Clinio Logo
Clinio
LECALCIF › ΠΧΠ

LECALCIF — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

LECALCIF 2.400 I.U./ml, πόσιμες σταγόνες, διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

1 ml διαλύματος (36 σταγόνες) περιέχει 60 μg χοληκαλσιφερόλης, ισοδύναμη με 2.400 IU βιταμίνης D .

1 σταγόνα περιέχει 1,67 μικρογραμμάρια χοληκαλσιφερόλης, ισοδύναμη με 66,7 I.U. βιταμίνης D .

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Πόσιμες σταγόνες, διάλυμα Διαυγές, ελαφρώς κίτρινο, ελαιώδες υγρό με οσμή πορτοκαλιού

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

- Για τη θεραπεία της έλλειψης βιταμίνης D σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά.

- Προφύλαξη από την έλλειψη βιταμίνης D σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά με δυσαπορρόφηση.

- Προφύλαξη από ραχίτιδα στα πρόωρα νεογνά, βρέφη και παιδιά

- Προφύλαξη απο οστεμαλάκυνση προκαλούμενη από έλλειψη βιταμίνης D σε ενήλικες.

- Συμπληρωματική θεραπεία στην οστεοπόρωση, σε συνδυασμό με ασβέστιο και όποτε απαιτείται με ειδικό αντι-οστεοπορωτικό παράγοντα σε ενήλικες.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Η συνιστώμενη δόση εξαρτάται από τις ενδείξεις του ασθενή σε συνδυασμό με τον παρακάτω πίνακα.

ΈνδειξηΙσοδύναμη με I.U. βιταμίνη D /ημέρα 3Ημερήσια δόση: Αριθμός σταγόνων/ημέρ αΣχόλιο
Θεραπεία της έλλειψης βιταμίνης D σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά.Ενήλικες και έφηβοι: 800-4.000 I.U*.12-60 σταγόνες ημερησίωςΈλλειψη: 25- υδροξυκαλσιφερόλη ορού (25OHD) <25 nmol/l. Επίπεδα του 25OHD στον ασθενή, ηλικία, συμπτώματα και συμπλήρωμα σε βιταμίνη D από άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένου του δέρματος, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη**
Παιδιά ηλικίας 1- 11 ετών: 800- 2.000 I.U12-30 σταγόνες ημερησίως
Προφύλαξη έλλειψης σε βιταμίνη D σε ενήλικες, εφήβους και παιδιά με δυσαπορρόφησηΕνήλικες και έφηβοι: 800-2.000 I.U.12-30 σταγόνες ημερησίωςΌταν τα επίπεδα του 25OHD είναι μεταξύ 25-50 nmol/l.
Παιδιά και βρέφη: 667 I.U.10 σταγόνες ημερησίως
Προφύλαξη από ραχίτιδα στα πρόωρα νεογνά, βρέφη και παιδιάΠρόωρα νεογνά με βάρος < 1500 g (700-1500 g): 1000 I.U.Πρόωρα νεογνά με βάρος < 1500 g (700-1500 g): 15 σταγόνες ημερησίως
Πρόωρα νεογνά> 1500 g: 500 I.U.Πρόωρα νεογνά> 1500 g: 7-8 σταγόνες ημερησίως
<1 έτους:400Ι.U.Hλικία <1 έτους: 6 σταγόνες ημερησίως
>1 έτους: 400 -600 I.U.Hλικία >1 έτους: 6- 9 σταγόνες ημερησίως
Προφύλαξη από οστεμαλάκυνση προκαλούμενη από έλλειψη βιταμίνης D σε ενήλικες.Συντήρηση 1.000-2.000 I.U.Δόση συντήρησης: 15- 30 σταγόνες ημερησίωςΠροτείνεται μία επαρκής ποσότητα ασβεστίου
Συμπληρωματική θεραπεία στην οστεοπόρωση, σε συνδυασμό με ασβέστιο και όποτε απαιτείται με ειδικό αντι- οστεοπορωτικό παράγοντα.800-1.000 I.U.12- 15 σταγόνες ημερησίως

*Για χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων σταγόνων, οι ασθενείς μπορούν να χωρίσουν τη συνολική δόση σε περισσότερες χορηγήσεις στη διάρκεια της ημέρας.

** Η δόση πρέπει να καθορίζεται ατομικά από τον θεράποντα ιατρό.

Επιπρόσθετη, αναγκαία θεραπεία με το LECALCIF θα πρέπει να αποφασιστεί από τον θεράποντα γιατρό. Τα επίπεδα της 25-υδροξυκασλιφερόλης στον ορό και το ασβέστιο θα πρέπει να ελέγχονται μετά την έναρξη της θεραπείας. Η αναγκαιότητα για επιπλέον έλεγχο μπορεί να εξατομικευτεί, καθοδηγούμενη από τη χορηγούμενη δόση και τις ατομικές ανάγκες του ασθενή.

Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική δυσλειτουργία Το LECALCIF δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

Ασθενείς με ήπια ‘εως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία βλ. παράγραφο 4.4.

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση.

Το διάλυμα θα πρέπει να λαμβάνεται με μια κουταλιά υγρού. Η διάρκεια της χρήσης εξαρτάται από την πορεία της νόσου.

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στο πεδίο 6,1.

• Υπερασβεστιαιμία ή/και υπερασβεστιουρία.

• Νεφρολιθίαση ή/και Νεφροκαλσίνοση

• Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.

• Υπερβιταμίνωση D.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Κατά τη θεραπεία με το LECALCIF, θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό και στα ούρα και να ελέγχεται η νεφρική λειτουργία με μετρήσεις της κρεατινίνης του ορού. Οι έλεγχοι αυτοί είναι ιδιαίτερα σημαντικοί στους ηλικιωμένους ασθενείς και κατά την ταυτόχρονη θεραπεία με καρδιακές γλυκοσίδες ή διουρητικά. Σε περίπτωση υπερασβεστιαιμίας ή σημείων έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας, θα πρέπει να μειωθεί η δόση ή να διακοπεί η θεραπεία. Συνιστάται να μειωθεί η δόση ή να διακοπεί η θεραπεία εάν τα επίπεδα ασβεστίου στα ούρα υπερβούν τα 7,5 mmol/24 ώρες (300 mg/24 ώρες).

Σε ασθενείς με ιδιοπαθή βρεφική υπερασβεστιαιμία (μετάλλαξη CYP24A1), ο κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας και δευτερογενών επιδράσεων (π.χ. υπερασβεστιουρία, νεφροασβεστίωση, νεφρολιθίαση) είναι αυξημένος λόγω συσσώρευσης ενεργού βιταμίνης D. Η ιδιοπαθής βρεφική υπερασβεστιαιμία μπορεί να είναι ασυμπτωματική και χωρίς βιταμίνη D στην αρχή της θεραπεία και μπορεί να αποκαλυφθεί και να γίνει κλινικά εμφανής μετά τη λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D.

Η χοληκαλσιφερόλη δεν θα πρέπει να λαμβάνεται επί παρουσίας ψευδοϋποπαραθυρεοειδισμού καθώς η ανάγκη για βιταμίνη D μπορεί να μειωθεί από την ορισμένες φορές φυσιολογική ευαισθησία στη βιταμίνη D, με κίνδυνο μακροπρόθεσμης υπερδοσολογίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, διατίθενται πιο διαχειρίσιμα παράγωγα βιταμίνης D.

Σε ασθενείς με ιστορικό με πέτρες στα νεφρά, είναι φρόνημο να παρακολουθούνται τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα και στα ούρα, καθώς υπάρχει η πιθανότητα τα άτομα με προδιάθεση να αναπτύξουν υπερασβεστιουρία και πέτρες στα νεφρά ως απάντηση στα συμπληρώματα βιταμίνης D.

Η χοληκαλσιφερόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή στους ασθενείς με μη φυσιολογική απέκκριση ασβεστίου και φωσφόρου στα ούρα, σε θεραπεία με παράγωγα βενζοθειαδιαζίνης και σε ασθενείς σε ακινησία (κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας, υπερασβεστιουρίας και ασβεστοποίηση μαλακών ιστών). Τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και τα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται σε αυτούς τους ασθενείς.

Η χοληκαλσιφερόλη θα πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή στους ασθενείς που πάσχουν από σαρκοείδωση, καθώς υπάρχει κίνδυνος αυξημένης μετατροπής της βιταμίνης D στον ενεργό μεταβολίτη της.

Τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό και τα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται σε αυτούς τους ασθενείς.

Σε ασθενείς με ήπια ως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που λαμβάνουν θεραπεία με χοληκαλσιφερόλη, θα πρέπει να παρακολουθείται η επίδρασή του στο μεταβολισμό του ασβεστίου και του φωσφόρου.

Εάν συνταγογραφηθούν άλλα φάρμακα που περιέχουν βιταμίνη D, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δόση της βιταμίνης D που περιέχεται στο LECALCIF. Η επιπρόσθετη χορήγηση βιταμίνης D ή ασβεστίου θα πρέπει να γίνεται μόνο υπό ιατρική επίβλεψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό και τα ούρα (βλ. παραπάνω).

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Η φαινυντοΐνη ή τα βαρβιτουρικά μπορεί να μειώσουν την δράση της βιταμίνης D.

Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να οδηγήσουν σε υπερασβεστιαιμία λόγω της μειωμένης απέκκρισης ασβεστίου μέσω των νεφρών. Κατά συνέπεια, τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και τα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία.

Η ταυτόχρονη χορήγηση γλυκοκορτικοειδών μπορεί να μειώσει την επίδραση της βιταμίνης D.

Η τοξικότητα των καρδιακών γλυκοσιδών μπορεί να αυξηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βιταμίνη D λόγω αυξημένω επιπέδων ασβεστίου (κίνδυνος καρδιακών αρρυθμιών). Το ΗΚΓ καθώς και τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και στα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται σε αυτούς τους ασθενείς.

Η ταυτόχρονη θεραπεία με ιοντοανταλλακτικές ρητίνες όπως η χολεστυραμίνη ή υπακτικά όπως το έλαιο παραφίνης ή φάρμακα που οδηγούν σε λιπιδική δυσαπορρόφηση, πχ ορλιστάτη μπορεί να μειώσουν τη γαστρεντερική απορρόφηση της βιταμίνης D.

Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν βιταμίνη D τουλάχιστον μία ώρα πριν ή 4-6 ώρες μετά για να ελαχιστοποιηθούν οι πιθανές παρεμβολές στην απορρόφησή τους..

Η ριφαμπικίνη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της χολοκαλσιφερόλης λόγω της επαγωγής του ηπατικού ενζύμου.

Η ισονιαζίδη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα της βιταμίνης D λόγω της αναστολής της μεταβολικής ενεργοποίησης της βιταμίνης D.

Η ταυτόχρονη χρήση με προϊόντα που περιέχουν ασβέστιο χορηγούμενα σε μεγάλες δόσεις μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπερασβεστιαιμίας. Συνεπώς, τα επίπεδα ασβεστίου στο πλάσμα και τα ούρα θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά.

Προϊόντα που περιέχουν μαγνήσιο (όπως τα αντιόξινα) δεν μπορούν να ληφθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βιταμίνη D λόγω του κινδύνου υπερμαγνησιαιμίας.

Προϊόντα που περιέχουν φώσφορο σε μεγάλες δόσεις, συγχορηγούμενα μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπερφωσφαταιμίας.

Η ταυτόχρονη χρήση καλσιτονίνης, νιτρικού γαλλίου, διφωσφονικών παμινδρονάτης, ή πλικαμυκίνης με βιταμίνη D μπορεί να ανταγωνίζεται την επίδραση αυτών των προϊόντων στη θεραπεία με υπερασβεστιαιμία.

Ο κυτταροτοξικός παράγοντας ακτινομυκίνη και τα αντιμυκητιασικά ιμιδαζόλης επηρεάζουν τη δράση της βιταμίνης D αναστέλλοντας τη μετατροπή της 25-υδρόξυ-βιταμίνης D σε 1,25-διυδρόξυ-βιταμίνη D από το ένζυμο 1-υδροξυλάση της 25-υδροξυ-βιταμίνης D στους νεφρούς.

Η βιταμίνη D μπορεί να αυξήσει την εντερική απορρόφηση του αλουμινίου και ως εκ τούτου να αυξήσει τα επίπεδα του αλουμινίου στον ορό. Θα πρέπει να αποφεύγεται η μακροχρόνια ή υπερβολική χρήση αντιόξινων που περιέχουν αλουμινίο.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού απαιτείται επαρκής πρόσληψη βιταμίνης D. Το συνιστώμενο επίπεδο ημερήσιας πρόσληψης για βιταμίνη D κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και της γαλουχίας ακολουθεί τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές και είναι περίπου 600 I.U.

Κύηση Ημερήσιες δόσεις άνω των 600 I.U. θα πρέπει να λαμβάνονται μόνο όταν ενδείκνυται αυστηρά και μόνο, δεδομένου ότι είναι απολύτως απαραίτητο να διορθωθεί η ανεπάρκεια βιταμίνης D.

Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η ημερήσια πρόσληψη δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 4.000 I.U. βιταμίνη D.

Η υπερδοσολογία βιταμίνης D θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς η παρατεταμένη υπερασβεστιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε σωματική και νοητική καθυστέρηση, υπερβαλβιδική στένωση της αορτής και ρετινοπάθεια στο παιδί (δείτε πεδίο 4,4).

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγή μετά τη λήψη υψηλών δόσεων βιταμίνης D (βλ.

παράγραφο 5.3).

Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η βιταμίνη D σε θεραπευτικές δόσεις είναι τερατογόνος στον άνθρωπο.

Θηλασμός Το LECALCIF μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού σε περίπτωση ανεπάρκειας βιταμίνης D. Η βιταμίνη D και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα.

Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη χορήγηση πρόσθετης βιταμίνης D στο παιδί.

Πρέπει να ληφθεί απόφαση για τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή της θεραπείας με χολησκαλιφερόλη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη μητέρα.

Γονιμότητα Τα φυσιολογικά ενδογενή επίπεδα βιταμίνης D δεν αναμένεται να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη γονιμότητα. Ο αντίκτυπος των υψηλών δόσεων βιταμίνης D στη γονιμότητα είναι άγνωστος.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν εφαρμόζεται.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Η χοληκαλσιφερόλη μπορεί να προκαλέσει τις ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, ειδικά σε υπερδοσολογία.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται ανά συχνότητα και τάξη συστημικού οργάνου. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10),,όχι συχνές (≥ 1/1,000, < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10,000, < 1/1,000),πολύ σπάνιες (< 1/10,000),μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)

Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν είναι γνωστές, καθώς δεν έχουν διεξαχθεί μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές, οι οποίες θα επέτρεπαν την εκτίμηση των συχνοτήτων. Έχουν αναφερθεί οι ακόλουθες αντιδράσεις:

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος:

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): Αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως αγγειο- οίδημα ή λαρυγγικό οίδημα.

Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης:

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία Γαστρεντερικές διαταραχές:

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα): δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός, ναυτία, κοιλιακό άλγος, στομαχόπονος, διάρροια.

Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού:

Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα δεδομένα): αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς.

Ελλάδα Κύπρος Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Μεσογείων 284 Υπουργείο Υγείας GR-15562 Χολαργός, Αθήνα CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 30 21 32040380/337 Τηλ: +357 22608607 Φαξ: + 30 21 06549585 Φαξ: + 357 22608669 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

4.9 Υπερδοσολογία

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα, η δηλητηρίαση είναι πολύ σπάνια και η δόση και η διάρκεια της θεραπείας όπου μπορεί να εμφανιστεί ποικίλλουν μεταξύ των ατόμων. Ωστόσο, αναγνωρίζεται ότι μπορεί να εμφανιστεί δηλητηρίαση σε ασθενείς με 25(OH)D άνω των 150 ng/ml στον ορό.

Ως εκ τούτου, υπάρχει προειδοποίηση ενάντια στην πρόσληψη βιταμίνης D χωρίς ιατρική επίβλεψη.

Συμπτώματα υπερδοσολογίας Η υπερδοσολογία οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα φωσφόρου στον ορό και τα ούρα, καθώς, επίσης, σε υπερασβεστιαιμικό σύνδρομο και επακόλουθα σε εναπόθεση ασβεστίου στους ιστούς και κυρίως στα νεφρά (νεφρολιθίαση, νεφρασβέστωση) και τα αγγεία.

Τα συμπτώματα δηλητηρίασης δεν είναι αμιγώς χαρακτηριστικά και εκδηλώνονται ως ναυτία, έμετος, επίσης αρχικά διάρροια, αργότερα δυσκοιλιότητα, απώλεια όρεξης, εξάντληση, κεφαλαλγία, μυαλγία, αρθραλγία, μυϊκή αδυναμία, επίμονη υπνηλία, αζωθαιμία, πολυδιψία και πολυουρία, και στο τελικό στάδιο, αφυδάτωση.

Τα τυπικά εργαστηριακά ευρήματα είναι υπερασβεστιαιμία, υπερασβεστιουρία καθώς και αυξημένη συγκέντρωση 25-υδρόξυ-χοληκαλσιφερόλης στον ορό.

Αντιμετώπιση υπερδοσολογίας Τα συμπτώματα χρόνιας υπερδοσολογίας βιταμίνης D μπορεί να απαιτούν προκλητή διούρηση καθώς και χορήγηση γλυκοκορτικοειδών ή καλσιτονίνης.

Η υπερδοσολογία απαιτεί μέτρα για την αντιμετώπιση της -συχνά επίμονης και υπό ορισμένες συνθήκες απειλητικής για τη ζωή- υπερασβεστιαιμίας.

Το πρώτο μέτρο είναι η διακοπή τους σκευάσματος βιταμίνης D. Χρειάζονται μερικές εβδομάδες για την ομαλοποίηση της υπερασβεστιαιμίας που προκαλείται από τη δηλητηρίαση με βιταμίνη D.

Ανάλογα με το βαθμό της υπερασβεστιαιμίας, τα μέτρα περιλαμβάνουν δίαιτα φτωχή σε ασβέστιο ή χωρίς ασβέστιο, άφθονη πρόσληψη υγρών, αύξηση της απέκρρισης με τα ούρα χρησιμοποιώντας το φάρμακο φουροσεμίδη, καθώς και χορήγηση γλυκοκορτικοειδών και καλσιτονίνης.

Εάν είναι επαρκής η νεφρική λειτουργία, τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα μπορούν να μειωθούν αξιόπιστα με εγχύσεις ισοτονικού διαλύματος χλωριούχου νατρίου (3–6 λίτρα σε 24 ώρες) με προσθήκη φουροσεμίδης και σε ορισμένες περιπτώσεις, επίσης, με 15 mg/kg σωματικού βάρους/ώρα αιθυλενοδιαμινοτετραοξικού νατρίου (νάτριο EDTA), παράλληλα με τη συνεχή παρακολούθηση των επιπέδων του ασβεστίου και την παρακολούθηση του ΗΚΓ.

Αντίθετα, σε περίπτωση ολιγοανουρίας είναι απαραίτητη η αιμοδιύλιση (διάλυμα αιμοδιύλισης ελεύθερο ασβεστίου).

Δεν υπάρχει ειδικό αντίδοτο.

Προτείνεται να επισημαίνονται τα συμπτώματα της εν δυνάμει υπερδοσολογίας σε ασθενείς σε χρόνια θεραπεία με υψηλότερες δόσεις βιταμίνης D (ναυτία, έμετος, αρχικά επίσης διάρροια, αργότερα δυσκοιλιότητα, ανορεξία, εξάντληση, κεφαλαλγία, μυαλγία, αρθραλγία, μυϊκή αδυναμία, επίμονη υπνηλία, αζωθαιμία, πολυδιψία και πολυουρία).

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Βιταμίνη D, χοληκαλσιφερόλη Κωδικός ATC: A11CC05 Η χοληκαλσιφερόλη (βιταμίνη D3) σχηματίζεται στο δέρμα με την έκθεση στο υπεριώδες (UV) φως και μετατρέπεται στη βιολογικά ενεργή μορφή της, 1,25-διυδροξυ-χοληκαλσιφερόλη, σε δύο στάδια υδροξυλίωσης, πρώτα στο ήπαρ (θέση 25) και κατόπιν στο νεφρικό ιστό (θέση 1). Μαζί με την παραθορμόνη και την καλσιτονίνη, η 1,25-διυδροξυ-χοληκαλσιφερόλη έχει σημαντικό αντίκτυπο στη ρύθμιση του μεταβολισμού του ασβεστίου και του φωσφόρου. Σε ανεπάρκεια βιταμίνης ο σκελετός δεν ασβεστοποιεί (καταλήγοντας σε ραχίτιδα) ή εμφανίζεται απασβεστοποίηση των οστών (καταλήγοντας σε οστεομαλάκυνση).

Σύμφωνα με την παραγωγή, τη φυσιολογική ρύθμιση και το μηχανισμό δράσης, η βιταμίνη D3 θεωρείται πρόδρομος στεροειδούς ορμόνης. Επιπρόσθετα της φυσιολογικής παραγωγής στο δέρμα, η χοληκαλσιφερόλη παρέχεται μέσω της δίαιτας ή με τη μορφή φαρμάκου. Καθώς στην τελευταία περίπτωση η αναστολή της δερματικής σύνθεσης της βιταμίνης D παρακάμπτεται, μπορεί να παρατηρηθούν υπερδοσολογία και δηλητηρίαση. Η έργοκαλσιφερόλη (βιταμίνη D2) συντίθεται από φυτά. Ο άνθρωπος την ενεργοποιεί μεταβολικά με τον ίδιο τρόπο όπως την χοληκαλσιφερόλη. Έχει τις ίδιες ποιοτικές και ποσοτικές επιδράσεις.

Οι ενήλικες χρειάζονται 5 µg ημερησίως, ισοδύναμου με 200 IU. Οι υγιείς ενήλικες μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους παράγοντας οι ίδιοι βιταμίνη D μέσω της επαρκούς έκθεσης στον ήλιο. Η πρόσληψη βιταμίνης D με τη διατροφή έχει δευτερεύοντα ρόλο, αλλά μπορεί να είναι σημαντική σε κρίσιμες συνθήκες (κλίμα, τρόπος ζωής).

Το έλαιο από το ήπαρ των ψαριών και τα ψάρια είναι ιδιαίτερα πλούσια σε βιταμίνη D. Μικρές ποσότητες εντοπίζονται στο κρέας, τον κρόκο αυγού, το γάλα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και το αβοκάντο.

Παθήσεις ανεπάρκειας μπορούν να εμφανιστούν, μεταξύ άλλων, σε ανώριμα πρόωρα νεογνά, σε βρέφη που θηλάζουν αποκλειστικά για περισσότερο από έξι μήνες χωρίς τροφές που περιέχουν ασβέστιο και σε παιδιά με αυστηρά χορτοφαγική δίαιτα. Τα αίτια για την σπάνια σε ενήλικες ανεπάρκεια βιταμίνης D ενδέχεται να είναι η ανεπαρκής διατροφική πρόσληψη, η ανεπαρκής έκθεση στο υπεριώδες φως, η δυσαπορρόφηση και δυσπεψία, η κίρρωση του ήπατος καθώς και η νεφρική ανεπάρκεια.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Σε διατροφικές δόσεις η βιταμίνη D απορροφάται σχεδόν πλήρως από τις τροφές μαζί με τα διατροφικά λίπη.

Υψηλότερες δόσεις απορροφώνται σε αναλογία περίπου 2:3. Το δέρμα που εκτίθεται στο υπεριώδες φως συνθέτει βιταμίνη D από την 7-δεϋδροχοληστερόλη. Η βιταμίνη D μεταφέρεται στο ήπαρ μέσω ειδικής πρωτεΐνης μεταφορέα. Στο ήπαρ μεταβολίζεται από μία μικροσωμική υδροξυλάση στην 25- υδροξυ- χοληκαλσιφερόλη. Η βιταμίνη D και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται μέσω της χολής και των κοπράνων.

Η βιταμίνη D αποθηκεύεται στο λιπώδη ιστό και ως εκ τούτου έχει μακρύ βιολογικό χρόνο ημίσειας ζωής.

Μετά από υψηλές δόσεις βιταμίνης D, η συγκέντρωση της 25-υδροξυ-βιταμίνης D στον ορό μπορεί να αυξηθεί για αρκετούς μήνες. Η υπερασβεστιαιμία εξαιτίας υπερδοσολογίας μπορεί να επιμείνει για αρκετές εβδομάδες (βλέπε παράγραφο 4.9 «Υπερδοσολογία»).

Η βιταμίνη D αποθηκεύεται στο λιπώδη ιστό και ως εκ τούτου έχει μακρύ βιολογικό χρόνο ημίσειας ζωής.

Μετά από υψηλές δόσεις βιταμίνης D, η συγκέντρωση της 25-υδροξυβιταμίνης D στον ορό μπορεί να αυξηθεί

για αρκετούς μήνες. Η υπερασβεστιαιμία που προκαλείται λόγω υπερδοσολογίας μπορεί να επιμείνει για αρκετές εβδομάδες.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Σε μη κλινικές μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενης δόσης παρατηρήθηκαν επιδράσεις μόνο μετά από εκθέσεις που θεωρούνται αρκετά παραπάνω από τη μέγιστη έκθεση στον άνθρωπο, υποδεικνύοντας ότι η τοξικότητα αυτή είναι πιθανό να εμφανιστεί μόνο σε χρόνια υπερδοσολογία όπου θα μπορούσε να προκύψει υπερασβεστιαιμία.

Σε δόσεις πολύ υψηλότερες από το ανθρώπινο θεραπευτικό εύρος, έχει παρατηρηθεί τερατογένεση σε μελέτες σε ζώα.

Τα φυσιολογικά ενδογενή επίπεδα χοληκαλσιφερόλης δεν έχουν πιθανή μεταλλαξιογόνο ή καρκινογόνο δράση.

Επιπλέον, δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικές με την αξιολόγηση της ασφάλειας, πέραν των όσων αναφέρονται σε άλλα μέρη της ΠΧΠ.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

all-rac-α-Οξική τοκοφερόλη, Πολυγλυκερίδια λιπαρών οξέων (E475), Ελαιόλαδο, ραφιναρισμένο, Γλυκό έλαιο φλοιού πορτοκαλιού.

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

2 χρόνια 3 μήνες μετά το πρώτο άνοιγμα

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε στην αρχική συσκευασία για να προστατεύεται από το φως.

Για τις συνθήκες φύλαξης μετά το πρώτο άνοιγμα του φαρμακευτικού προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

1, 2, 3 ή 4 δοχεία με σταγονόμετρο με 10 ml διαλύματος.

Περιέκτης: 10 ml γυάλινη φιάλη, καφέ, γυαλί τύπου III.

Σταγονόμετρο: κεντρικό σταγονόμετρο από πολυαιθυλένιο, λευκό.

Πώμα: βιδωτό πώμα από πολυπροπυλένιο.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Καμία ειδική υποχρέωση.

Κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

RAFARM AEBE Κορίνθου 12, ΤΚ 15451, Ν.Ψυχικό, Αθήνα. Ελλάδα Τηλέφωνο +30 210 67 76 550

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ελλάδα: 30733/7-4-2016 Κύπρος: 022235

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: Ελλάδα: 7/4/2016 Κύπρος: 15/12/2015 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: Ελλάδα:

Κύπρος:

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2982003_SPC_2982003_2.pdf