοξασίνης φθάνει τιμές που κυμαίνονται μεταξύ 1,30 και 1,62 µg/ml.Οι τιμές AUC κυμαίνονται μεταξύ 13,71 και 23,33 µg*h/ml και ο χρόνος ημίσειας ζωής φαίνεται ότι είναι μεταξύ 12,3 και 32,4 ώρες. Σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές, η νεφρική κάθαρση της ουλιφλοξασίνης μειώνεται ανάλογα με το επίπεδο ανεπάρκειας.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Επαναλαμβανόμενη τοξικότητα. Τα κύρια όργανα – στόχοι σε μελέτες τοξικότητας μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση ήταν ο αρθρικός χόνδρος, οι νεφροί, το γαστρεντερικό σύστημα και το ήπαρ.

Δεν έχουν παρατηρηθεί τοξικές δράσεις στον αρθρικό χόνδρο (νεαροί κύνες) όταν χορηγήθηκαν δόσεις μέχρι 3 φορές υψηλότερες από την θεραπευτική δόση. Για το ήπαρ (κύνες) και τους νεφρούς (κύνες και επίμυες) δεν παρατηρήθηκαν τοξικές επιδράσεις για δόσεις μέχρι 6 και 10 και 12 φορές υψηλότερες από τη θεραπευτική δόση, αντίστοιχα.

Το φάρμακο δεν παρέτεινε το διάστημα QT in vivo και δεν είχε ανασταλτικές ενέργειες στην καθυστερημένη διορθωτική ροή καλίου (HERG) in vitro.

Αναπαραγωγική τοξικότητα. Σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας δεν παρατηρήθηκε τερατογένεση και οι επιδράσεις στη γονιμότητα ή στην ανάπτυξη του εμβρύου παρατηρήθηκαν μόνο σε συσχέτιση με τη μητρική τοξικότητα.

Μεταλλαξιογένεση. Στην πρότυπη δοκιμασία γονοτοξικότητας με την προυλιφλοξασίνη παρατηρήθηκαν θετικές επιδράσεις σε κάποιες in vitro δοκιμασίες κυτταρικής καλλιέργειας θηλαστικών, αλλά η επίδραση αυτή ήταν αρνητική in vivo και σε βακτήρια. Οι επιδράσεις αυτές θεωρείται ότι συσχετίζονται με την αναστολή της τοποϊσομεράσης ΙΙ σε υψηλές συγκεντρώσεις.

Δυνατότητα καρκινογένεσης. Η προυλιφλοξασίνη δεν ήταν καρκινογόνος σε μεσοπρόθεσμο

πειραματικό μοντέλο έναρξης - προαγωγής. Δεν διεξήχθησαν μακροχρόνιες δοκιμασίες καρκινογένεσης.

Αντιγονικότητα. Η προυλιφλοξασίνη αποδείχθηκε ότι δεν διαθέτει αντιγονικές δράσεις.

Φωτοτοξικότητα. Η προυλιφλοξασίνη προκάλεσε φωτοτοξικές αντιδράσεις, αν και σε συγκριτικές μελέτες σε πειραματόζωα, η φωτοτοξική της δράση αποδείχθηκε ότι ήταν μικρότερη από εκείνη των άλλων φθοριοκινολονών, που χρησιμοποιήθηκαν (οφλοξασίνη, ενοξασίνη, πεφλοξασίνη, ναλιδιξικό οξύ και λομεφλοξασίνη). Πολλές κινολόνες είναι επίσης φωτομεταλλαξιογόνες / φωτοκαρκινογόνες, και αυτό το ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλεισθεί για την προυλιφλοξασίνη.

Νεφροτοξικότητα. Μετά επανειλημμένες από του στόματος χορηγήσεις 3000 mg/kg/ημέρα σε επίμυες, μίας δόσης πολύ μεγαλύτερης από την θεραπευτική δόση που δίνεται στον άνθρωπο, η προυλιφλοξασίνη προκάλεσε κρυσταλλουρία λόγω της καθίζησης της ουλιφλοξασίνης.

Καρδιοτοξικότητα. Σε μελέτες, που διεξήχθησαν σε κύνες έχει αποδειχθεί ότι η προυλιφλοξασίνη δεν προκαλεί σημαντικές μεταβολές στο ηλεκτροκαρδιογράφημα. Συγκεκριμένα, δεν έχουν παρατηρηθεί μεταβολές στο QTc, είτε μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση σε κύνα ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση αναισθησίας ή μετά την από του στόματος χορήγηση επί 6 μήνες σε κύνα σε εγρήγορση, σε όλες τις δόσεις που χορηγήθηκαν. In vitro μελέτες επιβεβαίωσαν την απουσία ανασταλτικών δράσεων στην καθυστερημένη διορθωτική ροή καλίου (HERG).

Τοξικότητα στις αρθρώσεις. Όπως και άλλες φθοριοκινολόνες, η προυλιφλοξασίνη προκάλεσε αρθροπάθεια μόνο σε νεαρά ζώα.

Οφθαλμολογική τοξικότητα. Σε πιθήκους, οι από του στόματος δόσεις 26,4 ή 58,2 mg/kg/ημέρα προυλιφλοξασίνης, μία φορά την ημέρα επί 52 εβδομάδες δεν προκάλεσαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη λειτουργία ή στη μορφολογία των οφθαλμών, που να συσχετίζονται με τη θεραπεία.

Δράση ραβδομυόλυσης. Όταν χορηγήθηκαν ενδοφλέβια δόσεις ουλιφλοξασίνης μέχρι 10 mg/kg/ημέρα, μία φορά την ημέρα επί 14 συνεχόμενες ημέρες, δεν προκάλεσαν ραβδομυόλυση σε κονύκλους.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας λακτόζη μονοϋδρική μικροκρυσταλλική κυτταρίνη καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη ποβιδόνη οξείδιο του πυριτίου, κολλοειδές άνυδρο μαγνήσιο στεατικό Επικάλυψη υπρομελλόζη προπυλενογλυκόλη τιτανίου διοξείδιο (E171)

τάλκης σιδήρου οξείδιο (E172).

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Χάρτινο κουτί που περιέχει 1 κυψέλη με 1, 2, 5 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ή 2 κυψέλες με 5 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Οι κυψέλες κατασκευάζονται από θερμοδιαμορφωμένα συνδυασμένα υλικά (Πολυαμίδιο/αλουμίνιο/PVC) και ένα υλικό επικάλυψης (αλουμίνο/PVC).

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Καμία ειδική υποχρέωση.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Meditrina ΕΠΕ Ηρακλείτου 117, Χαλάνδρι Αττικής Τηλ.: + 30 210 6726260 Φαξ : + 30 210 6726160

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

107756/14/07-04-2015

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

09-01-2006/05-07-2010

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2748101_SPC_2748101_9.pdf