Clinio Logo
Clinio
GOPAIN › ΠΧΠ

GOPAIN — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 2 συσκευασίες 3 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

GOPAIN 500 mg/150 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε δισκίο περιέχει 500 mg Παρακεταμόλης και 150 mg Ιβουπροφαίνης.

Έκδοχο με γνωστή δράση:

Μονοϋδρική λακτόζη 3,81 mg Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.

Δισκία λευκού χρώματος σε σχήμα κάψουλας, μήκους 19 mm με χαραγή στη μία πλευρά και κενή την άλλη πλευρά.

Η εγκοπή χρησιμεύει μόνο για να διευκολύνει τη θραύση του δισκίου και την κατάποσή του και όχι για τον διαχωρισμό σε ίσες δόσεις.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Βραχυπρόθεσμη συμπτωματική θεραπεία του ήπιου έως μέτριου πόνου.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Για χορήγηση από του στόματος και βραχυχρόνια χρήση (όχι περισσότερο από 3 ημέρες).

Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η κατώτερη ενεργή δόση για τη μικρότερη διάρκεια που είναι απαραίτητη για την ανακούφιση των συμπτωμάτων (βλ. ενότητα 4.4).

Ο ασθενής πρέπει να συμβουλευτεί γιατρό εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινωθούν ή εάν το προϊόν απαιτείται για περισσότερο από 3 ημέρες. Αυτό το φάρμακο προορίζεται για βραχυπρόθεσμη χρήση και δεν συνιστάται για χρήση πέραν των 3 ημερών.

Ενήλικες Η συνήθης δοσολογία είναι ένα (500 mg παρακεταμόλη και 150 mg ιβουπροφαίνη) έως δύο δισκία (1000 mg παρακεταμόλης και 300 mg ιβουπροφαίνης) που λαμβάνεται κάθε έξι ώρες, όπως απαιτείται, μέχρι το πολύ έξι δισκία σε ένα 24ώρο. Η μέγιστη ημερήσια δοσολογική σύσταση είναι 3000 mg παρακεταμόλης και 900 mg ιβουπροφαίνης.

Ηλικιωμένοι Δεν απαιτούνται ειδικές δοσολογικές τροποποιήσεις (βλ. παράγραφο 4.4). Οι ηλικιωμένοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών. Εάν το ΜΣΑΦ κρίνεται απαραίτητο, πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αποτελεσματική δόση για τη συντομότερη δυνατή διάρκεια. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά για γαστρεντερική αιμορραγία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ΜΣΑΦ.

Ασθενείς με νεφρική / ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτούνται ειδικές ρυθμίσεις δοσολογίας (βλ. παράγραφο 4.4).

Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά κάτω των 18 ετών Τα GOPAIN 500mg/150mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία δεν ενδείκνυνται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών (βλέπε παράγραφο 4.3).

Τρόπος χορήγησης Αυτό το προϊόν συνιστάται να λαμβάνεται με ένα γεμάτο ποτήρι νερό.

4.3 Αντενδείξεις

Αυτό το προϊόν δεν ενδείκνυται για χρήση:

• σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (κατηγορία IV NYHA)

• σε ασθενείς με γνωστή αντίδραση υπερευαισθησίας στην παρακεταμόλη, ιβουπροφαίνη, άλλα ΜΣΑΦ ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

• σε ασθενείς με ενεργό αλκοολισμό, καθώς η χρόνια υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ μπορεί να προδιαθέσει τους ασθενείς σε ηπατοτοξικότητα (λόγω του συστατικού παρακεταμόλη)

• σε ασθενείς που έχουν υποστεί άσθμα, κνίδωση ή αλλεργικές αντιδράσεις μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων ΜΣΑΦ

• σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ

• σε ασθενείς με ενεργό ή ιστορικό υποτροπιάζοντος πεπτικού έλκους / αιμορραγίας (δύο ή περισσότερα διακριτά επεισόδια αποδεδειγμένου έλκους ή αιμορραγίας)

• σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια ή σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.4)

• σε ασθενείς με εγκεφαλοαγγειακή ή άλλη ενεργή αιμορραγία

• σε ασθενείς με αιμοποιητικές διαταραχές

• κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλ. παράγραφο 4.6)

• σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με τη χρήση της χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης για τη συντομότερη διάρκεια που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων. Αυτό το φάρμακο προορίζεται για βραχυπρόθεσμη χρήση και δεν συνιστάται για χρήση πέραν των 3 ημερών.

Καρδιαγγειακά θρομβωτικά συμβάντα Κλινικές μελέτες υποδεικνύουν ότι η χρήση ιβουπροφαίνης, ιδιαίτερα σε υψηλή δόση (2400 mg / ημέρα), μπορεί να σχετίζεται με μικρή αύξηση κινδύνου εμφάνισης αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Συνολικά, οι επιδημιολογικές μελέτες δεν υποδηλώνουν ότι χαμηλή δόση ιβουπροφαίνης (π.χ. ≤ 1200 mg / ημέρα) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων.

Οι ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-III), εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριακή νόσο και / ή εγκεφαλοαγγειακή νόσο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο με ιβουπροφαίνη μετά από προσεκτική εξέταση και θα πρέπει να αποφεύγονται υψηλές δόσεις (2400 mg / ημέρα).

Προσεκτική εξέταση θα πρέπει επίσης να ασκείται πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακά συμβάματα (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, κάπνισμα), ιδιαίτερα εάν απαιτούνται υψηλές δόσεις ιβουπροφαίνης (2400 mg / ημέρα).

Προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπερδοσολογίας,

• βεβαιωθείτε ότι άλλα φαρμακευτικά προϊόντα δεν περιέχουν παρακεταμόλη,

• τηρείτε τις μέγιστες συνιστώμενες δόσεις (βλ. παράγραφο 4.2).

Ηπατική δυσλειτουργία Η χρήση παρακεταμόλης σε δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες μπορεί να οδηγήσει σε ηπατοτοξικότητα και ακόμη και ηπατική ανεπάρκεια και θάνατο. Επίσης, ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία ή ιστορικό ηπατικής νόσου ή που βρίσκονται σε μακροχρόνια θεραπεία με ιβουπροφαίνη ή θεραπεία με παρακεταμόλη, θα πρέπει να παρακολουθούν σε τακτά χρονικά διαστήματα την ηπατική λειτουργία, καθώς έχει αναφερθεί ότι η ιβουπροφαίνη έχει μικρή και παροδική επίδραση στα ηπατικά ένζυμα. Η μείωση της δόσης συνιστάται σε ασθενείς που εμφανίζουν σημάδια επιδείνωσης της ηπατικής λειτουργίας. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3).

Έχουν αναφερθεί σοβαρές ηπατικές αντιδράσεις, όπως ίκτερος και περιπτώσεις θανατηφόρου ηπατίτιδας, αν και σπάνιες, με ιβουπροφαίνη, όπως και με άλλα ΜΣΑΦ. Εάν τα αποτελέσματα των εξετάσεων ήπατος παραμένουν σε μη φυσιολογικά επίπεδα ή επιδεινώνονται, ή εάν εμφανιστούν κλινικά σημεία και συμπτώματα που συνάδουν με την ηπατική νόσο, ή εμφανίζονται συστηματικές εκδηλώσεις (π.χ. ηωσινοφιλία, εξάνθημα κλπ.), η ιβουπροφαίνη θα πρέπει να διακοπεί. Και τα δύο δραστικά φάρμακα έχουν αναφερθεί ότι προκαλούν ηπατοτοξικότητα και ακόμη και ηπατική ανεπάρκεια, ιδιαίτερα η παρακεταμόλη.

Οι ασθενείς που καταναλώνουν τακτικά αλκοόλ, που υπερβαίνει τις συνιστώμενες ποσότητες, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.

Νεφρική δυσλειτουργία Η παρακεταμόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο χωρίς ρύθμιση της δοσολογίας. Υπάρχει ελάχιστος κίνδυνος τοξικότητας παρακεταμόλης σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Ωστόσο, για το συστατικό ιβουπροφαίνης αυτού του προϊόντος - πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την έναρξη της θεραπείας με ιβουπροφαίνη σε ασθενείς με αφυδάτωση. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες της ιβουπροφαίνης εκκρίνονται κυρίως στα ούρα και η εξασθένιση της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να οδηγήσει στη συσσώρευση τους. Η σημασία αυτής της συσσώρευσης είναι άγνωστη. Έχει αναφερθεί ότι τα ΜΣΑΦ προκαλούν νεφροτοξικότητα με διάφορες μορφές: διάμεση νεφρίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο και νεφρική ανεπάρκεια. Η νεφρική δυσλειτουργία από τη χρήση ιβουπροφαίνης είναι συνήθως αναστρέψιμη. Σε ασθενείς με νεφρική, καρδιακή ή ηπατική ανεπάρκεια, σε εκείνους που λαμβάνουν διουρητικά και αναστολείς ΜΕΑ και σε ηλικιωμένους, απαιτείται προσοχή, καθώς η χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας. Η δόση θα πρέπει να διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερη και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται σε αυτούς τους ασθενείς. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που εμφανίζουν σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (βλ. παράγραφο 4.3).

Συνδυασμένη χρήση αναστολέων ΜΕΑ ή ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης, αντιφλεγμονωδών φαρμάκων και θειαζιδικών διουρητικών Η χρήση ενός φαρμάκου αναστολέα του ΜΕΑ (αναστολέας ΜΕΑ ή ανταγωνιστή υποδοχέων αγγειοτενσίνης), αντιφλεγμονώδους φαρμάκου (ΜΣΑΦ ή αναστολέας COX-2) και θειαζιδικού διουρητικού ταυτόχρονα αυξάνει τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας. Αυτό περιλαμβάνει τη χρήση προϊόντων σταθερού συνδυασμού που περιέχουν περισσότερες από μία κατηγορίες φαρμάκων. Η συνδυασμένη χρήση αυτών των φαρμάκων πρέπει να συνοδεύεται από αυξημένη παρακολούθηση της κρεατινίνης του ορού, ιδιαίτερα κατά την έναρξη του συνδυασμού. Ο συνδυασμός φαρμάκων από αυτές τις τρεις κατηγορίες θα πρέπει να γίνεται με προσοχή ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς ή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία.

Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή στην επισημασμένη δοσολογία για τους ηλικιωμένους ασθενείς, που χρειάζονται θεραπεία με παρακεταμόλη. Εκείνοι που χρειάζονται θεραπεία για περισσότερες από 10 ημέρες θα πρέπει να συμβουλεύονται το γιατρό τους για την παρακολούθηση της κατάστασης, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητη η μείωση της συνιστώμενης δόσης. Ωστόσο, πρέπει να δίδεται προσοχή σε σχέση με τη χρήση της ιβουπροφαίνης, καθώς δεν πρέπει να λαμβάνεται από ενήλικες ηλικίας άνω των 65 ετών, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη συν-νοσηρότητες και συγχορηγούμενα φάρμακα, λόγω αυξημένου κινδύνου

ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα της καρδιακής ανεπάρκειας, γαστρεντερικού έλκους και νεφρικής ανεπάρκειας.

Αιματολογικές επιδράσεις Δυσκρασίες αίματος έχουν αναφερθεί σπάνια. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε μακροχρόνια θεραπεία με ιβουπροφαίνη θα πρέπει να υποβάλλονται τακτικά σε αιματολογική παρακολούθηση.

Διαταραχές πήξης Όπως και άλλα ΜΣΑΦ, η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων. Η ιβουπροφαίνη έχει αποδειχθεί ότι παρατείνει τον χρόνο αιμορραγίας (αλλά εντός της φυσιολογικής κλίμακας), σε φυσιολογικά άτομα. Επειδή αυτό το παρατεταμένο αιμορραγικό αποτέλεσμα μπορεί να είναι υπερβολικό σε ασθενείς με υποκείμενες αιμοστατικές ανωμαλίες, τα προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε άτομα με ενδογενείς διαταραχές πήξης και σε άτομα με αντιθρομβωτική θεραπεία.

Γαστρεντερικές εκδηλώσεις Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος και διάτρηση: Έχουν αναφερθεί γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος ή διάτρηση, που μπορεί να είναι θανατηφόρα, με όλα τα ΜΣΑΦ οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή με ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών επεισοδίων.

Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης του γαστρεντερικού σωλήνα είναι υψηλότερος με αύξηση των δόσεων των ΜΣΑΦ, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαίτερα εάν περιπλέκονται με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. παράγραφο 4.3) και στους ηλικιωμένους. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση.

Συνδυαστική θεραπεία με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. αναστολείς μισοπροστόλης ή αντλίας πρωτονίων) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν για τους ασθενείς αυτούς, καθώς και για ασθενείς που χρειάζονται ταυτόχρονα χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που ενδέχεται να αυξήσουν τον γαστρεντερικό κίνδυνο (βλ. παρακάτω και παράγραφο 4.5). Οι ασθενείς με ιστορικό τοξικότητας του γαστρεντερικού, ιδιαίτερα όταν είναι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν τυχόν ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ειδικά αιμορραγία γαστρεντερικού), ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας.

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα, που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή παράγοντες κατά των αιμοπεταλίων, όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. παράγραφο 4.5).

Λόγω της ουσίας ιβουπροφαίνης, το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (ελκώδη κολίτιδα, νόσο του Crohn), καθώς και σε ασθενείς με πορφυρία και ανεμοβλογιά.

Αυτό το προϊόν πρέπει να διακόπτεται εάν υπάρχουν ενδείξεις γαστρεντερικής αιμορραγίας ή έλκους.

Η χρήση του GOPAIN 500 mg/150 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία με συγχορηγούμενα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, θα πρέπει να αποφεύγεται.

Ηλικιωμένοι: Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση, που μπορεί να είναι θανατηφόρα (βλ. παράγραφο 4.2).

Υπέρταση:

Τα ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση νέας υπέρτασης ή επιδείνωσης της προϋπάρχουσας υπέρτασης και οι ασθενείς, που λαμβάνουν αντιυπερτασικά φάρμακα με ΜΣΑΦ μπορεί να έχουν μειωμένη αντι-υπερτασική ανταπόκριση. Συνιστάται προσοχή όταν συνταγογραφούνται ΜΣΑΦ σε ασθενείς με

υπέρταση. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με ΜΣΑΦ και σε τακτικά διαστήματα στη συνέχεια.

Καρδιακή ανεπάρκεια Έχουν παρατηρηθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε ορισμένους ασθενείς, που λαμβάνουν ΜΣΑΦ, επομένως συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με κατακράτηση υγρών ή καρδιακή ανεπάρκεια.

Σοβαρές αντιδράσεις του δέρματος Τα ΜΣΑΦ μπορεί πολύ σπάνια να προκαλέσουν σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως αποφλοιωτική δερματίτιδα, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), οι οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες και να εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση. Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο για αυτές τις αντιδράσεις νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας: η εμφάνιση της αντίδρασης εμφανίζεται στις περισσότερες περιπτώσεις μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας.

Έχουν αναφερθεί περιστατικά οξείας γενικευμένης εξανθηματικής φλυκταίνωσης (AGEP) σχετιζόμενα με τη χρήση προϊόντων που περιέχουν ιβουπροφαίνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και να συμβουλεύονται το γιατρό τους κατά την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.

Προϋπάρχον άσθμα Τα προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με άσθμα επαγόμενο από ακετυλοσαλικυλικό οξύ και πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχον άσθμα.

Οφθαλμολογικά αποτελέσματα Ανεπιθύμητες οφθαλμολογικές επιδράσεις έχουν παρατηρηθεί με τα ΜΣΑΦ. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς που εμφανίζουν διαταραχές της όρασης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη, πρέπει να υποβληθούν σε οφθαλμολογική εξέταση.

Ασηπτική μηνιγγίτιδα Για τα προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη, η ασηπτική μηνιγγίτιδα έχει αναφερθεί μόνο σπάνια, συνήθως αλλά όχι πάντα σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο (SLE) ή άλλες διαταραχές του συνδετικού ιστού.

Πιθανές παρεμβάσεις σε εργαστηριακές δοκιμές Χρησιμοποιώντας σύγχρονα αναλυτικά συστήματα, η παρακεταμόλη δεν προκαλεί παρεμβολές σε εργαστηριακές αναλύσεις. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες μέθοδοι, με τις οποίες υπάρχει η πιθανότητα εργαστηριακής παρεμβολής, όπως περιγράφεται παρακάτω:

Δοκιμές ούρων:

Η παρακεταμόλη σε θεραπευτικές δόσεις μπορεί να επηρεάσει τον προσδιορισμό του 5-υδροξυϊνδολοξεϊκού οξέος (5-ΗΙΑΑ), προκαλώντας ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Οι ψευδείς προσδιορισμοί μπορούν να εξαλειφθούν, αποφεύγοντας την κατάποση παρακεταμόλης αρκετές ώρες πριν και κατά τη διάρκεια της συλλογής του δείγματος ούρων.

Απόκρυψη συμπτωμάτων υποκείμενων λοιμώξεων Τα ΜΣΑΦ μπορεί να καλύψουν τα συμπτώματα μόλυνσης και πυρετού.

Το GOPAIN μπορεί να αποκρύψει συμπτώματα λοίμωξης, οδηγώντας ενδεχομένως σε καθυστερημένη έναρξη της κατάλληλης αγωγής και, επομένως, επιδεινώνοντας την έκβαση της λοίμωξης. Αυτό έχει παρατηρηθεί σε περιστατικά βακτηριακής πνευμονίας της κοινότητας και βακτηριακών επιπλοκών της ανεμοβλογιάς. Όταν το GOPAIN χορηγείται για την ανακούφιση από τον πυρετό ή τον πόνο σε σχέση με

λοίμωξη, συνιστάται η παρακολούθηση της λοίμωξης. Σε μη νοσοκομειακά περιβάλλοντα, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλευτεί γιατρό, εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται.

Κατά την παρατεταμένη χρήση αναλγητικών μπορεί να εμφανιστεί κεφαλαλγία, η οποία δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί με αύξηση της δόσης του φαρμακευτικού προϊόντος.

Μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων (HAGMA) λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης Έχουν αναφερθεί περιστατικά μεταβολικής οξέωσης υψηλού χάσματος ανιόντων (HAGMA) λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης σε ασθενείς με σοβαρή ασθένεια, όπως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία και σήψη, ή υποσιτισμό και άλλες πηγές έλλειψης γλουταθειόνης (π.χ. χρόνιος αλκοολισμός) που έλαβαν θεραπεία με παρακεταμόλη σε θεραπευτική δόση για παρατεταμένο χρονικό διάστημα ή συνδυασμό παρακεταμόλης και φλουκλοξακιλλίνης. Εάν υπάρχει υποψία HAGMA λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης, συνιστάται άμεση διακοπή της παρακεταμόλης και στενή παρακολούθηση. Η μέτρηση της ουροποιητικής 5-οξοπρολίνης μπορεί να είναι χρήσιμη για τον εντοπισμό της πυρογλουταμικής οξέωσης ως υποκείμενης αιτίας της HAGMA σε ασθενείς με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου.

Ειδικές προφυλάξεις Προκειμένου να αποφευχθεί η επιδείνωση της νόσου ή της επινεφριδιακής ανεπάρκειας, οι ασθενείς σε παρατεταμένη θεραπεία με κορτικοστεροειδή πρέπει να διακόπτουν την θεραπεία τους σταδιακά και όχι να την διακόπτουν απότομα, όταν προϊόντα που περιέχουν ιβουπροφαίνη προστίθενται στο πρόγραμμα θεραπείας.

Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι τα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση της κυκλο-οξυγενάσης / προσταγλανδίνης μπορούν να προκαλέσουν βλάβη στη γυναικεία γονιμότητα λόγω επίδρασης στην ωορρηξία.

Αυτό είναι αναστρέψιμο μετά τη διακοπή του φαρμάκου.

Ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 3,81 mg λακτόζη, που αντιστοιχεί σε 22,86 mg λακτόζης ανά μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια ολικής λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να λαμβάνεται μαζί με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν παρακεταμόλη, ιβουπροφαίνη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, σαλικυλικά άλατα ή με άλλα αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), εκτός εάν πρόκειται για οδηγίες του γιατρού.

Επιδράσεις σε εργαστηριακές δοκιμές Η παρακεταμόλη μπορεί να επηρεάσει τις εργαστηριακές εξετάσεις του ουρικού οξέους στον ορό χρησιμοποιώντας δοκιμασίες φωσφοροφραμικού οξέος και σακχάρου αίματος χρησιμοποιώντας υπεροξειδάση γλυκόζης-οξειδάσης.

Έχουν παρατηρηθεί οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις παρακεταμόλης με άλλα φάρμακα:

• αντιπηκτικά φάρμακα (βαρφαρίνη) - η δόση μπορεί να απαιτεί μείωση εάν η παρακεταμόλη και τα αντιπηκτικά λαμβάνονται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα

• η απορρόφηση παρακεταμόλης αυξάνεται από ουσίες που αυξάνουν τη γαστρική κένωση, π.χ.

μετοκλοπραμίδη

• η απορρόφηση παρακεταμόλης μειώνεται από ουσίες που μειώνουν τη γαστρική κένωση, π.χ.

προπανθελίνη, αντικαταθλιπτικά με αντιχολινεργικές ιδιότητες και ναρκωτικά αναλγητικά

• η παρακεταμόλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις χλωραμφενικόλης στο πλάσμα

• ο κίνδυνος τοξικότητας παρακεταμόλης μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα δυνητικά ηπατοτοξικά φάρμακα ή φάρμακα που επάγουν μικροσωμικά ένζυμα του ήπατος όπως αλκοόλη και αντισπασμωδικά μέσα

• η απέκκριση παρακεταμόλης μπορεί να επηρεαστεί και οι συγκεντρώσεις της στο πλάσμα να μεταβληθούν όταν χορηγηθεί με προβενεσίδη

• η χοληστυραμίνη μειώνει την απορρόφηση της παρακεταμόλης εάν χορηγείται εντός 1 ώρας από την χορήγηση της παρακεταμόλης

• έχει αναφερθεί σοβαρή ηπατοτοξικότητα σε θεραπευτικές δόσεις ή μέτρια υπερβολική δόση παρακεταμόλης σε ασθενείς που ελάμβαναν ισονιαζίδη μόνο ή με άλλα φάρμακα για φυματίωση

• έχει παρατηρηθεί σοβαρή ηπατοτοξικότητα μετά τη χρήση παρακεταμόλης σε ασθενή που λάμβανε ζιδοβουδίνη και κοτριμοξαζόλη

• θα πρέπει να δίδεται προσοχή όταν η παρακεταμόλη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με τη φλουκλοξακιλλίνη, καθώς η ταυτόχρονη πρόσληψη έχει συσχετιστεί με μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης, ειδικά σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου (βλ.

παράγραφο 4.4).

Έχουν παρατηρηθεί οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις της ιβουπροφαίνης με άλλα φάρμακα:

• αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες και επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) - αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4)

• τα αντιπηκτικά, συμπεριλαμβανομένης της βαρφαρίνης – η ιβουπροφαίνη αλληλοεπιδρά με τη σταθερότητα του INR και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρής αιμορραγίας και μερικές φορές θανατηφόρας αιμορραγίας, ειδικά από την γαστρεντερική οδό. Η ιβουπροφαίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη, εάν είναι απολύτως απαραίτητο και πρέπει να παρακολουθούνται στενά

• η ιβουπροφαίνη μπορεί να μειώσει τη νεφρική κάθαρση και να αυξήσει τη συγκέντρωση του λιθίου στο πλάσμα

• η ιβουπροφαίνη μπορεί να μειώσει την αντι-υπερτασική δράση των αναστολέων του ΜΕΑ, των β- αναστολέων και των διουρητικών και μπορεί να προκαλέσει νατριούρηση και υπερκαλιαιμία σε ασθενείς υπό αυτές τις θεραπείες

• η ιβουπροφαίνη μειώνει την κάθαρση μεθοτρεξάτης

• η ιβουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα καρδιακών γλυκοσίδων στο πλάσμα

• η ιβουπροφαίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας, ειδικά αν λαμβάνεται με κορτικοστεροειδή

• η ιβουπροφαίνη μπορεί να παρατείνει τον χρόνο αιμορραγίας σε ασθενείς που λαμβάνουν ζιδοβουδίνη

• η ιβουπροφαίνη μπορεί επίσης να αλληλεπιδράσει με προβενεσίδη, αντιδιαβητικά φάρμακα και φαινυτοΐνη

• η ιβουπροφαίνη μπορεί επίσης να αλληλεπιδράσει με τακρόλιμους, κυκλοσπορίνη, σουλφονυλουρίες, αντιβιοτικά κινολόνης και αναστολείς του CYP2C9 (βορικοναζόλη, φλουκοναζόλη).

Ακετυλοσαλυκιλικό οξύ Η ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφαίνης και ακετυλοσαλικυλικού οξέος δεν συνιστάται γενικά λόγω της πιθανότητας αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών.

Τα πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει ανταγωνιστικά την επίδραση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων όταν χορηγούνται ταυτόχρονα. Παρόλο που υπάρχουν αβεβαιότητες σχετικά με την παρεκβολή αυτών των δεδομένων στην κλινική κατάσταση, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα ότι η τακτική, μακροχρόνια χρήση της ιβουπροφαίνης μπορεί να μειώσει την καρδιοπροστατευτική επίδραση των χαμηλών δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Δεν θεωρείται πιθανή καμία κλινικά σημαντική επίδραση για περιστασιακή χρήση ιβουπροφαίνης (βλ. παράγραφο 5.1).

Αυτό το προϊόν μπορεί να επηρεάσει ορισμένα φάρμακα. Αυτά περιλαμβάνουν:

• βαρφαρίνη, φάρμακο που χρησιμοποιείται για την πρόληψη θρόμβων αίματος

• φάρμακα για τη θεραπεία της επιληψίας ή των σπασμών

• χλωραμφενικόλη, ένα αντιβιοτικό που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία λοιμώξεων του αυτιού και των ματιών

• η προβενεσίδη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας

• η ζιδοβουδίνη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του HIV (ο ιός που προκαλεί AIDS)

• φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της φυματίωσης όπως η ισονιαζίδη

• ακετυλοσαλικυλικό οξύ, σαλικυλικά άλατα ή άλλα φάρμακα ΜΣΑΦ

• φάρμακα για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης ή άλλων καρδιακών παθήσεων

• διουρητικά, που ονομάζονται επίσης δισκία νερού

• λίθιο, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία ορισμένων μορφών κατάθλιψης

• μεθοτρεξάτη, ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της αρθρίτιδας και ορισμένων μορφών καρκίνου

• κορτικοστεροειδή, όπως πρεδνιζόνη, κορτιζόνη Τα παραπάνω φάρμακα ενδέχεται να επηρεαστούν από αυτό το προϊόν ή μπορεί να επηρεάσουν το πόσο καλά λειτουργεί αυτό το προϊόν.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεν υπάρχει εμπειρία χρήσης αυτού του προϊόντος στους ανθρώπους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Για την ιβουπροφαίνη Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την εγκυμοσύνη και / ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακής δυσπλασίας και γαστρόσχισης μετά από χρήση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδίνης σε πρώιμη κύηση. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακές δυσπλασίες αυξήθηκε από λιγότερο από 1%, έως περίπου 1,5%. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας.

Από την 20ή εβδομάδα κύησης και μετά, η χρήση του GOPAIN μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο ως αποτέλεσμα της νεογνικής νεφρικής δυσλειτουργίας. Αυτό μπορεί να συμβεί σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμη μετά τη διακοπή της. Επιπρόσθετα υπάρχουν αναφορές για στένωση του αρτηριακού πόρου μετά από θεραπεία κατά το δεύτερο τρίμηνο, οι περισσότερες από τις οποίες λύονται με τη διακοπή της θεραπείας Κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της εγκυμοσύνης, το GOPAIN δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός αν είναι απολύτως απαραίτητο. Εάν το GOPAIN χρησιμοποιείται από γυναίκα που επιχειρεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της εγκυμοσύνης, η δόση θα πρέπει να διατηρείται χαμηλή και η διάρκεια της θεραπείας όσο το δυνατόν συντομότερη. Προγεννητική παρακολούθηση για ολιγοϋδράμνιο και στένωση του αρτηριακού πόρου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μετά την έκθεση σε GOPAIN για αρκετές ημέρες από την 20η εβδομάδα της κύησης και μετά. Το GOPAIN θα πρέπει να διακοπεί εάν εμφανιστούν ολιγοϋδράμνιο ή στένωση του αρτηριακού πόρου.

Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης της προσταγλανδίνης μπορούν να εκθέσουν το έμβρυο σε:

- καρδιοπνευμονική τοξικότητα (πρόωρη στένωση/απόφραξη του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση),

- νεφρική δυσλειτουργία, (βλ. παραπάνω), Τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της εγκυμοσύνης, σε:

- πιθανή παράταση του χρόνου αιμορραγίας, αντι-συσσωρευτική επίδραση, που μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και σε πολύ χαμηλές δόσεις

- αναστολή των συστολών της μήτρας με αποτέλεσμα καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό.

Κατά συνέπεια, το GOPAIN 500 mg / 150 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.3).

Για την παρακεταμόλη Ένας μεγάλος αριθμός δεδομένων από εγκύους δεν υποδεικνύει ούτε δυσμορφική ούτε εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα. Από επιδημιολογικές μελέτες σχετικά με τη νευροανάπτυξη των παιδιών που έχουν εκτεθεί σε παρακεταμόλη εντός της μήτρας δεν προκύπτουν αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Αν η χρήση της παρακεταμόλης

κριθεί κλινικά απαραίτητη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης. Ωστόσο, πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη αποτελεσματική δόση για το μικρότερο δυνατό χρονικό διάστημα και με τη μικρότερη δυνατή συχνότητα.

Θηλασμός Η παρακεταμόλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα αλλά όχι σε κλινικά σημαντική ποσότητα και σύμφωνα με τα διαθέσιμα δημοσιευμένα δεδομένα δεν αντενδείκνυται ο θηλασμός.

Η ιβουπροφαίνη και οι μεταβολίτες της μπορούν να περάσουν σε πολύ μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα.

Βλαβερές επιδράσεις στα βρέφη δεν είναι γνωστές.

Υπό το πρίσμα των παραπάνω στοιχείων δεν είναι απαραίτητο να διακοπεί ο θηλασμός, για βραχυχρόνια θεραπεία με τη συνιστώμενη δόση αυτού του προϊόντος.

Γονιμότητα Η χρήση του προϊόντος μπορεί να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη σύλληψη ή σε άτομα που υποβάλλονται σε εξετάσεις για υπογονιμότητα, πρέπει να εξεταστεί η διακοπή του προϊόντος.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ζάλη, υπνηλία, κόπωση και διαταραχές της όρασης, είναι πιθανές μετά τη λήψη ΜΣΑΦ. Εάν οι πάσχοντες επηρεάζονται, τότε δεν πρέπει να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι κλινικές δοκιμές με GOPAIN 500 mg/150 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία (που αναφέρεται ως Maxigesic), δεν έδειξαν άλλες παρενέργειες, εκτός από αυτές για την παρακεταμόλη ή την ιβουπροφαίνη ως μονοθεραπεία.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν ταξινομηθεί με βάση τη συχνότητα χρησιμοποιώντας την ακόλουθη κατηγοριοποίηση:

1. Πολύ συχνές (≥ 1/10)

2. Συχνές (≥ 1/100, < 1/10)

3. Όχι συχνές (≥ 1/1.000, < 1/100)

4. Σπάνιες (≥ 1/10.000, < 1/1.000)

5. Πολύ σπάνιες (< 1/10.000)

6. Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΠολύ σπάνιες: Έξαρση των σχετιζόμενων με τη λοίμωξη φλεγμονών (π.χ. ανάπτυξη νεκρωτικής φλεγμονής) που συμπίπτει με τη χρήση ΜΣΑΦ, έχει περιγραφεί.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΌχι συχνές: Μείωση της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη. Παρόλο που δεν έχει αποδειχθεί αιτιώδης σχέση, έχουν αναφερθεί αιμορραγικά επεισόδια (π.χ. επίσταξη, εμμηνόρροια) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το φάρμακο. Πολύ σπάνιες: Αιματοποιητικές διαταραχές (ακοκκιοκυττάρωση, αναιμία, απλαστική αναιμία, αιμολυτική αναιμία, λευκοπενία, ουδετεροπενία, πανκυτταροπενία και θρομβοκυτταροπενία με ή χωρίς πορφύρα) έχουν αναφερθεί μετά από χρήση ιβουπροφαίνης, αλλά δεν σχετίζονται κατ' ανάγκη με το φάρμακο.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΠολύ σπάνιες: Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένου δερματικού εξανθήματος και διασταυρούμενης ευαισθησίας με συμπαθομιμητικά. Όχι συχνές: Έχουν αναφερθεί άλλες αλλεργικές αντιδράσεις, αλλά δεν έχει διαπιστωθεί αιτιώδης σχέση: Ορονοσία, σύνδρομο ερυθηματώδους λύκου, αγγειίτιδα Henoch-Schönlein, αγγειοοίδημα.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΠολύ σπάνιες: Ανεπιθύμητες ενέργειες του μεταβολισμού συμπεριλαμβάνουν την υποκαλιαιμία. Όχι συχνές: Γυναικομαστία, υπογλυκαιμική αντίδραση. Μη γνωστές: Μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων.
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΣυχνές: Ζάλη, κεφαλαλγία, νευρικότητα Όχι συχνές: Κατάθλιψη, αϋπνία, σύγχυση, συναισθηματική αστάθεια, υπνηλία, άσηπτη μηνιγγίτιδα με πυρετό και κώμα. Σπάνιες: Παραισθησία, ψευδαισθήσεις, ανωμαλίες των ονείρων. Πολύ σπάνιες: Παράδοξη διέγερση, οπτική νευρίτιδα, ψυχοκινητική βλάβη, εξωπυραμιδικά αποτελέσματα, τρόμος και σπασμοί.
Οφθαλμικές διαταραχέςΌχι συχνές: Αμβλυωπία (θολή ή / και μειωμένη όραση, σκοτώματα και / ή αλλαγές στην αντίληψη των χρωμάτων) έχουν εμφανιστεί, αλλά συνήθως αναστρέφονται μετά τη διακοπή της θεραπείας. Οποιοσδήποτε ασθενής με οφθαλμικές παθήσεις θα πρέπει να έχει μια οφθαλμολογική εξέταση που περιλαμβάνει κεντρικά πεδία όρασης.
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΠολύ σπάνιες: Ίλιγγος. Συχνές: Εμβοές (για φάρμακα που περιέχουν ιβουπροφαίνη).
Καρδιακές διαταραχέςΣυχνές: Οίδημα, κατακράτηση υγρών. Η κατακράτηση υγρών γενικά αποκρίνεται άμεσα στην διακοπή του φαρμάκου. Πολύ σπάνιες: Αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, αρρυθμία και άλλες καρδιακές δυσρυθμίες έχουν αναφερθεί. Η υπέρταση και η καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σε συνδυασμό με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίουΌχι συχνές: Συμπυκνωμένες εκκρίσεις αναπνευστικής οδού. Πολύ σπάνιες: Αναπνευστική αντιδραστικότητα, όπως: άσθμα, επιδείνωση του άσθματος, βρογχόσπασμος και δύσπνοια.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματοςΣυχνές: Κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία, ναυτία, δυσφορία στο στομάχι και έμετος, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, ελαφρά γαστρεντερική απώλεια αίματος που μπορεί να προκαλέσει αναιμία σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Όχι συχνές: Πεπτικό / γαστρεντερικό έλκος, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, με συμπτώματα μέλαινας, αιματέμεση μερικές φορές θανατηφόρα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Ελκώδης στοματίτιδα και επιδείνωση της κολίτιδας και της νόσου του Crohn έχουν αναφερθεί μετά τη χορήγηση. Έχει παρατηρηθεί λιγότερο συχνή γαστρίτιδα και έχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα. Πολύ σπάνιες: Οισοφαγίτιδα, σχηματισμός εντερικών διαφραγμάτων.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων οδώνΠολύ σπάνιες: Ηπατική βλάβη, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας, ηπατική ανεπάρκεια. Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ηπατίτιδα και ίκτερος. Σε υπερβολική δόση η παρακεταμόλη μπορεί να προκαλέσει οξεία ηπατική ανεπάρκεια, ηπατική ανεπάρκεια, ηπατική νέκρωση και ηπατική βλάβη.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΣυχνές: Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένης της ωχράς κηλίδας), κνησμός. Πολύ σπάνιες: Αλωπεκία. Υπερίδρωση, πορφύρα και φωτοευαισθησία. Απολεπιστική δερματοπάθεια. Κυψελιδικές αντιδράσεις, συμπεριλαμβανομένων του πολύμορφου ερυθήματος, του συνδρόμου Stevens Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης. Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις σοβαρών δερματικών αντιδράσεων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, σοβαρές δερματικές λοιμώξεις και επιπλοκές μαλακών ιστών μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της λοίμωξης από ανεμοβλογιά. Μη γνωστές: Αντιδράσεις φαρμάκων με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS). Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP).
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΌχι συχνές: Κατακράτηση ούρων. Σπάνιες: Βλάβη ιστού νεφρών (θηλώδης νέκρωση), ιδιαίτερα σε μακροχρόνια θεραπεία. Πολύ σπάνιες: Νεφροτοξικότητα σε διάφορες μορφές, συμπεριλαμβανομένης διάμεσης νεφρίτιδας, νεφρωσικού συνδρόμου και οξείας και χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας.
Ανεπιθύμητες νεφρικές ενέργειες παρατηρούνται συχνότερα μετά από υπερδοσολογία, μετά από χρόνια κατάχρηση (συχνά με πολλαπλά αναλγητικά) ή σε συνδυασμό με σχετιζόμενη με παρακεταμόλη ηπατοτοξικότητα. Η οξεία σωληναριακή νέκρωση εμφανίζεται συνήθως σε συνδυασμό με ηπατική ανεπάρκεια, αλλά παρατηρήθηκε ως απομονωμένο εύρημα σε σπάνιες περιπτώσεις. Μία πιθανή αύξηση του κινδύνου καρκίνου νεφρικών κυττάρων έχει συσχετιστεί επίσης με χρόνια χρήση παρακεταμόλης. Μια μελέτη ελέγχου περιπτώσεων των ασθενών με νεφρική νόσο τελικού σταδίου έδειξε ότι η μακροχρόνια κατανάλωση παρακεταμόλης μπορεί να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο νεφροπάθειας τελικού σταδίου, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν περισσότερα από 1000 mg ημερησίως.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΠολύ σπάνιες: Κόπωση και αίσθημα κακουχίας.
Παρακλινικές εξετάσειςΣυχνές: Αυξημένη αμινοτρανσφεράση αλανίνης, αυξημένη γ- γλουταμυλτρανσφεράση και μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας με παρακεταμόλη. Η κρεατινίνη αίματος αυξήθηκε και η ουρία αίματος αυξήθηκε. Όχι συχνές: αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος, αυξημένη κρεατίνη φωσφοκινάση αίματος, μείωση της αιμοσφαιρίνης και αύξηση του αριθμού των αιμοπεταλίων. Σπάνιες: αυξημένες συγκεντρώσεις ουρικού οξέος στο αίμα.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Κλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η χρήση ιβουπροφαίνης, ιδιαίτερα σε υψηλή δόση (2400 mg / ημέρα), μπορεί να σχετίζεται με μικρό αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (π.χ.

έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. παράγραφο 4.4).

Μεταβολική οξέωση υψηλού χάσματος ανιόντων: Έχουν διαπιστωθεί περιστατικά μεταβολικής οξέωσης υψηλού χάσματος ανιόντων λόγω πυρογλουταμικής οξέωσης σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου που χρησιμοποιούν παρακεταμόλη (βλ. παράγραφο 4.4). Η πυρογλουταμική οξέωση ενδέχεται να εμφανιστεί ως συνέπεια των χαμηλών επιπέδων γλουταθειόνης στους εν λόγω ασθενείς.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR- 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Παρακεταμόλη:

Μπορεί να εμφανισθεί ηπατική βλάβη και ακόμη και ανεπάρκεια μετά από υπερδοσολογία με παρακεταμόλη.

Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας της παρακεταμόλης τις πρώτες 24 ώρες είναι ωχρότητα, ναυτία, έμετος, ανορεξία και κοιλιακό άλγος. Η βλάβη του ήπατος μπορεί να γίνει εμφανής 12 έως 48 ώρες μετά την κατάποση. Μπορεί να εμφανιστούν ανωμαλίες του μεταβολισμού της γλυκόζης και μεταβολική οξέωση. Σε σοβαρή δηλητηρίαση, η ηπατική ανεπάρκεια μπορεί να προχωρήσει σε εγκεφαλοπάθεια, κώμα και θάνατο. Η οξεία νεφρική ανεπάρκεια με οξεία σωληναριακή νέκρωση μπορεί να αναπτυχθεί απουσία σοβαρής ηπατικής βλάβης. Έχουν αναφερθεί καρδιακές αρρυθμίες. Μπορεί να προκληθεί βλάβη στο ήπαρ σε ενήλικες που έχουν πάρει 10 g ή και περισσότερη παρακεταμόλη, λόγω υπερβολικών ποσοτήτων τοξικού μεταβολίτη.

Ιβουπροφαίνη

Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ναυτία, κοιλιακό άλγος και έμετο, ζάλη, σπασμούς και σπάνια, απώλεια συνείδησης. Κλινικά χαρακτηριστικά υπερδοσολογίας με ιβουπροφαίνη, που μπορεί να προκύψουν, είναι καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος και του αναπνευστικού συστήματος.

Η παρατεταμένη χρήση σε δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες ή η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική σωληναριακή οξέωση και υποκαλιαιμία.

Σε σοβαρές δηλητηριάσεις μπορεί να εμφανιστεί μεταβολική οξέωση.

Θεραπευτική αγωγή Παρακεταμόλη:

Η έγκαιρη θεραπεία είναι απαραίτητη για τη διαχείριση της υπερδοσολογίας με παρακεταμόλη, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν προφανή συμπτώματα, εξαιτίας των κινδύνων ηπατικής βλάβης, η οποία παρουσιάζεται μετά από μερικές ώρες ή με καθυστέρηση ημερών. Η ιατρική θεραπεία συνιστάται χωρίς καθυστέρηση σε οποιονδήποτε ασθενή που έχει πάρει 7,5 g ή περισσότερο παρακεταμόλη στις προηγούμενες 4 ώρες. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πλύση στομάχου. Πρέπει να θεσπιστεί το συντομότερο δυνατόν ειδική θεραπεία για την αντιστροφή της ηπατικής βλάβης με ένα αντίδοτο όπως η ακετυλοκυστεΐνη (ενδοφλέβια) ή η μεθειονίνη (από το στόμα).

Η ακετυλοκυστεΐνη είναι πιο αποτελεσματική όταν χορηγείται κατά τη διάρκεια των πρώτων 8 ωρών μετά την κατάποση της υπερδοσολογίας και το αποτέλεσμα ελαττώνεται προοδευτικά μεταξύ 8 και 16 ωρών.

Πιστεύεται ότι η έναρξη της θεραπείας για περισσότερες από 15 ώρες μετά από υπερδοσολογία δεν ήταν καθόλου ωφέλιμη και πιθανόν να επιδεινώσει τον κίνδυνο ηπατικής εγκεφαλοπάθειας. Ωστόσο, έχει αποδειχθεί ότι η καθυστερημένη χορήγηση είναι ασφαλής και οι μελέτες ασθενών που υποβάλλονται σε θεραπεία μέχρι 36 ώρες μετά την κατάποση υποδηλώνουν ότι τα ευεργετικά αποτελέσματα μπορούν να ληφθούν μετά από 15 ώρες. Επιπλέον, η χορήγηση ενδοφλέβιας ακετυλοκυστεΐνης σε ασθενείς που έχουν ήδη αναπτύξει ανεπάρκεια ηπατικής ανεπάρκειας έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα.

Μία αρχική δόση 150 mg / kg ακετυλοκυστεΐνης σε 200 mL. 5% γλυκόζης χορηγείται ενδοφλεβίως σε διάστημα 15 λεπτών, ακολουθούμενη από ενδοφλέβια έγχυση 50 mg / kg σε 500 mL 5% γλυκόζης σε 4 ώρες και στη συνέχεια 100 mg / kg σε 1 λίτρο 5% γλυκόζης για 16 ώρες. Ο όγκος των ενδοφλέβιων υγρών θα πρέπει να τροποποιείται για τα παιδιά.

Η μεθειονίνη χορηγείται από του στόματος ως 2,5 g κάθε 4 ώρες μέχρι τα 10 g. Η θεραπεία με μεθειονίνη πρέπει να ξεκινήσει εντός 10 ωρών μετά την κατάποση της παρακεταμόλης, διαφορετικά θα είναι αναποτελεσματική και μπορεί να επιδεινώσει τη βλάβη του ήπατος.

Ενδείξεις για σοβαρά συμπτώματα μπορεί να μην γίνουν εμφανή έως 4 ή 5 ημέρες μετά από την υπερδοσολογία και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.

Ιβουπροφαίνη:

Η θεραπεία πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική και να περιλαμβάνει τη διατήρηση ενός ανοιχτού αεραγωγού και την παρακολούθηση των καρδιακών και ζωτικών σημείων μέχρι να σταθεροποιηθεί.

Η γαστρική πλύση συνιστάται μόνο εντός 60 λεπτών από την κατάποση μιας δόσης που απειλεί τη ζωή. Επειδή το φάρμακο είναι όξινο και εκκρίνεται στα ούρα, είναι θεωρητικά ευεργετικό να χορηγούνται αλκάλια και να προκαλείται διούρηση. Εκτός από τα υποστηρικτικά μέτρα, η χρήση από του στόματος ενεργού άνθρακα μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της απορρόφησης και της επαναπορρόφησης των δισκίων ιβουπροφαίνης.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Κωδικός ATC: N02BE51 - Νευρικό σύστημα, αναλγητικά. Άλλα αναλγητικά και αντιπυρετικά. Ανιλίδες;

παρακεταμόλη, συνδυασμοί εξαιρουμένων ψυχοληπτικών.

Μηχανισμός δράσης Αν και η ακριβής θέση και ο μηχανισμός της αναλγητικής δράσης της παρακεταμόλης δεν είναι σαφώς καθορισμένοι, φαίνεται ότι προκαλεί αναλγησία με την αύξηση του ορίου του πόνου. Ο πιθανός μηχανισμός μπορεί να περιλαμβάνει την αναστολή της οδού του μονοξειδίου του αζώτου που μεσολαβείται από μια ποικιλία υποδοχέων νευροδιαβιβαστών, συμπεριλαμβανομένων των Ν-μεθυλο-D-ασπαρτικού και της ουσίας Ρ.

Η ιβουπροφαίνη είναι παράγωγο προπιονικού οξέος με αναλγητική, αντιφλεγμονώδη και αντιπυρετική δράση.

Τα θεραπευτικά αποτελέσματα του φαρμάκου ως ΜΣΑΦ προκύπτουν από την ανασταλτική επίδρασή του στο ένζυμο κυκλοοξυγενάση, οδηγώντας σε μείωση της σύνθεσης των προσταγλανδινών.

Τα πειραματικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι η ιβουπροφαίνη μπορεί να αναστείλει ανταγωνιστικά την επίδραση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, όταν χορηγούνται ταυτόχρονα. Ορισμένες φαρμακοδυναμικές μελέτες δείχνουν ότι όταν ελήφθησαν εφάπαξ δόσεις ιβουπροφαίνης 400 mg μέσα σε 8 ώρες πριν ή εντός 30 λεπτών μετά τη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος άμεσης απελευθέρωσης (81 mg), παρατηρήθηκε μειωμένη επίδραση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος στον σχηματισμό θρομβοξάνης ή συσσώρευσης αιμοπεταλίων. Παρόλο που υπάρχουν αβεβαιότητες σχετικά με την προεκβολή αυτών των δεδομένων στην κλινική κατάσταση, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα ότι η τακτική, μακροχρόνια χρήση της ιβουπροφαίνης μπορεί να μειώσει την καρδιοπροστατευτική επίδραση των χαμηλών δόσεων ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Δεν θεωρείται πιθανή καμία κλινικά σημαντική επίδραση για περιστασιακή χρήση ιβουπροφαίνης (βλ. παράγραφο 4.5).

Κλινικές δοκιμές Διεξήχθησαν τυχαιοποιημένες διπλά-τυφλές μελέτες με συνδυασμό χρησιμοποιώντας μοντέλα αναλγησίας του μετεγχειρητικού οδοντικού πόνου. Οι μελέτες έδειξαν ότι:

• Κατά τη διάρκεια των 48 ωρών, το προϊόν αυτό (Maxigesic® = GOPAIN 500 mg/150 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία) είχε ταχύτερη έναρξη από οποιοδήποτε από τα δύο ενεργά συστατικά του και παρείχε ανώτερη αναλγησία από την ίδια ημερήσια δόση παρακεταμόλης (p = 0,007 σε ηρεμία, p = 0,006 σε δραστηριότητα) και ιβουπροφαίνης (p = 0,003 σε ηρεμία, p = 0,007 σε δραστηριότητα)

• Και οι τρεις δόσεις που αξιολογήθηκαν (μισό δισκίο ή ένα δισκίο ή δύο δισκία) ήταν αποτελεσματικές σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p = 0,004-0,002) και η υψηλότερη δόση [δύο δισκία] είχε το μεγαλύτερο ποσοστό ανταπόκρισης (50%), χαμηλότερες μέγιστες βαθμολογίες πόνου VAS, μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τη χρήση φαρμακευτικής αγωγής διάσωσης και το χαμηλότερο ποσοστό ασθενών που χρειάζονται φάρμακα διάσωσης. Όλα αυτά τα μέτρα ήταν σημαντικά διαφορετικά από το εικονικό φάρμακο (p <0,05).

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Τόσο η παρακεταμόλη όσο και η ιβουπροφαίνη, απορροφούνται εύκολα από την γαστρεντερική οδό με μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα να συμβαίνει περίπου 10 έως 60 λεπτά μετά την από του στόματος χορήγηση.

Ο ρυθμός και η απορρόφηση τόσο της παρακεταμόλης όσο και της ιβουπροφαίνης από το προϊόν συνδυασμού καθυστερεί ελαφρά μετά τη χορήγηση φαγητού.

Κατανομή Όπως και για κάθε προϊόν που περιέχει παρακεταμόλη, αυτό κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς του σώματος.

Η ιβουπροφαίνη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό (90-99%) στις πρωτεΐνες του πλάσματος.

Βιομετασχηματισμός Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται εκτεταμένα στο ήπαρ και εκκρίνεται στα ούρα, κυρίως ως ανενεργά συζεύγματα γλυκουρονιδίου και θειϊκού άλατος. Λιγότερο από το 5% απεκκρίνεται αμετάβλητο. Οι μεταβολίτες της παρακεταμόλης περιλαμβάνουν ένα δευτερεύον υδροξυλιωμένο ενδιάμεσο που έχει ηπατοτοξική δραστικότητα. Αυτό το δραστικό ενδιάμεσο προϊόν αποτοξινώνεται με σύζευξη με γλουταθειόνη, ωστόσο, μπορεί να συσσωρευτεί μετά από υπερδοσολογία παρακεταμόλης και αν αφεθεί χωρίς θεραπεία μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ακόμη και μη αναστρέψιμη ηπατική βλάβη.

Η παρακεταμόλη μεταβολίζεται διαφορετικά από τα πρόωρα βρέφη, τα νεογέννητα και τα μικρά παιδιά σε σύγκριση με τους ενήλικες, ενώ το συζυγές θειϊκό άλας είναι το πλέον κυρίαρχο.

Η ιβουπροφαίνη μεταβολίζεται εκτεταμένα σε ανενεργές ενώσεις στο ήπαρ, κυρίως με γλυκουρονιδίωση.

Οι μεταβολικές οδοί της παρακεταμόλης και της ιβουπροφαίνης είναι διακριτές και δεν πρέπει να υπάρχουν αλληλεπιδράσεις φαρμάκων όπου ο μεταβολισμός του ενός επηρεάζει τον μεταβολισμό του άλλου. Μια επίσημη μελέτη που χρησιμοποίησε ανθρώπινα ηπατικά ένζυμα για να διερευνήσει μια τέτοια πιθανότητα απέτυχε να βρει οποιαδήποτε πιθανή αλληλεπίδραση φαρμάκου στις μεταβολικές οδούς.

Σε άλλη μελέτη, η επίδραση της ιβουπροφαίνης στον οξειδωτικό μεταβολισμό της παρακεταμόλης αξιολογήθηκε σε υγιείς εθελοντές υπό συνθήκες νηστείας. Τα αποτελέσματα της μελέτης έδειξαν ότι η ιβουπροφαίνη δεν αλλοίωσε την ποσότητα παρακεταμόλης που υποβλήθηκε σε οξειδωτικό μεταβολισμό, καθώς η ποσότητα παρακεταμόλης και των μεταβολιτών της (γλουταθειόνη, μερκαπτουρίνη, κυστεϊνη, γλυκουρονίδη και θειική παρακεταμόλη) ήταν παρόμοιες όταν χορηγήθηκαν μόνες τους, όπως παρακεταμόλη, ή με την ταυτόχρονη χορήγηση ιβουπροφαίνης (ως σταθερού συνδυασμού, που αναφέρεται ως Maxigesic®).

Η μελέτη αυτή ξεκαθαρίζει τυχόν πρόσθετους ηπατικούς κινδύνους από τον ηπατοτοξικό μεταβολίτη, NAPQI, από την παρακεταμόλη, εάν χορηγηθεί με ιβουπροφαίνη.

Αποβολή Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης παρακεταμόλης κυμαίνεται από περίπου 1 έως 3 ώρες.

Τόσο οι αδρανείς μεταβολίτες όσο και μια μικρή ποσότητα αμετάβλητης ιβουπροφαίνης απεκκρίνονται ταχέως και πλήρως από το νεφρό, με το 95% της χορηγούμενης δόσης να αποβάλλεται στα ούρα εντός τεσσάρων ωρών από την κατάποση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης της ιβουπροφαίνης είναι περίπου 2 ώρες.

Φαρμακοκινητικές σχέσεις Μια ειδική μελέτη για τη διερεύνηση των πιθανών επιδράσεων της παρακεταμόλης στην κάθαρση πλάσματος της ιβουπροφαίνης και αντίστροφα δεν κατέδειξε τυχόν αλληλεπιδράσεις φαρμάκων.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Ιβουπροφαίνη Η υποχρόνια και η χρόνια τοξικότητα της ιβουπροφαίνης σε πειράματα σε ζώα παρατηρήθηκε κυρίως ως αλλοιώσεις και εξελκώσεις στην γαστρεντερική οδό. Οι μελέτες in vitro και in vivo δεν έδειξαν κλινικά σημαντικές ενδείξεις μεταλλαξιογόνου τάσης της ιβουπροφαίνης. Σε μελέτες σε αρουραίους και ποντίκια δεν βρέθηκαν ενδείξεις καρκινογόνων επιδράσεων της ιβουπροφαίνης. Η ιβουπροφαίνη οδήγησε στην αναστολή της ωορρηξίας σε κουνέλια καθώς και στη διαταραχή της εμφύτευσης σε διάφορα είδη ζώων (κουνέλι, αρουραίος, ποντίκι). Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι η ιβουπροφαίνη διαπερνά τον πλακούντα. Σε τοξικές για τη μητέρα δόσεις, παρατηρήθηκε αυξημένη συχνότητα εμφάνισης δυσμορφιών (ελαττώματα κοιλιακού διαφράγματος).

Στα ζώα, η χορήγηση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδίνης έχει αποδειχθεί ότι έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη απώλεια πριν και μετά την εμφύτευση και εμβρυϊκή θνησιμότητα. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί αυξημένα περιστατικά διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων καρδιαγγειακών, σε ζώα που έλαβαν αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδίνης κατά τη διάρκεια της οργανογενετικής περιόδου.

Παρακεταμόλη Η παρακεταμόλη σε ηπατοτοξικές δόσεις έδειξε γενοτοξικό και καρκινογόνο δυναμικό (όγκοι του ήπατος και της ουροδόχου κύστης) σε ποντίκια και αρουραίους. Ωστόσο, θεωρείται ότι αυτή η γενοτοξική και καρκινογόνος δράση σχετίζεται με αλλαγές στον μεταβολισμό της παρακεταμόλης όταν είναι σε υψηλές δόσεις / συγκεντρώσεις και δεν αντιπροσωπεύει κίνδυνο για την κλινική χρήση.

Δεν υπάρχουν συμβατικές μελέτες για την αξιολόγηση της τοξικότητας στην αναπαραγωγή και την ανάπτυξη με τη χρήση των ισχυόντων αποδεκτών προτύπων.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Πυρήνας δισκίου:

Άμυλο αραβοσίτου Προζελατινοποιημένο άμυλο αραβοσίτου Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική Καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη Μαγνήσιο στεατικό Τάλκης Επικάλυψη δισκίου:

Opadry λευκό OY-LS-58900 που περιέχει:

• Υπρομελλόζη (E464)

• Λακτόζη μονοϋδρική

• Διοξείδιο του τιτανίου (E171)

• Πολυαιθυλενογλυκόλη / PEG-4000

• Κιτρικό νάτριο (E331)

• Τάλκης

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζονται

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες θερμοκρασίας για την φύλαξη του. Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία κυψέλης για να προστατεύεται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κάθε συσκευασία περιέχει 8, 10, 16, 20, 24, 30 και 32 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία, συσκευασμένα σε κυψέλες PVC / αλουμινίου.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή απόβλητο υλικό πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ELPEN A.E. Φαρμακευτική Βιομηχανία Λεωφ. Μαραθώνος 95, 19009 Πικέρμι Αττικής, Ελλάδα Τηλ. 210 6039326-9

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

89892/01-09-2023

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 03 Ιουλίου 2019 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 01 Σεπτεμβρίου 2023

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:3255701_SPC_3255701_6.pdf