Clinio Logo
Clinio
LEVOTUSS › ΠΧΠ

LEVOTUSS — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

LEVOTUSS, 30mg/5ml σιρόπι.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

LEVOTUSS, 30mg/5ml Σιρόπι: Σε 1 ml σιροπιού περιέχονται 6 mg Levodropropizine.

Έκδοχα με γνωστή δράση:

LEVOTUSS, 30mg/5ml Σιρόπι: Περιέχει 1,53g/ml υδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα (methylparaben E218) και 0,2mg/ml υδροξυβενζοϊκό προπυλεστέρα (propylparaben E216).

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Σιρόπι.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το Levotuss ενδείκνυται για τη συμπτωματική αγωγή ξηρού, μη παραγωγικού βήχα.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών:

Σιρόπι 10 ml σιρόπι (ισοδυναμούν σε 60 mg Levodropropizine) έως 3 φορές την ημέρα ανά χρονικά διαστήματα όχι μικρότερα των 6 ωρών. Να μην χορηγείται παραπάνω από 3 φορές ημερησίως.

Παιδιατρικός πληθυσμός Παιδιά ηλικίας από 6 -12 ετών:

Σιρόπι:

Δοσολογία: Η δόση υπολογίζεται με βάση το βάρος του ασθενούς, δηλαδή χορήγηση 1 mg ανά kg/δόση κάθε 6-8 ώρες ή 3 mg Levodropropizine ανά kg ημερησίως διηρημένα σε 3 χορηγήσεις την ημέρα, ανά χρονικά διαστήματα όχι μικρότερα των 6 ωρών. Συνολική ημερήσια δοσολογία: 0,5 ml σιροπίου ανά kg βάρους σώματος. Να μην χορηγείται παραπάνω από 3 φορές ημερησίως.

Ο ακόλουθος πίνακας χρησιμεύει ως οδηγός για την εφάπαξ και την ημερήσια δόση, ανάλογα με το βάρος σώματος του παιδιού:

Βάρος σώματος σε kgΕφάπαξ δόση (σε κάθε χορήγηση)Συνολική ημερήσια δόση (3 χορηγήσεις)
122ml6ml
183ml9ml
244ml12ml
305ml15ml
366ml18ml
427ml21ml
457,5ml22,5ml
46 και πάνω10ml30 ml

46 και πάνω 10ml 30 ml Η ανωτέρω συνολική ημερήσια δοσολογία δύναται να αυξηθεί, μόνο σε αιτιολογημένες από τον ιατρό περιπτώσεις, μέχρι 1ml σιροπίου ανά kg βάρους σώματος (6mg Levodropropizine ανά kg), διηρημένο σε 3 χορηγήσεις την ημέρα, ανά χρονικά διαστήματα όχι μικρότερα των 6 ωρών, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να γίνεται υπέρβαση της δοσολογίας των 10 ml σιροπίου (ισοδυναμούν με 60mg Levodropropizine) έως 3 φορές την ημέρα, ανά χρονικά διαστήματα όχι μικρότερα των 6 ωρών.

Ηλικιωμένοι Η παρατήρηση ότι η φαρμακοκινητική της Levodropropizine δεν μεταβάλλεται εμφανώς στους ηλικιωμένους υποδηλώνει ότι δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας και τροποποίηση των διαστημάτων μεταξύ των δόσεων. Όμως λόγω του ότι η φαρμακοδυναμική ευαισθησία σε διάφορα φάρμακα μεταβάλλεται στις μεγάλες ηλικίες, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν χορηγείται Levodropropizine σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Τρόπος χορήγησης Από του στόματος χορήγηση.

Επειδή δεν υπάρχουν πληροφορίες για την επίδραση της τροφής στην απορρόφηση του φαρμάκου, θα πρέπει να λαμβάνεται εκτός των γευμάτων.

Σιρόπι: Για τη χορήγηση της ακριβούς δοσολογίας του σιροπίου, στη συσκευασία εσωκλείεται ειδικό δοσιμετρικό κυπελλάκι.

Μετά από κάθε χρήση, να πλένεται καλά και να στεγνώνεται το ειδικό δοσιμετρικό κυπελλάκι.

Διάρκεια θεραπείας Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρι την κατάπαυση του βήχα σύμφωνα με τις οδηγίες του ιατρού, το ανώτερο όμως μέχρι 7 ημέρες. Αν ο βήχας συνεχίζεται μετά από αυτό το χρονικό διάστημα, συνιστάται να διακοπεί η θεραπεία και να ζητηθεί ιατρική συμβουλή.

Ο βήχας είναι ένα σύμπτωμα κι η υποκείμενη νόσος θα πρέπει να ερευνηθεί και να αντιμετωπισθεί θεραπευτικά.

4.3 Αντενδείξεις

- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

- σε ασθενείς με παραγωγικό βήχα (βήχας με αυξημένα βρογχικά εκκρίματα)

ή με μειωμένη βλεννοκροσσωτή κάθαρση (σύνδρομο KARTAGENER, δυσκινησία των βρογχικών κροσσών)

- σε βαριά ηπατική ανεπάρκεια

- σε κύηση και γαλουχία

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια. Όμως σε ασθενείς με βαριά ηπατική ανεπάρκεια αντενδείκνυται (βλ. κεφ. 4.3) και σε ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 35m1/ λεπτό) συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χρήση του φαρμάκου και εκτίμηση της σχέσης όφελος/κίνδυνος.

Τα αντιβηχικά είναι φάρμακα για συμπτωματική θεραπεία και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για όσο διάστημα αναμένεται η διάγνωση της αιτίας που προκάλεσε το βήχα και/ή να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας της υποκείμενης νόσου.

Λόγω αναστολής του αντανακλαστικού του βήχα από τη Levodropropizine, πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση αποχρεμπτικών, διότι μπορεί να οδηγήσει σε κατακράτηση της βλέννας στο αναπνευστικό σύστημα, η οποία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο βρογχόσπασμου και μόλυνσης των αεραγωγών.

Ηλικιωμένοι Η παρατήρηση ότι η φαρμακοκινητική της Levodropropizine δεν μεταβάλλεται εμφανώς στους ηλικιωμένους υποδηλώνει ότι δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας και τροποποίηση των διαστημάτων μεταξύ των δόσεων. Όμως λόγω του ότι η φαρμακοδυναμική ευαισθησία σε διάφορα φάρμακα μεταβάλλεται στις μεγάλες ηλικίες, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή όταν χορηγείται Levodropropizine σε ηλικιωμένους ασθενείς.

LEVOTUSS, 30mg/5ml Σιρόπι Το LEVOTUSS, 30mg/5ml σιρόπι περιέχει υδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα (methylparaben E218) και υδροξυβενζοϊκό προπυλεστέρα (propylparaben E216), τα οποία μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση).

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης Η ταυτόχρονη χορήγηση αποχρεμπτικών συνιστάται να αποφεύγεται (βλ.

Παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).

Φαρμακολογικές μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η Levodropropizine δεν ενισχύει την φαρμακολογική δράση ουσιών, οι οποίες δρουν στο Κ.Ν.Σ. (π.χ, βενζοδιαζεπίνες, οινόπνευμα, φενυτοϊνη, ιμιπραμίνη).

Παρ'όλα αυτά είναι απαραίτητο να δοθεί προσοχή σε περίπτωση σύγχρονης χορήγησης κατασταλτικών φαρμάκων, ιδιαίτερα σε ευαίσθητους ασθενείς, καθώς μπορεί να αυξηθεί η κατασταλτική τους δράση.

Σε φαρμακολογικές μελέτες στον άνθρωπο ο συνδυασμός με βενζοδιαζεπίνες δεν μεταβάλλει το ΗΕΓ.

Στα πειραματόζωα το φάρμακο δεν τροποποιεί τη δραστικότητα των από του στόματος χορηγουμένων αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη, ούτε παρεμβαίνει στην υπογλυκαιμική δράση της ινσουλίνης.

Σε κλινικές μελέτες δεν έχουν παρατηρηθεί αλληλεπιδράσεις με σύγχρονη χορήγηση φαρμάκων για βρογχοπνευμονικές παθήσεις, όπως β αγωνιστές, μεθυλοξανθίνες, και παράγωγά τους, κορτικοστεροειδή, αντιβιοτικά, βλεννορυθμιστικά κι αντιισταμινικά.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Γονιμότητα Μελέτες επίδρασης στη γονιμότητα δεν αποκάλυψαν ειδικές τοξικές ενέργειες του φαρμάκου.

Κύηση Μελέτες τερατογόνου δράσεως, επίδρασης στην αναπαραγωγή και περι- και μετα-γεννητικές δεν αποκάλυψαν ειδικές τοξικές επιδράσεις του φαρμάκου. Σε τοξικολογικές μελέτες σε πειραματόζωα έχει παρατηρηθεί μια ελαφρά μείωση στο σωματικό βάρος και μια μικρή καθυστέρηση στην ανάπτυξη του εμβρύου σε δόση 24mg/kg και ότι η Levodropropizine διέρχεται τον πλακουντιακό φραγμό σε αρουραίους.

Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση της Levodropropizine σε έγκυες γυναίκες.

Η χρήση του φαρμάκου αντενδείκνυται σε γυναίκες που σκοπεύουν να μείνουν έγκυες ή βρίσκονται ήδη σε κατάσταση εγκυμοσύνης, επειδή δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια σ' αυτές τις περιπτώσεις.

Θηλασμός Μελέτες σε αρουραίους αποκαλύπτουν την παρουσία του φαρμάκου στο μητρικό γάλα μέχρι 8 ώρες μετά τη χορήγηση.

Η Levodropropizine απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Γι' αυτό το λόγο η χορήγηση του φαρμάκου αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Επειδή το φάρμακο μπορεί σπανίως να προκαλέσει υπνηλία, μπορεί να έχει μικρή επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Επομένως, θεωρείται σκόπιμο να προειδοποιούνται οι ασθενείς που οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα για αυτήν την πιθανότητα.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιγράφονται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος σύμφωνα με το σύστημα ταξινόμησης MEdDRA, και ανά συχνότητα σύμφωνα με την ακόλουθη συνθήκη: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10), Όχι Συχνές (≥1/1.000 έως <1)/100), Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), Πολύ Σπάνιες (<1/10.000), Συχνότητα Μη γνωστή (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας

εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία Οργάνου ΣυστήματοςΠολύ Συχνές (≥1/10)Συχνές (≥1/100 <1/10)Σπάνιες (≥1/10.000 <1/1.000)Πολύ Σπάνιες (<1/10.000)Μη γνωστή συχνότητα
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚόπωση, αδυναμία, νωθρότητα, υπνηλία, κεφαλαλγία, ίλιγγος
Οφθαλμικές διαταραχέςΟπτικές διαταραχές
Καρδιακές διαταραχέςΑίσθημα παλμώνΠροκαρδιακό άλγος
Διαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωράκιου∆ύσπνοια
Γαστρεντερικές διαταραχέςΝαυτία, αίσθημα καύσου, δυσπεψία, διάρροια, έμετος, κοιλιακό άλγος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΔερματικές αλλεργικές αντιδράσεις

ιστού Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: 213 2040380/337, Φαξ: 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.

4.9 Υπερδοσολογία

Δεν έχουν αναφερθεί σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά από χορήγηση του φαρμάκου σε εφ’άπαξ δόση μέχρι 240 mg και μέχρι 120 mg τρεις φορές την ημέρα επί 8 συνεχόμενες ημέρες.

Δεν είναι γνωστές περιπτώσεις υπερδοσολογίας με Levodropropizine. Σε περίπτωση υπερδοσολογίας είναι δυνατό να εμφανιστεί μια ήπιας μορφής παροδική ταχυκαρδία.

Σ’αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να εφαρμοστούν γενικά μέτρα (πλύση στομάχου, χορήγηση ενεργού άνθρακα, παρεντερική χορήγηση υγρών κλπ).

5 ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα κατασταλτικά του βήχα Κωδικός ATC: R05DB27 Η Levodropropizine είναι ένα συνθετικό στερεοειδικό μόριο που αντιστοιχεί χημικώς σε S(-)3-(4-phenyl-piperazine-1yl)-propane-1,2-diol. Δομικά, η Levodropropizine είναι το αριστερόστροφο ισομερές του ρακεμικού μίγματος της dropropizine. Σε σύγκριση με το ρακεμικό μίγμα, η Levodropropizine παρουσιάζει χαμηλότερη κατασταλτική δράση και καλύτερο προφίλ ανοχής. Η Levodropropizine δεν ενώνεται με τους β-αδρενεργικούς, τους μουσκαρινικούς και τους υποδοχείς των οπιοειδών, αλλά παρουσιάζει ορισμένη συγγένεια για τους Η1 ισταμινεργικούς και τους α- αδρενεργικούς υποδοχείς.

Είναι φάρμακο αντιβηχικό κι ο μηχανισμός δράσης είναι κυρίως περιφερικού τύπου σε τραχειοβρογχικό επίπεδο. Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι το αντιβηχικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται τουλάχιστον εν μέρει περιφερειακά με αναστολή προσαγωγών οδών που εμπλέκονται στην παραγωγή του αντανακλαστικού του βήχα.

Ο ακριβής μηχανισμός δράσης μπορεί να οφείλεται σε παρεμβολές στην απελευθέρωση αισθητήριων νευροπεπτιδίων στην αναπνευστική οδό. Αυτή η υπόθεση στηρίζεται στην παρατήρηση ότι η Levodropropizine αναστέλλει το βήχα που προκαλείται από την καψαϊκίνη στα ζώα και σε αλλεργικούς ασθενείς. Η ανταγωνιστική της δράση έναντι των νευροπεπτιδίων μπορεί επίσης να εξηγήσει την ικανότητα αναστολής του βρογχόσπασμου που προκαλείται από καψαικίνη σε ινδικά χοιρίδια και της εξαγγείωσης του πλάσματος στην τραχεία αρουραίων. Αυτός ο μηχανισμός θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει την αποτελεσματικότητα της στην πρόληψη της υπερευαισθησίας των αεραγωγών και των συναφών φλεγμονωδών αντιδράσεων που επάγονται σε ζωικά μοντέλα από την έκθεση στον καπνό του τσιγάρου και τον ιό τύπου 3 της γρίπης.

Επιπροσθέτως ασκεί σε ζώα τοπική αναισθητική δράση. Στα ζώα η αντιβηχική δράση της Levodropropizine, μετά την από του στόματος χορήγηση, είναι ίση ή μεγαλύτερη από της dropropizine και της cloperastine μετά από πρόκληση βήχα με περιφερικό ερεθισμό, όπως χημικές ουσίες, μηχανικό ερεθισμό της τραχείας και ηλεκτρική διέγερση των κεντρομόλων πνευμονογαστρικών ινών.

Η δράση του σε βήχα που προκαλείται κεντρικά, όπως ηλεκτρική διέγερση της τραχείας ινδικού χοιριδίου είναι 10 φορές μικρότερη από αυτήν της κωδεΐνης, με

λόγο ισχύος 0,5 προς 2 σε δοκιμασίες περιφερικής διεγέρσεως, όπως δοκιμασίες κιτρικού οξέος υδροξειδίου του αμμωνίου και θειικού οξέος. Η σύγκριση μεταξύ της αποτελεσματικότητας της Levodropropizine και της κωδεΐνης, όταν αμφότερες χορηγούνται από του στόματος και δι' αερολύματος για εισπνοή για την πρόληψη πειραματικώς προκληθέντος βήχα σε ινδικά χοιρίδια, επιβεβαιώνει περαιτέρω τη δράση της Levodropropizine σε περιφερικό επίπεδο. Πράγματι η Levodropropizine έχει ίση ή ακόμη περισσότερη δραστικότητα από την κωδεΐνη που χορηγείται με αερόλυμα δι’ εισπνοών, ενώ είναι δύο φορές λιγότερο δραστική από την κωδεΐνη που χορηγείται από του στόματος.

Η Levodropropizine δεν εκτοπίζει την ναλοξόνη από τους οπιοειδείς υποδοχείς του εγκεφάλου στους αρουραίους, δεν τροποποιεί το στερητικό σύνδρομο που προκαλείται από τη διακοπή της μορφίνης και η διακοπή της χορήγησής του δεν προκαλεί εξάρτηση.

Η Levodropropizine δεν προκαλεί καταστολή της αναπνευστικής λειτουργίας ούτε αξιόλογες καρδιαγγειακές ενέργειες στα ζώα. Επιπροσθέτως δεν προκαλεί δυσκοιλιότητα.

Η Levodropropizine είναι δραστική στο βρογχοπνευμονικό σύστημα καθώς αναστέλλει την ισταμίνη, σεροτονίνη και την πρόκληση βρογχόσπασμου από την βραδυκινίνη.

Το φάρμακο δεν αναστέλλει την πρόκληση βρογχόσπασμου από την ακετυλχολίνη, αποδεικνύοντας έτσι την απουσία αντιχολινεργικών ενεργειών.

Στα ζώα η ED της αντιβρογχοσπαστικής δραστικότητας είναι συγκρίσιμη με αυτή της αντιβηχικής.

Σε υγιείς εθελοντές δόση 60 mg μειώνει, για τουλάχιστον 6 ώρες, την πρόκληση βήχα που προκαλείται από την εισπνοή κιτρικού οξέος. Επίσης, μειώνει την πρόκληση βήχα που προκαλείται από την εισπνοή απεσταγμένου νερού μέσω νεφελοποιητή σε ασθενείς με ΧΑΠ, από την καψαικίνη σε ασθενείς με άσθμα ή/και αλλεργική ρινίτιδα και από την εισπνοή αλλεργιογόνων και απεσταγμένου νερού μέσω νεφελοποιητή σε ασθενείς με αλλεργικό άσθμα.

Σε θεραπευτικές δόσεις στον άνθρωπο το Levodropropizine δεν τροποποιεί το ΗΕΓ και δεν αποτελεί υπόστρωμα ψυχοκινητικής συμπεριφοράς. Σε υγιείς εθελοντές που χορηγήθηκαν μέχρι 240 mg Levodropropizine δεν μεταβλήθησαν καρδιαγγειακές παράμετροι.

Το φάρμακο στον άνθρωπο δεν καταστέλλει την αναπνευστική λειτουργία ούτε τη λειτουργία των κροσσών του βλεννογόνου.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Φαρμακοκινητικές μελέτες έγιναν σε αρουραίους, σκύλους και στον άνθρωπο. Η απορρόφηση, κατανομή, ο μεταβολισμός και η απέκκριση ήταν παρόμοια και στα 3 είδη που μελετήθηκαν.

Απορρόφηση Μετά από του στόματος χορήγηση, η βιοδιαθεσιμότητα της Levodropropizine είναι μεγαλύτερη από 75%. Η πιθανή επίδραση της τροφής στην απορρόφηση του φαρμάκου είναι άγνωστη.

Η ανάκτηση της ραδιοεπισημασμένης ουσίας, με χορήγηση από το στόμα, ανήλθε σε 93%.

Κατανομή Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι αμελητέα (11-14%) και συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρείται στους σκύλους και στους αρουραίους.

Η Levodropropizine χορηγούμενη από το στόμα απορροφάται και κατανέμεται ταχέως στον οργανισμό, με μέσο όγκο κατανομής 3,4 L/kg.

Βιομετασχηματισμός Η Levodropropizine μεταβολίζεται εκτεταμένα στον οργανισμό σε συζευγμένη Levodropropizine, και ελεύθερη και συζευγμένη p-hydroxylevodropropizine. Είναι άγνωστο εάν αυτοί οι μεταβολίτες είναι ενεργοί.

Αποβολή Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι 1-2 ώρες. Η απέκκριση γίνεται κυρίως μέσω των νεφρών, με τα ούρα, υπό μορφή αμετάβλητης Levodropropizine και των μεταβολιτών της (συζευγμένη Levodropropizine και ελεύθερης και συζευγμένης p- hydroxylevodropropizine). Σε 48 ώρες η απέκκριση του προϊόντος και των ως άνω μεταβολιτών ανέρχεται περίπου στο 35% της χορηγηθείσης δόσεως.

Μελέτες μετά από επανειλημμένη χορήγηση απέδειξαν ότι θεραπεία 8 ημερών (χορήγηση 3 φορές την ημέρα) δεν τροποποιεί την απορρόφηση ούτε τις παραμέτρους της απομάκρυνσης του φαρμάκου, κατά συνέπεια αποκλείεται συσσώρευση και αυτοπροκαλούμενα φαινόμενα μεταβολισμού.

Ειδικοί πληθυσμοί Δεν υφίστανται σημαντικές φαρμακοκινητικές μεταβολές στα παιδιά, στους ηλικιωμένους και σε ασθενείς που πάσχουν από ελαφρά ή μέτρια νεφρική ανεπάρκεια.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η από του στόματος δόση που προκαλεί οξεία τοξικότητα είναι 886,5mg/kg, 1.287mg/kg και 2.492mg/kg αντίστοιχα σε αρουραίο, ποντικό και ινδικό χοιρίδιο. Ως τοξικά συμπτώματα παρατηρήθηκαν καταστολή, περιφερική αγγειοδιαστολή, τρόμος και σπασμοί.

Ο θεραπευτικός δείκτης στα ινδικά χοιρίδια υπολογισμένος ως σχέση LD50/ED50, μετά από του στόματος χορήγηση, είναι μεταξύ 16 και 53, εξαρτώμενος από το πειραματικό μοντέλο για την πρόκληση βήχα. Οι δοκιμασίες τοξικότητας μετά από επαναλαμβανόμενη από του στόματος χορήγηση (4-26 εβδομάδες) έδειξαν ότι 24mg/kg/ημέρα είναι η δόση που δεν προκαλεί τοξικότητα.

Μελέτες τερατογόνου δράσεως, επίδρασης στην αναπαραγωγή και στη γονιμότητα, όπως και οι περι- και μετα-γεννητικές δεν αποκάλυψαν ειδικές τοξικές επιδράσεις του φαρμάκου. Εν τούτοις, επειδή σε τοξικολογικές μελέτες σε πειραματόζωα έχει παρατηρηθεί μια ελαφρά μείωση στο σωματικό βάρος και μια μικρή καθυστέρηση στην ανάπτυξη του εμβρύου σε δόση 24mg/kg και λόγω του ότι η Levodropropizine διέρχεται τον πλακουντιακό φραγμό σε αρουραίους, Δεν θα πρέπει να γίνεται χρήση του φαρμάκου σε γυναίκες που σκοπεύουν να μείνουν έγκυες ή βρίσκονται ήδη σε κατάσταση εγκυμοσύνης, επειδή δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλειά της σ' αυτές τις περιπτώσεις.

Μελέτες σε αρουραίους αποκαλύπτουν την παρουσία του φαρμάκου στο μητρικό γάλα μέχρι 8 ώρες μετά τη χορήγηση.

6 ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος Εκδόχων

Σιρόπι Carmellose sodium, Methylparaben (E218), Propylparaben (E216), Citric acid monohydrate, Sodium hydroxide, Sodium cyclamate, Water purified, cherry flavor.

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται .

6.3 Διάρκεια ζωής

2 χρόνια.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία μικρότερη των 25οϹ.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Σιρόπι Σκουρόχρωμο γυάλινο μπουκάλι των 125 ml ή των 200 ml μαζί με δοσιμετρικό κυπελλάκι βαθμονομημένο ανά 2, 3, 4, 5 και 6 ml.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7 ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΑΡΡΙΑΝΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ Α.Ε..

Λ. Λαυρίου 85,

190 02 Παιανία Αττικής Τηλ: 210 66 83 000

8 ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Σιρόπι : 36055/25-7-2008

9 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 15-03-93 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 25/07/2008

10 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2039201_SPC_2039201_4.pdf