1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Moxiclav (1000+200) mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση.
2. ΠΟΙΟΤIKH ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε φιαλίδιο Moxiclav περιέχει 1000 mg αμοξικιλλίνης (ως νατριούχο αμοξικιλλίνη) και 200 mg κλαβουλανικού οξέος (ως κλαβουλανικό κάλιο).
Κάθε φιαλίδιο στείρας σκόνης Moxiclav 1,2 g περιέχει 2,727 mmol νατρίου και 1,009 mmol κάλιο (ως άλατα των δραστικών ουσιών).
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση.
Λευκή ή σχεδόν λευκή αποστειρωμένη σκόνη για ανασύσταση ως ενδοφλέβια ένεση ή έγχυση.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Moxiclav ενδείκνυται για τη θεραπεία των παρακάτω λοιμώξεων σε ενήλικους και παιδιά (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.4 και 5.1):
Σοβαρές ρινικές λοιμώξεις, ωτίτιδες και πονόλαιμοι (όπως μαστοειδίτιδα, περιαμυγδαλικές λοιμώξεις, επιγλωττίτιδα και παραρρινοκολπίτιδα που συνοδεύεται από σοβαρά συστηματικά σημεία και συμπτώματα).
Οξείες επιδεινώσεις χρόνιας βρογχίτιδας (επαρκώς διαγνωσμένες)
Εξωνοσοκομειακή πνευμονία Κυστίτιδα Πυελονεφρίτιδα Δερματικές λοιμώξεις και λοιμώξεις μαλακών μορίων, συγκεκριμένα κυτταρίτιδα, δήγματα από ζώα, σοβαρά οδοντικά αποστήματα με επεκτεινόμενη κυτταρίτιδα Οστικές και αρθρικές λοιμώξεις, ιδιαίτερα οστεομυελίτιδα Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις Λοιμώξεις των γυναικείων γεννητικών οργάνων Προφύλαξη έναντι λοιμώξεων που συσχετίζονται με μείζονες χειρουργικές επεμβάσεις σε ενηλίκους, όπως αυτές που περιλαμβάνουν:
Γαστρεντερικό σωλήνα Κοιλότητα της πυέλου Κεφαλή και αυχένα Επεμβάσεις στη χοληφόρο οδό Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες αναφορικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία
Οι δόσεις εκφράζονται σε όλο το κείμενο ως προς το περιεχόμενο σε αμοξικιλλίνη και κλαβουλανικό οξύ με εξαίρεση όταν οι δόσεις δηλώνονται ως προς ένα μεμονωμένο συστατικό.
Η δόση του Moxiclav που επιλέγεται για τη θεραπεία μιας μεμονωμένης λοίμωξης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη:
Τα αναμενόμενα παθογόνα και την πιθανή τους ευαισθησία σε αντιβακτηριακούς παράγοντες (βλέπε παράγραφο 4.4)
Τη βαρύτητα και το σημείο της λοίμωξης Την ηλικία, το βάρος και τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς, όπως φαίνεται παρακάτω.
Η χρήση εναλλακτικών μορφών του Moxiclav (π.χ. εκείνες που παρέχουν υψηλότερες δόσεις αμοξικιλλίνης ή/και διαφορετικές αναλογίες αμοξικιλλίνης προς κλαβουλανικό οξύ) θα πρέπει να θεωρείται απαραίτητη (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1).
Αυτή η κόνις για διάλυμα προς έγχυση του Moxiclav παρέχει συνολική ημερήσια δόση 3000 mg αμοξικιλλίνης και 600 mg κλαβουλανικού οξέος, όταν χορηγείται σύμφωνα με τις παρακάτω συστάσεις. Εάν θεωρηθεί ότι απαιτείται υψηλότερη ημερήσια δόση αμοξικιλλίνης, συνιστάται να επιλεχθεί μία εναλλακτική μορφή ενδοφλέβιου Moxiclav, προκειμένου να αποφευχθεί η χορήγηση περιττών υψηλών ημερήσιων δόσεων κλαβουλανικού οξέος.
Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να καθορίζεται από την ανταπόκριση του ασθενούς. Για ορισμένες λοιμώξεις (π.χ. οστεομυελίτιδα) απαιτούνται μεγαλύτερες περίοδοι θεραπείας. Η θεραπεία δεν θα πρέπει να παρατείνεται πέραν των 14 ημερών χωρίς επανεξέταση (βλέπε παράγραφο 4.4 σχετικά με την παρατεταμένη θεραπεία).
Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τοπικές οδηγίες αναφορικά με την κατάλληλη συχνότητα της δόσης αμοξικιλλίνης και κλαβουλανικού οξέος.
Ενήλικοι και παιδιά ≥ 40kg Για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων όπως ενδείκνυνται στην παράγραφο 4.1: (1000+200) mg ανά 8 ώρες.
Για χειρουργική προφύλαξη Για διαδικασίες διάρκειας μικρότερης της 1 ώρας, η συνιστώμενη δόση του Moxiclav είναι 1000 mg/200 mg έως (2000+200) mg χορηγούμενα στην επαγωγή αναισθησίας (Οι δόσεις (2000+200)
mg μπορούν να επιτευχθούν με τη χρήση εναλλακτικού ενδοφλέβιου σκευάσματος).
Για διαδικασίες διάρκειας μεγαλύτερης της 1 ώρας, η συνιστώμενη δόση του Moxiclav είναι (1000+200) mg έως (2000+200) mg χορηγούμενα στην επαγωγή αναισθησίας με έως 3 δόσεις (1000+200) mg σε 24 ώρες.
Σαφή κλινικά σημεία λοίμωξης κατά την εγχείρηση θα απαιτήσουν φυσιολογική πορεία ενδοφλέβιας ή από του στόματος θεραπείας μετεγχειρητικά.
Παιδιά < 40 kg Συνιστώμενες δόσεις:
- Παιδιά ηλικίας 3 ετών και άνω: (25+5) mg ανά kg ανά 8 ώρες.
- Παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών ή βάρους μικρότερου των 4 kg: (25+5) mg ανά kg ανά 12 ώρες.
Ηλικιωμένοι Δεν θεωρείται απαραίτητη κάποια αναπροσαρμογή της δόσης.
Νεφρική δυσλειτουργία Οι αναπροσαρμογές της δόσης βασίζονται στο μέγιστο συνιστώμενο επίπεδο αμοξικιλλίνης. Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) μεγαλύτερη από 30 ml/min.
Eνήλικοι και παιδιά ≥ 40 kg
| CrCl: 10-30 ml/min | Αρχική δόση (1000+200) mg και στη συνέχεια (500+100) mg χορηγούμενα δύο φορές την ημέρα |
|---|---|
| CrCl < 10ml/min | Aρχική δόση (1000+200) mg και στη συνέχεια (500+100) mg χορηγούμενα δύο φορές την ημέρα |
| Αιμοδιύλιση | Αρχική δόση (1000+200) mg και στη συνέχεια (500+100) mg ανά 24 ώρες συν δόση (500+100) mg στο τέλος της διύλισης (καθώς μπορεί να είναι μειωμένες οι συγκεντρώσεις της αμοξικιλλίνης και του κλαβουλανικού οξέος) |
Παιδιά < 40 kg
| CrCl: 10 έως 30 ml/min | (25+5) mg ανά kg χορηγούμενα ανά 12 ώρες. |
|---|---|
| CrCl < 10 ml/min | (25+5) mg ανά kg χορηγούμενα ανά 24 ώρες. |
| Aιμοδιύλιση | (25+5) mg ανά kg χορηγούμενα ανά 24 ώρες συν δόση (12,5+2,5) mg ανά kg στο τέλος της διύλισης (καθώς μπορεί να είναι μειωμένες οι συγκεντρώσεις της αμοξικιλλίνης και του κλαβουλανικού οξέος) |
Ηπατική δυσλειτουργία Χορήγηση με προσοχή και έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας σε τακτά χρονικά διαστήματα (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4).
Τρόπος χορήγησης Το Moxiclav (1000+200) mg προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση.
Το Moxiclav μπορεί να χορηγηθεί είτε με αργή ενδοφλέβια ένεση σε διάστημα 3 έως 4 min απευθείας σε μια φλέβα ή μέσω καθετήρα ή με έγχυση μέσα σε 30 έως 40 min.
Το Moxiclav δεν είναι κατάλληλο για ενδομυϊκή χορήγηση.
Στα παιδιά ηλικίας μικρότερης των 3 μηνών θα πρέπει να χορηγείται το Moxiclav μόνο με έγχυση.
Η θεραπεία με Moxiclav θα πρέπει να ξεκινά με ένα ενδοφλεβίως χορηγούμενο παρασκεύασμα και να ολοκληρώνεται με μία κατάλληλη από του στόματος χορηγούμενη σύνθεση αναλόγως των αναγκών κάθε ασθενούς.
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στις δραστικές ουσίες, σε οποιαδήποτε από τις πενικιλίνες ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
Ιστορικό σοβαρής άμεσης αντίδρασης υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλαξία) σε άλλον παράγοντα με β – λακτάμη (π.χ. κεφαλοσπορίνη, καρβαπενέμη ή μονοβακτάμη).
Ιστορικό ίκτερου/ηπατικής δυσλειτουργίας λόγω αμοξικιλλίνης και κλαβουλανικού οξέος (βλέπε παράγραφο 4.8).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Πριν από την έναρξη θεραπείας με αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ θα πρέπει να γίνει προσεκτική διερεύνηση αναφορικά με προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας στις πενικιλίνες, κεφαλοσπορίνες, ή σε άλλους παράγοντες με β – λακτάμη (βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.8).
Σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων και των σοβαρών ανεπιθύμητων δερματικών αντιδράσεων)
έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με πενικιλίνη. Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί επίσης να εξελιχθούν σε σύνδρομο Κούνη, μια σοβαρή αλλεργική αντίδραση που μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου (βλ. παράγραφο 4.8). Αυτές οι αντιδράσεις είναι πιθανότερο να εκδηλωθούν σε άτομα που έχουν ιστορικό υπερευαισθησίας στην πενικιλίνη και σε ατοπικά άτομα.
Στην περίπτωση που μία λοίμωξη είναι αποδεδειγμένα λόγω μικροοργανισμού(ών) ευαίσθητου(ων)
στην αμοξικιλλίνη, τότε πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μεταφοράς από αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ σε αμοξικιλλίνη σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες.
Αυτή η μορφή του Moxiclav μπορεί να μην είναι κατάλληλη προς χρήση όταν υπάρχει υψηλός κίνδυνος τα υποτιθέμενα παθογόνα να έχουν αντίσταση σε παράγοντες με β-λακτάμη που δεν διαμεσολαβείται από β-λακταμάσες ευαίσθητες σε αναστολή από το κλαβουλανικό οξύ (Καθώς δεν είναι διαθέσιμα ειδικά δεδομένα για Τ>MIC και τα δεδομένα για συγκρίσιμες από του στόματος μορφές είναι οριακά, αυτή η μορφή (χωρίς πρόσθετη αμοξικιλλίνη) μπορεί να μην είναι κατάλληλη για τη θεραπεία μη ευαίσθητου στην πενικιλίνη S. pneumoniae.
Σπασμοί μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας ή σε αυτούς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις (βλέπε παράγραφο 4.8).
Η αμοξικιλλίνη και το κλαβουλανικό οξύ θα πρέπει να αποφεύγεται εάν υπάρχει υπόνοια λοιμώδους μονοπυρήνωσης, καθώς η εκδήλωση ενός ιλαροειδούς εξανθήματος έχει σχετιστεί με αυτήν την πάθηση μετά από χρήση αμοξικιλλίνης.
Η ταυτόχρονη χρήση αλλοπουρινόλης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αμοξικιλλίνη μπορεί να αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης αλλεργικών δερματικών αντιδράσεων.
Η παρατεταμένη χρήση μπορεί ενίοτε να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών.
Η εμφάνιση κατά την έναρξη της θεραπείας ενός πυρετώδους γενικευμένου ερυθήματος σχετιζόμενο με φλύκταινα μπορεί να είναι σύμπτωμα γενικευμένου κηλιδοβλατιδώδους εξανθήματος (AGEP) (βλέπε παράγραφο 4.8). Η αντίδραση αυτή απαιτεί τη διακοπή του Moxiclav και αντενδείκνυται οποιαδήποτε επακόλουθη χορήγηση αμοξικιλλίνης.
Η αμοξικιλλίνη και κλαβουλανικό οξύ θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ένδειξη ηπατικής δυσλειτουργίας (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.3 και 4.8).
Ηπατικά περιστατικά έχουν αναφερθεί κυρίως σε άρρενες και ηλικιωμένους ασθενείς και μπορεί να σχετίζονται με παρατεταμένη θεραπεία. Τέτοια περιστατικά πολύ σπάνια έχουν αναφερθεί σε παιδιά. Σε όλους τους πληθυσμούς, τα σημεία και συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά τη θεραπεία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να μη γίνουν αντιληπτά μέχρι αρκετές εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας. Συνήθως είναι αναστρέψιμα. Τα ηπατικά περιστατικά μπορεί να είναι σοβαρά και σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί θάνατοι. Αυτοί σχεδόν πάντα συνέβησαν σε ασθενείς με σοβαρή υποκείμενη πάθηση ή με παράλληλη λήψη φαρμάκων γνωστών για τη δυνητικά ηπατική τους δράση (βλέπε παράγραφο 4.8).
Συσχετιζόμενη με αντιβιοτικά κολίτιδα έχει αναφερθεί σχεδόν με όλους τους αντιβακτηριακούς παράγοντες περιλαμβανομένης της αμοξικιλλίνης και μπορεί η βαρύτητά της να κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή (βλέπε παράγραφο 4.8). Επομένως, είναι σημαντικό να εξετάζεται το ενδεχόμενο αυτής της διάγνωσης σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια της χορήγησης οποιωνδήποτε αντιβιοτικών ή μετά από αυτή. Στην περίπτωση που εμφανισθεί κολίτιδα σχετιζόμενη με το αντιβιοτικό, η χορήγηση του Moxiclav, πρέπει να διακοπεί άμεσα, να ζητηθεί η συμβουλή γιατρού και να αρχίσει η κατάλληλη θεραπεία. Σε αυτή την περίπτωση αντενδείκνυται η χρήση αντι-περισταλτικών φαρμάκων.
Σύνδρομο φαρμακοεπαγόμενης εντεροκολίτιδας (DIES) έχει αναφερθεί κυρίως σε παιδιά που λαμβάνουν αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό (βλ. παράγραφο 4.8). Το DIES είναι μια αλλεργική αντίδραση με κύριο σύμπτωμα τα παρατεταμένα επεισόδια εμέτου (1-4 ώρες μετά την χορήγηση του φαρμάκου) απουσία αλλεργικών συμπτωμάτων του δέρματος ή του αναπνευστικού. Περαιτέρω συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, διάρροια, υπόταση ή λευκοκυττάρωση με ουδετεροφιλία. Έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά, συμπεριλαμβανομένων και περιπτώσεων που εξελίχθηκαν σε καταπληξία.
Εάν παρουσιαστεί μια αλλεργική αντίδραση, η θεραπεία με αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ πρέπει να διακοπεί και να ξεκινήσει κατάλληλη εναλλακτική θεραπεία.
Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας ενδείκνυται περιοδική αξιολόγηση των λειτουργιών των οργανικών συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων της νεφρικής, ηπατικής και αιμοποιητικής λειτουργίας.
Σπανίως έχει αναφερθεί επιμήκυνση του χρόνου προθρομβίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν αμοξικιλλίνη και κλαβουλανικό οξύ. Θα πρέπει να εφαρμόζεται κατάλληλη παρακολούθηση όταν χορηγούνται ταυτόχρονα αντιπηκτικά. Ενδέχεται να χρειαστούν αναπροσαρμογές της δόσης των λαμβανόμενων από το στόμα αντιπηκτικών, ώστε να διατηρείται το επιθυμητό επίπεδο αντιπηκτικότητας (βλέπε παραγράφους 4.5 και 4.8).
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η δόση θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται ανάλογα με το βαθμό της δυσλειτουργίας (βλέπε παράγραφο 4.2).
Σε ασθενείς με μειωμένη παραγωγή ούρων, πολύ σπάνια έχει παρατηρηθεί κρυσταλλουρία (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής βλάβης), κυρίως με παρεντερική θεραπεία. Κατά τη χορήγηση υψηλών δόσεων αμοξικιλλίνης, ενδείκνυται η διατήρηση επαρκούς πρόσληψης υγρών και παραγωγής ούρων για να μειωθεί η πιθανότητα σχηματισμού κρυστάλλων αμοξικιλλίνης στα ούρα. Σε ασθενείς με ουροκαθετήρες, θα πρέπει να τηρείται τακτικός έλεγχος βατότητας (βλέπε παραγράφους 4.8 και 4.9).
Κατά τη θεραπεία με αμοξικιλλίνη, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ενζυματικές μέθοδοι με οξειδάση της γλυκόζης κατά τον έλεγχο για παρουσία γλυκόζης στα ούρα επειδή ψευδώς θετικά αποτελέσματα μπορεί να παρουσιαστούν με μη ενζυματικές μεθόδους.
Η παρουσία κλαβουλανικού οξέος στο Moxiclav, μπορεί να προκαλέσει μη ειδική σύνδεση IgG και λευκωματίνης με ερυθροκυτταρικές μεμβράνες και να οδηγήσει σε ψευδή θετικό έλεγχο Coombs.
Υπάρχουν αναφορές θετικών αποτελεσμάτων κατά τη χρήση της διαγνωστικής εξέτασης Bio-Rad Laboratories Platelia Aspergillus EIA σε ασθενείς που λαμβάνουν αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ, οι οποίοι στη συνέχεια βρέθηκε ότι δεν είχαν λοίμωξη από Aspergillus. Διασταυρούμενες αντιδράσεις με μη-ασπεργιλλικά πολυσακχαρίδια και πολυφουράνες κατά τον έλεγχο με το τεστ Bio-Rad Laboratories Platelia Aspergillus EIA έχουν αναφερθεί. Επομένως, θετικά αποτελέσματα δοκιμασιών σε ασθενείς που λαμβάνουν αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή και να επιβεβαιώνονται με άλλες διαγνωστικές μεθόδους.
(1000+200) mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση.
Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει νάτριο σε συγκέντρωση 62,9 mg (2,7 mmol) ανά φιαλίδιο.
Η προειδοποίηση αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη περιεκτικότητα σε νάτριο.
(1000+200) mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση.
Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 39,3 mg (1,0 mmol) καλίου ανά φιαλίδιο. Να λαμβάνεται υπόψη από τους ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή ασθενείς σε δίαιτα μειωμένου καλίου.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Λαμβανόμενα από το στόμα αντιπηκτικά Λαμβανόμενα από το στόμα αντιπηκτικά και αντιβιοτικά με πενικιλλίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως στην πράξη χωρίς αναφορές αλληλεπίδρασης. Ωστόσο, στη βιβλιογραφία υπάρχουν περιπτώσεις αυξημένου διεθνούς κανονικοποιημένου λόγου σε ασθενείς που συντηρούνται με λήψη ακενοκουμαρόλης ή βαρφαρίνης και στους οποίους χορηγείται ένα σχήμα αμοξικιλλίνης.
Σε περίπτωση που είναι απαραίτητη η συγχορήγηση, θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά ο χρόνος προθρομβίνης ή ο διεθνής κανονικοποιημένος λόγος με την προσθήκη ή την απόσυρση αμοξικιλλίνης. Επιπλέον, ενδέχεται να είναι απαραίτητες αναπροσαρμογές της δόσης λαμβανόμενων από το στόμα αντιπηκτικών (βλέπε παραγράφους 4.4 και 4.8).
Μεθοτρεξάτη Οι πενικιλλίνες ενδέχεται να μειώσουν την έκκριση μεθοτρεξάτης, γεγονός που προκαλεί ενδεχόμενη αύξηση τοξικότητας.
Προβενεσίδη
Η συγχορήγηση με προβενεσίδη δεν συνιστάται. Η προβενεσίδη μειώνει τη νεφρική σωληναριακή απέκκριση της αμοξικιλλίνης. Η συγχορήγηση με προβενεσίδη μπορεί να αυξήσει και να επιμηκύνει τα επίπεδα αμοξικιλλίνης στο αίμα αλλά όχι του κλαβουλανικού οξέος.
Mycophenolate mofetil Σε ασθενείς που λαμβάνουν mycophenolate mofetil, μετά την έναρξη από του στόματος χορήγησης αμοξικιλλίνης και κλαβουλανικού οξέος παρατηρήθηκε μείωση της προ της χορήγησης συγκέντρωσης του δραστικού μεταβολίτη μυκοφαινολικό οξύ (MPA) κατά περίπου 50%. Η μεταβολή των προ χορήγησης επιπέδων μπορεί να μην αντιπροσωπεύει επακριβώς τις μεταβολές στη συνολική έκθεση στο MPA.
Επομένως αλλαγή της δόσης του mycophenolate mofetil κανονικά δεν θα πρέπει να είναι απαραίτητη, σε απουσία κλινικής ένδειξης δυσλειτουργίας του μοσχεύματος.
Ωστόσο, στενή κλινική παρακολούθηση θα πρέπει να ακολουθείται κατά τη διάρκεια του συνδυασμού και αμέσως μετά τη θεραπεία με το αντιβιοτικό.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επικίνδυνες επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3).
Περιορισμένα στοιχεία σχετικά με τη χρήση αμοξικιλλίνης/κλαβουλανικού οξέος κατά τη διάρκεια της κυήσεως σε ανθρώπους δεν υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο συγγενών διαμαρτιών. Σε μια μόνο μελέτη σε γυναίκες με πρόωρο τοκετό, παρατηρήθηκε ότι προφυλακτική αγωγή με αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ μπορεί να συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ελκονεκρωτικής εντεροκολίτιδας των νεογνών. Η χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός εάν θεωρείται απαραίτητη από τον γιατρό.
Θηλασμός Και οι δύο ουσίες αποβάλλονται στο μητρικό γάλα (τίποτα δεν είναι γνωστό για τις επιδράσεις του κλαβουλανικού οξέος στο βρέφος που θηλάζει). Συνεπώς, στο βρέφος που θηλάζει είναι πιθανή η εμφάνιση διάρροιας και μυκητιασικής λοίμωξης των βλεννογόνων, οπότε μπορεί να χρειαστεί να διακοπεί ο θηλασμός. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα ευαισθητοποίησης. Η αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κατά τη διάρκεια του θηλασμού μετά από αξιολόγηση του οφέλους/του κινδύνου από τον θεράποντα γιατρό.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, ενδέχεται να παρουσιαστούν ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ.
αλλεργικές αντιδράσεις, ζάλη, σπασμοί), οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων (βλέπε παράγραφο 4.8).
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες (ΑΕ) είναι διάρροια, ναυτία και έμετος.
Οι ΑΕ από κλινικές δοκιμές και μετεγκριτική παρακολούθηση με το Moxiclav, ταξινομήθηκαν σύμφωνα με την Κατηγορία οργάνου συστήματος κατά MedDRA και παρατίθενται παρακάτω.
Για την ταξινόμηση των ανεπιθύμητων ενεργειών χρησιμοποιήθηκαν οι παρακάτω ορολογίες.
Πολύ συχνές (≥1/10)
Συχνές (≥1/100 με < 1/10)
Όχι συχνές (≥1/1.000 με <1/100)
Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
Μη γνωστή συχνότητα {δεν μπορεί να μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα}
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | |
|---|---|
| Βλεννογονοδερματική καντιντίαση | Συχνή |
| Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Αναστρέψιμη λευκοπενία (συμπεριλαμβανομένης ουδετεροπενίας) | Σπάνια |
| Θρομβοκυτταροπενία | Σπάνια |
| Αναστρέψιμη ακοκκιοκυτταραιμία | Μη γνωστή |
| Αιμολυτική αναιμία | Μη γνωστή |
| Παράταση του χρόνου αιμορραγίας και του χρόνου προθρομβίνης1 | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος10 | |
| Αγγειονευρωτικό οίδημα | Μη γνωστή |
| Αναφυλαξία | Μη γνωστή |
| Σύνδρομο ομοιάζον με ορονοσία | Μη γνωστή |
| Αγγειακή υπερευαισθησία | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Ζάλη | Όχι συχνή |
| Κεφαλαλγία | Όχι συχνή |
| Σπασμοί2 | Μη γνωστή |
| Άσηπτη μηνιγγίτιδα | Μη γνωστή |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Σύνδρομο Κούνη | Μη γνωστή |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Θρομβοφλεβίτιδα3 | Σπάνια |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | |
| Διάρροια | Συχνή |
| Ναυτία | Όχι συχνή |
| Έμετος | Όχι συχνή |
| Δυσπεψία | Όχι συχνή |
| Οξεία παγκρεατίτιδα | Μη γνωστή |
| Συσχετιζόμενη με αντιβιοτικά κολίτιδα4 | Μη γνωστή |
| Σύνδρομο εντεροκολίτιδας που προκαλείται από φάρμακα | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων |
| Αυξήσεις AST ή/και ALT5 | Όχι συχνή |
|---|---|
| Ηπατίτιδα6 | Μη γνωστή |
| Χολοστατικός ίκτερος6 | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού7 | |
| Δερματικό εξάνθημα | Όχι συχνή |
| Κνησμός | Όχι συχνή |
| Κνίδωση | Όχι συχνή |
| Πολύμορφο ερύθημα | Σπάνια |
| Σύνδρομο Stevens-Johnson | Μη γνωστή |
| Τοξική επιδερμική νεκρόλυση | Μη γνωστή |
| Πομφολυγώδης αποφολιδωτική δερματίτιδα | Μη γνωστή |
| Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)9 | Μη γνωστή |
| Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS) | Μη γνωστή |
| Γραμμική IgA Πομφολυγώδης Δερματοπάθεια | Μη γνωστή |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Διάμεση νεφρίτιδα | Μη γνωστή |
| Κρυσταλλουρία8 (συμπεριλαμβανομένης της οξείας νεφρικής βλάβης) | Μη γνωστή |
| 1 Βλέπε παράγραφο 4.4 2 Βλέπε παράγραφο 4.4 3 Στο σημείο της ένεσης 4 Συμπεριλαμβανομένης της ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας και της αιμορραγικής κολίτιδας (βλέπε παράγραφο 4.4) 5 Μια μέτρια αύξηση σε AST και/ή ALT έχει σημειωθεί σε ασθενείς που έλαβαν αντιβιοτικά της κατηγορίας β – λακτάμης, αλλά η σημασία αυτών των ευρημάτων είναι άγνωστη. 6 Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν σημειωθεί με άλλες πενικιλλίνες και κεφαλοσπορίνες (βλέπε παράγραφο 4.4) 7 Αν αναφερθεί οποιαδήποτε δερματική αντίδραση υπερευαισθησίας, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται (βλέπε παράγραφο 4.4) 8 Βλέπε παράγραφο 4.9 9 Βλέπε παράγραφο 4.4 10 Βλέπε παραγράφους 4.3 και 4.4 |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα και σημεία υπερδοσολογίας
Μπορεί να εμφανιστούν γαστρεντερικά συμπτώματα και διαταραχή του ισοζυγίου υγρών και ηλεκτρολυτών. Έχει παρατηρηθεί κρυσταλλουρία αμοξικιλλίνης στα ούρα, που σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγεί σε νεφρική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.4).
Σπασμοί μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας ή σε αυτούς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις.
Έχει αναφερθεί ότι η αμοξικιλλίνη καθιζάνει σε ουροκαθετήρες, κυρίως μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μεγάλων δόσεων. Θα πρέπει να τηρείται τακτικός έλεγχος βατότητας (βλέπε παράγραφο 4.4).
Θεραπεία δηλητηρίασης Τα γαστρεντερικά συμπτώματα μπορούν να αντιμετωπιστούν συμπτωματικά, δίνοντας προσοχή στο ισοζύγιο νερού/ηλεκτρολυτών.
Η αμοξικιλλίνη και το κλαβουλανικό οξύ μπορεί να απομακρυνθεί από την κυκλοφορία με αιμοκάθαρση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Συνδυασμοί πενικιλλινών, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων β – λακταμάσης, κωδικός ATC: J01CR02 Μηχανισμός δράσης Η αμοξικιλλίνη είναι μία ημισυνθετική πενικιλλίνη (αντιβιοτικό με β – λακτάμη), η οποία αναστέλλει ένα ή περισσότερα ένζυμα (συχνά αναφέρονται ως πρωτεΐνες σύνδεσης των πενικιλλινών ΡΒΡ) στη βιοσυνθετική οδό της βακτηριακής πεπτιδογλυκάνης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο δομικό συστατικό του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος. Η αναστολή της σύνθεσης πεπτιδογλυκάνης οδηγεί στην αποδυνάμωση του κυτταρικού τοιχώματος, η οποία συχνά ακολουθείται από κυτταρόλυση και θάνατο.
Η αμοξικιλλίνη είναι ευαίσθητη στην αποδόμηση από β – λακταμάσες που παράγονται από ανθεκτικά βακτήρια και, επομένως, δεν είναι δραστική από μόνη της έναντι οργανισμών που παράγουν τέτοια ένζυμα.
Το κλαβουλανικό οξύ είναι μία β-λακτάμη που σχετίζεται δομικά με πενικιλλίνες. Απενεργοποιεί ορισμένα ένζυμα της β-λακταμάσης αποτρέποντας, ως εκ τούτου, την αδρανοποίηση της αμοξικιλλίνης. Το κλαβουλανικό οξύ μεμονωμένα δεν ασκεί κλινικά χρήσιμη αντιβακτηριακή επίδραση.
Σχέση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής Ο χρόνος άνω της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (T>MIC) θεωρείται ότι είναι ο μείζων καθοριστικός παράγοντας αποτελεσματικότητας για την αμοξικιλλίνη.
Μηχανισμοί αντίστασης Οι δύο κύριοι μηχανισμοί αντίστασης στην αμοξικιλλίνη/το κλαβουλανικό οξύ είναι:
Αδρανοποίηση από εκείνες τις βακτηριακές β-λακταμάσες που δεν αναστέλλονται οι ίδιες από κλαβουλανικό οξύ, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών B, C και D.
Μεταβολή των ΡΒΡ, η οποία μειώνει τη συγγένεια του αντιβακτηριακού παράγοντα για το στόχο.
Η μη διαπερατότητα βακτηρίων ή μηχανισμοί αντλίας εκροής μπορεί να προκαλέσουν βακτηριακή αντίσταση ή να συντελέσουν σε αυτή, ιδιαίτερα σε Gram-αρνητικά βακτήρια.
Όρια ευαισθησίας Τα όρια ευαισθησίας στις Ελάχιστες Ανασταλτικές Συγκεντρώσεις MIC για την αμοξικιλλίνη/το κλαβουλανικό οξύ είναι εκείνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους Αντιμικροβιακούς Ελέγχους Ευαισθησίας (EUCAST).
| Οργανισμός | Όρια ευαισθησίας (μg/ml) | |
|---|---|---|
| Ευαίσθητος | Ανθεκτικός | |
| Haemophilus influenzae | ≤ ≤0,0011 | > 21 |
| Moraxella catarrhalis | ≤ 11 | > 11 |
| Staphylococcus spp. | Σημείωση2a,3a,3b,4 | Σημείωση2a,3a,3b,4 |
| Enterococcusspp.7 | ≤ 41,5 | > 81,5 |
| Streptococcus ομάδεςA, B, C, G2b,8 (ενδείξεις εκτός από μηνιγγίτιδα) | Σημείωση 2b | Σημείωση2b |
| Streptococcus pneumoniae8 | ≤ 0,51,6 | > 11,6 |
| Enterobacterales σε μη Επιπλεγμένες λοιμώξεις του ουροποιητικού | ≤321 | >321 |
| Gram-αρνητικά Αναερόβια | ≤ 41 | > 81 |
| Gram-θετικά Αναερόβια (εκτός Clostridioides difficile) | ≤ 41 | > 81 |
| Όρια ευαισθησίας που δεν σχετίζονται με είδη | ≤ 21 | > 81 |
| Viridans ομάδα streptococci8 | Σημείωση 2a,9 | Σημείωση 2a,9 |
| Pasteurella multocida | ≤11 | >11 |
| Burkholderia pseudomallei | ≤0,0011 | >81 |
| 1Για σκοπούς δοκιμής ευαισθησίας, η συγκέντρωση του κλαβουλανικού οξέος καθορίζεται στα 2 mg/L. 2a Τα όρια ευαισθησίας στον πίνακα βασίζονται στα όρια ευαισθησίας της βενζυλοπενικιλλίνης. Η ευαισθησία συνάγεται από την ευαισθησία στη βενζυλοπενικιλλίνη. 2b Η ευαισθησία των ομάδων στρεπτόκοκκου A, B, C και G στις πενικιλλίνες συνάγεται από την ευαισθησία στη βενζυλοπενικιλλίνη (ενδείξεις εκτός από μηνιγγίτιδα) με εξαίρεση τη φαινοξυμεθυλοπενικιλλίνη και τις ισοξαζολυλοπενικιλλίνες για τον στρεπτόκοκκο της ομάδας Β. 3a Οι περισσότεροι σταφυλόκοκκοι παράγουν πενικιλλινάση και κάποιοι είναι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη. Και οι δύο μηχανισμοί τoυς καθιστούν ανθεκτικούς στη βενζυλοπενικιλλίνη, φαινοξυμεθυλοπενικιλλίνη, αμπικιλλίνη, αμοξικιλλίνη, |
πιπερακιλλίνη και τικαρκιλλίνη. Οι σταφυλόκοκκοι που είναι ευαίσθητοι στη βενζυλοπενικιλλίνη και την κεφοξιτίνη μπορούν να αναφερθούν ότι είναι ευαίσθητοι σε όλες τις πενικιλίνες. Οι σταφυλόκοκκοι που είναι ανθεκτικοί στη βενζυλοπενικιλλίνη αλλ ευαίσθητοι στην κεφοξιτίνη είναι ευαίσθητοι σε συνδυασμούς αναστολέων βήτα-λακταμάσης, τις ισοξαζολυλοπενικιλλίνες (οξακιλλίνη, κλοξακιλλίνη, δικλοξακιλλίνη και φλουκλοξακιλλίνη) και τη ναφκιλλίνη.
Για τους παράγοντες που χορηγούνται από το στόμα, θα πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να επιτυγχάνεται επαρκής έκθεση στο σημείο της λοίμωξης. Οι σταφυλόκοκκοι που δοκιμάζονται ανθεκτικοί στην κεφοξιτίνη είναι ανθεκτικοί σε όλες τις πενικιλίνες 3b Οι περισσότεροι σταφυλόκοκκοι αρνητικοί στην κοαγουλάση παράγουν πενικιλλινάση και μερικοί είναι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη. Και οι δύο μηχανισμοί τους καθιστούν ανθεκτικούς στη βενζυλοπενικιλλίνη, φαινοξυμεθυλοπενικιλλίνη, αμπικιλλίνη, αμοξικιλλίνη, πιπερακιλλίνη και τικαρκιλλίνη. Καμία επί του παρόντος διαθέσιμη μέθοδος δεν μπορεί να ανιχνεύσει αξιόπιστα την παραγωγή πενικιλλινάσης σε σταφυλόκοκκους αρνητικούς στην κοαγκουλάση, αλλά η αντοχή στη μεθικιλλίνη μπορεί να ανιχνευθεί με την κεφοξιτίνη όπως περιγράφεται.
4 Οι ευαίσθητοι στην αμπικιλλίνη S. saprophyticus είναι mecA-αρνητικοί και
ευαίσθητοι στην αμπικιλλίνη, αμοξικιλλίνη και πιπερακιλλίνη (χωρίς ή με αναστολέα β- λακταμάσης).
5 Η ευαισθησία στην αμπικιλλίνη, αμοξικιλλίνη και πιπερακιλλίνη (με και χωρίς
αναστολέα βήτα-λακταμάσης) μπορεί να συναχθεί από την αμπικιλλίνη. Η αντίσταση στην αμπικιλλίνη είναι ασυνήθιστη στο E. faecalis (επιβεβαιώστε με MIC) αλλά συχνή στο E. faecium.
6 Η δοκιμασία με δίσκο οξακιλλίνης 1 μg ή η δοκιμασία MIC βενζυλοπενικιλλίνης θα
χρησιμοποιηθεί για τον αποκλεισμό μηχανισμών αντίστασης στη β-λακτάμη. Όταν η δοκιμασία είναι αρνητική (ζώνη αναστολής οξακιλλίνης ≥20 mm ή MIC βενζυλοπενικιλλίνης ≤0,06 mg/l) όλοι οι παράγοντες βήτα-λακτάμης για τους οποίους είναι διαθέσιμα κλινικά όρια ευαισθησίας, μπορούν να αναφερθούν ως ευαίσθητοι χωρίς περαιτέρω έλεγχο.
7 Τα όρια ευαισθησίας της αμινοπενικιλλίνης στους εντερόκοκκους βασίζονται στην
ενδοφλέβια χορήγηση. Η από του στόματος χορήγηση είναι σχετική μόνο για λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος.
8 Η προσθήκη ενός αναστολέα β-λακταμάσης δεν προσθέτει κλινικό όφελος.
9 Η βενζυλοπενικιλλίνη (MIC ή διάχυση δίσκου) μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την
δοκιμασία αντοχής στη βήτα-λακτάμη σε στρεπτόκοκκους της ομάδας viridans. Τα απομονωμένα στελέχη που κατηγοριοποιούνται ως αρνητικά στην δοκιμασία μπορεί να αναφερθούν ότι είναι ευαίσθητα σε παράγοντες βήτα-λακτάμης για τα οποία παρατίθενται κλινικά όρια ευαισθησίας. Τα απομονώμλενα στελέχη που κατηγοριοποιούνται ως θετικά στην δοκιμασία θα πρέπει να ελέγχονται για ευαισθησία σε μεμονωμένους παράγοντες. Για αρνητικά στην δοκιμασία απομονωμένα στελέχη βενζυλοπενικιλλίνης (MIC ≤0,25 mg/L), η ευαισθησία μπορεί να συναχθεί από τη βενζυλοπενικιλλίνη ή την αμπικιλλίνη. Για θετικά στην δοκιμασία απομονωμένα στελέχη βενζυλοπενικιλλίνης (MIC >0,25 mg/L), η ευαισθησία συνάγεται από την αμπικιλλίνη.
O επιπολασμός αντίστασης ενδεχομένως ποικίλει ανάλογα με την περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη και η τοπική πληροφόρηση σχετικά με την αντίσταση είναι επιθυμητή, κυρίως κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις απαιτήσεις, θα πρέπει να ζητείται η συνδρομή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός αντίστασης διακυβεύει τη χρησιμότητα του παράγοντα τουλάχιστον σε ορισμένους τύπους λοιμώξεων.
Συνήθως ευαίσθητα είδη Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί Enterococcus faecalis Gardnerella vaginalis Staphylococcus aureus (ευαίσθητος στη μεθικιλίνη)£ Αρνητικοί στην πηκτάση σταφυλόκοκκοι (ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη)
Streptococcus agalactiae Streptococcus pneumoniae1 Streptococcus pyogenes και λοιποί β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι Ομάδα Streptococcus viridans Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί Capnocytophaga spp.
Eikenella corrodens Haemophilus influenzae2 Moraxella catarrhalis Neisseria gonorrhoeae§ Pasteurella multocida Αναερόβιοι μικροοργανισμοί Bacteroides fragilis Fusobacterium nucleatum Prevotella spp.
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντίσταση μπορεί να αποτελεί πρόβλημα Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί Enterococcus faecium$ Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί Escherichia coli Klebsiella oxytoca Klebsiella pneumoniae Proteus mirabilis Proteus vulgaris Ενδογενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί Acinetobacter sp.
Citrobacter freundii Enterobacter sp.
Legionella pneumophila Morganella morganii Providencia spp.
Pseudomonas sp.
Serratia sp.
Stenotrophomonas maltophilia Λοιποί μικροοργανισμοί Chlamydophila pneumoniae Chlamydophila psittaci Coxiella burnetti Mycoplasma pneumoniae $ Φυσική ενδιάμεση ευαισθησία απουσία επίκτητου μηχανισμού αντίστασης.
£ Όλοι οι ανθεκτικοί στη μεθικιλίνη σταφυλόκοκκοι είναι ανθεκτικοί στην αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ § Όλα τα στελέχη με αντοχή στην αμοξικιλλίνη που δεν ενεργοποιείται από βήτα λακταμάσες είναι ανθεκτικά στην αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ.
1 Αυτή η μορφή αμοξικιλλίνης/κλαβουλανικού οξέος μπορεί να μην είναι κατάλληλη για την αντιμετώπιση του Streptococcus pneumoniae που είναι ανθεκτικός στην πενικιλίνη (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).
2 Στελέχη με μειωμένη ευαισθησία έχουν αναφερθεί σε ορισμένες χώρες της ΕΕ με
συχνότητα μεγαλύτερη από 10%.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικής για μελέτες στις οποίες χορηγήθηκε αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ σε ομάδες υγιών εθελοντών ως 500 mg/100 mg ή 1000 mg/200 mg χορηγούμενα ως ενδοφλέβια ένεση bolus παρουσιάζονται παρακάτω.
| Μέσες (± SD) παράμετροι φαρμακοκινητικής Ενδοφλέβια ένεση bolus | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Xoρηγούμενη δόση | Δόση | Μέση μέγιστη συγκ. στον ορό (μg/ml) | Τ ½ (h) | AUC (h.mg/l) | Ανάκτηση στα ούρα (%, 0 έως 6 h) |
| Αμοξικιλλίνη | |||||
| AMX+CA (500+100) mg | 500 mg | 32,2 | 1,07 | 25,5 | 66,5 |
| AMX+CA (1.000+200) mg | 1000 mg | 105,4 | 0,9 | 76,3 | 77,4 |
| Kλαβουλανικό οξύ | |||||
| AMX+CA (500+100) mg | 100 mg | 10,5 | 1,12 | 9,2 | 46,0 |
| AMX+CA (1.000+200) mg | 200 mg | 28,5 | 0,9 | 27,9 | 63,8 |
| AMX – αμοξικιλίνη, CA – κλαβουλανικό οξύ |
Οι συγκεντρώσεις της αμοξικιλλίνης και του κλαβουλανικού οξέος στον ορό, οι οποίες επιτυγχάνονται με αμοξικιλλίνη και κλαβουλανικό οξύ, είναι παρόμοιες με εκείνες που παράγονται από την από του στόματος χορήγηση ισοδύναμων δόσεων αμοξικιλλίνης ή κλαβουλανικού οξέος μεμονωμένα.
Κατανομή Περίπου 25 % του συνολικού κλαβουλανικού οξέος στο πλάσμα και 18 % της συνολικής αμοξικιλλίνης στο πλάσμα συνδέεται με πρωτεΐνες. Ο εμφανής όγκος κατανομής είναι περίπου 0,3- 0,4 l/kg για την αμοξικιλλίνη και περίπου 0,2 l/kg για το κλαβουλανικό οξύ.
Mετά από ενδοφλέβια χορήγηση, τόσο η αμοξικιλλίνη όσο και το κλαβουλανικό οξύ βρέθηκαν στη χοληδόχο κύστη, σε γαστρικό ιστό, στο δέρμα, στο λίπος, σε μυϊκούς ιστούς, σε αρθροσιελικό και περιτοναϊκό υγρό, στη χολή και σε πύον. Η αμοξικιλλίνη δεν κατανέμεται ικανοποιητικά στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό.
Από μελέτες σε ζώα δεν υπάρχουν ενδείξεις για σημαντική κατακράτηση στους ιστούς υλικού που προέρχεται από το φάρμακο για οποιοδήποτε συστατικό. Η αμοξικιλλίνη, όπως οι περισσότερες πενικιλλίνες, μπορεί να ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα. Στο μητρικό γάλα μπορεί επίσης να εντοπιστεί αποβολή ιχνών κλαβουλανικού οξέος (βλέπε παράγραφο 4.6).
Τόσο η αμοξικιλλίνη όσο και το κλαβουλανικό οξύ έχουν δείξει να διαπερνούν τον φραγμό του πλακούντα (βλ. παράγραφο 4.6).
Βιομετασχηματισμός Η αμοξικιλλίνη αποβάλλεται εν μέρει στα ούρα ως ανενεργό πενικιλλοϊκό οξύ σε ποσότητες που ισοδυναμούν μέχρι 10 έως 25% της αρχικής δόσης. Το κλαβουλανικό οξύ μεταβολίζεται εκτεταμένα στον άνθρωπο και αποβάλλεται στα ούρα και τα κόπρανα ως διοξείδιο του άνθρακα σε αποβαλλόμενα αέρια.
Αποβολή Η κύρια οδός αποβολής για την αμοξικιλλίνη είναι μέσω των νεφρών, ενώ για το κλαβουλανικό οξύ είναι και με νεφρικούς και με μη νεφρικούς μηχανισμούς.
Η αμοξικιλλίνη/το κλαβουλανικό οξύ έχει μέση ημιζωή αποβολής κατά προσέγγιση μια ώρα και μέση ολική κάθαρση κατά προσέγγιση 25 l/h σε υγιείς εθελοντές. Περίπου το 60 έως 70% της αμοξικιλλίνης και περίπου το 40 έως 65 % του κλαβουλανικού οξέος αποβάλλεται αναλλοίωτο στα ούρα κατά τις πρώτες 6 h μετά από τη χορήγηση μεμονωμένης ενδοφλέβιας ένεσης bolus (500+100) mg ή μετά από τη χορήγηση μεμονωμένης ενδοφλέβιας ένεσης bolus (1000+200) mg.
Διάφορες μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι η αποβολή στα ούρα είναι 50-85 % για την αμοξικιλλίνη και από 27-60 % για το κλαβουλανικό οξύ μέσα σε διάστημα 24 ωρών. Στην περίπτωση του κλαβουλανικού οξέος, η μεγαλύτερη ποσότητα του φαρμάκου αποβάλλεται κατά τις πρώτες 2 ώρες μετά τη χορήγηση.
Η παράλληλη χρήση προβενεσίδης καθυστερεί την αποβολή αμοξικιλλίνης, αλλά δεν καθυστερεί τη νεφρική αποβολή κλαβουλανικού οξέος (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ηλικία Η ημιζωή αποβολής της αμοξικιλλίνης είναι παρόμοια στα παιδιά ηλικίας 3 μηνών περίπου έως 2 ετών με τα μεγαλύτερα παιδιά και ενηλίκους. Στα πολύ νεαρά παιδιά (περιλαμβανομένων των νεογέννητων) κατά την πρώτη εβδομάδα της ζωής τους, το διάστημα χορήγησης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις δύο φορές την ημέρα λόγω της ανωριμότητας της νεφρικής οδού απέκκρισης.
Εφόσον οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανότερο να παρουσιάζουν μειωμένη νεφρική λειτουργία, θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην επιλογή της δόσης και μπορεί να είναι χρήσιμη η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
Νεφρική δυσλειτουργία Η συνολική κάθαρση της αμοξικιλλίνης/του κλαβουλανικού οξέος στον ορό μειώνεται κατ’ αναλογία με τη μειούμενη νεφρική λειτουργία. Η μείωση της κάθαρσης του φαρμάκου είναι πιο έκδηλη για την αμοξικιλλίνη σε σχέση με το κλαβουλανικό οξύ καθώς μέσω της νεφρικής οδού αποβάλλεται μεγαλύτερο ποσοστό αμοξικιλλίνης. Συνεπώς, στη νεφρική δυσλειτουργία, οι δόσεις πρέπει να προλαμβάνουν την άσκοπη συσσώρευση αμοξικιλλίνης και να διατηρούν παράλληλα επαρκή επίπεδα κλαβουλανικού οξέος (βλέπε παράγραφο 4.2).
Ηπατική δυσλειτουργία Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία θα πρέπει να λαμβάνουν δόση με προσοχή και θα πρέπει να παρακολουθείται η ηπατική λειτουργία ανά τακτά διαστήματα.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν κάποιον ειδικό κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση μελέτες φαρμακολογίας ασφάλειας, γονιδιοτοξικότητας και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.
Μελέτες τοξικότητας επαναληπτικών δόσεων που πραγματοποιήθηκαν σε σκύλους με αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ, καταδεικνύουν γαστρικό ερεθισμό και έμετο και αποχρωματισμένη γλώσσα.
Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες καρκινογένεσης με αμοξικιλλίνη/κλαβουλανικό οξύ ή τα συστατικά του.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Το ξηρό ενέσιμο Moxiclav δεν περιέχει έκδοχα.
6.2 Ασυμβατότητες
Καμία γνωστή
6.3 Διάρκεια ζωής
24 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσεται σε θερμοκρασία < 25°C, στην αρχική του συσκευασία.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Το προϊόν περιέχεται σ’ ένα γυάλινο διαφανές φιαλίδιο Type II συνολικού όγκου ωφέλιμου 20 ml που είναι σφραγισμένο με ελαστικό πώμα και κυάθιο αλουμινίου. Περιέχεται σε ένα χάρτινο κουτί μαζί με την οδηγία χρήσεως. Κάθε κουτί προϊόντος περιέχει 1 φιαλίδιο.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση.
Κάθε αχρησιμοποίητο προϊόν ή άχρηστο υλικό πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Προετοιμασία διαλυμάτων για ενδοφλέβια ένεση (1000+200) mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση.
Ο φυσιολογικός διαλύτης είναι Ενέσιμο Ύδωρ Ph.Eur. Το Moxiclav (1000+200) mg θα πρέπει να διαλύεται σε 10 ml διαλύτη. Αυτό αποδίδει περίπου 10.5 ml διαλύματος για χρήση εφάπαξ δόσης.
Ένας παροδικός ροζ χρωματισμός μπορεί ή όχι να αναπτυχθεί κατά την ανασύσταση.
Τα ανασυσταμένα διαλύματα είναι φυσιολογικά άχρωμα ή έχουν ένα παστέλ αχυρένιο χρώμα.
Το Moxiclav θα πρέπει να χορηγείται μέσα σε 20 min από την ανασύσταση.
Προετοιμασία διαλυμάτων για ενδοφλέβια έγχυση (1000+200) mg κόνις για ενέσιμο διάλυμα ή διάλυμα προς έγχυση Τα φιαλίδια Moxiclav δεν είναι κατάλληλα για χρήση πολλαπλών δόσεων.
Το Moxiclav θα πρέπει να ανασυσταθεί όπως περιγράφεται παραπάνω για την ένεση. Χωρίς καθυστέρηση, θα πρέπει να προστεθεί το ανασυσταμένο διάλυμα σε 100 ml υγρού έγχυσης με χρήση μίνι σάκου ή διαβαθμισμένου ογκομετρικού σωληνίσκου.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
MEDOCHEMIE HELLAS A.Ε.
Παστέρ 6, Τ.Κ.: 115 21, Αθήνα Τηλ.: 210 – 6413160, Fax.: 210 – 6445375
8. ΑΡΙΘΜΟΣ (ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:
137940/19/09-01-2020
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ:
4-9-2012/04-12-2018
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:
Φεβρουάριος 2023