1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Labous 0,03 mg/2 mg, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 0,03 mg αιθινυλοιστραδιόλης και 2 mg οξικής χλωρμαδινόνης.
Το κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 65,37 mg μονοϋδρικής λακτόζης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
Ρoζ, στρογγυλό δισκίο.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Ορμονική αντισύλληψη.
Η απόφαση να συνταγογραφηθεί το Labous θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους τρέχοντες παράγοντες κινδύνου της κάθε γυναίκας, ιδιαίτερα αυτούς για φλεβική θρομβοεμβολή (ΦΘΕ). Επιπλέον, ο κίνδυνος ΦΘΕ με το Labous θα πρέπει να συγκρίνεται με αυτόν άλλων συνδυασμένων ορμονικών αντισυλληπτικών (ΣΟΑ) (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4).
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Πρέπει να λαμβάνεται ένα δισκίο καθημερινά (κατά προτίμηση το βράδυ) επί 21 συνεχόμενες ημέρες και στη συνέχεια ακολουθεί διακοπή επί 7 ημέρες, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν λαμβάνονται καθόλου δισκία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δύο έως τέσσερις ημέρες μετά τη λήψη του τελευταίου δισκίου, αναμένεται να παρατηρηθεί αιμορραγία μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής (withdrawal bleeding), η οποία είναι παρόμοια με την εμμηνορρυσία. Μετά τη διακοπή των 7 ημερών, η αγωγή συνεχίζεται με δισκία από την επόμενη συσκευασία Labous, ανεξάρτητα από το εάν η αιμορραγία εξακολουθεί ή έχει σταματήσει.
Τρόπος χορήγησης Τα δισκία πρέπει να πιέζονται ώστε να απομακρυνθούν από τη συσκευασία blister. Το δισκίο, το οποίο φέρει επισήμανση με την κατάλληλη ημέρα της εβδομάδας, πρέπει να καταπίνεται αμάσητο, κατά προτίμηση με λίγο υγρό. Τα δισκία λαμβάνονται καθημερινά κατά τη σειρά που δείχνουν τα βέλη.
Έναρξη λήψης των δισκίων
Καμία προηγούμενη χρήση ορμονικού αντισυλληπτικού (κατά τη διάρκεια του προηγούμενου κύκλου εμμηνορρυσίας)
Το πρώτο δισκίο πρέπει να λαμβάνεται την πρώτη ημέρα του φυσικού μηνιαίου κύκλου της γυναίκας, δηλαδή την πρώτη ημέρα της αιμορραγίας της επομένης εμμήνου ρύσης (περιόδου). Εάν το πρώτο δισκίο ληφθεί την πρώτη ημέρα της εμμηνορρυσίας, η αντισυλληπτική προστασία ξεκινά την πρώτη ημέρα της λήψης του δισκίου και εξακολουθεί κατά τη διάρκεια του διαστήματος των 7 ημερών.
Το πρώτο δισκίο μπορεί, επίσης, να ληφθεί την 2η έως 5η ημέρα του κύκλου της εμμηνορρυσίας, ανεξάρτητα από το εάν η αιμορραγία εξακολουθεί ή έχει σταματήσει. Στην περίπτωση αυτή, κατά τη διάρκεια των 7 πρώτων ημερών της λήψης των δισκίων, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπροσθέτως μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης.
Εάν έχουν περάσει περισσότερες από 5 ημέρες από την έναρξη εμμηνορρυσίας, πρέπει να γίνει σύσταση στη γυναίκα να περιμένει μέχρι την επόμενη εμμηνορρυσία της πριν ξεκινήσει τη λήψη του Labous.
Αλλαγή από άλλο ορμονικό αντισυλληπτικό στο Labous Αλλαγή από άλλο ορμονικό αντισυλληπτικό συνδυασμού στο Labous Το Labous πρέπει να ξεκινά την επόμενη του διαστήματος χωρίς δισκία ή με λήψη εικονικού δισκίου του προηγούμενου συνδυασμένου ορμονικού αντισυλληπτικού.
Αλλαγή από χάπι μόνο με προγεσταγόνο (Mini-pill)
Το πρώτο δισκίο Labous πρέπει να λαμβάνεται την ημέρα μετά την διακοπή του σκευάσματος μόνο με προγεσταγόνο. Τις πρώτες 7 ημέρες, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης.
Αλλαγή από ενέσιμο ορμονικό αντισυλληπτικό ή εμφύτευμα Το Labous μπορεί να ξεκινήσει την ημέρα της απομάκρυνσης του εμφυτεύματος ή της αρχικά προγραμματισμένης ημέρας της ένεσης. Τις πρώτες 7 ημέρες, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης.
Μετά από αποβολή ή διακοπή κύησης κατά το πρώτο τρίμηνο Το Labous μπορεί να ξεκινήσει αμέσως μετά από αποβολή ή διακοπή της κύησης κατά το πρώτο τρίμηνο.
Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτούνται επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα.
Μετά από τοκετό, αποβολή ή διακοπή κύησης κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης Μετά τον τοκετό, οι γυναίκες, που δεν θηλάζουν μπορούν να ξεκινήσουν τη λήψη δισκίων 21 έως 28 ημέρες μετά τον τοκετό. Στην περίπτωση αυτή, δεν απαιτούνται επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα.
Εάν η λήψη του δισκίου ξεκινήσει περισσότερες από 28 ημέρες μετά τον τοκετό, απαιτούνται επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα κατά τις πρώτες 7 ημέρες.
Έαν, ωστόσο, στο διάστημα αυτό έχει ήδη συμβεί συνουσία, πριν ξεκίνησει η λήψη των δισκίων πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κύησης ή πρέπει να παρατηρηθεί η πρώτη εμμηνορρυσία.
Γαλουχία (βλ.παράγραφο 4.6)
Το Labous δεν πρέπει να λαμβάνεται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Μετά την διακοπή του Labous Μετά την διακοπή του Labous, ο πρώτος κύκλος μπορεί να παραταθεί περίπου για μία εβδομάδα .
Ακατάστατη χορήγηση δισκίων Εάν μια χρήστρια παρέλειψε να πάρει ένα επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, αλλά το πάρει εντός 12 ωρών, δεν είναι απαραίτητο να ληφθούν επιπλέον αντισυλληπτικά μέτρα. Η χρήστρια πρέπει να εξακολουθήσει να παίρνει τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ως συνήθως.
Εάν περάσουν περισσότερες από 12 ώρες από τη συνήθη ώρα λήψης του δισκίου, μπορεί να μειωθεί η αντισυλληπτική προστασία. Σε περίπτωση παράλειψης δισκίων, ακολουθήστε τους δύο βασικούς κανόνες:
1. η λήψη των δισκίων δεν πρέπει να διακόπτεται ποτέ για περισσότερες από 7 ημέρες 2. για να επιτευχθεί η απαιτούμενη καταστολή του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-ωοθηκών, απαιτούνται 7 ημέρες συνεχούς λήψης των δισκίων Το τελευταίο επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο που ξεχάστηκε πρέπει να ληφθεί αμέσως, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα ληφθούν δύο δισκία ταυτόχρονα. Τα υπόλοιπα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία πρέπει να ληφθούν κανονικά. Επίσης, για τις επόμενες επτά ημέρες πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον μηχανικές μέθοδοι αντισύλληψης, π.χ. προφυλακτικά. Εάν τα δισκία ξεχαστούν κατά την 1η εβδομάδα του κύκλου και τις επτά ημέρες πριν την παράλειψη των δισκίων (συμπεριλαμβανομένου και του διαστήματος χωρίς δισκία) υπήρξε συνουσία, πρέπει να διερευνηθεί το ενδεχόμενο της εγκυμοσύνης. Όσο περισσότερα δισκία παραλειφθούν και όσο πιο κοντά είναι ο χρόνος που παραλείφθηκαν τα δισκία στο κανονικό διάστημα χωρίς δισκία, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος εγκυμοσύνης.
Εάν η τρέχουσα συσκευασία περιέχει λιγότερα από επτά δισκία, η επόμενη συσκευασία Labous πρέπει να ξεκινήσει μόλις τελειώσει η τρέχουσα συσκευασία, δηλ. δεν πρέπει να μεσολαβήσει διάστημα χωρίς δισκία μεταξύ των συσκευασιών. Αφού τελειώσουν τα δισκία της δεύτερης συσκευασίας, αναμένεται να εμφανιστεί η συνήθης αιμορραγία μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής (withdrawal bleeding).
Εντούτοις, κατά τη διάρκεια της λήψης των δισκίων μπορεί συχνά να εμφανιστεί αιμορραγία εκ διαφυγής (break-through bleeding)ή σταγονοειδής αιμορραγία (spotting). Εάν μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης συσκευασίας, δεν υπάρξει αιμορραγία μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής, πρέπει να γίνει τεστ εγκυμοσύνης.
Οδηγίες σε περίπτωση εμέτου ή διάρροιας Εάν παρατηρηθεί έμετος ή σοβαρή διάρροια εντός των 4 ωρών μετά τη χορήγηση των δισκίων, η απορρόφηση μπορεί να είναι ατελής και μπορεί να μην είναι εξασφαλισμένη η αξιόπιστη αντισύλληψη. Στις περιπτώσεις αυτές, πρέπει να ακολουθούνται οι συστάσεις, που δίνονται στην παράγραφο «Ακατάστατη χορήγηση δισκίων» (βλ. παραπάνω). Η χορήγηση του Labous πρέπει να συνεχιστεί.
Πώς να αναβληθεί η εμφάνιση αιμορραγίας μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής Για να καθυστερήσει την μηνιαία αιμορραγία της, η γυναίκα πρέπει να συνεχίσει τη λήψη από την επόμενη συσκευασία blister του Labous, χωρίς να μεσολαβήσει διάστημα χωρίς λήψη δισκίων. Η παράταση της λήψης των δισκίων μπορεί να συνεχιστεί όσο είναι επιθυμητό μέχρι να τελειώσει και η δεύτερη συσκευασία.
Κατά τη διάρκεια της παράτασης αυτής, η γυναίκα μπορεί να παρουσίασει αιμορραγία εκ διαφυγής ή σταγονοειδή αιμορραγία. Μετά από το σύνηθες διάστημα 7 ημερών χωρίς δισκία, ξεκινά και πάλι η τακτική λήψη του Labous.
Για να μεταφέρει μια γυναίκα τη μηνιαία αιμορραγία της σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, σε σχέση με την αναμενόμενη ημέρα βάσει της αντισυλληπτικής της αγωγής, μπορεί να μειωθεί το επικείμενο χρονικό διάστημα χωρίς δισκία κατά όσες ημέρες επιθυμεί. Όσο συντομότερο το διάστημα, τόσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος να μην εμφανιστεί αιμορραγία μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής και να εμφανιστεί αιμορραγία εκ διαφυγής και σταγονοειδής αιμορραγία κατά τη λήψη από την επόμενη συσκευασία.
Παιδιατρικός πληθυσμός Το Labous ενδείκνυται μόνο μετά την εμμηναρχή. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της οξικής χλωρμαδινόνης και της αιθινυλοιστραδιόλης σε εφήβους κάτω των 16 ετών, δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Ηλικιωμένοι Το Labous δεν ενδείκνυται μετά την εμμηνόπαυση.
4.3 Αντενδείξεις
Τα συνδυασμένα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν πρέπει να λαμβάνονται σε οποιαδήποτε από τις παρακάτω παθήσεις. Η χορήγηση του Labous πρέπει να διακόπτεταί αμέσως εάν, κατά τη χρήση του φαρμάκου αυτού, παρατηρηθεί μία από τις παρακάτω καταστάσεις:
• Απορρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη
• Ανθεκτική υπέρταση ή σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης (τιμές σταθερά άνω των 140/90 mm Hg)
• Παρουσία ή κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ):
o φλεβική θρομβοεμβολή – τρέχουσα ΦΘΕ (σε αντιπηκτικά) ή ιστορικό (π.χ. εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση [ΕΒΦΠ] ή πνευμονική εμβολή [ΠE]).
o γνωστή κληρονομική ή επίκτητη προδιάθεση για φλεβική θρομβοεμβολή, όπως αντοχή στην APC, (συμπεριλαμβανομένου του Παράγοντα V Leiden), ανεπάρκεια αντιθρομβίνης-III, ανεπάρκεια πρωτεΐνης C, ανεπάρκεια πρωτεΐνης S.
o μεγάλη χειρουργική επέμβαση με παρατεταμένη ακινητοποίηση (βλ. παράγραφο 4.4).
o υψηλός κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής λόγω της παρουσίας πολλαπλών παραγόντων κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).
• Παρουσία ή κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής (ΑΘΕ):
o αρτηριακή θρομβοεμβολή – τρέχουσα αρτηριακή θρομβοεμβολή, ιστορικό αρτηριακής θρομβοεμβολής (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου) ή πρόδρομη κατάσταση (π.χ. στηθάγχη).
o εγκεφαλοαγγειακή νόσος – τρέχον εγκεφαλικό επεισόδιο, ιστορικό εγκεφαλικού ή πρόδρομης κατάστασης (π.χ. παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, ΠΙΕ).
o γνωστή κληρονομική ή επίκτητη προδιάθεση για αρτηριακή θρομβοεμβολή, όπως υπερομοκυστεϊναιμία και αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα (αντισώματα αντικαρδιολιπίνης, αντιπηκτικό λύκου).
o ιστορικό ημικρανίας με εστιακά νευρολογικά συμπτώματα.
o υψηλός κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής λόγω πολλαπλών παραγόντων κινδύνου (βλ.
παράγραφο 4.4) ή από την παρουσία ενός σοβαρού παράγοντα κινδύνου όπως:
- σακχαρώδης διαβήτης με αγγειακά συμπτώματα
- σοβαρή υπέρταση
- σοβαρή δυσλιποπρωτεϊναιμία.
• Ηπατίτιδα, ίκτερος, ηπατική δυσλειτουργία, μέχρι οι τιμές λειτουργίας του ήπατος να επέλθουν στο φυσιολογικό
• Γενικευμένος κνησμός, χολόσταση, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια προηγούμενης κύησης ή οιστρογονοθεραπείας
• Σύνδρομο Dubin-Johnson, σύνδρομο Rotor, διαταραχή έκκρισης της χολής
• Μηνιγγίωμα ή ιστορικό μηνιγγιώματος
• Ιστορικό όγκων του ήπατος ή υπάρχοντες όγκοι του ήπατος
• Σοβαρής μορφής άλγος στην άνω κοιλία, ηπατομεγαλία ή συμπτώματα ενδοκοιλιακής αιμορραγίας (βλ.
παράγραφο 4.8)
• Πρώτη εκδήλωση ή υποτροπή πορφύρας (και οι 3 μορφές, ιδιαίτερα η επίκτητη πορφύρα)
• Ορμονοευαίσθητοι κακοήθεις όγκοι, π.χ. καρκίνος του μαστού ή της μήτρας, επί του παρόντος ή ιστορικό αυτών
• Σοβαρές διαταραχές του μεταβολισμού λιπιδίων
• Παγκρεατίτιδα επί του παρόντος ή ιστορικό αυτής, εάν συσχετίζεται με σοβαρή υπερτριγλυκεριδαιμία
• Πρώτη εκδήλωση κεφαλαλγίας παρόμοιας με ημικρανία ή σωρευτική συχνότητα ασυνήθιστα σοβαρών πονοκεφάλων
• Οξείας μορφής αισθητηριακά ελλείμματα, π.χ. οπτικές ή ακουστικές διαταραχές
• Κινητικές διαταραχές (ιδιαίτερα παράλυση)
• Αυξημένες επιληπτικές κρίσεις
• Σοβαρή κατάθλιψη
• Ωτοσκλήρυνση με επιδείνωση σε προηγούμενες κυήσεις
• Αμηνόρροια απροσδιόριστης αιτιολογίας
• Υπερπλασία του ενδομητρίου
• Κολπική αιμορραγία απροσδιόριστης αιτιολογίας
• Yπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Ένας σοβαρός παράγοντας κινδύνου ή πολλαπλοί παράγοντες κινδύνου για φλεβική ή αρτηριακή θρόμβωση, μπορεί να αποτελούν αντένδειξη (βλ. παράγραφο 4.4).
Το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο αιθινυλοιστραδιόλης 0,02 mg και οξικής χλωρμαδινόνης 2 mg αντενδείκνυται για ταυτόχρονη χρήση με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ομπιτασβίρη/παριταπρεβίρη/ριτοναβίρη και ντασαμπουβίρη, φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη ή σοφοσμπουβίρη/βελπατασβίρη/βοξιλαπρεβίρη (βλ. παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Προειδοποιήσεις Το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών των συνδυασμένων ορμονικών αντισυλληπτικών (ΣΟΑ). Όσο περισσότερο καπνίζει και όσο μεγαλύτερης ηλικίας η γυναίκα, τόσο μεγαλύτερος και ο κίνδυνος, ιδιαίτερα σε γυναίκες ηλικίας άνω των 35 ετών. Γυναίκες ηλικίας άνω των 35 ετών που καπνίζουν, πρέπει να χρησιμοποιούν άλλες αντισυλληπτικές μεθόδους.
Η χρήση ΣΟΑ συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο διάφορων σοβαρών νόσων, όπως είναι το έμφραγμα του μυοκαρδίου, η θρομβοεμβολή, το εγκεφαλικό επεισοδίο ή τα νεοπλάσματα του ήπατος. Ο κίνδυνος νοσηρότητας και θνησιμότητας αυξάνει σημαντικά με την παρουσία άλλων παραγόντων κινδύνου, όπως η αυξημένη αρτηριακή πίεση, η υπερλιπιδαιμία, η παχυσαρκία και ο διαβήτης.
Εάν παρατηρούνται μια από τις νόσους/ένας από τους παράγοντες κινδύνου που αναφέρονται παρακάτω, τα οφέλη από τη λήψη του Labous πρέπει να σταθμιστούν έναντι των κινδύνων και να συζητηθούν με τη γυναίκα πριν την έναρξη της λήψης των δισκίων. Εάν αυτές οι νόσοι ή οι παράγοντες κινδύνου εμφανιστούν ή επιδεινωθούν κατά τη χρήση του Labous, η ασθενής πρέπει να απευθυνθεί στο/στη γιατρό της. Ο/Η γιατρός θα αποφασίσει εάν πρέπει να διακόψει τη θεραπεία ή όχι.
Θρομβοεμβολές και άλλες αγγειακές νόσοι Τα αποτελέσματα επιδημιολογικών μελετών δείχνουν μια συσχέτιση μεταξύ της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών και του αυξημένου κινδύνου νόσων με φλεβική και αρτηριακή θρομβοεμβολή, όπως είναι το έμφραγμα του μυοκαρδίου, το αγγειοεγκεφαλικό επεισόδιο, η εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και η πνευμονική εμβολή. Τα συμβάντα αυτά είναι σπάνια. Εξαιρετικά σπάνια, έχει αναφερθεί ότι εμφανίζεται θρόμβωση σε χρήστριες ΣΟΑ σε άλλα αιμοφόρα αγγεία, π.χ. ηπατικές, μεσεντέριες, νεφρικές ή αμφιβληστροειδικές φλέβες και αρτηρίες.
Κίνδυνος φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ)
Η χρήση οποιουδήποτε συνδυασμένου ορμονικού αντισυλληπτικού (ΣΟΑ) αυξάνει τον κίνδυνο φλεβικής θρομβοεμβολής (ΦΘΕ) σε σύγκριση με τη μη χρήση. Τα προϊόντα που περιέχουν λεβονοργεστρέλη, νοργεστιμάτη ή νορεθιστερόνη, έχουν συσχετιστεί με τον χαμηλότερο κίνδυνο ΦΘΕ. Άλλα ΣΟΑ που περιέχουν χλωρμαδινόνη/αιθινυλοιστραδιόλη, όπως το Labous, μπορεί να ενέχουν κατά 1,25 φορές αυξημένο κίνδυνο σε σύγκριση με τη λεβονοργεστρέλη (LNG). Η απόφαση για τη χρήση οποιουδήποτε προϊόντος εκτός από ένα προϊόν που είναι γνωστό ότι έχει τον χαμηλότερο κίνδυνο ΦΘΕ, θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο μετά από συζήτηση με τη γυναίκα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι κατανοεί τον κίνδυνο
ΦΘΕ με τα ΣΟΑ, πώς οι τρέχοντες παράγοντες κινδύνου της επηρεάζουν αυτόν τον κίνδυνο, καθώς και ότι ο κίνδυνος ΦΘΕ είναι υψηλότερος κατά το πρώτο έτος χρήσης. Υπάρχουν, επίσης, ορισμένα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο κίνδυνος είναι αυξημένος κατά την επανέναρξη ενός ΣΟΑμετά από διακοπή της χρήσης για 4 εβδομάδες ή περισσότερο. Σε γυναίκες που δεν χρησιμοποιούν ΣΟΑ και δεν είναι έγκυες, περίπου 2 στις 10.000 θα αναπτύξουν ΦΘΕ κατά τη διάρκεια ενός έτους. Εντούτοις, σε κάθε γυναίκα ο κίνδυνος μπορεί να είναι πολύ υψηλότερος, ανάλογα με τους υποκείμενους παράγοντες κινδύνου (βλ. παρακάτω).
Επιδημιολογικές μελέτες σε γυναίκες που χρησιμοποιούν συνδυασμένα ορμονικά αντισυλληπτικά χαμηλής δόσης (< 50 μg αιθυνυλοιστραδιόλης), έχει διαπιστωθεί ότι από 10.000 γυναίκες περίπου μεταξύ 6 και 12 θα αναπτύξουν ΦΘΕ σε ένα χρόνο.
Εκτιμάται ότι από τις 10.000 γυναίκες οι οποίες χρησιμοποιούν ΣΟΑ που περιέχει χλωρμαδινόνη, 6 έως 9 γυναίκες θα εμφανίσουν ΦΘΕ σε ένα έτος. Ο αριθμός αυτός συγκρίνεται περίπου με 6 γυναίκες οι οποίες χρησιμοποιούν ΣΟΑ που περιέχει λεβονοργεστρέλη.
Αριθμός συμβάντων ΦΘΕ ανά 10.000 γυναίκες σε ένα έτος Ο αριθμός των ΦΘΕ ετησίως με χαμηλή δόση ΣΟΑ, είναι μικρότερος από τον αριθμό που αναμένεται σε γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή στη μεταγεννητική περίοδο.
Η φλεβική φθομβοεμβολή μπορεί να είναι θανατηφόρα στο 1-2% των περιπτώσεων.
Παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ Ο κίνδυνος για φλεβικές θρομβοεμβολικές επιπλοκές σε χρήστριες ΣΟΑ, μπορεί να αυξηθεί σημαντικά σε μια γυναίκα με επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου, ιδιαίτερα εάν υπάρχουν πολλαπλοί παράγοντες κινδύνου (βλ. πίνακα).
Το Labous αντενδείκνυται εάν μια γυναίκα έχει πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου που την θέτουν σε υψηλό κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης (βλ. παράγραφο 4. 3). Εάν μια γυναίκα έχει περισσότερους από έναν παράγοντες κινδύνου, είναι πιθανό η αύξηση του κινδύνου να είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των μεμονωμένων παραγόντων - σε αυτή την περίπτωση, ο συνολικός της κίνδυνος για ΦΘΕ θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Εάν το ισοζύγιο οφέλους- κινδύνου θεωρείται αρνητικό, δεν πρέπει να συνταγογραφείται ΣΟΑ (βλ. παράγραφο 4. 3).
Πίνακας: Παράγοντες κινδύνου για ΦΘΕ
| Παράγοντας κινδύνου | Σχόλιο |
|---|---|
| Παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30 kg/m2) | Ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά με την αύξηση του ΔΜΣ. |
| Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να εξετάζεται εάν υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες κινδύνου. | |
| Παρατεταμένη ακινητοποίηση, μείζων χειρουργική επέμβαση, οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση στα πόδια ή στην πύελο, νευροχειρουργική επέμβαση ή μείζον τραύμα Σημείωση: η προσωρινή ακινητοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των αεροπορικών ταξιδιών > 4 ωρών, μπορεί επίσης να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ΦΘΕ, ιδιαίτερα σε γυναίκες με άλλους παράγοντες κινδύνου | Σε αυτές τις καταστάσεις συνιστάται να διακόπτεται η χρήση του έμπλαστρου/χαπιού/δακτυλίου (σε περίπτωση επιλεκτικής χειρουργικής επέμβασης τουλάχιστον τέσσερις |
| εβδομάδες πριν) και να μην επανεκκινά μέχρι να περάσουν | |
| δύο εβδομάδες μετά την πλήρη επανακινητοποίηση. Για την αποφυγή ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, πρέπει να χρησιμοποιείται άλλη μέθοδος αντισύλληψης. Αν το Labous δεν έχει διακοπεί εκ των προτέρων, θα πρέπει να εξετάζεται η χορήγηση αντιθρομβωτικής θεραπείας. | |
| Θετικό οικογενειακό ιστορικό (φλεβική θρομβοεμβολή σε αδελφό/ή ή γονέα, ειδικά σε σχετικά νεαρή ηλικία, π.χ. πριν από τα 50) | Εάν υπάρχει υποψία κληρονομικής προδιάθεσης, η γυναίκα θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ειδικό για συμβουλή, πριν αποφασιστεί οποιαδήποτε χρήση ΣΟΑ |
| Άλλες ιατρικές παθήσεις που σχετίζονται με ΦΘΕ | Καρκίνος, συστηματικός ερεθυματώδης λύκος, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, χρόνια φλεγμονώδης νόσος του εντέρου (ασθένεια Crohn ή ελκώδης κολίτιδα) και δρεπανοκυτταρική νόσος |
| Αύξηση της ηλικίας | Ιδιαίτερα άνω των 35 ετών |
Δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με τον πιθανό ρόλο των κιρσών και της επιφανειακής θρομβοφλεβίτιδας στην εμφάνιση ή την εξέλιξη της φλεβικής θρόμβωσης.
Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος θρομβοεμβολής κατά την εγκυμοσύνη και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των 6 εβδομάδων της λοχείας (για πληροφορίες σχετικά με την «Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία» βλ. παράγραφο 4. 6)
Συμπτώματα της ΦΘΕ (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή)
Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων, γυναίκες θα πρέπει να συμβουλεύονται να αναζητήσουν επείγουσα ιατρική βοήθεια και να ενημερώσουν τον επαγγελματία υγείας ότι λαμβάνεουν ένα ΣΟΑ.
Τα συμπτώματα της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (ΕΒΦΘΕ) μπορεί να περιλαμβάνουν:
• μονόπλευρο οίδημα του ποδιού και/ή του πέλματος ή κατά μήκος μιας φλέβας στο πόδι,
• πόνος ή ευαισθησία στο πόδι, που μπορεί να γίνεται αισθητή μόνο όταν κανείς στέκεται ή περπατάει,
• αυξημένη θερμότητα στο προσβεβλημένο πόδι, κόκκινο ή αποχρωματισμένο δέρμα στο πόδι.
Τα συμπτώματα της πνευμονικής εμβολής (ΠΕ) μπορεί να περιλαμβάνουν:
• ξαφνική εμφάνιση ανεξήγητης δύσπνοιας ή ταχείας αναπνοής,
• ξαφνικό βήχα που μπορεί να σχετίζεται με αιμόπτυση,
• οξύ πόνο στο στήθος,
• σοβαρή ελαφριά κεφαλαλγία ή ζάλη,
• ταχύ ή ακανόνιστο καρδιακό παλμό.
Ορισμένα από αυτά τα συμπτώματα (π.χ. «δύσπνοια» , «βήχας») είναι μη ειδικά και μπορεί να παρερμηνευθούν ως πιο συχνές ή λιγότερο σοβαρές καταστάσεις (π.χ. λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος).
Άλλα σημάδια αγγειακής απόφραξης μπορεί να περιλαμβάνουν: ξαφνικό πόνο, οίδημα και ελαφρύ μπλε αποχρωματισμό ενός άκρου.
Εάν εμφανιστεί απόφραξη στο μάτι, τα συμπτώματα μπορεί να κυμαίνονται από ανώδυνη θολή όραση, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε απώλεια όρασης. Μερικές φορές η απώλεια της όρασης μπορεί να συμβεί σχεδόν αμέσως.
Κίνδυνος αρτηριακής θρομβοεμβολής (ΑΘΕ)
Επιδημιολογικές μελέτες έχουν συσχετίσει τη χρήση των ΣΟΑ με αυξημένο κίνδυνο αρτηριακής θρομβοεμβολής (έμφραγμα του μυοκαρδίου) ή εγκεφαλικού αγγειακού ατυχήματος (π.χ. παροδική ισχαιμική προσβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο). Τα αρτηριακά θρομβοεμβολικά συμβάντα μπορεί να είναι θανατηφόρα.
Παράγοντες κινδύνου για AΘΕ Ο κίνδυνος αρτηριακών θρομβοεμβολικών επιπλοκών ή εγκεφαλοαγγειακού ατυχήματος σε χρήστριες ΣΟΑ, αυξάνεται σε γυναίκες με παράγοντες κινδύνου (βλ. πίνακα). Το Labous αντενδείκνυται εάν μια γυναίκα έχει έναν σοβαρό ή πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕ, που την θέτουν σε υψηλό κίνδυνο αρτηριακής θρόμβωσης (βλ. παράγραφο 4. 3). Εάν μια γυναίκα έχει περισσότερους από έναν παράγοντες κινδύνου, είναι πιθανό η αύξηση του κινδύνου να είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των μεμονωμένων παραγόντων - σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός της κίνδυνος. Εάν το ισοζύγιο οφέλους- κινδύνου θεωρείται αρνητικό, δεν πρέπει να συνταγογραφείται ΣΟΑ (βλ. παράγραφο 4.3).
Πίνακας: Παράγοντες κινδύνου για ΑΘΕ
| Παράγοντας κινδύνου | Σχόλιο |
|---|---|
| Αύξηση της ηλικίας | Ιδιαίτερα άνω των 35 ετών |
| Κάπνισμα | Οι γυναίκες θα πρέπει να συμβουλεύονται να μην καπνίζουν, εάν επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν ένα ΣΟΑ. Οι γυναίκες άνω των 35 ετών που εξακολουθούν να καπνίζουν, θα πρέπει να συμβουλεύονται έντονα να χρησιμοποιούν μια διαφορετική μέθοδο αντισύλληψης. |
| Υπέρταση | |
| Παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος πάνω από 30 kg/m2) | Ο κίνδυνος αυξάνεται σημαντικά με την αύξηση του ΔΜΣ. Ιδιαίτερα σημαντική σε γυναίκες με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου. |
| Θετικό οικογενειακό ιστορικό (αρτηριακή θρομβοεμβολή σε αδελφό/ή | Εάν υπάρχει υποψία κληρονομικής προδιάθεσης, η γυναίκα θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ειδικό για συμβουλή πριν αποφασιστεί οποιαδήποτε χρήση ΣΟΑ. |
| ή γονέα, ειδικά σε σχετικά νεαρή ηλικία, π.χ. πριν από τα 50) | |
| Ημικρανία | Αύξηση της συχνότητας ή της βαρύτητας της ημικρανίας κατά τη χρήση ΣΟΑ (η οποία μπορεί να είναι πρόδρομη ενός εγκεφαλοαγγειακού συμβάντος) μπορεί να αποτελεί λόγο για άμεση διακοπή της θεραπείας. |
για άμεση διακοπή της θεραπείας.
Άλλες παθήσεις που σχετίζονται με Διαβήτης, υπερομοκυστεϊναιμία, βαλβιδική καρδιακή ανεπιθύμητα αγγειακά συμβάματα νόσος και κολπική μαρμαρυγή, δυσλιποπρωτεϊναιμία και συστηματικός ερυθηματώδης λύκος.
Συμπτώματα της ΑΘΕ Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων, οι γυναίκες θα πρέπει να συμβουλεύονται να αναζητήσουν επείγουσα ιατρική βοήθεια και να ενημερώσουν τον επαγγελματία υγείας ότι λαμβάνουν ένα ΣΟΑ.
Τα συμπτώματα ενός εγκεφαλικού αγγειακού ατυχήματος μπορεί να περιλαμβάνουν:
• ξαφνικό μούδιασμα ή αδυναμία του προσώπου, του χεριού ή του ποδιού, ειδικά στη μια πλευρά του σώματος,
• ξαφνική δυσκολία στο περπάτημα, ζάλη, απώλεια ισορροπίας ή συντονισμού,
• ξαφνική σύγχυση, δυσκολία στην ομιλία ή την κατανόηση,
• ξαφνική δυσκολία όρασης στο ένα ή και στα δύο μάτια,
• ξαφνικό, σοβαρό ή παρατεταμένο πονοκέφαλο χωρίς γνωστή αιτία,
• απώλεια συνείδησης ή λιποθυμία με ή χωρίς επιληπτική κρίση.
Τα προσωρινά συμπτώματα υποδηλώνουν ότι το συμβάν είναι μια παροδική ισχαιμική προσβολή (ΠΙΠ).
Τα συμπτώματα του εμφράγματος του μυοκαρδίου (EΜ) μπορεί να περιλαμβάνουν:
• πόνος, δυσφορία, πίεση, βάρος, αίσθηση συμπίεσης ή πληρότητας στο στήθος, το χέρι ή κάτω από το στέρνο,
• δυσφορία που γίνεται αισθητή στην πλάτη, στη γνάθο, στο λαιμό, στο μπράτσο, στο στομάχι,
• αίσθημα πλήρωσης, δυσπεψίας ή πνιγμού,
• εφίδρωση, ναυτία, εμετός ή ζάλη,
• υπερβολική αδυναμία, ανησυχία ή δύσπνοια,
• ταχύ ή ακανόνιστο καρδιακό παλμό.
Οι χρήστριες ΣΟΑ πρέπει να καθοδηγούνται αυστηρά να συμβουλεύονται το γιατρό τους σε περίπτωση πιθανών συμπτωμάτων θρόμβωσης. Σε περίπτωση υποψίας ή επιβεβαίωσης θρόμβωσης, η χορήγηση του Labous πρέπει να διακόπτεται.
Καρκίνος Αρκετές επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η μακροχρόνια χρήση ορμονικών αντισυλληπτικών σε γυναίκες που έχουν μολυνθεί από τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου του τραχήλου. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει διχογνωμία σχετικά με το σε ποια έκταση αυτό το αποτέλεσμα επηρεάζεται από άλλους παράγοντες (π.χ. διαφορές στον αριθμό των σεξουαλικών συντρόφων ή στη χρήση μηχανικών μεθόδων αντισύλληψης) (βλ. επίσης «Ιατρική εξέταση»).
Mετα-ανάλυση 54 επιδημιολογικών μελετών ανέφερε ελαφρώς αυξημένο σχετικό κίνδυνο (RR=1,24)
καρκίνου του μαστού κατά τη χρήση ΣΟΑ. Κατά τη διάρκεια των 10 ετών μετά τη διακοπή της χρήσης ΣΟΑ, ο αυξημένος αυτός κίνδυνος επανέρχεται σταδιακά στον αντίστοιχο προς την ηλικία, αρχικό κίνδυνο.
Επειδή ο καρκίνος του μαστού είναι σπάνιος στις γυναίκες ηλικίας κάτω των 40 ετών, ο αριθμός επιπλέον διαγνώσεων καρκίνου του μαστού σε τρέχουσες και πρώην χρήστριες ΣΟΑ, είναι μικρός σε σχέση με τον συνολικό κίνδυνο καρκίνου του μαστού.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί καλοήθεις και, ακόμη σπανιότερα, κακοήθεις όγκοι του ήπατος κατά τη χρήση ορμονικών αντισυλληπτικών. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις, οι όγκοι αυτοί έχουν οδηγήσει σε απειλητική για τη ζωή ενδοκοιλιακή αιμορραγία. Επομένως, σε περίπτωση που παρατητηθεί σοβαρό άλγος της άνω κοιλίας, το οποίο δεν αναστρέφεται αυθόρμητα, ή ηπατομεγαλία ή σημεία ενδοκοιλιακής αιμορραγίας, πρέπει να εξεταστεί αμέσως το ενδεχόμενο όγκου του ήπατος και η χορήγηση του Labous πρέπει να διακόπτεται.
Μηνιγγίωμα Έχει αναφερθεί εμφάνιση μηνιγγιωμάτων (μεμονωμένων και πολλαπλών) σε σχέση με τη χρήση οξικής χλωρμαδινόνης, ιδίως σε υψηλές δόσεις και για παρατεταμένο χρονικό διάστημα (πολλά χρόνια). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα μηνιγγιωμάτων σύμφωνα με την κλινική πρακτική. Εάν ένας ασθενής διαγνωστεί με μηνιγγίωμα, η θεραπεία που περιέχει οξική χλωρμαδινόνη πρέπει να διακοπεί, ως προφυλακτικό μέτρο.
Υπάρχουν ορισμένα στοιχεία ότι ο κίνδυνος μηνιγγιώματος μπορεί να μειωθεί μετά τη διακοπή της θεραπείας με οξική χλωρμαδινόνη.
Άλλες νόσοι Η καταθλιπτική διάθεση και η κατάθλιψη είναι γνωστές ανεπιθύμητες ενέργειες της χρήσης ορμονικών αντισυλληπτικών (βλ. παράγραφο 4.8). Η κατάθλιψη μπορεί να είναι σοβαρή και αποτελεί γνωστό παράγοντα κινδύνου για αυτοκτονική συμπεριφορά και αυτοκτονία. Οι γυναίκες θα πρέπει να συμβουλεύονται να επικοινωνήσουν με το/τη γιατρό τους, σε περίπτωση αλλαγών στη διάθεση και καταθλιπτικών συμπτωμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που εμφανίζονται σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας.
Σε πολλές γυναίκες, ενώ έπαιρναν ορμονικά αντισυλληπτικά, παρατηρήθηκε ελαφρά αύξηση της αρτηριακής πίεσης, αν και σπάνια παρατηρείται κλινικά σημαντική αύξηση. Μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί συσχέτιση μεταξύ της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών και της κλινικά έκδηλης υπέρτασης.
Εάν υπάρχει κλινικά σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης κατά τη λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, το Labous δεν πρέπει να λαμβάνεται πλέον και πρέπει να αντιμετωπίζεται η υπέρταση. Η χορήγηση του Labous μπορεί να συνεχιστεί, μόλις οι τιμές της αρτηριακής πίεσης επανέλθουν στο φυσιολογικό, μετά από την αντιυπερτασική θεραπεία.
Τα εξωγενή οιστρογόνα μπορεί να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν συμπτώματα κληρονομικού και επίκτητου αγγειοοίδηματος.
Οι γυναίκες με ιστορικό έρπητα της κύησης, μπορεί να παρουσιάσουν υποτροπή της κατάστασης αυτής κατά τη χρήση ΣΟΑ.
Οι γυναίκες με ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό υπερτριγλυκεριδαιμίας διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο παγκρεατίτιδας κατά τη χρήση ΣΟΑ. Οι οξείες ή χρόνιες διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας μπορεί να καταστήσουν αναγκαία τη διακοπή της λήψης των σκευασμάτων συνδυασμού για ορμονική αντισύλληψη μέχρις ότου οι δείκτες της ηπατικής λειτουργίας να επανέλθουν εντός των φυσιολογικών ορίων. Υποτροπή του χολοστατικού ικτέρου, η οποία παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια προηγούμενης κύησης ή κατά τη διάρκεια προηγούμενης χρήσης φυλετικών ορμονών, επίσης καθιστά απαραίτητη τη διακοπή της χρήσης σκευασμάτων συνδυασμού για ορμονική αντισύλληψη.
Τα ΣΟΑ μπορεί να επηρεάσουν την περιφερική αντίσταση στην ινσουλίνη ή την αντοχή στη γλυκόζη.
Επομένως, οι διαβητικές πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της χρήσης ορμονικών αντισυλληπτικών.
Ενίοτε, μπορεί να παρατηρηθεί χλόασμα, ιδιαίτερα εάν υπάρχει ιστορικό χλοάσματος της εγκυμοσύνης.
Επομένως, γυναίκες με προδιάθεση για χλόασμα πρέπει να αποφεύγουν την απευθείας έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία ή την υπεριώδη ακτινοβολία για όσο λαμβάνουν ορμονικά αντισυλληπτικά.
Προφυλάξεις
Ορισμένες νόσοι/καταστάσεις μπορεί να επηρεαστούν αρνητικά από τη λήψη οιστρογόνων ή συνδυασμών οιστρογόνων/γεσταγόνων. Στις παρακάτω περιπτώσεις απαιτείται στενή ιατρική παρακολούθηση:
- Επιληψία
- Πολλαπλή σκλήρυνση
- Τέτανος
- Ημικρανία (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Άσθμα
- Καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια
- Ήπια χορεία
- Σακχαρώδης διαβήτης (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Ηπατοπάθειες (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Διαταραχές του μεταβολισμού λιπιδίων (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Αυτοάνοσες νόσοι (συμπεριλαμβανομένου του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου)
- Παχυσαρκία
- Υπέρταση (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Ενδομητρίωση
- Κιρσοί
- Φλεβίτιδα (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Διαταραχές της πηκτικότητας (βλ. επίσης παράγραφο 4.3)
- Μαστοπάθεια
- Μυώματα της μήτρας
- Έρπης της κύησης
- Κατάθλιψη
- Χρόνια φλεγμονώδη νόσος του εντέρου (νόσος του Crohn, ελκώδης κολίτιδα, βλ. επίσης παράγραφο 4.8).
Ιατρική εξέταση/συμβουλευτική Πριν την έναρξη ή την επανέναρξη της λήψης του Labous, πρέπει να λαμβάνεται πλήρες ατομικό και οικογενειακό ιατρικό ιστορικό, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών για αντενδείξεις (βλ. παράγραφο 4.3)
και παράγοντες κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4), και το ιστορικό αυτό πρέπει να ενημερώνεται κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια της χρήσης του Labous. Επίσης, απαιτείται η τακτική ιατρική εξέταση επειδή οι αντενδείξεις (π.χ. παροδικά ισχαιμικά επεισοδία) ή οι παράγοντες κινδύνου (π.χ. οικογενειακό ιστορικό φλεβικής ή αρτηριακής θρόμβωσης) μπορεί να παρατηρηθούν για πρώτη φορά ενώ λαμβάνεται ένα από του στόματος αντισυλληπτικό. Η ιατρική εξέταση πρέπει να περιλαμβάνει μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, εξέταση των μαστών, της κοιλίας, των εσωτερικών και εξωτερικών γεννητικών οργάνων, συμπεριλαμβανομένου κολπικού επιχρίσματος και κατάλληλων εργαστηριακών εξετάσεων.
Είναι σημαντικό να εφιστάται η προσοχή της γυναίκας στις πληροφορίες σχετικά με τη φλεβική και αρτηριακή θρόμβωση, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου του Labous σε σύγκριση με άλλα ΣΟΑ, τα συμπτώματα της ΦΘΕ και της ΑΘΕ, τους γνωστούς παράγοντες κινδύνου και τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση υποψίας θρόμβωσης.
Η γυναίκα θα πρέπει, επίσης, να καθοδηγηθεί να διαβάσει προσεκτικά το φύλλο οδηγιών χρήσης και να ακολουθεί τις συμβουλές που δίνονται. Η συχνότητα και η φύση των εξετάσεων θα πρέπει να βασίζονται σε καθιερωμένες κατευθυντήριες γραμμές πρακτικής και να προσαρμόζονται ατομικά στην κάθε γυναίκα.
Οι γυναίκες πρέπει να ενημερωθούν ότι τα ορμονικά αντισυλληπτικά, συμπεριλαμβανομένου του Labous, δεν παρέχουν προστασία έναντι των λοιμώξεων από HIV (AIDS) και άλλων σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νόσων.
Μείωση της αποτελεσματικότητας Εάν ξεχαστεί να ληφθεί ένα δισκίο (βλ. «Ακατάστατη χορήγηση δισκίων»), σε περίπτωση εμέτου ή εντερικών διαταραχών συμπεριλαμβανομένης της διάρροιας, σε περίπτωση ταυτόχρονης μακροχρόνιας λήψης
ορισμένων φαρμάκων (βλ. παράγραφο 4.5) ή σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μεταβολικών διαταραχών, μπορεί να επηρεαστεί η αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών.
Επίδραση στη σταθερότητα του κύκλου Αιμορραγίες εκ διαφυγής και σταγονοειδείς αιμορραγίες Όλα τα ορμονικά αντισυλληπτικά μπορούν να προκαλέσουν ακατάστατη κολπική αιμορραγία (αιμορραγία εκ διαφυγής ή σταγονοειδή αιμορραγία), ιδιαίτερα κατά τους πρώτους κύκλους λήψης των δισκίων. Για το λόγο αυτό, η ιατρική αξιολόγηση των ακατάστατων κύκλων είναι χρήσιμη μόνο μετά από περίοδο προσαρμογής περίπου τριών κύκλων. Εάν οι αιμορραγίες εκ διαφυγής επιμένουν ή εμφανιστούν ενώ έχουν προηγηθεί κανονικοί κύκλοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Labous, συνιστάται η λεπτομερής εξέταση για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης ή οργανικής νόσου. Εάν αποκλειστούν τα ενδεχόμενα αυτά, το Labous μπορεί να συνεχιστεί ή να αλλάξει η θεραπεία σε άλλο προϊόν.
Αιμορραγίες μεταξύ των μηνιαίων αιμορραγιών μπορεί να αποτελούν ένδειξη μειωμένης αντισυλληπτικής αποτελεσματικότητας (βλ. «Ακατάστατη χορήγηση δισκίων», «Οδηγίες σε περίπτωση εμέτου ή διάρροιας» και παράγραφο 4.5).
Απουσία αιμορραγίας μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής Το διάστημα των 21 ημερών λήψης των δισκίων ακολουθεί, συνήθως, αιμορραγία μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής. Ενίοτε, και ιδιαίτερα τους πρώτους μήνες της λήψης των δισκίων, μπορεί να μην παρατηρείται αιμορραγία μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι απαραίτητα ένδειξη μειωμένης αντισυλληπτικής αποτελεσματικότητας. Εάν δεν παρατηρηθεί αιμορραγία μετά τον κύκλο λήψης του δισκίου, κατά τον οποίο δεν ξεχάστηκε κανένα δισκίο, και εάν το διάστημα χωρίς δισκία των 7 ημερών δεν παρατάθηκε, δεν λαμβάνονταν ταυτόχρονα κανένα άλλο φάρμακο και δεν εμφανίστηκε έμετος ή διάρροια, δεν είναι πιθανόν να έχει συμβεί σύλληψη και η λήψη του Labous μπορεί να συνεχιστεί. Εάν το Labous δεν λήφθηκε σύμφωνα με αυτές τις οδηγίες πριν την πρώτη απουσία της αιμορραγίας μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής ή εάν δεν εμφανιστεί αιμορραγία μετά από απόσυρση της αντισυλληπτικής ορμονικής αγωγής σε δύο διαδοχικούς κύκλους, πρέπει πρώτα να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κύησης, πριν συνεχιστεί η χρήση του Labous.
Σκευάσματα φυτικής προέλευσης που περιέχουν St. John’s wort (Hyperricum perforatum), δεν πρέπει να λαμβάνονται ταυτόχρονα με το Labous (βλ. παράγραφο 4.5).
Έκδοχο Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη (ως μονοϋδρική).
Ασθενείς με σπάνια κληρονομική δυσανεξία στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Σημείωση: Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες συνταγογράφησης όταν γίνεται ταυτόχρονη λήψη φαρμακευτικής αγωγής, ώστε να εντοπίζονται πιθανές αλληλεπιδράσεις.
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις Κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών με ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για λοιμώξεις από τον ιό της ηπατίτιδας C (HCV) με φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν ομπιτασβίρη/παριταπρεβίρη/ριτοναβίρη και ντασαμπουβίρη με ή χωρίς ριμπαβιρίνη, αυξήσεις της τρανσαμινάσης (ALT) σε επίπεδα μεγαλύτερα από 5 φορές επί το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN), εμφανίστηκαν σημαντικά πιο συχνά σε γυναίκες που χρησιμοποιούσαν φάρμακα που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη, όπως τα συνδυασμένα ορμονικά αντισυλληπτικά (ΣΟΑ). Επιπλέον, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρη ή
σοφοσμπουβίρη/βελπατασβίρη/βοξιλαπρεβίρη, παρατηρήθηκαν αυξήσεις της ALT σε γυναίκες που χρησιμοποιούσαν φάρμακα που περιείχαν αιθινυλοιστραδιόλη όπως τα ΣΟΑ (βλ. παράγραφο 4.3).
Συνεπώς, οι χρήστριες επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο δισκίων αιθινυλοιστραδιόλης 0,02 mg και οξικής χλωρμαδινόνης 2 mg, πρέπει να μεταβούν σε μια εναλλακτική μέθοδο αντισύλληψης (π.χ. αντισύλληψη μόνο με προγεσταγόνο ή μη ορμονικές μέθοδοι) πριν από την έναρξη της θεραπείας με αυτά τα θεραπευτικά σχήματα συνδυασμού. Η χορήγηση του επικαλυμμένου με λεπτό υμένιο δισκίου αιθινυλοιστραδιόλης 0,02 mg και οξικής χλωρμαδινόνης 2 mg, μπορεί να ξαναρχίσει 2 εβδομάδες μετά από την ολοκλήρωση της θεραπείας με αυτά τα θεραπευτικά σχήματα συνδυασμού.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προίόντων στο Labous Μπορεί να προκύψουν αλληλεπιδράσεις με φάρμακα που επάγουν μικροσωμικά ένζυμα, οι οποίες μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την αυξημένη κάθαρση των φυλετικών ορμονών και μπορεί να οδηγήσουν σε αιμορραγία εκ διαφυγής και/ή αποτυχία της από του στόματος αντισύλληψης.
Διαχείριση Η επαγωγή των ενζύμων μπορεί να παρατηρηθεί ήδη μετά από λίγες ημέρες θεραπείας. Η μέγιστη επαγωγή των ενζύμων παρατηρείται γενικά μέσα σε λίγες εβδομάδες. Μετά τη λήξη της φαρμακευτικής αγωγής, η επαγωγή των ενζύμων μπορεί να διατηρηθεί περίπου για 4 εβδομάδες.
Βραχυπρόθεσμη θεραπεία Οι γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία με φάρμακα που επάγουν ένζυμα, θα πρέπει να χρησιμοποιούν προσωρινά μια μέθοδο φραγμού ή άλλη μέθοδο αντισύλληψης εκτός από το ΣOΑ. Η μέθοδος φραγμού πρέπει να χρησιμοποιείται καθ' όλη τη διάρκεια της ταυτόχρονης φαρμακευτικής αγωγής και για 28 ημέρες μετά τη διακοπή της.
Εάν η φαρμακευτική αγωγή διαρκεί περισσότερο από το τέλος των δισκίων της συσκευασίας ΣOΑ, η επόμενη συσκευασία ΣOΑ θα πρέπει να ξεκινά αμέσως μετά την προηγούμενη, χωρίς το σύνηθες διάστημα χωρίς αγωγή.
Μακροπρόθεσμη θεραπεία Σε γυναίκες που λαμβάνουν μακροπρόθεσμη θεραπεία με δραστικές ουσίες που επάγουν ένζυμα, συνιστάται κάποια άλλη αξιόπιστη μηορμονική μέθοδος αντισύλληψης.
Οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία:
Ουσίες που αυξάνουν την κάθαρση των ΣΟΑ (μειωμένη αποτελεσματικότητα των ΣΟΑ μέσω της επαγωγής ενζύμων), π.χ.: βαρβιτουρικά, βοσεντάνη, καρβαμαζεπίνη, μπαρμπεξακλόνη, φαινυτοΐνη, πριμιδόνη, μοδαφινίλη, ριφαμπικίνη, ριφαμπουτίνη και φάρμακα κατά του HIV ριτοναβίρη, νεβιραπίνη και εφαβιρένζη και ενδεχομένως επίσης φελμπαμάτη, γκριζεοφουλβίνη, οξκαρβαζεπίνη, τοπιραμάτη και προϊόντα που περιέχουν το φυτικό φάρμακο St. John’s wort (Hypericum perforatum).
Τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα/ δραστικές ουσίες μπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό:
Όλα τα φάρμακα που αυξάνουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού συστήματος (π.χ. μετοκλοπραμίδη) ή μειώνουν την απορρόφηση (π.χ. ενεργός άνθρακας).
Ουσίες με μεταβλητές επιδράσεις στην κάθαρση των ΣΟΑ Όταν συγχορηγούνται με ΣOΑ, πολλοί συνδυασμοί αναστολέων πρωτεάσης του HIV και μη- νουκλεοσιδικών αναστολέων της αντίστροφης μεταγραφάσης, συμπεριλαμβανομένων των συνδυασμών με αναστολείς του HCV, μπορούν να αυξήσουν ή να μειώσουν τις συγκεντρώσεις των οιστρογόνων ή των
προγεστινών στο πλάσμα. Η καθαρή επίδραση αυτών των αλλαγών μπορεί να είναι κλινικά σημαντική σε ορισμένες περιπτώσεις.
Επομένως, οι πληροφορίες συνταγογράφησης των φαρμάκων για ταυτόχρονη αγωγή για τον HIV/HCV, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον εντοπισμό πιθανών αλληλεπιδράσεων και τυχόν σχετικών συστάσεων.
Σε περίπτωση αμφιβολίας, θα πρέπει να χρησιμοποιείται πρόσθετη αντισυλληπτική μέθοδος φραγμού από γυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς πρωτεάσης ή μη- νουκλεοσιδικούς αναστολείς αντίστροφης μεταγραφάσης.
Τα παρακάτω φαρμακευτικά προϊόντα/δραστικές ουσίες μπορούν να αυξήσουν τη συγκέντρωση της αιθινυλοιστραδιόλης στον ορό:
- δραστικές ουσίες που αναστέλλουν την καταλυόμενη από ένζυμα πρόσθηκη θειικού άλατος στην αιθινυλοιστραδιόλη στο εντερικό τοίχωμα, π.χ. ασκορβικό οξύ ή παρακεταμόλη,
- ατορβαστατίνη (αύξηση της AUC της αιθινυλοιστραδιόλης κατά 20%),
- δραστικές ουσίες που αναστέλλουν τα μικροσωμικά ένζυμα στο ήπαρ, όπως αντιμυκητιασικά ιμιδαζόλης (π.χ. φλουκοναζόλη), ινδιναβίρη ή τρολεανδομυκίνη.
Επιδράσεις του Labous σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Τα από του στόματος αντισυλληπτικά μπορεί να επηρεάσουν τον μεταβολισμό ορισμένων άλλων δραστικών ουσιών. Κατά συνέπεια, οι συγκεντρώσεις τους στο πλάσμα και τους ιστούς μπορεί είτε να αυξηθούν είτε να μειωθούν.
- μέσω της αναστολής των ηπατικών μικροσωμικών ενζύμων που οδηγούν σε αυξημένες συγκεντρώσεις δραστικών ουσιών στον ορό, όπως η διαζεπάμη (και άλλες βενζοδιαζεπίνες που είναι υδροξυλιωμένες), η κυκλοσπορίνη, η θεοφυλλίνη και η πρεδνιζολόνη,
- μέσω της επαγωγής ηπατικής γλυκουρονιδίωσης που οδηγεί σε μειωμένες συγκεντρώσεις στον ορό π.χ.
της λαμοτριγίνης, της κλοφιμπράτης, της παρακεταμόλης, της μορφίνης και της λοραζεπάμης.
Η ανάγκη για ινσουλίνη ή από του στόματος αντιδιαβητικών (φαρμάκων που μειώνουν το σάκχαρο του αίματος), μπορεί να αλλάξει λόγω της επίδρασης του φαρμάκου στην ανοχή στη γλυκόζη (βλ. παράγραφο 4.4).
Αυτό μπορεί, επίσης, να ισχύει για φαρμακευτικά προϊόντα που ελήφθησαν πρόσφατα.
Πρέπει να εξετάζεται η Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των αντίστοιχων προϊόντων που συνταγογραφούνται για πιθανές αλληλεπιδράσεις με το Labous.
Εργαστηριακές εξετάσεις Η χρήση αντισυλληπτικών στεροειδών μπορεί να επηρεάσει τα αποτελέσματα ορισμένων εργαστηριακών εξετάσεων, συμπεριλαμβανομένων βιοχημικών παραμέτρων της ηπατικής, της επινεφριδιακής, της θυρεοειδικής και της νεφρικής λειτουργίας, των επιπέδων πρωτεϊνών (μεταφορέων) στο πλάσμα, π.χ. της σφαιρίνης που συνδέεται με κορτικοστεροειδή και των λιποπρωτεϊνών, τις παραμέτρους του μεταβολισμού των υδατανθράκων, της πηκτικότητας του αίματος και της ινωδόλυσης. Οι αλλαγές γενικά παραμένουν εντός του φυσιολογικού εργαστηριακού εύρους.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Το Labous αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης. Πριν ξεκινήσει η χρήση του φαρμακευτικού αυτού προϊόντος, πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κύησης. Εάν προκύψει κύηση κατά τη διάρκεια της αγωγής με το Labous, η χορήγηση του προϊόντος πρέπει να διακοπεί αμέσως. Μέχρι στιγμής από εκτεταμένες επιδημιολογικές μελέτες, δεν προέκυψαν κλινικές ενδείξεις τερατογόνου και εμβρυοτοξικής δράσης, όταν κατά λάθος λήφθηκαν οιστρογόνα σε συνδυασμό με προγεσταγόνα σε παρόμοιες δοσολογίες με εκείνες του Labous κατά τη διάρκεια της κύησης. Αν και από μελέτες σε πειραματόζωα έχει δειχθεί αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3), από κλινικά δεδομένα περισσότερων από 330 εγκύων γυναικών που εκτέθηκαν στο προϊόν, δεν προέκυψαν ενδείξεις εμβρυοτοξικής δράσης της οξικής χλωρμαδινόνης.
Ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης ΦΘΕ κατά τη διάρκεια της περιόδου μετά τον τοκετό, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επανέναρξη της λήψης του Labous (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.4).
Θηλασμός Η γαλουχία μπορεί να επηρεαστεί από τη λήψη οιστρογόνων, καθώς τα οιστρογόνα μπορούν να αλλάξουν την ποσότητα και τη σύσταση του μητρικού γάλακτος. Μικρές ποσότητες αντισυλληπτικών στεροειδών και/ή οι μεταβολίτες τους μπορεί να εκκρίνονται στο γάλα και μπορεί να επηρεάσουν δυσμενώς το νεογνό.
Επομένως, το Labous δεν πρέπει να λαμβάνεται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Τα συνδυασμένα ορμονικά αντισυλληπτικά δεν είναι γνωστό αν έχουν αρνητικές επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πολύ συχνές (≥ 1/10)
Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)
Σπάνιες (≥ 1/10,000 έως <1/1.000)
Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα)
Σε κλινικές δοκιμές με τη λήψη 0,03 mg αιθινυλοιστραδιόλης και 2 mg χλωρμαδινόνης, ως οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (> 20%) αναφέρθηκαν η αιμορραγία εκ διαφυγής και η σταγονοειδής αιμορραγία μεταξύ των περιόδων, η κεφαλαλγία και οι δυσαισθησία του μαστού.. Η ακανόνιστη αιμορραγία συνήθως υποχωρεί με την παρατεταμένη διάρκεια χρήσης.
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν μετά τη λήψη 0,03 mg αιθινυλοιστραδιόλης και 2 mg χλωρμαδινόνης σε κλινική δοκιμή σε 1.629 γυναίκες.
Κατηγορία Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών οργανικού συστήματος
| Πολύ συχνές (≥ 1/10) | Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) | Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως <1/100) | Σπάνιες (≥ 1/10.000 έως <1/1.000) | Πολύ σπάνιες (< 1/10.000 ) | Μη γνωστής συχνότητας (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα) | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Κολπική καντιτίαση | Αιδoιοκολπίτιδα | ||||
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνοντα ι κύστεις και πολύποδες) | Ινοαδένωμα του μαστού | |||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία στο φάρμακο, συμπεριλαμβανομένων αλλεργικών δερματικών αντιδράσεων | Επιδείνωση των συμπτωμάτων του κληρονομικου και επίκτητου αγγειοοιδήματο ς | ||||
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Αλλαγές στα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα (περιλαμβανομένης της υπερτριγλυκεριδαιμίας ) | Αυξημένη όρεξη | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Καταθλιπτική διάθεση, Νευρικότητα, Ευερεθιστότητ α | Χαμηλή λίμπιντο | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη, Ημικρανία (και/ή επιδείνωσή της) | |||||
| Διαταραχές του οφθαλμού | Διαταραχές όρασης | Επιπεφυκίτιδα, Δυσανεξία στους φακούς επαφής | ||||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ξαφνική απώλεια ακοής, Eμβοές | |||||
| Αγγειακές διαταραχές | Υπέρταση, Υπόταση, Κυκλοφορική κατέρρειψη, Κιρσοί, Φλεβική θρόμβωση, Φλεβική |
| θρομβοεμβολή, (ΦΘΕ), Αρτηριακή θρομβοεμβολή (ΑΘΕ) | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Ναυτία | Έμετος | Πόνος κοιλίας, Διάταση κοιλίας, Διάρροια | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Ακμή | Διαταραχές μελάγχρωσης, Χλόασμα, Αλωπεκία, Ξηροδερμία, Υπεριδρωσία | Κνίδωση, Έκζεμα, Ερύθημα, Κνησμός, Επιδείνωση της ψωρίασης, Υπερτρίχωση | Οζώδες ερύθημα | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Καρηβαρία | Οσφυαλγία, Μυαλγία | ||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Αιμορραγία από τον κόλπο, Δυσμηνόρροια , Αμηνόρροια | Άλγος κάτω κοιλιακής χώρας | Γαλακτόρροια | Υπερτροφία μαστού, Μηνορραγία, Προεμμηνορρυσιακ ό σύνδρομο | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωση, Οίδημα, Αύξηση σωματικού βάρους | |||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αύξηση αρτηριακής πίεσης |
Επιπλέον, οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τις δραστικές ουσίες αιθινυλοιστραδιόλη και οξική χλωρμανδινόνη, έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Μη γνωστής συχνότητας:
• αδυναμία
• αλλεργικές δερματικές αντιδράσεις.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Οι ακόλουθες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί σε γυναίκες που χρησιμοποιούν συνδυασμένα ορμονικά αντισυλληπτικά, συμπεριλαμβανομένων των 0,03 mg αιθινυλοιστραδιόλης και 2 mg οξικής χλωρμαδινόνης:
- Η χρήση των συνδυασμένων ορμονικών αντισυλληπτικών συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο φλεβικών και αρτηριακών θρομβοεμβολικών συμβαμάτων, π.χ. φλεβική θρόμβωση και πνευμονική εμβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο, παροδικά ισχαιμικά επεισόδια, έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ο κίνδυνος μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω από επιπλέον παράγοντες (βλ. παράγραφο 4.4)
- Σε αρκετές μελέτες με μακροχρόνια χρήση ΣΟΑ παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος νόσου των χοληφόρων.
- Σε σπάνιες περιπτώσεις, κατά τη διάρκεια της λήψης ορμονικών αντισυλληπτικών, έχουν αναφερθεί καλοήθεις, και σε ακόμη πιο σπάνιες περιπτώσεις, κακοήθεις όγκοι του ήπατος. Σε μεμονωμένες
περιπτώσεις, οι όγκοι αυτοί οδήγησαν σε απειλητική για τη ζωή ενδοκοιλιακή αιμορραγία (βλ.
παράγραφο 4.4).
- Παρόξυνση χρόνιας φλεγμονώδους νόσου του εντέρου (νόσου του Crohn και ελκώδους κολίτιδας, βλ.
παράγραφο 4.4).
Για επιπλέον σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως καρκίνος του τραχήλου ή του μαστού, βλ. παράγραφο 4.4.
Αλληλεπιδράσεις Αιμορραγία εκ διαφυγής και/ή η αποτυχία της αντισύλληψης μπορεί να προκύψουν από αλληλεπιδράσεις άλλων φαρμάκων (που επάγουν ένζυμα) με τα από του στόματος αντισυλληπτικά (βλ. παράγραφο 4.5).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr, http://www.kitrinikarta.gr.
4.9 Υπερδοσολογία
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για σοβαρές τοξικές επιπτώσεις σε περίπτωση υπερδοσολογίας. Τα παρακάτω συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν: ναυτία, έμετος και, κυρίως σε νεαρά κορίτσια, ελαφρά κολπική αιμορραγία. Δεν υπάρχει αντίδοτο και η περαιτέρω θεραπεία πρέπει να είναι συμπτωματική. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορεί να είναι απαραίτητος ο έλεγχος της ισορροπίας ηλεκτρολυτών και νερού, καθώς και της ηπατικής λειτουργίας.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμόνες του φύλου και ρυθμιστές του γεννητικού συστήματος, Προγεσταγόνα και οιστρογόνα, σταθεροί συνδυασμοί.
Kωδικός ATC: G03AA15.
Μηχανισμός δράσης Η συνεχόμενη λήψη του Labous επί 21 ημέρες οδηγεί σε αναστολή της έκκρισης ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) και ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) από την υπόφυση και σε επακόλουθη αναστολή της ωορρηξίας. Το ενδομήτριο πολλαπλασιάζεται βαθμιαία και αλλάζουν οι εκκρίσεις του. Η σύσταση της βλέννας του τραχήλου μεταβάλλεται. Με τον τρόπο αυτό παρεμποδίζεται η μετακίνηση του σπέρματος διαμέσου του τραχηλικού καναλιού και η μεταβάλλεται η κινητικότητά του.
Η ελάχιστη ημερήσια δόση οξικής χλωρμαδινόνης που απαιτείται για την πλήρη αναστολή της ωορρηξίας είναι 1,7 mg. Η πλήρης δόση μετασχηματισμού που απαιτείται είναι 25 mg ανά κύκλο.
Η οξική χλωρμαδινόνη είναι ένα αντιανδρογόνο προγεσταγόνο. Η δράση της βασίζεται στην ικανότητα εκτόπισης των ανδρογόνων από τους υποδοχείς τους.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σε κλινικές μελέτες στις οποίες ελέγθηκε η λήψη 0,03 mg αιθινυλοιστραδιόλης και 2 mg οξικής χλωρμαδινόνης για διάστημα έως 2 χρόνια σε 1.655 γυναίκες και περισσότερους από 22.000 καταμήνιους κύκλους, παρατηρήθηκαν 12 κυήσεις. Κατά την περίοδο της σύλληψης, σε 7 γυναίκες παρατηρήθηκαν είτε σφάλματα στη λήψη, συνυπάρχουσες νόσοι που προκάλεσαν ναυτία ή έμετο ή ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων, τα οποία ήταν γνωστό ότι μειώνουν την αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών.
| Τύπος χρήσης | Αριθμός κυήσεων | Δείκτης Pearl | 95% όριο αξιοπιστίας |
|---|---|---|---|
| Τυπική χρήση | 12 | 0,698 | [0,389, 1,183] |
| Χρήση χωρίς σφάλματα | 5 | 0,291 | [0,115, 0,650] |
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Οξική χλωρμαδινόνη (CMA)
Απορρόφηση Η από του στόματος χορηγούμενη CMA απορροφάται ταχέως και σχεδόν ολοκληρωτικά. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητά της CMA είναι υψηλή, καθώς δεν υπόκειται σε μεταβολισμό πρώτης διόδου. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα φθάνουν στα μέγιστα επίπεδα μετά από 1 ως 2 ώρες.
Κατανομή Η CMA δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως τις λευκωματίνες, σε ποσοστό άνω του 95%. Η CMA δεν έχει συγγένεια δέσμευσης με τη σφαιρίνη που δεσμεύει τις ορμόνες του φύλου (SHBG) ή την σφαιρίνη που δεσμεύει τα κορτικοειδή (CBG). Η CMA αποθηκεύεται κυρίως στον λιπώδη ιστό.
Βιομετασχηματισμός Διάφορες διαδικασίες αναγωγής και οξείδωσης και σύζευξης με γλυκουρονίδια και θειϊκά άλατα, οδηγούν σε πολλούς μεταβολίτες. Οι κύριοι μεταβολίτες στο ανθρώπινο πλάσμα είναι οι 3α- και 3β-υδροξυ-CMA, των οποίων οι χρόνοι ημίσειας ζωής δεν διαφέρουν σημαντικά από εκείνο της CMA που δεν έχει υποστεί μεταβολισμό. Οι 3-υδροξυ μεταβολίτες έχουν παρόμοια αντιανδρογόνο δράση με την ίδια τη CMA. Οι μεταβολίτες εμφανίζονται στα ούρα κυρίως ως συζευγμένες ενώσεις. Μετά από ενζυμική διάσπαση ο κύριος μεταβολίτης είναι η 2α-υδροξυ-CMA, καθώς και οι 3-υδροξυ και οι 2-υδροξυ μεταβολίτες.
Αποβολή Η CMA απομακρύνεται από το πλάσμα με μέσο χρόνο ημιζωής περίπου 34 ώρες (μετά από εφάπαξ δόση)
και περίπου 36 ως 39 ώρες (μετά από πολλαπλές δόσεις). Μετά την από του στόματος λήψη, η CMA και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται σε ίσες περίπου ποσότητες διαμέσου των νεφρών και των κοπράνων.
Αιθινυλοιστραδιόλη (ΕΕ)
Απορρόφηση Η από του στόματος χορηγούμενη ΕΕ απορροφάται ταχέως και σχεδόν ολοκληρωτικά. Οι μέσες μέγιστες τιμές στο πλάσμα επιτυγχάνονται μετά από 1,5 ώρες. Εξαιτίας της προσυστηματικής σύζευξης και του μεταβολισμού πρώτης διόδου στο ήπαρ, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου μόνο 40% και υπόκειται σε σημαντική διακύμανση μεταξύ των ατόμων (20-65%).
Κατανομή Οι συγκεντρώσεις της ΕΕ στο πλάσμα που περιγράφονται στη βιβλιογραφία, ποικίλλουν κατά πολύ. Η ΕΕ συνδέεται κατά περίπου 98% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, σχεδόν αποκλειστικά με τη λευκωματίνη.
Βιομετασχηματισμός
Όπως τα φυσικά οιστρογόνα, η ΕΕ βιομετατρέπεται με υδροξυλίωση (καταλυόμενη από το κυτόχρωμα Ρ- 450) στον αρωματικό δακτύλιο. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η 2-υδροξυ-ΕΕ, η οποία μεταβολίζεται σε επιπλέον μεταβολίτες και συζευγμένες ενώσεις. Η ΕΕ υπόκειται σε προσυστηματική σύζευξη τόσο στο βλεννογόνο του λεπτού εντέρου όσο και στο ήπαρ. Στα ούρα έχουν εντοπιστεί κυρίως γλυκουρονίδια και στη χολή και στο πλάσμα κυρίως θειϊκά άλατα.
Αποβολή Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα της ΕΕ είναι περίπου 12 ως 14 ώρες. Η ΕΕ απεκκρίνεται μέσω των νεφρών και των κοπράνων σε αναλογία 2:3. Η θειική ΕΕ που απεκκρίνεται στη χολή, υφίσταται την εντεροηπατική κυκλοφορία μετά από υδρόλυση από τα εντερικά βακτήρια.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Η οξεία τοξικότητα των οιστρογόνων είναι χαμηλή. Εξαιτίας των έντονων διαφορών μεταξύ των διαφόρων ειδών πειραματόζωων στο εργαστήριο καθώς και σε σχέση με τους ανθρώπους, τα αποτελέσματα από μελέτες με οιστρογόνα σε πειραματόζωα έχουν περιορισμένη μόνο προγνωστική αξία για τη χρήση στον άνθρωπο.
Σε μοντέλα πειραματοζώων, η αιθινυλοιστραδιόλη, η οποία είναι συνθετικό οιστρογόνο που χρησιμοποιείται ευρέως στα ορμονικά αντισυλληπτικά, είχε εμβρυοκτόνο δράση ακόμη και σε σχετικά χαμηλές δόσεις.
Έχουν παρατηρηθεί παραμορφώσεις του ουρογεννητικού συστήματος και θηλυκοποίηση των αρρένων εμβρύων. Οι επιδράσεις αυτές θεωρείται ότι αφορούν συγκεκριμένα είδη.
Η οξική χλωρμαδινόνη παρουσίασε εμβρυοκτόνο δράση σε κουνέλια, αρουραίους και ποντικούς. Επίσης, σε εμβρυοτοξικές δόσεις παρατηρήθηκε τερατογένεση σε κουνέλια και, στην ελάχιστη δόση που δοκιμάστηκε (1 mg/kg/ημέρα), σε ποντικούς. Η σημασία των ευρημάτων αυτών για τη χρήση στον άνθρωπο δεν είναι σαφής. Από προκλινικά δεδομένα συμβατικών μελετών για τη χρόνια τοξικότητα, τη γονοτοξικότητα και του καρκινογόνου δυναμικού, δεν προέκυψαν ιδιαίτεροι κίνδυνοι για τον άνθρωπο, εκτός από εκείνους που περιγράφονται ήδη σε άλλες παραγράφους της Περίληψης Χαρακτηριστικών του Προϊόντος.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος Εκδόχων
Πυρήνας δισκίου Λακτόζη μονοϋδρική Άμυλο αραβοσίτου Ποβιδόνη Κ30 Μαγνήσιο στεατικό (φυτικής προέλευσης)
Επικάλυψη δισκίου Υπρομελλόζη, Υδροξυπροπυλοκυτταρίνη Διοξείδιο του τιτιανίου CI 77891 (E171)
Βαμβακέλαιο Τάλκης πυριτικός Οξείδιο του σιδήρου ερυθρό CI 77491 (E172)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Συσκευασία PVC/PVDC αλουμίνιο ή πολυπροπυλένιο / Αλουμίνιο που περιέχει 1x21 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
Συσκευασία PVC/PVDC αλουμίνιο ή πολυπροπυλένιο / Αλουμίνιο που περιέχει 3x21 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ELPEN ΑΕ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Λεωφόρος Μαραθώνος 95, 19009 Πικέρμι Αττικής, Ελλάδα Τηλ: 210 6039326-9.
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
97425/28.11.2014
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 28 Νοεμβρίου.2014 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 26 Ιανουαρίου.2021