1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Labocton 400 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 558,50 mg διυδρική μεσυλική πεφλοξασίνη που αντιστοιχεί σε 400,00 mg πεφλοξασίνη.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1. Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Labocton ενδείκνυται στους ενήλικες για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1). Θα πρέπει να λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη βακτηριακή αντίσταση στην πεφλοξασίνη.
Συνιστάται να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες συστάσεις για την ορθή χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων.
▪ Οξεία μη επιπεπλεγμένη κυστίτιδα*.
▪ Σοβαρές βακτηριακές λοιμώξεις του γαστρεντερικού
▪ Λοιμώξεις από σαλμονέλα (φορέας)
▪ Λοιμώξεις των οστών και των αρθρώσεων
▪ Ηπατοχολικές λοιμώξεις
▪ Οξεία βακτηριακή παραρρινοκολπίτιδα*.
▪ Οξεία έξαρση χρόνιας βακτηριακής παραρρινοκολπίτιδας*
▪ Οξείες εξάρσεις χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας συμπεριλαμβανομένης της χρόνιας βρογχίτιδας*.
▪ Επιπεπλεγμένες ενδοκοιλιακές λοιμώξεις*.
▪ Επιπεπλεγμένες λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων*.
▪ Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα και τραχηλίτιδα λόγω ευαίσθητου Neisseria gonorrhoeae ** * Στην ένδειξη αυτή το Labocton θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν η χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αντιμετώπιση αυτών των λοιμώξεων θεωρείται ακατάλληλη.
** Πρόσφατα Ελληνικά δεδομένα αναφέρουν αντοχή του γονοκόκκου στις κινολόνες της τάξης του 86%.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας λοιμώξεων που οφείλονται στην Pseudomonas aeruginosa και στον Staphylococcus aureus, έχει περιγραφεί εμφάνιση ανθεκτικών μεταλλάξεων λόγω της οποίας
δικαιολογείται συνδυασμός με κάποιο άλλο αντιβιοτικό. Θα πρέπει να διεξάγονται μικροβιολογικές εξετάσεις ώστε να διερευνάται το ενδεχόμενο ανάπτυξης αντίστασης αυτού του τύπου, ιδιαίτερα εάν υπάρχει υποψία μη αποτελεσματικότητας της φαρμακευτικής αγωγής.
4.2. Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες Φυσιολογική ηπατική λειτουργία 800 mg ημερησίως κατά μέσο όρο, σε δύο λήψεις, μία φορά το πρωί και μία φορά το βράδυ.
Για την ταχύτερη επίτευξη αποτελεσματικών επιπέδων στο αίμα κατά την πρώτη λήψη συνιστάται η χορήγηση μίας δόσης εφόδου 800 mg.
Άτομα με ηπατική ανεπάρκεια Στα άτομα με σοβαρού βαθμού ηπατική ανεπάρκεια ή μειωμένη ροή αίματος στο ήπαρ, η ημερήσια δοσολογία θα πρέπει να ρυθμίζεται μειώνοντας τη συχνότητα της χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.4).
Ηλικιωμένα άτομα Στα ηλικιωμένα άτομα άνω των 65 ετών: 400 mg την ημέρα σε δύο λήψεις των 200 mg έκαστη (δηλαδή 2 φορές από ½ δισκίο) με μεσοδιάστημα 12 ωρών (βλ. παράγραφο 4.4).
Παιδιατρικός πληθυσμός Το Labocton αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους μέχρι το τέλος της περιόδου της ανάπτυξης (βλ.
παράγραφο 4.3).
Τρόπος χορήγησης Από του στόματος χρήση.
Τα δισκία θα πρέπει να καταπίνονται με ένα μεγάλο ποτήρι νερό.
Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται κατά τη διάρκεια των γευμάτων προς αποφυγή τυχόν γαστρικών ενοχλήσεων.
4.3. Αντενδείξεις
Αυτό το φάρμακο δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται:
▪ σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην πεφλοξασίνη, σε άλλες κινολόνες ή σε κάποιο από τα συστατικά αυτού του φαρμάκου (βλ. παράγραφο 6.1),
▪ σε παιδιά ή σε εφήβους στην ανάπτυξη (λόγω του κινδύνου εμφάνισης σοβαρών αρθροπαθειών οι οποίες προσβάλλουν εκλεκτικά τις μεγάλες αρθρώσεις),
▪ σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχών των τενόντων που σχετίζονται με τη χορήγηση
▪ κινολονών (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8),
▪ σε θηλάζουσες γυναίκες (βλ. παράγραφο 4.6),
▪ σε ασθενείς που εμφανίζουν αλλεργία στο σιτάρι (εκτός της κοιλιοκάκης).
4.4. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Η χρήση πεφλοξασίνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς οι οποίοι έχουν παρουσιάσει σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο παρελθόν κατά τη χρήση προϊόντων που περιέχουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες (βλ. παράγραφο 4.8). Η θεραπεία αυτών των ασθενών με πεφλοξασίνη πρέπει να αρχίζει μόνο ελλείψει εναλλακτικών θεραπευτικών επιλογών και μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους / κινδύνου (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).
Παρατεταμένες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες.
Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (συνεχιζόμενων για μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες, οι οποίες επηρεάζουν διαφορετικά ορισμένες φορές πολλαπλά συστήματα του οργανισμού (μυοσκελετικό, νευρικό, ψυχιατρικές και αισθητήριες) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν κινολόνες και φθοριοκινολόνες ανεξάρτητα από την ηλικία και προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Η σιπροφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται αμέσως με τα πρώτα σημεία ή συμπτώματα οποιασδήποτε ανεπιθύμητης ενέργειας και θα πρέπει να υποδεικνύεται στους ασθενείς να επικοινωνούν με το συνταγογράφο τους για συμβουλές.
Λοιμώξεις που οφείλονται σε στρεπτόκοκκο και πνευμονιόκοκκο Επειδή τα στελέχη του στρεπτόκοκκου και του πνευμονιόκοκκου είναι ανθεκτικά στην πεφλοξασίνη, η πεφλοξασίνη δεν αποτελεί θεραπεία πρώτης επιλογής για τις λοιμώξεις που οφείλονται σε στρεπτόκοκκους ή πνευμονιόκοκκους.
Λοιμώξεις της γεννητικής οδού Οι λοιμώξεις της γεννητικής οδού μπορεί να οφείλονται σε στελέχη της Neisseria gonorrhoeae που είναι ανθεκτικά στις φθοριοκινολόνες. Πρόσφατα Ελληνικά δεδομένα αναφέρουν αντοχή στις κινολόνες της τάξης του 86%.
Λοιμώξεις του ουροποιητικού Η ανθεκτικότητα του Escherichia coli (το πιο συχνό παθογόνο που εμπλέκεται στις λοιμώξεις του ουροποιητικού) στις φθοριοκινολόνες, ποικίλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συστήνεται στους επαγγελματίες της υγείας που συνταγογραφούν να λαμβάνουν υπόψη τους την τοπική συχνότητα εμφάνισης της ανθεκτικότητας του E. coli στις φθοριοκινολόνες.
Ηπατική ανεπάρκεια Στους ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια, η δοσολογία θα πρέπει να μειώνεται ανάλογα (βλ. παράγραφο 4.2).
Φωτοευαισθησία Η πεφλοξασίνη μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις φωτοευαισθησίας. Οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται πως θα πρέπει να αποφεύγουν κάθε έκθεση στην ηλιακή ή στην υπεριώδη ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 4 ημέρες μετά το τέλος της(βλ. παράγραφο 4.8).
Διαφορετικά, συστήνεται φωτοπροστατευτική ενδυμασία ή αντηλιακό με υψηλό δείκτη προστασίας.
Μυοσκελετικό σύστημα Τενοντίτιδα και ρήξη τένοντα (ειδικά αλλά όχι περιοριστικά του αχίλλειου τένοντα), ορισμένες φορές αμφοτερόπλευρη, μπορεί να παρουσιαστούν ακόμα και εντός 48 ωρών από την έναρξη της θεραπείας με κινολόνες και φθοριοκινολόνες και έχει αναφερθεί ότι συμβαίνουν ακόμα και έως αρκετούς μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο κίνδυνος τενοντίτιδας και ρήξης τένοντα είναι αυξημένος στους ηλικιωμένους ασθενείς, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ασθενείς με μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων και σε εκείνους που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με κορτικοστεροειδή. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση κορτικοστεροειδών θα πρέπει να αποφεύγεται.
Με το πρώτο σημείο τενοντίτιδας (π.χ. επώδυνο οίδημα, φλεγμονή), η θεραπεία με πεφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται και να εξετάζεται εναλλακτική θεραπεία. Το(α) πάσχον(τα) άκρο(α) πρέπει να υποβάλλεται στην κατάλληλη θεραπεία (π.χ. ακινητοποίηση). Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται κορτικοστεροειδή εάν εμφανιστούν σημεία τενοντοπάθειας Μυασθένεια H πεφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μυασθένεια (βλ. παράγραφο 4.8).
Νευρικό σύστημα
Η πεφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό σπασμών ή με παράγοντες που προδιαθέτουν σε εμφάνιση σπασμών (βλ. παράγραφο 4.8).
Αισθητική ή αισθητικοκινητική περιφερική νευροπάθεια έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν φθοριοκινολόνες, συμπεριλαμβανομένης της πεφλοξασίνης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ταχέως. Η πεφλοξασίνη πρέπει να διακόπτεται εάν ο ασθενής εμφανίσει συμπτώματα νευροπάθειας, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8).
Η πεφλοξασίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους ηλικιωμένους προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος μείωσης της αγγειοεγκεφαλικής ροής, των εγκεφαλικών βλαβών ή ενός αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου.
Περιφερική νευροπάθεια Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν κινολόνες ή φθοριοκινολόνες περιπτώσεις αισθητικής ή αισθητικοκινητικής πολυνευροπάθειας που καταλήγουν σε παραισθησία, υπαισθησία, δυσαισθησία ή αδυναμία. Ασθενείς σε θεραπεία με πεφλοξασίνη θα πρέπει να συμβουλεύονται να ενημερώνουν το γιατρό τους προτού συνεχίσουν τη θεραπεία εάν αναπτυχθούν τα συμπτώματα νευροπάθειας όπως πόνος, καύσος, αίσθημα νηγμών, αιμωδία ή αδυναμία, προκειμένου να προληφθεί η εξέλιξη μιας δυνητικά μη αναστρέψιμης κατάστασης (βλ. παράγραφο 4.8).
Διαταραχές όρασης Εάν η όραση επηρεαστεί ή παρουσιάζονται κάποιες επιδράσεις στους οφθαλμούς, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη ενός οφθαλμίατρου αμέσως.
Γαστρεντερικό σύστημα Η διάρροια, ιδιαίτερα εάν είναι σοβαρή, εμμένουσα ή/και αιμορραγική, κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με πεφλοξασίνη (συμπεριλαμβανομένων μερικών εβδομάδων μετά την αγωγή), μπορεί να είναι σύμπτωμα κολίτιδας που σχετίζεται με τα αντιβιοτικά λόγω του Clostridium difficile (CDAD). Η σοβαρότητα της CDAD κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή, η σοβαρότερη μορφή της οποίας είναι η ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλ. παράγραφο 4.8). Είναι, συνεπώς, σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς που παρουσιάζουν σοβαρή διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά την αγωγή με Labocton. Εάν υπάρχει υποψία CDAD ή εάν επιβεβαιωθεί, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η χορήγηση του Labocton και να ξεκινάει η κατάλληλη θεραπεία χωρίς καθυστέρηση. Σε αυτές τις κλινικές καταστάσεις αντενδείκνυνται τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περισταλτικότητα του εντέρου.
Καρδιακές διαταραχές Άλλες ουσίες οι οποίες ανήκουν στην τάξη των φθοριοκινολονών έχουν συσχετιστεί με περιστατικά επιμήκυνσης του διαστήματος QT.
Αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμός της αορτής και παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακών βαλβίδων Επιδημιολογικές μελέτες αναφέρουν αυξημένο κίνδυνο αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού της αορτής ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς και κίνδυνο παλινδρόμησης αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας μετά τη λήψη φθοριοκινολονών. Σε ασθενείς που έλαβαν φθοριοκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών), καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.8)
Ως εκ τούτου, οι φθοριοκινολόνες πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου και αφού πρώτα εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές για τους ασθενείς με θετικό οικογενειακό ιστορικό ανευρύσματος ή συγγενούς βαλβιδοπάθειας, ή για τους ασθενείς που έχουν διαγνωσμένο προϋπάρχον αορτικό ανεύρυσμα και/ή διαχωρισμό της αορτής ή βαλβιδοπάθεια, ή παρουσιάζουν άλλους παράγοντες κινδύνου ή παθήσεις προδιάθεσης
- τόσο για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό της αορτής όσο και για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. σύνδρομο Marfan, ή αγγειακό σύνδρομο Ehlers-Danlos, σύνδρομο Turner, νόσο του Behcet, υπέρταση, ρευματοειδής αρθρίτιδα) ή επιπροσθέτως
- για αορτικό ανεύρυσμα και διαχωρισμό αορτής (π.χ. αγγειακές διαταραχές όπως αρτηριΐτιδα Takayasu ή γιγαντοκυτταρική αρτηριΐτιδα ή γνωστή αθηροσκλήρωση, ή σύνδρομο Sjögren) ή επιπροσθέτως
- για παλινδρόμηση/ανεπάρκεια καρδιακής βαλβίδας (π.χ. λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα).
Ο κίνδυνος εμφάνισης αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, καθώς και της ρήξης αυτών, ενδέχεται επίσης να είναι αυξημένος σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με συστημικά κορτικοστεροειδή.
Σε περίπτωση αιφνίδιου πόνου στην κοιλιά, στο στήθος ή στη ράχη, οι ασθενείς συνιστάται να προσέρχονται στα τμήματα επειγόντων περιστατικά και να συμβουλεύονται άμεσα γιατρό.
Συνιστάται οι ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική βοήθεια σε περίπτωση οξείας δύσπνοιας, πρωτοεμφανιζόμενου αισθήματος καρδιακών παλμών, ή ανάπτυξης οιδήματος στην κοιλιακή χώρα ή στα κάτω άκρα.
Υπερευαισθησία Υπερευαισθησία και αλλεργικές αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων έχουν αναφερθεί με τη θεραπεία της πεφλοξασίνης (βλ. παράγραφο 4.8) και μπορεί να είναι επικίνδυνες για τη ζωή. Σε περίπτωση εμφάνισης τέτοιων αντιδράσεων, η πεφλοξασίνη θα πρέπει να διακόπτεται και θα πρέπει να εφαρμόζεται μια επαρκής ιατρική θεραπεία.
Δυσγλυκαιμία Όπως με όλες τις κινολόνες, έχουν αναφερθεί διαταραχές στη γλυκόζη του αίματος, συμπεριλαμβανομένης της υπογλυκαιμίας και της υπεργλυκαιμίας (δείτε παράγραφο 4.8), συνήθως σε διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με έναν από στόματος υπογλυκαιμικό παράγοντα (π.χ. γλιβενκλαμίδη) ή με ινσουλίνη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις υπογλυκαιμικού κώματος. Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της γλυκόζης στο αίμα σε διαβητικούς ασθενείς.
Έλλειψη αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης Σε ασθενείς με έλλειψη της δράσης της αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης έχουν αναφερθεί αιμολυτικές αντιδράσεις όταν λαμβάνουν θεραπεία με παράγοντες της ομάδας των φθοριοκινολονών.
Αν και δεν έχουν αναφερθεί εν λόγω περιστατικά με την πεφλοξασίνη, δεν συνιστάται η χορήγηση αυτού του αντιβιοτικού σε αυτή την κατηγορία των ασθενών και συστήνεται η εφαρμογή εναλλακτικής θεραπείας, εφόσον είναι διαθέσιμη.
Εάν αυτό το φάρμακο πρέπει να χορηγηθεί, οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για πιθανό συμβάν αιμόλυσης.
Αντίσταση Όπως ισχύει με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση της πεφλοξασίνης, ιδιαίτερα όταν είναι μακροχρόνια μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών. Είναι απαραίτητη η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενή. Σε περίπτωση ανάπτυξης δευτερογενούς λοίμωξης κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα.
Η εμφάνιση αντίστασης ή η ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών είναι πιθανή ιδιαίτερα κατά τη μακροχρόνια θεραπεία ή/και κατά τη θεραπεία νοσοκομειακών λοιμώξεων, ιδιαίτερα στα στελέχη σταφυλόκοκκου και ψευδομονάδων.
Έκδοχα Αυτό το φάρμακο μπορεί να χορηγηθεί στις περιπτώσεις κοιλιοκάκης. Το έκδοχο άμυλο σίτου μπορεί να περιέχει γλουτένη ωστόσο μόνο σε ίχνη, με αποτέλεσμα να θεωρείται ακίνδυνο για τα άτομα που πάσχουν από κοιλιοκάκη.
Νάτριο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, και ως εκ τούτου θεωρείται «ελεύθερο νατρίου»
Παρεμβολή σε εργαστηριακές εξετάσεις Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με πεφλοξασίνη, ο προσδιορισμός οπιούχων στα ούρα μπορεί να δώσει ψευδώς-θετικά αποτελέσματα. Μπορεί να είναι απαραίτητη η επιβεβαίωση των θετικών αποτελεσμάτων σε ελέγχους ανίχνευσης οπιούχων μέσω μίας περισσότερο ειδικής μεθόδου.
Η πεφλοξασίνη δεν επηρεάζει το βαθμό γλυκοζουρίας.
4.5. Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Κορτικοειδή Λόγω του κινδύνου εμφάνισης τενοντίτιδας, η συγχορήγηση πεφλοξασίνης με κορτικοειδή αντενδείκνυται (βλ. παράγραφο 4.4).
Θεοφυλλίνη Η συγχορήγηση της πεφλοξασίνης και της θεοφυλλίνης μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αύξηση στη συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες ενέργειες επαγόμενες από τη θεοφυλλίνη που σπάνια μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες. Κατά τη διάρκεια λήψης του συνδυασμού, πρέπει να ελέγχεται η συγκέντρωση ορού της θεοφυλλίνης στο αίμα και η δόση της θεοφυλλίνης να μειώνεται όταν είναι απαραίτητο.
Δημιουργία χηλικών ενώσεων Η απορρόφηση της πεφλοξασίνης μειώνεται όταν άλατα σιδήρου ή αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο ή αργίλιο ή διδανοσίνη (ιδιαίτερα σκευάσματα διδανοσίνης που περιέχουν αργίλιο ή μαγνήσιο)
χορηγούνται ταυτόχρονα με το Labocton. Συνιστάται η χορήγηση του Labocton τουλάχιστον 2 ώρες πριν ή 4-6 ώρες μετά τη λήψη σκευασμάτων που περιέχουν δισθενή ή τρισθενή κατιόντα όπως άλατα σιδήρου ή αντιόξινα που περιέχουν μαγνήσιο ή αργίλιο ή διδανοσίνη (ιδιαίτερα σκευάσματα διδανοσίνης που περιέχουν αργίλιο ή μαγνήσιο). Δεν έχει αναφερθεί καμία αλληλεπίδραση με το ανθρακικό ασβέστιο.
Από του στόματος αντιπηκτικά Η ταυτόχρονη χορήγηση της πεφλοξασίνης με βαρφαρίνη μπορεί να αυξήσει τις αντιπηκτικές ιδιότητες της τελευταίας. Έχει δειχθεί αύξηση στη δράση του από του στόματος αντιπηκτικού σε μεγάλο αριθμό ασθενών υπό θεραπεία με αντιβιοτικά συμπεριλαμβανομένων των φθοριοκινολονών. Ο βαθμός του κινδύνου διαφέρει ανάλογα με το πλαίσιο της λοίμωξης, την ηλικία και τη γενική κατάσταση του ασθενή ώστε η συμβολή της φθοριοκινολόνης στην αύξηση του INR (international normalized ratio)
είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Συνιστάται, η συχνή παρακολούθηση του INR κατά τη διάρκεια και σύντομα μετά τη συγχορήγηση της πεφλοξασίνης με έναν από του στόματος αντιπηκτικό παράγοντα.
4.6. Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Υπάρχει περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση της πεφλοξασίνης σε έγκυες γυναίκες.
Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έδειξαν άμεσες ή έμμεσες τοξικές δράσεις όσον αφορά στην αναπαραγωγή (βλ. παράγραφο 5.3). Έχουν περιγραφεί επιδράσεις στις αρθρώσεις σε παιδιά που έλαβαν αγωγή με κινολόνες, ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά αρθροπάθειας δευτερογενώς της έκθεσης in utero.
Ως προληπτικό μέτρο, θα πρέπει κατά προτίμηση να αποφεύγεται η χρήση της πεφλοξασίνης κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός Η πεφλοξασίνη απεκκρίνεται σε σημαντικό βαθμό στο μητρικό γάλα (75% της συγκέντρωσης στον ορό). Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου αρθρικής βλάβης, ο θηλασμός θα πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πεφλοξασίνη.
| Γονιμότητα | |||||
| Σε υποθεραπευτικές δόσεις, η από του στόματος χορηγούμενη πεφλοξασίνη προκάλεσε διαταραχές της | |||||
| σπερματογένεσης σε αρουραίους και σκύλους. Ωστόσο, δε σημειώθηκαν επιδράσεις στην | |||||
| αναπαραγωγή στους αρουραίους. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα στον άνθρωπο. | |||||
| 4.7. Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων | |||||
| Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το ενδεχόμενο εμφάνισης νευρολογικών επιδράσεων και | |||||
| θα πρέπει να αποτρέπονται από την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων σε περίπτωση εμφάνισης | |||||
| τέτοιων συμπτωμάτων. | |||||
| 4.8. Ανεπιθύμητες ενέργειες | |||||
| Τα στοιχεία για τη συχνότητα εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών προέρχονται από κλινικές | |||||
| μελέτες (συμπεριλαμβανομένων βιβλιογραφικών αναφορών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν | |||||
| παρατηρηθεί συχνότερα με την πεφλοξασίνη είναι αϋπνία, γαστραλγία, ναυτία, έμετος, κνίδωση, | |||||
| αρθραλγία και μυαλγία. Οι σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν: πανκυτταροπενία, | |||||
| αναφυλακτικό σοκ, σπασμούς, σύνδρομο Stevens-Johnson, σύνδρομο Lyell, επιδείνωση μυασθένειας, | |||||
| ρήξη τένοντα και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. | |||||
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) | Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως< 1/100) | Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) | Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) | Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Ηωσινοφιλία | Θρομβοπενία | Αναιμία, Λευκοπενία, Πανκυτταροπενία | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Aγγειοοίδημα Αναφυλακτικό σοκ (βλ. παράγραφο 4.4) | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος* | Αϋπνία | Ζάλη, Κεφαλαλγία | Ψευδαισθήσεις, Ευερεθιστότητα | Σύγχυση, Σπασμοί (βλ. παράγραφο 4.4), Αποπροσανατολισμ ός, Ενδοκρανιακή υπέρταση (ιδιαίτερα στα νεότερα άτομα έπειτα από παρατεταμένη θεραπεία με πεφλοξασίνη, με ευνοϊκή έκβαση στην πλειονότητα των περιστατικών έπειτα από διακοπή της αγωγής της πεφλοξασίνης και χορήγησης κατάλληλης θεραπείας), |
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) | Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως< 1/100) | Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000) | Πολύ σπάνιες (< 1/10.000) | Συχνότητα μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|
| Μυοκλονία, Εφιάλτες, Παραισθησία, Περιφερική νευροπάθεια αισθητηριακή ή αισθητικοκινητική (βλ. παράγραφο 4.4), Επιδείνωση μυασθένειας (βλ. παράγραφο 4.4) | |||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Γαστραλγία, ναυτία, έμετος | Διάρροια | Ψευδομεμβρανώ- δης κολίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4) | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αύξηση τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης, αύξηση χολερυθρίνης αίματος | ||||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνίδωση | Φωτο- ευαισθησία (βλ. παράγραφο 4.4) | Eρύθημα, Κνησμός | Αγγειακή πορφύρα, Πολύμορφο ερύθημα, Σύνδρομο Stevens- Johnson, Σύνδρομο Lyell | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών* | Αρθραλγία Μυαλγία | Τενοντίτιδα, Ρήξη τένοντα (πιθανότητα βραδείας επούλωσης ή κλινικών επιπτώσεων στους προσβεβλημένους τένοντες) (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4), Αρθρική συλλογή | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Οξεία νεφρική ανεπάρκεια | ||||
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Σύνδρομο Απρόσφορης Έκκρισης Αντιδιουρητικής Ορμόνης (SIADH) | ||||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Υπογλυκαιμικό κώμα (βλ. παράγραφο 4.4) |
* Πολύ σπάνιες περιπτώσεις παρατεταμένων (για έως μήνες ή χρόνια), σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών που προκαλούν αναπηρία και είναι δυνητικά μη αναστρέψιμες οι οποίες επηρεάζουν αρκετά, ορισμένες φορές πολλαπλά, οργανικά συστήματα και αισθήσεις (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων όπως τενοντίτιδα, ρήξη τένοντα, αρθραλγία, πόνος στα άκρα, διαταραχή της βάδισης, νευροπάθειες σχετιζόμενες με παραισθησία και νευραλγία, κόπωση, ψυχιατρικά συμπτώματα (συμπεριλαμβανομένων διαταραχών ύπνου, άγχους, κρίσεων πανικού, κατάθλιψης και αυτοκτονικού ιδεασμού), δυσλειτουργία της μνήμης και της συγκέντρωσης, και διαταραχή της ακοής, της όρασης, της γεύσης και της όσφρησης) έχουν αναφερθεί σε σύνδεση με τη χρήση κινολονών και φθοριοκινολονών σε ορισμένες περιπτώσεις ανεξάρτητα από προϋπάρχοντες παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4)
** Σε ασθενείς που έλαβαν φθοροκινολόνες έχουν αναφερθεί περιστατικά αορτικού ανευρύσματος και διαχωρισμού αορτής, ορισμένες φορές επιπλεγμένα κατόπιν ρήξης (συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών) καθώς και περιστατικά παλινδρόμησης/ανεπάρκειας οιασδήποτε εκ των καρδιακών βαλβίδων (βλ. παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040337, http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.
4.9. Υπερδοσολογία
Σε περίπτωση λήψης υπερβολικής δόσης, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και να του παρέχεται συμπτωματική αγωγή. Η αιμοδιάλυση δεν είναι αποτελεσματική.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1. Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: φθοροκινολόνη, κωδικός ATC: J01MA03.
Η πεφλοξασίνη είναι ένας συνθετικός αντιβακτηριακός παράγοντας της οικογένειας των κινολονών, ο οποίος ανήκει στην τάξη των φθοριοκινολονών.
H χημική της ονομασία είναι 1-ethyl-6-fluoro-7-(4-methylpiperazin-1-yl)-4-oxo-1,4-dihydroquinoline- 3-carboxylic acid (αλλιώς mésylate dihydraté).
Κρίσιμες συγκεντρώσεις Οι κρίσιμες συγκεντρώσεις διαχωρίζουν τα ευαίσθητα στελέχη από τα στελέχη ενδιάμεσης ευαισθησίας και τα τελευταία από τα ανθεκτικά στελέχη:
Συστάσεις της CA-SFM S ≤ 1 mg/l και R > 4 mg/l Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη. Συνεπώς είναι χρήσιμες οι πληροφορίες σχετικά με τον επιπολασμό της αντοχής σε τοπικό
επίπεδο, κυρίως όταν πρόκειται για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Είναι απαραίτητη η συμβουλή εμπειρογνωμόνων όταν ο τοπικός επιπολασμός της αντοχής είναι τέτοιος ώστε η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου να είναι αμφίβολη, τουλάχιστον σε κάποιους τύπους λοιμώξεων.
Κατάταξη των ειδών βάσει της ευαισθησίας τους στην πεφλοξασίνη:
Κατηγορίες Συνήθως ευαίσθητα είδη Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια Staphylococcus ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια Bordetella pertussis Campylobacter Haemophilus influenzae Legionella Moraxella catarrhalis (Branhamella catarrhalis)
Morganella morganii Neisseria Pasteurella Proteus vulgaris Salmonella Shigella Vibrio Yersinia Αναερόβια βακτήρια Mobiluncus Propionibacterium acnes Άλλα Mycoplasma hominis Mycoplasma pneumoniae ($)
Κατηγορίες Είδη με ασταθή ευαισθησία (επίκτητη αντοχή> 10%)
Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια Staphylococcus ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη (+) (1)
Αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια Acinetobacter (κυρίως Acinetobacter baumannii) (+)
Citrobacter freundii Enterobacter cloacae Escherichia coli Klebsiella Proteus mirabilis Providencia (+)
Pseudomonas aeruginosa (+)
Serratia ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΑ ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΕΙΔΗ Αερόβια Gram-θετικά βακτήρια Enterococcus spp.
Listeria monocytogenes Nocardia asteroides Streptococcus Streptococcus pneumoniae Αναερόβια βακτήρια με εξαίρεση το Mobiluncus και Propionibacterium acnes Άλλα
Μυκοβακτήρια Ureaplasma urealyticum ($) Είδος με φυσιολογικά ενδιάμεση ευαισθησία, απουσία μηχανισμού αντοχής.
(+) Ο επιπολασμός της βακτηριακής αντοχής είναι 50% σε μία ή περισσότερες χώρες της ΕΕ.
(1) Η συχνότητα εμφάνισης αντοχής στη μεθικιλλίνη κυμαίνεται μεταξύ 20 και 50% επί του συνόλου των σταφυλόκοκκων και απαντάται συνήθως σε νοσοκομειακό περιβάλλον.
5.2. Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Μετά την από του στόματος χορήγηση 400 mg πεφλοξασίνης ꞏ Βαθμός: 90 τοις εκατό, ανάλογα με τα υποκείμενα ꞏ Ταχύτητα: πολύ γρήγορη (περίπου 20 λεπτά).
Κατανομή Συγκεντρώσεις στον ορό Εφάπαξ δόση
▪ Η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό έπειτα από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης 400 mg κατά το τέλος της έγχυσης (1 ώρας) και 1 ώρα και 30 λεπτά μετά τη λήψη είναι της τάξης των 4 μg/ml.
▪ Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής από τον ορό είναι περίπου 12 ώρες.
Επαναλαμβανόμενες δόσεις Έπειτα από επαναλαμβανόμενη χορήγηση δόσης 400 mg κάθε 12 ώρες είτε παρεντερικά είτε από του στόματος επιτυγχάνονται έπειτα από την ένατη έγχυση:
▪ Μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό περίπου 10 μg/ml.
▪ Χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής από τον ορό περίπου 12 ώρες.
Διάχυση στους ιστούς Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 1,7 l/kg έπειτα από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης στα 400 mg.
Οι ιστικές συγκεντρώσεις έπειτα από τη χορήγηση επαναλαμβανόμενων δόσεων είναι οι ακόλουθες:
▪ Συγκεντρώσεις στη βρογχική βλέννη: οι υψηλότερες συγκεντρώσεις λαμβάνονται έπειτα από τέσσερις ώρες και υπερβαίνουν κατά μέσο όρο τα 5 μg/ml. Συγκεντρώσεις που έχουν αναφερθεί στη βλέννη και στον ορό, οι οποίες είναι ενδεικτικές της διέλευσης του αντιβιοτικού στις βρογχικές εκκρίσεις πλησιάζουν το 100 %.
▪ Συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ:
o Από 11 ασθενείς με βακτηριακή μηνιγγίτιδα προέκυψαν επίπεδα 4,5 μg/ml στο ΕΝΥ έπειτα από την 3η έγχυση ή την 3η από του στόματος λήψη δόσης 400 mg. Επιτεύχθηκαν επίπεδα 9,8 μg/ml έπειτα από 3 λήψεις, των 800 mg έκαστη.
o Οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας στα περιστατικά βακτηριακής μηνιγγίτιδας κατέδειξαν ότι μετά την 5η έγχυση, τα επίπεδα που επιτεύχθηκαν στο ΕΝΥ αντιστοιχούσαν στο 89 τοις εκατό της συγκέντρωσης στο πλάσμα.
o Αυτά τα δεδομένα επιβεβαιώνουν τα αποτελέσματα που προέκυψαν από μελέτες σε σκύλους για τη μηνιγγίτιδα από χρυσίζοντα σταφυλόκοκκο όπου το εμβαδόν κάτω από την καμπύλη «συγκέντρωση στο ΕΝΥ/ συγκέντρωση στον ορό» είναι 76 τοις εκατό.
▪ Οι μέσες συγκεντρώσεις στους διάφορους ιστούς που εξάχθηκαν από επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν 12 ώρες μετά την τελευταία λήψη είναι: θυρεοειδής: 11,4 μg/g, σιελογόνοι αδένες: 7,5 μg/g, λιπώδης ιστός: 2,2 μg/g, δέρμα: 7,6 μg/g, στοματοφαρυγγικός βλεννογόνος: 6 μg/g, αμυγδαλή: 9 μg/g, μύες: 5,6 μg/g.
Σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι της τάξης του 30 τοις εκατό.
Βιομετασχηματισμός Ο ηπατικός μεταβολισμός είναι σημαντικός. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες είναι η απομέθυλο- πεφλοξασίνη (ή νορφλοξασίνη) και το péfloxacine-N-oxide.
Αποβολή Άτομα με φυσιολογική νεφρική και φυσιολογική ηπατική λειτουργία Το προϊόν αποβάλλεται κυρίως μέσω του μεταβολισμού και οι μεταβολίτες αποβάλλονται κυρίως μέσω της νεφρικής οδού.
Η αποβολή της αναλλοίωτης πεφλοξασίνης και των δύο κύριων μεταβολιτών της από τους νεφρούς αντιστοιχεί στο 41,7 τοις εκατό της χορηγούμενης δόσης. Από τους μεταβολίτες, η απομέθυλοπεφλοξασίνη απεκκρίνεται σε ποσοστό που αντιστοιχεί σε 20 τοις εκατό της χορηγούμενης δόσης και το péfloxacine-N-oxide σε ποσοστό 16,2 τοις εκατό. Τα επίπεδα της αναλλοίωτης πεφλοξασίνης στα ούρα φτάνουν περίπου τα 25 μg/ml μεταξύ της 1ης και της 2ης ώρας, ενώ εξακολουθούν να είναι 15 μg/ml στα ούρα μεταξύ της 12ης και της 24ης ώρας. Η αμετάβλητη πεφλοξασίνη και οι μεταβολίτες της εξακολουθούν να ανιχνεύονται στα ούρα 84 ώρες μετά από την τελευταία λήψη. Η αποβολή της πεφλοξασίνης μέσω της χολής πρακτικά συνίσταται σε απέκκριση αμετάβλητου προϊόντος, του γλυκουρο-συζευγμένου παραγώγου της και του N-oxide παραγώγου της.
Νεφρική ανεπάρκεια Δε σημειώνεται σημαντική μεταβολή στα επίπεδα της πεφλοξασίνης στον ορό σε σχέση με οποιοδήποτε βαθμό νεφρικής ανεπάρκειας. Η πεφλοξασίνη υφίσταται σε μικρό βαθμό αιμοδιύλιση (μέσo extraction coefficient: 23%).
Ηπατική ανεπάρκεια Οι μεταβολές στη φαρμακοκινητική της πεφλοξασίνης περιγράφονται από μία κλινική μελέτη με χορήγηση εφάπαξ δόσης 8 mg/kg στα άτομα με κίρρωση, κατά την οποία σημειώθηκε μία σημαντική μείωση της κάθαρσης του φαρμάκου από το πλάσμα οδηγώντας σε σημαντική αύξηση του χρόνου ημίσειας ζωής της αποβολής (κατά 3 έως 5 φορές) καθώς και σε μία σημαντική αύξηση στην απέκκριση της αμετάβλητης πεφλοξασίνης στα ούρα (κατά 3 έως 4 φορές).
5.3. Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Δεν εφαρμόζεται.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1. Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας:
Άμυλο αραβοσίτου, ζελατίνη, νατριούχο καρβοξυμεθυλιωμένο άμυλο, τάλκης, στεατικό μαγνήσιο, Επικάλυψη:
Υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη, αιθυλοκυτταρίνη, σεβακικός διβουτυλεστέρας, διοξείδιο του τιτανίου (Ε171), πολυαιθυλενογλυκόλη 6000.
6.2. Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3. Διάρκεια ζωής
36 μήνες
6.4. Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία δωματίου σε μέρος που δεν βλέπουν και δεν προσεγγίζουν τα παιδιά
6.5. Φύση και συστατικά του περιέκτη
Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Labocton είναι επιμήκη, χρώματος λευκού.
Αυτό το φάρμακο διατίθεται σε κουτί που περιέχει 1 ή 2 blister των 10 δισκίων και ένα φύλλο οδηγιών.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες
6.6. Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
VIOFAR E.Π.Ε.
Εθνικής Αντιστάσεως & Τριφυλίας 76Α, 136 71, Αχαρναί, Αττική Τηλ: 210 2468185 / 210 2468725, Fax: 210 2461937, E-mail: info@viofar.gr, www.viofar.gr
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
1198/13-05-2002
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
01-04-1996 / 06-02-2007