Clinio Logo
Clinio
LEZNODA › ΠΧΠ

LEZNODA — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 3 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

LEZNODA 10 mg/mL + 2 mg /mL οφθαλμικές σταγόνες, εναιώρημα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

1 mL εναιωρήματος περιέχει 10 mg βρινζολαμίδης και 2 mg τρυγικής βριμονιδίνης ισοδύναμα με 1,3 mg βριμονιδίνης.

Περιέχει περίπου 0,36 mg βρινζολαμίδης και 0,07 mg τρυγικής βριμονιδίνης ανά σταγόνα.

Έκδοχο(α) με γνωστή δράση Κάθε mL εναιωρήματος περιέχει 0,03 mg βενζαλκώνιο χλωριούχο.

Κάθε mL εναιωρήματος περιέχει 3 mg βορικού οξέως.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Οφθαλμικές σταγόνες, εναιώρημα (οφθαλμικές σταγόνες).

Λευκό έως υπόλευκο εναιώρημα, με κατά προσέγγιση pH 6,5.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Ελάττωση της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ) σε ενήλικες ασθενείς με γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας ή οφθαλμική υπέρταση, στους οποίους η μονοθεραπεία δεν παρέχει ικανοποιητική ελάττωση της ΕΟΠ (βλ. παράγραφο 5.1).

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Χρήση σε ενήλικες, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων Η συνιστώμενη δόση είναι μία σταγόνα LEZNODA στον πάσχοντα οφθαλμό(-ους) δύο φορές την ημέρα.

Παράλειψη δόσης Αν παραλειφθεί μία δόση, η θεραπεία θα πρέπει να συνεχιστεί με την επόμενη δόση, όπως είναι προγραμματισμένο.

Ηπατική ή/και νεφρική δυσλειτουργία Η βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και για το λόγο αυτό συνιστάται προσοχή κατά τη χρήση σε αυτόν τον πληθυσμό (βλ. παράγραφο 4.4).

Η βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (ρυθμός κάθαρσης κρεατινίνης <30 mL/λεπτό) ή σε ασθενείς με υπερχλωραιμική οξέωση. Δεδομένου ότι η περιεχόμενη στο LEZNODA βρινζολαμίδη και ο μεταβολίτης της απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς, η χρήση του LEZNODA αντενδείκνυται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.3).

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 2 έως 17 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Το LEZNODA αντενδείκνυται στην ελάττωση της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ)

σε νεογνά και βρέφη κάτω των 2 ετών με γλαύκωμα ανοιχτής γωνίας ή οφθαλμική υπέρταση, στα οποία η μονοθεραπεία δεν παρέχει ικανοποιητική ελάττωση της ΕΟΠ για λόγους ασφάλειας (βλ.

παράγραφο 4.3).

Τρόπος χορήγησης Για οφθαλµική χρήση.

Πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς, ώστε να ανακινούν καλά τη φιάλη πριν από τη χρήση.

Όταν χρησιμοποιείται απόφραξη της ρινοδακρυϊκής οδού και κλείνουν τα βλέφαρα για 2 λεπτά, μειώνεται η συστηματική απορρόφηση. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών και την αύξηση της τοπικής δραστικότητας (βλ. παράγραφο 4.4).

Για να προληφθεί η επιµόλυνση του σταγονοµετρικού ρύγχους και του διαλύματος, πρέπει να δίδεται προσοχή ώστε το σταγονομετρικό ρύγχος της φιάλης να μην αγγίζει τα βλέφαρα, τις παρακείμενες περιοχές ή άλλες επιφάνειες. Δώστε οδηγίες στον ασθενή να κρατά τη φιάλη καλά κλεισμένη όταν δε τη χρησιμοποιεί.

Το LEZNODA μπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα με άλλα τοπικά οφθαλμικά φαρμακευτικά προϊόντα για την ελάττωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Εάν χρησιμοποιούνται περισσότερα από ένα τοπικά οφθαλμικά φαρμακευτικά προϊόντα, τα φάρμακα πρέπει να χορηγούνται με διαφορά τουλάχιστον 5 λεπτών το ένα από το άλλο.

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες (βλ. παράγραφο 4.4).

Ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO) (βλ.

παράγραφο 4.5)

Ασθενείς υπό αγωγή με αντικαταθλιπτικά, τα οποία επηρεάζουν τη νοραδρενεργική διαβίβαση (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και μιανσερίνη) (βλ. παράγραφο 4.5)

Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο4.4)

Ασθενείς με υπερχλωραιμική οξέωση Νεογνά και βρέφη ηλικίας κάτω των 2 ετών (βλ. παράγραφο 4.4)

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να ενίεται. Θα πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς να μην καταπίνουν το LEZNODA.

Οφθαλμικές ενέργειες Το LEZNODA δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας και δε συνιστάται η χρήση του σε αυτούς τους ασθενείς.

Η πιθανή επίδραση της βρινζολαμίδης επί της λειτουργίας του κερατοειδικού ενδοθηλίου δεν έχει διερευνηθεί σε ασθενείς με προβλήματα κερατοειδούς (ιδιαίτερα σε ασθενείς με χαμηλό αριθμό ενδοθηλιακών κυττάρων). Ειδικά ασθενείς που φορούν φακούς επαφής δεν έχουν μελετηθεί και συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση αυτών των ασθενών όταν χρησιμοποιούν βρινζολαμίδη, εφόσον οι αναστολείς καρβονικής ανυδράσης μπορεί να επηρεάσουν την ενυδάτωση του κερατοειδούς και η χρήση φακών επαφής μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για τον κερατοειδή (για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση φακών επαφής, δείτε παρακάτω με τίτλο «Το βενζαλκώνιο χλωριούχο»). Συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών με περιπτώσεις προβληματικών κερατοειδών, όπως σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή δυστροφία κερατοειδούς.

Η τρυγική βριμονιδίνη μπορεί να προκαλέσει οφθαλμικές αλλεργικές αντιδράσεις. Εάν παρατηρηθούν αλλεργικές αντιδράσεις, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται. Έχουν αναφερθεί καθυστερημένες αντιδράσεις οφθαλμικής υπερευαισθησίας με τη τρυγική βριμονιδίνη, με ορισμένες αναφορές να συσχετίζονται με αύξηση της ΕΟΠ.

Οι πιθανές δράσεις μετά τη διακοπή της θεραπείας με βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη δεν έχουν μελετηθεί. Ενώ η διάρκεια δράσης ελάττωσης της ΕΟΠ με βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη δεν έχει μελετηθεί,η δράση ελάττωσης της ΕΟΠ με τη βρινζολαμίδη αναμένεται να διαρκέσει για 5-7 ημέρες. Η δράση ελάττωσης της ΕΟΠ με τη βριμονιδίνη μπορεί να είναι μεγαλύτερη.

Συστηματικές δράσεις Το LEZNODA περιέχει βρινζολαμίδη, έναν σουλφονιμιδικό αναστολέα της καρβονικής ανυδράσης και παρότι χορηγείται τοπικά, απορροφάται συστηματικά. Οι ίδιοι τύποι ανεπιθύμητων ενεργειών φαρμάκου που αποδίδονται στις σουλφοναμίδες μπορεί να παρουσιαστούν μετά από τοπική χορήγηση, συμπεριλαμβανομένων του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (ΤΕΝ). Κατά τη στιγμή της συνταγογράφησης, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Αν εμφανιστούν σημεία σοβαρών αντιδράσεων ή υπερευαισθησίας, το LEZNODA θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.

Καρδιακές διαταραχές Μετά τη χορήγηση βρινζολαμίδης + βριμονιδίνης, παρατηρήθηκε μικρή μείωση της αρτηριακής πίεσης σε μερικούς ασθενείς. Συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα όπως τα αντιυπερτασικά ή/και οι καρδιακές γλυκοσίδες ταυτόχρονα με το LEZNODA ή σε ασθενείς με σοβαρή ή ασταθή και μη ελεγχόμενη καρδιαγγειακή νόσο (βλ. παράγραφο 4.5)

Το LEZNODA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κατάθλιψη, εγκεφαλική ή στεφανιαία ανεπάρκεια, φαινόμενο Raynaud, ορθοστατική υπόταση ή αποφρακτική θρομβαγγειίτιδα.

Οξεο-βασικές διαταραχές Οξεο-βασικές διαταραχές έχουν αναφερθεί με από του στόματος χορηγούμενους αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης. Το LEZNODA περιέχει βρινζολαμίδη, έναν αναστολέα καρβονικής ανυδράσης, και παρότι χορηγείται τοπικά, απορροφάται συστηματικά. Οι ίδιοι τύποι ανεπιθύμητων ενεργειών που αποδίδονται στους από του στόματος χορηγούμενους αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης (π.χ. οξεο-βασικές διαταραχές) μπορεί να παρουσιαστούν με τοπική χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.5).

Το LEZNODA θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με κίνδυνο νεφρικής δυσλειτουργίας, λόγω του πιθανού κινδύνου μεταβολικής οξέωσης. Το LEZNODA αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.3).

Ηπατική ανεπάρκεια Η βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Προσοχή θα πρέπει να ασκείται κατά τη θεραπεία αυτών των ασθενών (βλ. παράγραφο 4.2).

Νοητική εγρήγορση Οι από του στόματος χορηγούμενοι αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα για εκτέλεση εργασιών που απαιτούν νοητική εγρήγορση ή/και σωματικό συντονισμό σε ηλικιωμένους ασθενείς. Το LEZNODA απορροφάται συστηματικά και αυτό μπορεί να συμβεί επομένως και με την τοπική χορήγηση (βλ. παράγραφο 4.7).

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα των βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 2 έως 17 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Συμπτώματα υπερδοσολογίας βριμονιδίνης (συμπεριλαμβανομένων απώλειας συνείδησης, υπότασης, υποτονίας, βραδυκαρδίας, υποθερμίας, κυάνωσης και άπνοιας) έχουν αναφερθεί σε νεογνά και βρέφη που έλαβαν οφθαλμικές σταγόνες βριμονιδίνης, ως μέρος της ιατρικής περίθαλψης του συγγενούς γλαυκώματος. Κατά συνέπεια, η χρήση του LEZNODA αντενδείκνυται σε παιδιά κάτω των 2 ετών (βλ. παράγραφο 4.3).

Η θεραπεία σε παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω (ιδιαίτερα σε εκείνα ηλικίας μεταξύ 2 και 7 ετών ή/και βάρους <20 Kg) δεν ενδείκνυται, λόγω της πιθανότητας εμφάνισης σχετιζόμενων με το κεντρικό νευρικό σύστημα ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.9).

Έκδοχα Βενζαλκώνιο χλωριούχο Το LEZNODA περιέχει βενζαλκώνιο χλωριούχο, το οποίο μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό των οφθαλμών και είναι γνωστό ότι αποχρωματίζει τους μαλακούς φακούς επαφής. Η επαφή με μαλακούς φακούς επαφής πρέπει να αποφεύγεται. Πρέπει να δίδονται οδηγίες στους ασθενείς ώστε να βγάζουν τους φακούς επαφής πριν την ενστάλαξη του LEZNODA και να περιμένουν τουλάχιστον 15 λεπτά μετά την ενστάλαξη πριν βάλουν ξανά τους φακούς επαφής.

Το βενζαλκώνιο χλωριούχο έχει αναφερθεί ότι προκαλεί ερεθισμό στο μάτι, συμπτώματα ξηροφθαλμίας και μπορεί να επηρεάσει την δακρυϊκή μεμβράνη την επιφάνεια του κερατοειδή. Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ξηροφθαλμία και σε ασθενείς στους οποίους ο κερατοειδής μπορεί να έχει βλάβη. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται σε περιπτώσεις παρατεταμένης χρήσης.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές

αλληλεπίδρασης ∆εν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές µελέτες αλληλεπιδράσεων µε βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη.

Η βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης και σε ασθενείς υπό αγωγή με αντικαταθλιπτικά που επηρεάζουν τη νοραδρενεργική διαβίβαση (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και μιανσερίνη), (βλ. παράγραφο 4.3). Τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά ενδέχεται να αμβλύνουν την οφθαλμική υποτασική απόκριση του LEZNODA.

Προσοχή συνιστάται λόγω της πιθανότητας αθροιστικής ή ενισχυμένης δράσης με τα κατασταλτικά του ΚΝΣ (π.χ. αλκοόλ, βαρβιτουρικά, οπιούχα, ηρεμιστικά ή αναισθητικά).

Δεν διατίθενται στοιχεία για τα επίπεδα των κυκλοφορούντων κατεχολαμινών μετά από χορήγηση των βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που επηρεάζουν το μεταβολισμό και την πρόσληψη των κυκλοφορούντων αμινών (π.χ. χλωροπρομαζίνη, μεθυλφαινιδάτη, ρεζερπίνη, αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νορεπινεφρίνης).

Οι αγωνιστές των α-αδρενεργικών υποδοχέων (π.χ., τρυγική βριμονιδίνη), ως κατηγορία, μπορούν να μειώσουν τους παλμούς και την αρτηριακή πίεση. Μετά τη χορήγηση βρινζολαμίδης + βριμονιδίνης, παρατηρήθηκε σε μερικούς ασθενείς μείωση της αρτηριακής πίεσης. Συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιούνται φάρμακα όπως τα αντιυπερτασικά ή/και οι καρδιακές γλυκοσίδες ταυτόχρονα με το LEZNODA.

Συνιστάται προσοχή κατά την έναρξη (ή την αλλαγή της δόσης) της ταυτόχρονης συστηματικής χορήγησης φαρμάκων (ανεξαρτήτως φαρμακοτεχνικής μορφής), που μπορεί να αλληλεπιδράσουν με τους α-αδρενεργικούς αγωνιστές ή να παρέμβουν με τη δράση τους, π.χ. αγωνιστές ή ανταγωνιστές των αδρενεργικών υποδοχέων (π.χ. ισοπρεναλίνη, πραζοσίνη).

Η βρινζολαμίδη είναι ένας αναστολέας καρβονικής ανυδράσης και, παρότι χορηγείται τοπικά, απορροφάται συστηματικά. Οξεο-βασικές διαταραχές έχουν αναφερθεί με από του στόματος χορηγούμενους αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης. Η πιθανότητα αλληλεπιδράσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που λαμβάνουν LEZNODA.

Υπάρχει πιθανότητα αθροιστικής δράσης επί των γνωστών συστηματικών δράσεων της αναστολής της καρβονικής ανυδράσης σε ασθενείς που λαμβάνουν έναν αναστολέα καρβονικής ανυδράσης από το στόμα και βρινζολαμίδη με τοπική χορήγηση. Η ταυτόχρονη χορήγηση του LEZNODA και αναστολέων της καρβονικής ανυδράσης από το στόμα δε συνιστάται.

Τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P-450 που είναι υπεύθυνα για το μεταβολισμό της βρινζολαμίδης περιλαμβάνουν τα CYP3A4 (κύριο), CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8 και CYP2C9. Αναμένεται ότι οι αναστολείς του CYP3A4, όπως η κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, κλοτριμαζόλη, η ριτοναβίρη και η τρολεανδομυκίνη θα αναστείλουν το μεταβολισμό της βρινζολαμίδης από το CYP3A4. Συνιστάται προσοχή όταν χορηγούνται ταυτόχρονα αναστολείς του CYP3A4. Ωστόσο, δεν είναι πιθανή η συσσώρευση της βρινζολαμίδης εφόσον η κύρια οδός απομάκρυνσης είναι η νεφρική. Η βρινζολαμίδη δεν είναι αναστολέας των ισοενζύμων του κυτοχρώματος P-450.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του LEZNODA σε έγκυο γυναίκα. Η βρινζολαμίδη δεν είχε τερατογόνο δράση σε αρουραίους και σε κουνέλια, μετά από συστηματική χορήγηση (σίτιση από το στόμα). Μελέτες σε ζώα από του στόματος χορήγηση με βριμονιδίνη δεν κατέδειξαν άμεση επιβλαβή επίπτωση τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι η βριμονιδίνη

διαπέρασε τον πλακούντα και εισήλθε στην εμβρυϊκή κυκλοφορία σε ελάχιστα επίπεδα (βλ.

παράγραφο 5.3). Το LEZNODA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς την χρήση αντισύλληψης.

Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η τοπικά χορηγούμενη βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά / τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα κατέδειξαν ότι μετά από χορήγηση από το στόμα, ελάχιστα επίπεδα βρινζολαμίδης απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Η εκ του στόματος χορηγουμένη βριμονιδίνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.

Το LEZNODA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από τις γυναίκες που θηλάζουν.

Γονιμότητα Τα μη-κλινικά δεδομένα δεν καταδεικνύουν επιδράσεις της βρινζολαμίδης ή της βριμονιδίνης στη γονιμότητα. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να αξιολογούν την επίδραση της τοπικής οφθαλμικής χορήγησης βρινζολαμίδης + βριμονιδίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το LEZNODA έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

Το LEZNODA μπορεί να προκαλέσει ζάλη, κόπωση ή/και υπνηλία που μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.

Παροδικά θαμπή όραση ή άλλες διαταραχές της όρασης ενδέχεται να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων. Αν παρουσιαστεί κατά την ενστάλαξη θαμπή όραση, ο ασθενής πρέπει να περιμένει μέχρι να καθαρίσει η όρασή του πριν οδηγήσει ή χειριστεί μηχανήματα.

Χορηγούμενοι από το στόμα αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα ηλικιωμένων ασθενών να εκτελούν εργασίες που απαιτούν νοητική εγρήγορση ή/και σωματικό συντονισμό (βλ. παράγραφο 4.4).

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας Σε κλινικές μελέτες χορήγησης του LEZNODA δύο φορές ημερησίως, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η υπεραιμία του οφθαλμού και η οφθαλμική αλλεργική αντίδραση που παρατηρήθηκαν στο 6-7% των ασθενών, όπως και η δυσγευσία (πικρή ή ασυνήθιστη γεύση στο στόμα μετά την ενστάλαξη) σε ποσοστό περίπου 3% των ασθενών.

Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών χορήγησης του LEZNODA δύο φορές ημερησίως και κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία των μεμονωμένων δραστικών ουσιών του, της βρινζολαμίδης και της βριμονιδίνης. Ταξινομούνται χρησιμοποιώντας τον εξής κανόνα: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) ή μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν από τα διαθέσιμα στοιχεία). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Κατηγορία/Οργανικό σύστημαΑνεπιθύμητες ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΌχι συχνές: ρινοφαρυγγίτιδα2, φαρυγγίτιδα2, παραρινοκολπίτιδα2 Μη γνωστές: ρινίτιδα2
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΌχι συχνές: αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων μειωμένος2, χλωριούχα αίματος αυξημένα2
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΌχι συχνές: υπερευαισθησία3
Ψυχιατρικές διαταραχέςΌχι συχνές: απάθεια2, κατάθλιψη2,3, καταθλιπτική διάθεση2, αϋπνία1, γενετήσια ορμή μειωμένη2, εφιάλτες2, νευρικότητα2
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΣυχνές: υπνηλία1, ζάλη3, δυσγευσία1 Όχι συχνές: κεφαλαλγία1, κινητική δυσλειτουργία2, αμνησία2, επηρεασμένη μνήμη2, παραισθησία2 Πολύ σπάνιες: συγκοπή3 Μη γνωστές: τρόμος2, υπαισθησία2, αγευσία2
Οφθαλμικές διαταραχέςΣυχνές: αλλεργία του οφθαλμού1, κερατίτιδα1, πόνος του οφθαλμού1, δυσφορία του οφθαλμού1, θαμπή όραση1, μη φυσιολογική όραση3, υπεραιμία του οφθαλμού1, ωχρότητα επιπεφυκότα3 Όχι συχνές: διάβρωση του κερατοειδούς1, οίδημα του κερατοειδούς2, βλεφαρίτιδα1, οφθαλμικές εναποθέσεις (επιθηλιακή κερατίτις)1, διαταραχή του επιπεφυκότα (επιθήλιο)1, φωτοφοβία1, φωτοψία2, οίδημα του οφθαλμού2, οίδημα του βλεφάρου1, οίδημα του επιπεφυκότα1, ξηροφθαλμία1, οφθαλμικό έκκριμα1, μειωμένη οπτική οξύτητα2, αυξημένη δακρύρροια1, πτερύγιο2, ερύθημα βλεφάρου1, φλεγμονή των μεϊβομιανών αδένων2, διπλωπία2, θάμβος των οφθαλμών από ισχυρό φως2, υπαισθησία του οφθαλμού2, χρώση του σκληρού χιτώνα2, κύστη υπό τον επιπεφυκότα2, μη φυσιολογική αίσθηση στον οφθαλμό1, ασθενωπία1 Πολύ σπάνιες: ραγοειδίτιδα3, μύση3 Μη γνωστές: οπτικές διαταραχές2, μαδάρωση2
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθουΌχι συχνές: ίλιγγος1, εμβοές2
Καρδιακές διαταραχέςΌχι συχνές: καρδιοαναπνευστική δυσχέρεια2, στηθάγχη2, αρρυθμία3, αίσθημα παλμών2,3, ανώμαλος καρδιακός ρυθμός2, βραδυκαρδία2,3, ταχυκαρδία3
Αγγειακές διαταραχέςΌχι συχνές: υπόταση1 Πολύ σπάνιες: υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΌχι συχνές: δύσπνοια2, βρογχική υπερδραστηριότητα2, φαρυγγολαρυγγικό άλγος2, ερεθισμός του λαιμού1, βήχας2, επίσταξη2, συμφόρηση ανώτερης αναπνευστικής οδού2, ρινική συμφόρηση1, ρινόρροια2, ερεθισμός του λαιμού2, ξηρότητα ρινικού βλεννογόνου1, οπισθορρινική καταρροή1, πταρμός2 Μη γνωστές: άσθμα2
Διαταραχές του γαστρεντερικούΣυχνές: ξηροστομία1 Όχι συχνές: δυσπεψία1, οισοφαγίτιδα2, κοιλιακή δυσφορία1, διάρροια2, έμετος2, ναυτία2, συχνές κενώσεις2, μετεωρισμός2, υπαισθησία στόματος2, στοματική παραισθησία1
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΜη γνωστές: δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές2
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΌχι συχνές: δερματίτιδα εξ επαφής1, κνίδωση2, εξάνθημα2, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα2, γενικευμένος κνησμός2, αλωπεκία2, τάση δέρματος2 Μη γνωστές: σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS)/τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ) (βλ. παράγραφο 4.4), οίδημα προσώπου3, δερματίτιδα2,3, ερύθημα2,3
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΌχι συχνές: Οσφυαλγία2, μυϊκοί σπασμοί2, μυαλγία2 Μη γνωστές: αρθραλγία2, πόνος άκρου2
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΌχι συχνές: άλγος νεφρού2 Μη γνωστές: πολλακιουρία2
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΌχι συχνές: στυτική δυσλειτουργία2
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΌχι συχνές: άλγος2, θωρακική δυσφορία2, αίσθηση μη φυσιολογική2, αίσθηση εκνευρισμού2, ευερεθιστότητα2, υπόλειμμα φαρμακευτικής αγωγής1 Μη γνωστές: θωρακικό άλγος2, περιφερικό οίδημα2,3
1 ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με το LEZNODA 2 επιπρόσθετη ανεπιθύμητη ενέργεια που παρατηρήθηκε με μονοθεραπεία βρινζολαμίδης 3 επιπρόσθετη ανεπιθύμητη ενέργεια που παρατηρήθηκε με μονοθεραπεία βριμονιδίνης

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Η δυσγευσία ήταν η πιο κοινή συστηματική ανεπιθύμητη ενέργεια που συσχετίστηκε με τη χρήση των βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη (3,4%). Πιθανόν να προκαλείται από τη δίοδο των οφθαλμικών σταγόνων στο ρινοφάρυγγα μέσω του ρινοδακρυϊκού πόρου, ενώ αποδίδεται κατά κύριο λόγο στη βρινζολαμίδη, μίας εκ των δραστικών ουσιών του LEZNODA. Η απόφραξη της ρινοδακρυϊκής οδού ή το απαλό κλείσιμο του βλεφάρου μετά την ενστάλαξη μπορεί να ελαττώσει τη συχνότητα εμφάνισης αυτής της ενέργειας (βλ. επίσης παράγραφο 4.2).

Το LEZNODA περιέχει βρινζολαμίδη, η οποία είναι ένας σουλφοναμιδικός αναστολέας της καρβονικής ανυδράσης με συστηματική απορρόφηση. Δράσεις επί του γαστρεντερικού, του νευρικού συστήματος, αιματολογικές, νεφρικές και μεταβολικές συσχετίζονται γενικά με τους συστηματικούς αναστολείς καρβονικής ανυδράσης. Οι ίδιοι τύποι ανεπιθύμητων ενεργειών που αποδίδονται στους από του στόματος αναστολείς καρβονικής ανυδράσης μπορεί να παρουσιαστούν μετά από τοπική χορήγηση.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που συσχετίζονται συχνά με τη βριμονιδίνη, μίας εκ των δραστικών ουσιών του LEZNODA, περιλαμβάνουν την ανάπτυξη οφθαλμικών αντιδράσεων αλλεργικού τύπου, κόπωση ή/και υπνηλία και ξηροστομία. Η χρήση της βριμονιδίνης έχει συσχετισθεί με ελάχιστες μειώσεις της αρτηριακής πίεσης. Σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη παρατηρήθηκαν μειώσεις στην αρτηριακή πίεση, παρόμοιες με εκείνες που παρατηρήθηκαν κατά τη χρήση της βριμονιδίνης ως μονοθεραπεία.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του

Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων Μεσογείων 284 15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr/.

4.9 Υπερδοσολογία

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας με το LEZNODA, η θεραπεία θα πρέπει να είναι συμπτωματική και υποστηρικτική. Επιβάλλεται η διατήρηση της επάρκειας των αεραγωγών οδών των ασθενών.

Εξαιτίας της βρινζολαμίδης, μίας εκ των δραστικών ουσιών του LEZNODA, μπορεί να παρουσιαστεί ηλεκτρολυτική διαταραχή, ανάπτυξη οξέωσης και πιθανόν δράσεις από το νευρικό σύστημα. Τα επίπεδα ηλεκτρολυτών (ιδιαίτερα του καλίου) στον ορό του αίματος καθώς και τα επίπεδα pH του αίματος, πρέπει να παρακολουθούνται.

Οι πληροφορίες σχετικά με την ακούσια κατάποση βριμονιδίνης, ενός συστατικού του LEZNODA σε ενήλικες είναι πολύ περιορισμένες. Η μόνη ανεπιθύμητη ενέργεια που έχει αναφερθεί μέχρι σήμερα ήταν η υπόταση. Σύμφωνα με την αναφορά, το επεισόδιο υπότασης ακολουθήθηκε από αντιδραστική υπέρταση.

Έχει αναφερθεί ότι υπερδοσολογία μετά από κατάποση άλλων α-2-αγωνιστών προκαλεί συμπτώματα όπως υπόταση, εξασθένιση, έμετο, λήθαργο, καταστολή, βραδυκαρδία, αρρυθμίες, μύση, άπνοια, υποτονία, υποθερμία, αναπνευστική καταστολή και επιληπτική κρίση.

Αναφορές σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από ακούσια κατάποση βριμονιδίνης, ενός συστατικού των βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη από παιδιατρικούς ασθενείς έχουν αναφερθεί.

Οι ασθενείς παρουσίασαν συμπτώματα καταστολής του ΚΝΣ, τυπικό προσωρινό κώμα ή χαμηλό επίπεδο συνείδησης, λήθαργο, υπνηλία, υποτονία, βραδυκαρδία, υποθερμία, ωχρότητα, αναπνευστική καταστολή και άπνοια, και χρειάστηκε εισαγωγή σε θάλαμο εντατικής φροντίδας και διασωλήνωση, όπου απαιτήθηκε.

Αναφέρθηκε ότι όλοι οι ασθενείς είχαν πλήρη ανάνηψη μέσα σε 6-24 ώρες.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμολογικά, Aντιγλαυκωματικά σκευάσματα και μυωτικά, κωδικός ATC: S01EC54 Μηχανισμός δράσης Το LEZNODA περιέχει δύο δραστικές ουσίες: την βρινζολαμίδη και την τρυγική βριμονιδίνη. Τα δύο αυτά συστατικά ελαττώνουν την ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) σε ασθενείς με γλαύκωμα ανοικτής γωνίας και την οφθαλμική υπέρταση καταστέλλοντας την έκκριση του υδατοειδούς υγρού από το ακτινωτό σώμα του οφθαλμού. Παρά το γεγονός ότι αμφότερες η

βρινζολαμίδη και η βριμονιδίνη ελαττώνουν την ΕΟΠ μέσω της καταστολής της έκκρισης του υδατοειδούς υγρού, οι μηχανισμοί δράσης τους είναι διαφορετικοί.

Η βρινζολαμίδη δρα αναστέλλοντας το ένζυμο της καρβονικής ανυδράσης (CA-ΙΙ) στο επιθήλιο του ακτινωτού σώματος επιβραδύνοντας το σχηματισμό διττανθρακικών ιόντων με επακόλουθη μείωση του νατρίου και της μεταφοράς υγρών, μέσω επιθηλίου του ακτινωτού σώματος το οποίο οδηγεί σε ελάττωση της έκκρισης υδατοειδούς υγρού. Η βριμονιδίνη, ένας αγωνιστής των α-2 αδρενεργικών υποδοχέων, αναστέλλει το ένζυμο αδενυλική κυκλάση και καταστέλλει τον εξαρτώμενο από την ενεργή πρωτεϊνική κινάση σχηματισμό υδατοειδούς υγρού. Επιπροσθέτως, η χορήγηση βριμονιδίνης οδηγεί σε αύξηση της εκροής του υδατοειδούς υγρού.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Μονοθεραπεία Σε μία ελεγχόμενη μελέτη διάρκειας 6 μηνών αθροιστικής επίδρασης, στην οποία συμμετείχαν 560 ασθενείς με γλαύκωμα ανοικτής γωνίας (περιλαμβανομένων ψευδοαποφολίδωσης ή μελαχρωστικού παράγοντα) ή/και οφθαλμική υπερτονία, οι οποίοι, κατά την κρίση του ερευνητή, δεν ελέγχονταν ικανοποιητικά σε μονοθεραπεία ή ακολουθούσαν ήδη αγωγή με πολλαπλά φαρμακευτικά προϊόντα ελάττωσης της ΕΟΠ και είχαν μέση αρχική 24ωρη τιμή ΕΟΠ 26 mmHg. Όταν χορηγούνταν LEZNODA δύο φορές ημερησίως η μέση 24ωρη ελάττωση της ΕΟΠ ήταν περίπου 8 mmHg.

Στατιστικά ανώτερες μειώσεις στο μέσο κιρκαδικό ρυθμό ΕΟΠ παρατηρήθηκαν με το LEZNODA συγκριτικά με τη βρινζολαμίδη 10 mg/ml ή τη βριμονιδίνη σε δόση των 2 mg/ml δύο φορές την ημέρα σε όλες τις επισκέψεις κατά τη διάρκεια της μελέτης (Σχήμα 1).

Σχήμα 1 Μέσηα 24ωρη τιμή (9 μ.μ. +2 ώρες, +7 ώρες) μεταβολή στην ΕΟΠ από την αρχική τιμή (mmHg) — Μελέτη αθροιστικής επίδρασης α Ο μέσος όρος των ελαχίστων τετραγώνων προέρχεται από ένα στατιστικό μοντέλο που αντιπροσωπεύει το κέντρο της μελέτης, τη διαστρωμάτωση της αρχικής τιμής της ΕΟΠ στις 9.00 μ.μ και τις σχετιζόμενες μετρήσεις της ΕΟΠ του ασθενούς.

Όλες οι διαφορές στη θεραπεία (LEZNODA έναντι μεμονωμένων συστατικών) ήταν στατιστικά σημαντικές με p=0,0001 ή λιγότερο.

Η μέση ελάττωση της ΕΟΠ από την αρχική τιμή σε κάθε χρονικό σημείο της κάθε επίσκεψης ήταν μεγαλύτερη με την βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη (6 έως 9 mmHg) έναντι του σχήματος μονοθεραπείας με βρινζολαμίδη (5 έως 7 mmHg) ή βριμονιδίνη (4 έως 7 mmHg). Η επαγόμενη από την βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη μέση ποσοστιαία ελάττωση της ΕΟΠ από την αρχική τιμή κυμαινόταν μεταξύ 23-34%. Τα ποσοστά των ασθενών με μέτρηση ΕΟΠ μικρότερης από 18 mmHg ήταν μεγαλύτερα στην ομάδα θεραπείας με βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη έναντι της ομάδας θεραπείας με βρινζολαμίδη στις 11 από τις 12 αξιολογήσεις που πραγματοποιήθηκαν έως το Μήνα 6, και, μεγαλύτερα στην ομάδα θεραπείας με βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη έναντι της ομάδας θεραπείας με βριμονιδίνη σε όλες τις 12 αξιολογήσεις που πραγματοποιήθηκαν έως το Μήνα 6. Στο χρονικό σημείο +2 ώρες (χρόνος που αντιστοιχεί στην κορυφή της πρωινής αποτελεσματικότητας) για την επίσκεψη αποτελεσματικότητας κατά το Μήνα 3, το ποσοστό των ασθενών με ΕΟΠ μικρότερη από 18 mmHg ήταν 68,8% για την ομάδα θεραπείας με βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη, 42,3% για την ομάδα θεραπείας με βρινζολαμίδη, και, 44,0% για την ομάδα θεραπείας με βριμονιδίνη.

Σε μία ελεγχόμενη μελέτη μη κατωτερότητας και διάρκειας 6 μηνών, στην οποία συμμετείχαν 890 ασθενείς με γλαύκωμα ανοικτής γωνίας (περιλαμβανομένου ψευδοαποφολίδωσης ή μελαχρωστικού παράγοντα) ή/και οφθαλμική υπερτονία, οι οποίοι, κατά την κρίση του ερευνητή, δεν ελέγχονταν ικανοποιητικά σε μονοθεραπεία ή ακολουθούσαν ήδη αγωγή με πολλαπλούς παράγοντες ελάττωσης της ΕΟΠ και είχαν μέση αρχική 24ωρη τιμή ΕΟΠ 26-27 mmHg, η μη κατωτερότητα του LEZNODA έναντι της ταυτόχρονης χορήγησης βρινζολαμίδης 10 mg/mL + βριμονιδίνης 2 mg/mL καταδείχθηκε σε όλες τις επισκέψεις της μελέτης, όσον αφορά τη μέση 24ωρη τιμή μείωσης της ΕΟΠ από την αρχική τιμή (Πίνακας 1).

Πίνακας 1 Σύγκριση της μέσης 24ωρης μεταβολής της ΕΟΠ (mmHg) από την αρχική τιμή - Μελέτη μη-κατωτερότητας

ΕπίσκεψηΒρινζολαμίδη + Bριμονιδίνη 10 mg/mL + 2 mg/mL ΜέσηαΒρινζολαμίδη + Bριμονιδίνη ΜέσηαΔιαφορά Μέσηα (95% ΔΕ)
Εβδομάδα 2-8,4 (n=394)-8,4 (n=384)-0,0 (-0,4, 0,3)
Εβδομάδα 6-8,5 (n=384)-8,4 (n=377)-0,1 (-0,4, 0,2)
Μήνας 3-8,5 (n=384)-8,3 (n=373)-0,1 (-0,5, 0,2)
Μήνας 6-8,1 (n=346)-8,2 (n=330)0,1 (-0,3, 0,4)

αΟ μέσος όρος των ελαχίστων τετραγώνων προέρχεται από ένα στατιστικό μοντέλο που αντιπροσωπεύει το κέντρο της μελέτης, τη διαστρωμάτωση της αρχικής τιμής ΕΟΠ στις 9 μ.μ και τις σχετιζόμενες μετρήσεις της ΕΟΠ του ασθενούς.

Η μέση ελάττωση της ΕΟΠ από την αρχική τιμή σε κάθε χρονικό σημείο σε κάθε επίσκεψη με βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη ή τα μεμονωμένα συστατικά κατά την ταυτόχρονη χορήγησή τους ήταν παρόμοια (7 έως 10 mmHg). Η μέση ποσοστιαία ελάττωση της ΕΟΠ από την αρχική τιμή με βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη κυμάνθηκε μεταξύ 25-37%. Τα ποσοστά των ασθενών με μέτρηση ΕΟΠ μικρότερη από 18 mmHg ήταν παρόμοια σε όλες τις επισκέψεις της μελέτης για το ίδιο χρονικό σημείο έως τον Μήνα 6 για τις ομάδες θεραπείας με LEZNODA και τις ομάδες θεραπείας βρινζολαμίδης + βριμονιδίνης. Στο χρονικό σημείο +2 ώρες (χρόνος που αντιστοιχεί στην κορυφή της πρωινής αποτελεσματικότητας) για την πρωταρχική επίσκεψη αποτελεσματικότητας κατά το Μήνα 3, το ποσοστό των ασθενών με ΕΟΠ μικρότερη από 18 mmHg ήταν 71,6% και για τις δύο ομάδες θεραπείας.

Συμπληρωματική θεραπεία

Κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του LEZNODA συμπληρωματικά σε ανάλογα προσταγλανδίνης (PGA) έδειξαν επίσης ανώτερη αποτελεσματικότητα μείωσης της ΕΟΠ του LEZNODA + PGA σε σύγκριση με τα PGA μόνο. Στη μελέτη CQVJ499A2401, το LEZNODA + PGA (δηλαδή η τραβοπρόστη, η λατανοπρόστη ή η βιματοπρόστη) έδειξαν ανώτερη αποτελεσματικότητα στην μείωση της ΕΟΠ από την αρχική τιμή σε σύγκριση με τον Φορέα + PGA μετά από 6 εβδομάδες θεραπείας, με διαφορά 3,44 mmHg στη μέση μεταβολή από την αρχική τιμή της ημερήσιας ΕΟΠ μεταξύ θεραπειών (95% ΔΕ, -4,2, -2,7, τιμή p <0,001).

Κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του LEZNODA συμπληρωματικά στο διάλυμα οφθαλμικών σταγόνων σταθερού συνδυασμού τραβοπρόστης-τιμολόλης μηλεϊνικής, έδειξαν επίσης ανώτερη αποτελεσματικότητα στη μείωση της ΕΟΠ των οφθαλμικών σταγόνων LEZNODA + τραβοπρόστη-τιμολόλη σε σύγκριση με τη τραβοπρόστη-τιμολόλη μηλεϊνική μόνη της. Στη μελέτη CQVJ499A2402, οι οφθαλμικές σταγόνες LEZNODA + τραβοπρόστη- τιμολόλη μηλεϊνική έδειξαν ανώτερη αποτελεσματικότητα μειώσεως της ΕΟΠ από την αρχική τιμή συγκριτικά με τις οφθαλμικές σταγόνες Φορέα + τραβοπρόστη-τιμολόλη μηλεϊνική μετά από 6-εβδομάδες θεραπείας, με διαφορά 2,15 mmHg στη μέση μεταβολή από την αρχική τιμή ημερήσιας ΕΟΠ μεταξύ θεραπειών (95% ΔΕ, -2,8, -1,5, τιμή p <0,001).

Το προφίλ ασφάλειας του LEZNODA στην συμπληρωματική θεραπεία ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε με τη μονοθεραπεία LEZNODA.

Δεν υπάρχουν δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας για την συμπληρωματική θεραπεία πέραν των 6 εβδομάδων.

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με βρινζολαμίδη + βριμονιδίνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην θεραπεία του γλαυκώματος και της οφθαλμικής υπέρτασης (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Η βρινζολαμίδη απορροφάται μέσω του κερατοειδούς μετά από τοπική οφθαλμική χορήγηση.

Η ουσία απορροφάται και στη συστηματική κυκλοφορία, όπου συνδέεται ισχυρά με την καρβονική ανυδράση και κατανέμεται εκτεταμένα στα ερυθρά αιμοσφαίρια (RBCs). Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα είναι πολύ χαμηλές. Ο χρόνος ημιζωής στο ολικό αίμα παρατείνεται (>100 ημέρες) στους ανθρώπους, λόγω της δέσμευσης της καρβονικής ανυδράσης με τα ερυθρά αιμοσφαίρια.

Η βριμονιδίνη απορροφάται ταχέως στον οφθαλμό μετά από τοπική χορήγηση. Σε κουνέλια, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον οφθαλμό επιτεύχθηκαν σε λιγότερο από μία ώρα, στις περισσότερες περιπτώσεις. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του ανθρώπου είναι <1 ng /mL και επιτυγχάνεται εντός διαστήματος <1 ώρας. Τα επίπεδα στο πλάσμα μειώνονται για σκευάσματα με χρόνο ημιζωής περίπου 2-3 ώρες. Δεν παρατηρείται συσσώρευση κατά τη διάρκεια χρόνιας χορήγησης.

Σε μία κλινική μελέτη τοπικής οφθαλμικής χορήγησης για τη σύγκριση της συστηματικής φαρμακοκινητικής του LEZNODA μετά από χορήγηση δύο ή τρεις φορές ημερησίως έναντι της βρινζολαμίδης και της βριμονιδίνης χορηγούμενες ξεχωριστά αλλά στο ίδιο δοσολογικό σχήμα, η φαρμακοκινητική σε σταθερή κατάσταση στο ολικό αίμα της βρινζολαμίδης και του

μεταβολίτη της, N-desethyl-brinzolamide, ήταν παρόμοιες για το προϊόν συνδυασμού και τη μονοθεραπεία βρινζολαμίδης. Ομοίως, η φαρμακοκινητική της βριμονιδίνης σε σταθερή κατάσταση στο πλάσμα από το συνδυασμό ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε κατά τη μονοθεραπεία βριμονιδίνης, με εξαίρεση την ομάδα θεραπείας που έλαβε δις ημερησίως LEZNODA, στην οποία η μέση AUC ήταν περίπου 25% χαμηλότερη από εκείνη κατά 0-12 ώρες τη μονοθεραπεία βριμονιδίνης δύο φορές την ημέρα.

Κατανομή Μελέτες σε κουνέλια έδειξαν ότι η μέγιστη συγκέντρωση της βρινζολαμίδης μετά από τοπική οφθαλμική χορήγηση παρατηρείται στους πρόσθιους ιστούς, όπως λ.χ. στον κερατοειδή, τον επιπεφυκότα, το υδατοειδές υγρό και την ίριδα/το ακτινωτό σώμα. Η διατήρηση στους οφθαλμικούς ιστούς παρατείνεται λόγω της σύνδεσης με την καρβονική ανυδράση. Η βρινζολαμίδη σε μέτριο βαθμό (περίπου 60%) συνδέεται με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος.

Η βριμονιδίνη καταδεικνύει υψηλού βαθμού συγγένεια με τους οφθαλμικούς ιστούς, ειδικά με την ίριδα/ακτινωτό σώμα, λόγω των γνωστών δεσμευτικών της ιδιοτήτων με τη μελανίνη.

Ωστόσο, τα κλινικά και μη κλινικά δεδομένα ασφαλείας καταδεικνύουν ότι είναι καλά ανεκτή και ασφαλής για χρόνια χορήγηση.

Βιομετασχηματισμός Η βρινζολαμίδη μεταβολίζεται από ηπατικά ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450, ειδικά από τα CYP3A4, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8 και CYP2C9. Ο κύριος μεταβολίτης της είναι το Ν- desethylbrinzolamide, ακολουθούμενο από τους μεταβολίτες Ν-desmethoxypropyl και Ο- desmethyl, καθώς και από ένα ανάλογο του Ν-προπιονικού οξέος, το οποίο σχηματίζεται μέσω της οξείδωσης της πλευρικής αλύσου Ν-προπυλο Ο-δεσμεθυλο βρινζολαμίδη. Η βρινζολαμίδη και ο μεταβολίτης της, Ν- desethylbrinzolamide, δεν αναστέλλουν τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450 σε συγκεντερώσεις τουλάχιστον κατά 100 φορές άνω των μεγίστων συστημικών επιπέδων.

Η βριμονιδίνη μεταβολίζεται εκτενώς από την αλδεϋδική ηπατική οξειδάση, με επακόλουθο το σχηματισμό 2-oxobrimonidine, 3-oxobrimonidine και 2,3-dioxobrimonidine, που αποτελούν τους κύριους μεταβολίτες της. Παρατηρείται επίσης οξειδωτική διάσπαση του δακτυλίου ιμιδαζολίνης σε 5-bromo-6-guanidinoquinoxaline.

Αποβολή Η βρινζολαμίδη αποβάλλεται κυρίως στα ούρα αμετάβλητη. Στον άνθρωπο, η αποβαλλόμενη μέσω των ούρων βρινζολαμίδη και ο μεταβολίτης της, Ν-desethylbrinzolamide αντιπροσωπεύουν περίπου το 60 και 6% της δόσης, αντίστοιχα. Τα δεδομένα σε αρουραίους κατέδειξαν χολική απέκκριση κάποιου βαθμού (περίπου 30%), κυρίως με τη μορφή μεταβολιτών.

Η βριμονιδίνη αποβάλλεται κυρίως στα ούρα με τη μορφή μεταβολιτών. Σε αρουραίους και πιθήκους, οι μεταβολίτες στα ούρα αντιπροσώπευαν το 60 έως 75% των από του στόματος ή ενδοφλεβίως χορηγούμενων δόσεων.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η φαρμακοκινητική της βρινζολαμίδης είναι εγγενώς μη-γραμμική λόγω της εκτενούς δέσμευσης της καρβονικής ανυδράσης στο ολικό αίμα και σε διάφορους ιστούς. Η έκθεση σε σταθερή κατάσταση δεν αυξάνεται με δοσοεξαρτώμενο τρόπο.

Αντίθετα, η βριμονιδίνη καταδεικνύει γραμμική φαρμακοκινητική σε επίπεδα πάνω από το κλινικό θεραπευτικό εύρος της δόσης.

Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις Το LEZNODA προορίζεται για τοπική δράση στο εσωτερικό του οφθαλμού. Η αξιολόγηση της ανθρώπινης οφθαλμικής έκθεσης σε αποτελεσματικές δόσεις δεν είναι εφικτή. Η σχέση φαρμακοκινητικής / φαρμακοδυναμικής στον άνθρωπο για την ελάττωση της ΕΟΠ δεν έχει τεκμηριωθεί.

Ειδικοί πληθυσμοί Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες για τον προσδιορισμό των επιδράσεων της ηλικίας, της φυλής, και νεφρικής ή ηπατικής ανεπάρκειας για το LEZNODA. Μια μελέτη της βρινζολαμίδης σε Ιάπωνες έναντι με μη Ιάπωνες συμμετέχοντες κατέδειξε παρόμοια συστηματική φαρμακοκινητική μεταξύ των δύο ομάδων. Σε μία μελέτη της βρινζολαμίδης σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια κατεδείχθη μία αύξηση κατά 1,6- 2,8 της συστηματικής έκθεσης στη βρινζολαμίδη και το μεταβολίτη της, N- desethylbrinzolamide, μεταξύ των ατόμων με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και νεφρική δυσλειτουργία. Αυτή η αύξηση σε σταθερή κατάσταση στις συγκεντρώσεις RBC του σχετιζόμενου συστατικού δεν αναστέλλει τη δράση της RBC καρβονικής ανυδράσης σε επίπεδα που σχετίζονται με συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο συνδυασμός του προϊόντος ωστόσο δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/ λεπτό).

Η C , AUC και ο χρόνος ημίσειας ζωής της βριμονιδίνης είναι παρόμοια σε ηλικιωμένους max (>65 ετών) σε σχέση με νεαρούς ενήλικες. Η επίδραση της νεφρικής και ηπατικής δυσλειτουργίας στη συστηματική φαρμακοκινητική της βριμονιδίνης δεν έχουν αξιολογηθεί.

Δεδομένης της χαμηλής συστημικής έκθεσης στη βριμονιδίνη μετά από τοπική οφθαλμική χορήγηση, εκτιμάται ότι οι μεταβολές στην έκθεση του πλάσματος δεν θα είναι κλινικά σχετικές.

Η συστηματική φαρμακοκινητική της βρινζολαμίδης και της βριμονιδίνης, ξεχωριστά ή σε συνδυασμό, δεν έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Βρινζολαμίδη Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας εφάπαξ δόσης, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας και ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης.

Επιπτώσεις σε μη κλινικές μελέτες αναπαραγωγής και ανάπτυξης τοξικότητας παρατηρήθηκαν μόνο σε εκθέσεις που θεωρούνται αρκετά πάνω από το ανώτατο όριο έκθεσης του ανθρώπου, καταδεικνύοντας μία μικρή σχέση με την κλινική χρήση. Στα κουνέλια οι εκ του στόματος τοξικές για τη μητέρα χορηγούμενες δόσεις βρινζολαμίδης έως και 6 mg/kg/ ημέρα (261 φορές τη συνιστώμενη ημερήσια κλινική δόση των 23 μg /kg/ημέρα) δεν κατέδειξαν καμία επίδραση στην ανάπτυξη του εμβρύου. Σε αρουραίους η χορήγηση δόσεων 18 mg/kg/ημέρα (783 φορές τη συνιστώμενη ημερήσια κλινική δόση), αλλά όχι 6 mg/kg/ ημέρα, οδήγησαν σε ελαφρώς μειωμένη οστεοποίηση του κρανίου και των στερνιδίων των εμβρύων. Τα ευρήματα αυτά συσχετίστηκαν με μεταβολική οξέωση και μειωμένη αύξηση βάρους για τις μητέρες και σε μειωμένο βάρος των εμβρύων. Οι σχετιζόμενες με τη δόση μειώσεις του βάρους των εμβρύων παρατηρήθηκαν στα νεογνά των

μητέρων που έλαβαν 2 έως 18 mg/kg/ημέρα. Κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, το επίπεδο χωρίς ανεπιθύμητες ενέργειες για τα νεογνά ήταν τα 5 mg/kg/ ημέρα.

Βριμονιδίνη Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, ενδεχόμενης καρκινογόνου δράσης, τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και ανάπτυξη.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Βενζαλκώνιο χλωριούχο (50% διάλυμα)

Προπυλενογλυκόλη Καρβομέρη 974Ρ Βορικό οξύ (Ε248)

Χλωριούχο νάτριο Τυλοξαπόλη Υδροχλωρικό οξύ ή/και υδροξείδιο του νατρίου (για ρύθμιση του pH)

Ύδωρ ενέσιμο

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται.

6.3 Διάρκεια ζωής

2 χρόνια 4 εβδομάδες μετά το πρώτο άνοιγμα.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Λευκή LDPE φιάλη των 10 mL με λευκό σφραγισμένο σταγονομετρικό ρύγχος από LDPE και λευκό πώμα από HDPE/LDPE με σφράγισμα που δεν παραβιάζεται, που περιέχει 5 mL λευκό προς υπόλευκο ομοιογενές εναιώρημα.

Χάρτινη συσκευασία που περιέχει 1 φιάλη ή 3 φιάλες.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης <και άλλος χειρισμός>

Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

ΦΑΡΜΑΤΕΝ ΑΒΕΕ Δερβενακίων 6 15351, Παλλήνη, Αττική Τηλ.: 210 66 04 300

Fax: 210 66 66 749 Email: info@pharmathen.com

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

<Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: {ΗΗ μήνας ΕΕΕΕ}> <Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: {ΗΗ μήνας ΕΕΕΕ}>

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

<ΜΜ/ΕΕΕΕ> <ΗΗ/ΜΜ/ΕΕΕΕ> <{ΗΗ μήνας ΕΕΕΕ}>

Πηγή: eof:3312501_SPC_3312501_1.pdf