ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ
Lipidil NT 145mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ KAI ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 145,0 mg φαινοφιβράτης (σε νανοσωματίδια).
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Κάθε δισκίο περιέχει:
• 132,00 mg λακτόζη μονοϋδρική
• 145,00 mg σακχαρόζη
• 0,50 mg λεκιθίνη σόγιας.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο.
Λευκά, επιμήκη, επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία που φέρουν χαραγμένα τα στοιχεία «145» από τη μία πλευρά και το «λογότυπο Fournier» από την άλλη.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Lipidil NT 145 mg ενδείκνυται ως συμπλήρωμα της δίαιτας και άλλων μη φαρμακολογικών θεραπειών (π.χ. άσκησης, μείωσης βάρους) για τις ακόλουθες περιπτώσεις:
• Θεραπεία της σοβαρής υπερτριγλυκεριδαιμίας με ή χωρίς χαμηλή HDL χοληστερόλη
• Μικτού τύπου υπερλιπιδαιμία όταν μια στατίνη αντενδείκνυται ή δε γίνεται ανεκτή.
• Μικτή υπερλιπιδαιμία σε ασθενείς υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου σε συνδυασμό με στατίνη όταν τα τριγλυκερίδια και η HDL χοληστερόλη δεν ελέγχονται επαρκώς.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Διαιτητικά μέτρα που έχουν αρχίσει πριν από τη θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζονται. Η ανταπόκριση στη θεραπεία πρέπει να παρακολουθείται με τον προσδιορισμό των τιμών των λιπιδίων στον ορό. Eάν μετά από περίοδο χορήγησης μερικών μηνών (π.χ. 3 μήνες) δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, θα πρέπει να εξεταστούν συμπληρωματικά ή διαφορετικά θεραπευτικά μέτρα.
Δοσολογία:
Ενήλικες:
Η συνιστώμενη δοσολογία είναι ένα δισκίο φαινοφιβράτης των 145 mg την ημέρα. Ασθενείς στους οποίους χορηγείται μέχρι τώρα ένα καψάκιο των 200 mg ή ένα δισκίο 160 mg, μπορούν να αλλάξουν σε ένα δισκίο 145 mg φαινοφιβράτης χωρίς καμία περαιτέρω προσαρμογή της δοσολογίας.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Συνιστάται η συνήθης δοσολογία, εκτός από τις περιπτώσεις μειωμένης νεφρικής λειτουργίας με εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης < 60 ml/min/1,73m2 (βλ. Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η φαινοφιβράτη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας,
που ορίζεται ως eGFR <30ml/min ανά 1,73m2.
Εάν ο eGFR κυμαίνεται μεταξύ 30 και 59ml/min ανά 1,73m2, η δόση δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 100 mg τυπικής ή τα 67 mg μικροκονιοποιημένης φαινοφιβράτης ημερησίως.
Εάν, κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης, ο eGFR μειώνεται συνεχώς σε τιμές < 30ml/min ανά 1,73m2, η φαινοφιβράτη πρέπει να διακόπτεται.
Ηπατική δυσλειτουργία:
Το Lipidil NT 145 mg δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία λόγω ελλείψεως δεδομένων.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαινοφιβράτης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας μικρότερης των 18 ετών δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Συνεπώς, η χρήση της φαινοφιβράτης σε παιδιατρικούς ασθενείς κάτω των 18 ετών δεν συνιστάται.
Τρόπος χορήγησης:
Το επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο μπορεί να χορηγείται οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή (βλ. παράγραφο 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες). Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται ολόκληρα με ένα ποτήρι νερό.
4.3 Αντενδείξεις
- Ηπατική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένης της χολικής κίρρωσης και της ανεξήγητης εμμένουσας ηπατικής δυσλειτουργίας),
- Γνωστή νόσος της χοληδόχου κύστης,
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης < 30 ml/min/1,73m2),
- Χρόνια ή οξεία παγκρεατίτιδα με εξαίρεση την οξεία παγκρεατίτιδα λόγω σοβαρής υπερτριγλυκεριδαιμίας,
- Γνωστή φωτοαλλεργία ή αντίδραση φωτοτοξικότητας κατά τη διάρκεια θεραπείας με φιβράτες ή κετοπροφαίνη,
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Επιπλέον, το Lipidil NT 145 mg δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς αλλεργικούς στα φιστίκια, στο αραχιδέλαιο ή στη λεκιθίνη της σόγιας ή σε σχετικά προϊόντα εξαιτίας του κινδύνου αντιδράσεων υπερευαισθησίας.
4.4 Ειδικές πρoειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Δευτεροπαθή αίτια υπερλιπιδαιμίας:
Δευτεροπαθή αίτια υπερχοληστερολαιμίας, όπως μη ελεγχόμενος σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, υποθυρεοειδισμός, νεφρωσικό σύνδρομο, δυσπρωτεϊναιμία, αποφρακτική ηπατική νόσος ή αλκοολισμός, πρέπει να αντιμετωπισθούν επαρκώς πριν εξεταστεί θεραπεία με φαινοφιβράτη.
Δευτερεύουσα αιτία υπερχοληστερολαιμίας που σχετίζεται με φαρμακολογική θεραπεία μπορεί να υπάρξει με διουρητικά, β-αποκλειστές, οιστρογόνα, προγεσταγόνα, συνδυασμούς από του στόματος αντισυλληπτικών, ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες και αναστολείς πρωτεάσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να εξακριβωθεί εάν η υπερλιπιδαιμία είναι πρωτογενούς ή δευτερογενούς φύσης (πιθανή αύξηση των τιμών των λιπιδίων οφειλόμενη σε αυτούς τους θεραπευτικούς παράγοντες).
Ηπατική λειτουργία:
Όπως συμβαίνει και με άλλους παράγοντες μείωσης των λιπιδίων, σε μερικούς ασθενείς έχουν αναφερθεί αυξήσεις στα επίπεδα των τρανσαμινασών. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι αυξήσεις αυτές ήταν παροδικές, μικρές και ασυμπτωματικές. Συνιστάται να παρακολουθούνται τα επίπεδα των τρανσαμινασών κάθε 3 μήνες κατά τον πρώτο χρόνο της θεραπείας και μετά περιοδικά.
Προσοχή θα πρέπει να δοθεί σε ασθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών και η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί αν οι αυξήσεις στην ASAT (SGOT) και ALAT (SGPT) υπερβούν το
τριπλάσιο του ανώτατου ορίου των φυσιολογικών τιμών. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα ενδεικτικά ηπατίτιδας (π.χ. ίκτερος, κνησμός), και η διάγνωση επιβεβαιωθεί με εργαστηριακές εξετάσεις, η θεραπεία με τη φαινοφιβράτη πρέπει να διακοπεί.
Πάγκρεας:
Έχει αναφερθεί παγκρεατίτιδα σε ασθενείς που έπαιρναν φαινοφιβράτη (βλ. τις παραγράφους Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αυτό μπορεί να αντιπροσωπεύει έλλειψη αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με σοβαρή υπερτριγλυκεριδαιμία, μία άμεση επίδραση του φαρμάκου, ή δευτερογενές φαινόμενο λόγω απόφραξης του κοινού χοληδόχου πόρου που προέκυψε από σχηματισμό χολόλιθων ή ιζήματος (χολικής λάσπης).
Μύες:
Μυϊκή τοξικότητα, συμπεριλαμβανομένων και των σπανίων περιπτώσεων ραβδομυόλυσης, με ή χωρίς νεφρική ανεπάρκεια, έχει αναφερθεί με τη χορήγηση φιβρατών και άλλων υπολιπιδαιμικών παραγόντων. Η συχνότητα αυτής της διαταραχής αυξάνεται σε περιπτώσεις υπολευκωματαιμίας και προηγούμενης νεφρικής ανεπάρκειας. Οι ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για μυοπάθεια και/ ή ραβδομυόλυση συμπεριλαμβανομένης της ηλικίας άνω των 70 ετών, του ατομικού ή οικογενειακού ιστορικού κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, της νεφρικής δυσλειτουργίας, του υποθυρεοειδισμού και της αυξημένης κατανάλωσης αλκοόλ, μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο να παρουσιάσουν ραβδομυόλυση. Για αυτούς τους ασθενείς, τα ενδεχόμενα οφέλη και κίνδυνοι της θεραπείας με φαινοφιβράτη θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά.
Υποψίες για μυϊκή τοξικότητα θα πρέπει να υπάρχουν σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάχυτη μυαλγία, μυοσίτιδα, μυϊκές κράμπες και αδυναμία και/ή σημαντική αύξηση της CPK (σε επίπεδα που υπερβαίνουν 5 φορές τις ανώτατες φυσιολογικές τιμές). Σε αυτές τις περιπτώσεις η θεραπεία με φαινοφιβράτη πρέπει να διακοπεί.
Ο κίνδυνος της μυϊκής τοξικότητας μπορεί να αυξηθεί εάν το φάρμακο χορηγείται μαζί με μία άλλη φιβράτη ή με έναν αναστολέα της αναγωγάσης του HMG-CoA, ιδίως σε περιπτώσεις προϋπάρχουσας μυϊκής νόσου. Ως εκ τούτου, η συγχορήγηση της φαινοφιβράτης με έναν αναστολέα της αναγωγάσης του HMG-CoA ή με μία άλλη φιβράτη θα πρέπει να περιορίζεται σε ασθενείς με σοβαρή μικτή δυσλιπιδαιμία και υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο χωρίς κάποιο ιστορικό μυϊκής νόσου και με στενή παρακολούθηση δυνητικής μυϊκής τοξικότητας.
Νεφρική λειτουργία:
Το Lipidil NT αντενδείκνυται σε περιπτώσεις σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.3).
Το Lipidil NT θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια. Η δόση πρέπει να προσαρμόζεται στους ασθενείς με εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης μεταξύ 30 και 59 mL/min/1,73 m2 (βλ. παράγραφο 4.2).
Αναστρέψιμες αυξήσεις της κρεατινίνης του ορού έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν φαινοφιβράτη ως μονοθεραπεία ή σε συγχορήγηση με στατίνες. Οι αυξήσεις στην κρεατινίνη του ορού ήταν γενικά σταθερές σε βάθος χρόνου χωρίς ένδειξη για συνεχείς αυξήσεις της κρεατινίνης ορού σε μακροχρόνια θεραπεία και έτειναν να επιστρέψουν στην αρχική κατάσταση μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών, το 10% των ασθενών είχαν μια αύξηση κρεατινίνης, από την αρχική τιμή, μεγαλύτερη από 30 μmol/L στη συγχορήγηση φαινοφιβράτης με σιμβαστατίνη έναντι 4,4% με μονοθεραπεία στατίνης. Το 0,3% των ασθενών που έλαβαν συνδυασμένη θεραπεία είχαν κλινικά σημαντικές αυξήσεις κρεατινίνης σε τιμές > 200 μmol/L.
Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται όταν το επίπεδο της κρεατινίνης είναι 50% πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό όριο. Συνιστάται να πραγματοποιείται μέτρηση της κρεατινίνης κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων μηνών μετά την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια περιοδικά.
Έκδοχα:
Καθώς αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη, οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Καθώς αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει σακχαρόζη, οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Από του στόματος χορηγούμενα αντιπηκτικά:
Η φαινοφιβράτη ενισχύει τη δράση των από του στόματος χορηγούμενων αντιπηκτικών και ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Συνιστάται η μείωση της δοσολογίας των αντιπηκτικών περίπου κατά το ένα τρίτο στην αρχή της θεραπείας και σταδιακά να προσαρμόζεται, εάν είναι απαραίτητο, ανάλογα με την παρακολούθηση του INR (International Normalized Ratio = Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση).
Κυκλοσπορίνη:
Κατά τη διάρκεια συγχορήγησης φαινοφιβράτης και κυκλοσπορίνης έχουν αναφερθεί μερικά σοβαρά περιστατικά αναστρέψιμης νεφρικής δυσλειτουργίας. Γι' αυτόν το λόγο η νεφρική λειτουργία αυτών των ασθενών πρέπει να παρακολουθείται στενά και η θεραπεία με φαινοφιβράτη να διακόπτεται σε περίπτωση σοβαρής αλλοίωσης των εργαστηριακών παραμέτρων.
Αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA και άλλες φιβράτες:
Ο κίνδυνος για σοβαρή μυϊκή τοξικότητα είναι αυξημένος εάν μία φιβράτη συγχορηγείται με αναστολείς της αναγωγάσης του HMG-CoA ή με άλλες φιβράτες. Η συνδυασμένη αυτή θεραπεία θα πρέπει να εφαρμόζεται με προσοχή και οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις μυϊκής τοξικότητας (βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές πρoειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Γλιταζόνες:
Κατά τη διάρκεια συγχορήγησης φαινοφιβράτης με γλιταζόνες έχουν αναφερθεί μερικά περιστατικά αναστρέψιμης παράδοξης μείωσης της HDL χοληστερόλης. Συνεπώς, εάν ένα από τα δύο συστατικά προστεθεί στο άλλο, συνιστάται η παρακολούθηση της HDL χοληστερόλης και η διακοπή οιασδήποτε από τις θεραπείες εάν η HDL χοληστερόλη βρεθεί πολύ χαμηλή.
Ένζυμα κυτοχρώματος Ρ450:
Μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα δείχνουν ότι η φαινοφιβράτη και το φαινοφιβρικό οξύ δεν είναι αναστολείς των ισομορφών CYP3A4, CYP2D6, CYP2E1, ή CYP1A2 του κυτοχρώματος (CYP) P450. Είναι ασθενείς αναστολείς του CYP2C19 και του CYP2A6, και στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις, ήπιοι προς μέτριοι αναστολείς του CYP2C9.
Οι ασθενείς στους οποίους συγχορηγείται φαινοφιβράτη και φάρμακα με στενό θεραπευτικό δείκτη που μεταβολίζονται από τα CYP2C19, CYP2A6, και ειδικά το CYP2C9, πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και, εάν κριθεί απαραίτητο, συστήνεται προσαρμογή της δοσολογίας των φαρμάκων αυτών.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση: Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την χρήση της φαινοφιβράτης σε εγκύους. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν έδειξαν τερατογόνο δράση. Εμβρυοτοξική δράση εμφανίστηκε σε δόσεις εντός του εύρους της τοξικότητας για τη μητέρα (βλ. παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
Είναι άγνωστο αν υπάρχει ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο. Συνεπώς, το Lipidil NT 145mg πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης του λόγου οφέλους/κινδύνου.
Γαλουχία: Δεν είναι γνωστό εάν η φαινοφιβράτη και/οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα παιδιά που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Συνεπώς, η φαινοφιβράτη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα: Έχουν παρατηρηθεί αναστρέψιμες επιδράσεις στη γονιμότητα σε ζώα (βλ. παράγραφο 5.3). Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για τη γονιμότητα από τη χρήση του Lipidil NT.
4.7 Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το Lipidil NT 145mg δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φαινοφιβράτη είναι πεπτικές, γαστρικές ή εντερικές διαταραχές.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών δοκιμών (n=2344) και μετά την κυκλοφορίαα με τη συχνότητα που αναφέρεται παρακάτω:
| Κατηγορία οργάνων κατά το σύστημα MedDRA | Συχνές ≥1/100, <1/10 | Όχι συχνές ≥1/1.000, <1/100 | Σπάνιες ≥1/10.000, <1/1.000 | Πολύ σπάνιες <1/10.000, συμπεριλα μβανομένω ν μεμονωμέν ων αναφορών | Άγνωστης συχνότητας (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Μείωση της αιμοσφαιρίνης Μείωση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων | ||||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησ ία | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | Θρομβοεμβολ ή (πνευμονική εμβολή, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση)* | ||||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Διάμεση πνευμονοπάθει αα | ||||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Γαστρεντερι κά σημεία και συμπτώματα (κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός) | Παγκρεατίτιδα* | |||
| Διαταραχές του | Αύξηση | Χολολιθίαση | Ηπατίτιδα | Ίκτερος, |
| ήπατος και των χοληφόρων | τρανσαμινασ ών (βλ. παράγραφο 4.4). | (βλ. παράγραφο 4.4) | επιπλοκές της χολολιθίασηςα (π.χ. χολοκυστίτιδα, χολαγγειίτιδα, κoλικός των χοληφόρων) | ||
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Δερματικές αντιδράσεις υπερευαισθησί ας (π.χ. εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός) | Αλωπεκία Αντιδράσεις φωτοευαισθησ ίας | Σοβαρές δερματικές αντιδράσειςα (π.χ. πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens- Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση) | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυϊκές διαταραχές (π.χ. μυαλγία, μυοσίτιδα, μυϊκοί σπασμοί και αδυναμία) | Ραβδομυόλυσ ηα | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Σεξουαλική δυσλειτουργία | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Κόπωσηα | ||||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Επίπεδα ομοκυστεΐνη ς αίματος αυξημένα** | Αύξηση κρεατινίνης αίματος | Αύξηση ουρίας αίματος |
*: Στην μελέτη FIELD, μία τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη που διεξήχθη σε 9.795 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, παρατηρήθηκε μία στατιστικά σημαντική αύξηση στα περιστατικά παγκρεατίτιδας στους ασθενείς που έπαιρναν φαινοφιβράτη σε σχέση με τους ασθενείς που έπαιρναν εικονικό φάρμακο (0,8% έναντι 0,5%, p=0,031). Στην ίδια μελέτη, αναφέρθηκε μία στατιστικά σημαντική αύξηση στη συχνότητα εμφάνισης πνευμονικής εμβολής (0,7% στην ομάδα που έπαιρνε εικονικό φάρμακο έναντι 1,1% στην ομάδα που έπαιρνε φαινοφιβράτη, p=0,022) και μία στατιστικά μη σημαντική αύξηση στα περιστατικά εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (εικονικό φάρμακο: 1,0% [48/4.900 ασθενείς] έναντι φαινοφιβράτης 1,4% [67/4.895 ασθενείς], p=0,074).
**: Στη μελέτη FIELD η μέση αύξηση των επιπέδων της ομοκυστεΐνης του αίματος σε ασθενείς που λάμβαναν φαινοφιβράτη ήταν 6,5μmol/l και ήταν αναστρέψιμη όταν διακόπηκε η αγωγή με φαινοφιβράτη. Ο αυξημένος κίνδυνος φλεβικών θρομβωτικών επεισοδίων είναι πιθανό να σχετίζεται με τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεΐνης. Η κλινική σημασία της αύξησης αυτής δεν είναι σαφής.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να
αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Φαξ: + 357 22608649 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs 4.9 Yπερδοσολογία Έχουν αναφερθεί μόνον αδημοσίευτα περιστατικά υπερδοσολογίας φαινοφιβράτης. Στην πλειονότητα των περιστατικών δεν αναφέρθηκαν συμπτώματα υπερδοσολογίας.
Δεν είναι γνωστά ειδικά αντίδοτα. Σε υποψία υπερδοσολογίας, θα πρέπει να γίνει συμπτωματική θεραπεία και να ληφθούν τα απαραίτητα υποστηρικτικά μέτρα. Η φαινοφιβράτη δεν μπορεί να απομακρυνθεί με αιμοδιύλιση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Παράγοντες που ελαττώνουν τα λιπίδια του ορού/παράγοντες που ελαττώνουν τη χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια/φιβράτες Κωδικός ATC: C10 AB 05 Η φαινοφιβράτη είναι ένα παράγωγο του ινικού οξέος του οποίου η δράση να μεταβάλλει τα επίπεδα των λιπιδίων στον άνθρωπο μεσολαβείται με ενεργοποίηση των Πολλαπλασιαστών Υπεροξυσωμάτων Ενεργοποιημένων Υποδοχέων τύπου άλφα ("Peroxisome Proliferator Activated Receptor" - PPARα).
Μέσω της ενεργοποίησης των PPARα, η φαινοφιβράτη αυξάνει την λιπόλυση και την απομάκρυνση των πλουσίων σε τριγλυκερίδια αθηρογόνων σωματιδίων από το πλάσμα ενεργοποιώντας την λιποπρωτεϊνική λιπάση και μειώνοντας την παραγωγή της αποπρωτεϊνης apoCIII. Η ενεργοποίηση των PPARα προκαλεί επίσης αύξηση της σύνθεσης των αποπρωτεϊνών apoAI και apoAII.
H προαναφερθείσα δράση της φαινοφιβράτης επί των λιποπρωτεϊνών οδηγεί σε μείωση των κλασμάτων πολύ χαμηλής και χαμηλής πυκνότητας (VLDL και LDL) που περιέχουν apoB και σε αύξηση των υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνικών κλασμάτων (HDL) που περιέχουν apoAI και apoAII.
Επιπρόσθετα, τροποποιώντας τη σύνθεση και τον καταβολισμό των VLDL-κλασμάτων, η φαινοφιβράτη αυξάνει την κάθαρση της LDL και μειώνει τις μικρές πυκνές LDL, τα επίπεδα των οποίων είναι αυξημένα στον αθηρογόνο λιποπρωτεϊνικό φαινότυπο, μία κοινή διαταραχή σε ασθενείς με κίνδυνο για στεφανιαία νόσο.
Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών με φαινοφιβράτη, η ολική χοληστερόλη μειώθηκε από 20 έως 25%, τα τριγλυκερίδια από 40 έως 55% και η HDL-χοληστερόλη αυξήθηκε από 10 έως 30%.
Σε υπερχοληστερολαιμικούς ασθενείς με μείωση της LDL-χοληστερόλης από 20 έως 35%, η συνολική δράση επί της χοληστερόλης έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση των λόγων ολικής χοληστερόλης/HDL-χοληστερόλης, LDL-χοληστερόλης/HDL-χοληστερόλης, ή apoB/apoAI, οι οποίοι θεωρούνται όλοι δείκτες αθηρογόνου κινδύνου.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι θεραπεία με φιβράτες μπορεί να μειώσει τα συμβάματα στεφανιαίας νόσου αλλά δεν έχει αποδειχθεί ότι μειώνει τη θνησιμότητα κάθε αιτιολογίας στην πρωτογενή ή δευτερογενή πρόληψη καρδιαγγειακής νόσου.
Η δοκιμή λιπιδίων ACCORD (Action to Control Cardiovascular Risk in Diabetes) ήταν μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη 5.518 ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν θεραπεία με φαινοφιβράτη σε συνδυασμό με σιμβαστατίνη. Η θεραπεία με φαινοφιβράτη και σιμβαστατίνη δεν επέδειξε σημαντικές διαφορές συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη στη σύνθετη πρωταρχική έκβαση του μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου, του μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, και του καρδιαγγειακού θανάτου (αναλογία κινδύνου [HR] 0,92, 95% (διάστημα εμπιστοσύνης = CI) 0,79-1,08, p = 0,32, μείωση απόλυτου κινδύνου: 0,74%). Στην προκαθορισμένη υποομάδα δυσλιπιδαιμικών ασθενών, που ορίζονται ως εκείνοι στο κατώτερο τριτημόριο της HDL χοληστερόλης (≤34 mg/dl ή 0,88 mmol/L) και στο υψηλότερο τριτημόριο των TG (≥204 mg/dl ή 2,3 mmol/L) στην έναρξη της θεραπείας, η θεραπεία με φαινοφιβράτη και σιμβαστατίνη κατέδειξε 31% σχετική μείωση συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη για τη σύνθετη πρωταρχική έκβαση (αναλογία κινδύνου [HR] 0,69, 95% (διάστημα εμπιστοσύνης = CI) 0,49-0,97, p = 0,03, μείωση απόλυτου κινδύνου: 4,95%). Μια άλλη ανάλυση προκαθορισμένης υποομάδας προσδιόρισε μια στατιστικά σημαντική θεραπευτική αγωγή με αλληλεπίδραση φύλου (p = 0,01) υποδεικνύοντας πιθανό θεραπευτικό όφελος της συνδυασμένης θεραπείας στους άνδρες (p = 0,037) αλλά δυνητικά υψηλότερο κίνδυνο για την πρωταρχική έκβαση στις γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με συνδυασμένη θεραπευτική αγωγή συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με σιμβαστατίνη (p = 0,069). Αυτό δεν παρατηρήθηκε στην προαναφερθείσα υποομάδα ασθενών με δυσλιπιδαιμία αλλά δεν υπήρξε επίσης κανένα σαφές τεκμήριο οφέλους στις δυσλιπιδαιμικές γυναίκες που έλαβαν θεραπεία φαινοφιβράτης με σιμβαστατίνη, και δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί μια πιθανή επιβλαβής επίδραση στην υποομάδα αυτή.
Η εξωαγγειακή εναπόθεση χοληστερόλης (τενόντειο και οζώδες ξάνθωμα) είναι δυνατόν να μειωθεί σημαντικά μέχρι και ολικής εξαλείψεως κατά τη διάρκεια της θεραπείας με φαινοφιβράτη.
Οι ασθενείς με αυξημένα επίπεδα ινωδογόνου στους οποίους χορηγήθηκε φαινοφιβράτη έχουν παρουσιάσει σημαντική μείωση αυτής της παραμέτρου, όπως επίσης και εκείνοι με αυξημένα επίπεδα Lp(a). Άλλοι δείκτες φλεγμονής όπως η C-Αντιδρώσα Πρωτεΐνη μειώθηκαν μετά από θεραπευτική αγωγή με φαινοφιβράτη.
Η ουρικοζουρική δράση της φαινοφιβράτης που προκαλεί μείωση των επιπέδων του ουρικού οξέος κατά περίπου 25% πρέπει να θεωρηθεί επιπρόσθετο όφελος σε δυσλιπιδαιμικούς ασθενείς με υπερουριχαιμία.
Η αντισυσσωρευτική επί των αιμοπεταλίων δράση της φαινοφιβράτης αποδείχθηκε σε πειραματόζωα και σε μία κλινική μελέτη, η οποία έδειξε μείωση της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων που επάγεται από ADP, αραχιδονικό οξύ και επινεφρίνη.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Το Lipidil NT 145mg επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 145 mg φαινοφιβράτης σε νανοσωματίδια.
Απορρόφηση:
Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (C ) επιτυγχάνεται 2 με 4 ώρες μετά τη χορήγηση από το max στόμα. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα παραμένουν σταθερές κατά τη διάρκεια συνεχούς θεραπείας σε οποιοδήποτε άτομο.
Αντίθετα με τις προηγούμενες μορφές της φαινοφιβράτης, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα και η συνολική έκθεση της μορφής με τα νανοσωματίδια είναι ανεξάρτητη από τη λήψη τροφής. Γι’ αυτό, το Lipidil NT 145mg μπορεί να λαμβάνεται ανεξαρτήτως των γευμάτων.
Μία μελέτη επίδρασης της τροφής, που αφορά τη χορήγηση τoυ δισκίου 145mg της νέας μορφής φαινοφιβράτης σε υγιείς άνδρες και γυναίκες σε συνθήκες νηστείας και με ένα πολύ λιπαρό γεύμα, έδειξε ότι η έκθεση (AUC και C ) στο φαινοφιβρικό οξύ δεν επηρεάζεται από την τροφή.
max Κατανομή:
Το φαινοφιβρικό οξύ συνδέεται ισχυρά με την λευκωματίνη του πλάσματος (περισσότερο από 99%).
Μεταβολισμός και απέκκριση:
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η φαινοφιβράτη υδρολύεται άμεσα από εστεράσες στο δραστικό μεταβολίτη, το φαινοφιβρικό οξύ. Αμετάβλητη φαινοφιβράτη δεν ανιχνεύεται στο πλάσμα.
Η φαινοφιβράτη δεν αποτελεί υπόστρωμα για το CYP3A4. Δεν συμβαίνει ηπατικός μικροσωματικός μεταβολισμός.
Το φάρμακο απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα. Πρακτικά η απομάκρυνση όλου του φαρμάκου επιτυγχάνεται μέσα σε 6 μέρες. Η φαινοφιβράτη απεκκρίνεται κυρίως με τη μορφή του φαινοφιβρικού οξέος και του γλυκουρονικού της προϊόντος σύζευξης. Σε ηλικιωμένους ασθενείς η φαινόμενη συνολική κάθαρση του φαινοφιβρικού οξέος από το πλάσμα δεν τροποποιείται.
Μελέτες κινητικής μετά από χορήγηση μίας απλής δόσης και μετά από συνεχή θεραπεία έδειξαν ότι το φάρμακο δεν συσσωρεύεται. Το φαινοφιβρικό οξύ δεν αποβάλλεται κατά την αιμοδιΰλιση.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της απομάκρυνσης του φαινοφιβρικού οξέος από το πλάσμα είναι περίπου 20 ώρες.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Σε μία μη κλινική διάρκειας τριών μηνών μελέτη σε αρουραίους με χορηγούμενο από του στόματος φαινοφιβρικό οξύ, τον ενεργό μεταβολίτη της φαινοφιβράτης, παρατηρήθηκαν τοξικότητα των σκελετικών μυών (ιδιαίτερα εκείνων που είναι πλούσιοι σε τύπου Ι – βραδείας οξείδωσης – μυϊκές ίνες) και καρδιακή εκφύλιση, αναιμία και μείωση του σωματικού βάρους. Δεν παρατηρήθηκε τοξικότητα των σκελετικών μυών σε δόσεις έως 30 mg/kg (περίπου 17 φορές της έκθεσης στη μέγιστη συνιστώμενη δόση σε άνθρωπο (maximum recommended human dose, MRHD). Κανένα σημάδι μυοκαρδιακής τοξικότητας δεν παρατηρήθηκε κατά την έκθεση σε περίπου 3 φορές της έκθεσης στη μέγιστη συνιστώμενη δόση σε άνθρωπο. Σε σκύλους που έλαβαν αγωγή για 3 μήνες παρατηρήθηκαν αναστρέψιμα έλκη και διαβρώσεις στο γαστρεντερικό σωλήνα. Δεν παρατηρήθηκαν γαστρεντερικές βλάβες σε αυτή τη μελέτη σε έκθεση περίπου 5 φορές της έκθεσης στη μέγιστη συνιστώμενη δόση σε άνθρωπο.
Τα αποτελέσματα μελετών μεταλλαξογένεσης της φαινοφιβράτης ήταν αρνητικά.
Σε επίμυες και ποντικούς βρέθηκαν, μετά τη χορήγηση υψηλών δόσεων, όγκοι στο ήπαρ οι οποίοι αποδίδονται στον πολλαπλασιασμό των υπεροξυσωμάτων. Αυτές οι μεταβολές εμφανίζονται ειδικά σε μικρά τρωκτικά και δεν έχουν παρατηρηθεί σε άλλα είδη ζώων. Αυτά δεν σχετίζονται με τη θεραπευτική χρήση στον άνθρωπο.
Μελέτες σε ποντικούς, επίμυες και κουνέλια δεν έδειξαν τερατογόνο δράση. Εμβρυοτοξική δράση εμφανίστηκε σε δόσεις στο εύρος της τοξικότητας για τη μητέρα. Παράταση της κύησης και δυσκολίες κατά τον τοκετό εμφανίστηκαν σε υψηλές δόσεις.
Σε μία μελέτη τοξικότητας με επαναλαμβανόμενες δόσεις φαινοφιβρικού οξέος σε νεαρούς σκύλους παρατηρήθηκαν αναστρέψιμη υποσπερμία και κενοτοπίωση των όρχεων και ανωριμότητα των ωοθηκών. Ωστόσο σε μη κλινικές μελέτες τοξικότητας στην αναπαραγωγή που πραγματοποιήθηκαν με τη φαινοφιβράτη, δεν εντοπίστηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα.
ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας:
Σακχαρόζη Λακτόζη μονοϋδρική Κυτταρίνη μικροκρυσταλλική πυριτικοποιημένη Κροσποβιδόνη Υπρομελλόζη Νάτριο λαουρυλοθειικό Νάτριο δοκουσικό Μαγνήσιο στεατικό Επικάλυψη:
Πολυβινυλαλκοόλη
Τιτανίου διοξείδιο (E171)
Τάλκης Λεκιθίνη σόγιας Ξανθάνης κόμμι
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 30°C.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Θερμοκολλημένες κυψέλες (blisters – από διαυγές PVC/PE/PVDC σφραγισμένο με σύμπλοκο αλουμινίου).
Συσκευασίες των 10 ή 14 δισκίων.
Κουτιά των 10, 20, 28, 30, 50, 84, 90, 98 και 100 δισκίων.
Νοσοκομειακές συσκευασίες: 280 (10x28) και 300 (10x30) δισκίων.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. KΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας στην Ελλάδα BGP ΠΡΟΪΟΝΤΑ Μ.Ε.Π.Ε.
Αγ. Δημητρίου 63, 174 56 Άλιμος.
Τηλ.: 210 9891 777 Κάτοχος Άδειας Κυκλοφορίας στην Κύπρο Mylan IRE Healthcare Limited Unit 35/36 Grange Parade Baldoyle Industrial Estate Dublin 13 Ιρλανδία Τοπικός αντιπρόσωπος Κύπρου Βαρνάβας Χατζηπαναγής Λτδ., Λεωφ. Γιάννου Κρανιδιώτη 226, 2234, Λατσιά, Λευκωσία, Τηλ.: 22207700
8. ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Ελλάδα: 71610/30-09-2016
Κύπρος: 21153
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ EΓΚΡΙΣHΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Για την Ελλάδα Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 19 Ιανουαρίου 2006 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 30 Σεπτεμβρίου 2016 Για την Κύπρο Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: