1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
MYCOFAGYL 500mg + 100.000 IU Κολπικό υπόθετο
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Ένα υπόθετο περιέχει:
Δραστικές ουσίες: Μετρονιδαζόλη 500 mg, Νυστατίνη 100.000 IU.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Κολπικό υπόθετο
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Μικτές κολπικές λοιμώξεις από ζυμομύκητες και Trichomonas vaginalis, όταν και τα δύο παθογόνα έχουν ταυτοποιηθεί μέσα από εργαστηριακό έλεγχο ως αιτίες της λοίμωξης.
Θεραπεία βακτηριακής κολπίτιδας.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία για μικτή λοίμωξη από ζυμομύκητες και Trichomonas vaginalis Το βέλτιστο θεραπευτικό αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με τη συγχορήγηση δισκίου μετρονιδαζόλης και κολπικού υποθέτου.
Από του στόματος δισκία μετρονιδαζόλης: 400mg δύο φορές την ημέρα για 7 συνεχόμενες ημέρες ή μία δόση των 2g (5 δισκία των 400mg).
Κολπικά υπόθετα: 1 κολπικό υπόθετο κάθε βράδυ για 10 συνεχόμενες ημέρες.
Για την αποφυγή επαναμόλυνσης, συνιστάται η ταυτόχρονη θεραπεία του συντρόφου με δισκία μετρονιδαζόλης 400mg δύο φορές την ημέρα για 5 συνεχόμενες ημέρες ή σε μία εφάπαξ δόση των 2g (5 δισκία των 400mg).
Δοσολογία για βακτηριακή κολπίτιδα 1 κολπικό δισκίο κάθε βράδυ για 7 συνεχόμενες ημέρες.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στη μετρονιδαζόλη, σε άλλα παράγωγα ιμιδαζολίου, στη νυστατίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Προειδοποιήσεις:
Η ταυτόχρονη από του στόματος χορήγηση μετρονιδαζόλης, πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με ιστορικό αιματολογικών διαταραχών, υποθυρεοειδισμού ή επινεφριδιακής ανεπάρκειας, εκτός αν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για τον ασθενή. Η μετρονιδαζόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ενεργή ή χρόνια σοβαρή νόσο του περιφερικού ή του κεντρικού νευρικού συστήματος λόγω του κινδύνου επιδείνωσης των νευρολογικών συμπτωμάτων. Οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση αλκοόλ για τουλάχιστον το χρονικό διάστημα της θεραπείας με μετρονιδαζόλη αλλά και για μία επιπλέον ημέρα για την αποφυγή αντίδρασης τύπου δισουλφιράμης.
Περιπτώσεις βαριάς μορφής ηπατοτοξικότητας/οξείας ηπατικής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων με μοιραία κατάληξη, με ραγδαία εκδήλωση των συμπτωμάτων μετά την έναρξη της αγωγής σε ασθενείς με σύνδρομο Cockayne, έχουν αναφερθεί σε σχέση με προϊόντα που περιέχουν μετρονιδαζόλη για συστηματική χρήση. Συνεπώς, στον εν λόγω πληθυσμό, η μετρονιδαζόλη θα πρέπει να χορηγείται μετά από ενδελεχή εκτίμηση του λόγου οφέλους-κινδύνου και μόνο εάν δεν υπάρχει διαθέσιμη εναλλακτική θεραπεία. Οι δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας θα πρέπει να διενεργούνται πριν από την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια, και μετά το πέρας αυτής, έως ότου η ηπατική λειτουργία παρουσιάζεται φυσιολογική ή έως ότου επιτευχθούν οι τιμές της βάσης αναφοράς. Εάν οι τιμές των δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας αυξηθούν σημαντικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η χορήγηση του φαρμάκου θα πρέπει να διακοπεί.
Στους ασθενείς με σύνδρομο Cockayne θα πρέπει να γίνονται συστάσεις να αναφέρουν άμεσα στον γιατρό τους οποιαδήποτε συμπτώματα πιθανής ηπατικής βλάβης και να διακόψουν τη λήψη μετρονιδαζόλης.
Τοπικός ερεθισμός ή ευαισθησία έχουν αναφερθεί μετά από τοπική χρήση. Σε αυτές τις περιπτώσεις συστήνεται διακοπή της αγωγής (βλ. παράγραφο 4.8).
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις όπως το Σύνδρομο Stevens-Johnson, η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (ΤΕΝ) και η οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) έχουν αναφερθεί ύστερα από χορήγηση προϊόντος συνδυασμού μετρονιδαζόλης και νυστατίνης (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς θα πρέπει να έχουν ενημερωθεί σχετικά με τα σημάδια και τα συμπτώματα των σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα αν ο ασθενής εμφανίσει εξάνθημα, αλλοιώσεις του βλεννογόνου ή άλλα συμπτώματα υπερευαισθησίας του δέρματος.
Μέτρα προφύλαξης:
Λόγω ανεπαρκών δεδομένων σχετικά με τον κίνδυνο μεταλλαξιογένεσης στον άνθρωπο (βλ.
παράγραφο 5.3), η μακροχρόνια χρήση του MYCOFAGYL θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά. Εάν, για επιτακτικούς λόγους, η μετρονιδαζόλη χρησιμοποιηθεί για μεγαλύτερο από το προτεινόμενο διάστημα, συνιστάται η τακτική διενέργεια αιματολογικών εξετάσεων, ιδίως μετρήσεων του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων, καθώς και η παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες όπως συμπτώματα περιφερικής ή κεντρικής νευροπάθειας (όπως παραισθησία, αταξία, ζάλη, επιληπτικές κρίσεις).
Το MYCOFAGYL θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ηπατική εγκεφαλοπάθεια.
Ο ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί πως η μετρονιδαζόλη (εξαιτίας ενός μεταβολίτη της) μπορεί να χρωματίσει σκούρα τα ούρα. Η ταυτόχρονη χρήση των κολπικών υποθέτων με προφυλακτικά μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο διάρρηξης του λάτεξ.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Δισουλφιράμη: ψυχωσικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα μετρονιδαζόλη και δισουλφιράμη.
Αλκοόλ: το αλκοόλ καθώς και τα φάρμακα που περιέχουν αλκοόλη δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για τουλάχιστον το χρονικό διάστημα της θεραπείας με μετρονιδαζόλη αλλά και για μία επιπλέον ημέρα για την αποφυγή αντίδρασης τύπου δισουλφιράμης (ερυθρότητα, έμετος, ταχυκαρδία).
Από του στόματος αντιπηκτική αγωγή (τύπου βαρφαρίνης): αύξηση της αντιπηκτικής δράσης και
αύξηση του κινδύνου αιμορραγίας εξαιτίας του μειωμένου ηπατικού μεταβολισμού. Κατά την ταυτόχρονη χρήση, ο χρόνος προθρομβίνης θα πρέπει να παρακολουθείται πιο συχνά και η δόση του αντιπηκτικού να προσαρμόζεται αν κριθεί απαραίτητο, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με μετρονιδαζόλη.
Λίθιο: η μετρονιδαζόλη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του λιθίου στο πλάσμα. Το λίθιο, η κρεατινίνη και οι ηλεκτρολύτες στο πλάσμα θα πρέπει να παρακολουθούνται όταν χορηγείται μετρονιδαζόλη σε ασθενείς που λαμβάνουν λίθιο.
Κυκλοσπορίνη: Τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στον ορό μπορεί να αυξηθούν. Η κυκλοσπορίνη και η κρεατινίνη στο πλάσμα θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη συγχορήγηση των υποθέτων με κυκλοσπορίνη.
Φενυτοΐνη και φαινοβαρβιτάλη: η αυξημένη αποβολή της μετρονιδαζόλης μειώνει τη συγκέντρωση της φενυτοΐνης και της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα.
5-Φθοριοουρακίλη: Η απομάκρυνση της 5-φθοριοουρακίλης μειώνεται, με αποτέλεσμα την αύξηση της τοξικότητας της 5-φθοριοουρακίλης.
Βουσουλφάνη: η μετρονιδαζόλη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της βουσουλφάνης στο πλάσμα, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε οξεία τοξικότητα από βουσουλφάνη.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Η χρήση κατά τη διάρκεια της κύησης θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά καθώς η μετρονιδαζόλη διαπερνά τον πλακούντα και η επίδρασή της στην ανάπτυξη του εμβρύου δεν είναι γνωστή. Παρόλο που η μετρονιδαζόλη δεν έχει εμφανίσει τερατογόνο δράση σε μελέτες που έχουν γίνει σε ζώα και σε ανθρώπους, δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.
Γαλουχία Η χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας πρέπει να αποφεύγεται καθώς η μετρονιδαζόλη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για το ενδεχόμενο εμφάνισης σύγχυσης, ζάλης, παραισθήσεων, σπασμών και οφθαλμικών συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.8). Αν κάποιος ασθενής αναπτύξει αυτά τα συμπτώματα, θα πρέπει να αποφύγει την οδήγηση καθώς και τον χειρισμό μηχανημάτων που απαιτούν ακρίβεια.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Τα κολπικά υπόθετα συνδυασμού μετρονιδαζόλης και νυστατίνης είναι καλώς ανεκτά. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να εκδηλωθούν τοπικά συμπτώματα όπως άλγος, κνησμός και αυξημένες κολπικές εκκρίσεις. Δερματικές αντιδράσεις, κυρίως το Σύνδρομο Stevens-Johnson, έχουν αναφερθεί σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη μετρονιδαζόλη αφορούν διάχυτα εντερικά προβλήματα (περίπου 5-10%). Οι υψηλές δόσεις και η μακροχόνια θεραπεία αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης παρενεργειών.
Σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100, <1/10), Όχι συχνές (≥1/1000, <1/100), Σπάνιες (≥1/10000, <1/1000), Πολύ σπάνιες (<1/10000), Άγνωστη συχνότητα (δεν μπορεί να υπολογιστεί με τα υπάρχοντα δεδομένα).
| Σπάνιες | Πολύ σπάνιες | Άγνωστης συχνότητας | |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές αίματος και λεμφικού συστήματος | Ακοκκιοκυτταραιμία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία | ||
| Ανοσοποιητικό σύστημα | Αναφυλακτικό σοκ | Αγγειοοίδημα, τοπικός ερεθισμός και ευαισθητοποίηση από νυστατίνη, υπερευαισθησία (βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Διανοητικές διαταραχές | Ψυχωσικές διαταραχές συμπεριλαμβανομένων των παραισθήσεων, της σύγχυσης και της μελαγχολίας | ||
| Νευρικό σύστημα | Εγκεφαλοπάθεια (π.χ. σύγχυση) και υποξύ εγκεφαλικό σύνδρομο (π.χ. αταξία, δυσαρθρία, δυσκολία στη βάδιση, νυσταγμός και τρέμουλο) που υποχωρούν μετά τη διακοπή του φαρμάκου | Περιφερική αισθητηριακή νευροπάθεια, πονοκέφαλος, σπασμοί, ζάλη, άσηπτη μηνιγγίτιδα | |
| Μάτια | Παροδικές διαταραχές της όρασης όπως διπλωπία, μυωπία, θολή όραση, αλλαγές στην έγχρωμη όραση, φλεγμονή/νόσος του οπτικού νεύρου | ||
| Ακοή και ισορροπία | Απώλεια ακοής, νευροαισθητηριακές διαταραχές, εμβοές | ||
| Πεπτικό σύστημα | Παγκρεατίτιδα (αναστρέψιμη) | Επιγαστρικός πόνος, ναυτία, εμετός, διάρροια, φλεγμονή του βλεννογόνου του στόματος, διαταραχές της γεύσης, ανορεξία | |
| Ήπαρ και χολή | Αύξηση ηπατικών ενζύμων (ASAT, ALAT, αλκαλική φωσφατάση), χολεστατική ή μικτή ηπατίτιδα και ηπατοκυτταρικές βλάβες | Περιπτώσεις ηπατικής ανεπάρκειας που απαιτούν μεταμόσχευση ήπατος έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν αγωγή με μετρονιδαζόλη |
| συμπεριλαμβανομένου του ίκτερου | ταυτόχρονα με άλλα αντιβιοτικά | ||
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Φλύκταινες, έξαρση δερματικών συμπτωμάτων | Εξάνθημα, κνησμός, εξάψεις, κνίδωση, φαρμακευτικό εξάνθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (βλ. παράγραφο 4.4) | |
| Στήθος και γεννητικά όργανα | Αίσθημα καύσου στην περιοχή του κόλπου | ||
| Γενικευμένες διαταραχές και τοπικές καταστάσεις στην περιοχή της εφαρμογής | Πυρετός |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Δεν έχουν περιγραφεί συμπτώματα και δεν έχουν αναφερθεί περιστατικά υπερδοσολογίας. Επειδή η μετρονιδαζόλη απορροφάται ελάχιστα από τον κόλπο και δεν παρατηρείται απορρόφηση της νυστατίνης, είναι σαφές ότι τα συμπτώματα της υπερδοσολογίας είναι τοπικά και δεν είναι πιθανό να είναι γενικευμένα. Η αντιμετώπιση είναι συμπτωματική.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ουροποιογεννητικό σύστημα και ορμόνες φύλου. Γυναικολογικά, αντιλοιμώδη και αντισηπτικά εκτός συνδυασμών με κορτικοστεροειδή. Αντιβιοτικά. Συνδυασμοί νυστατίνης - Κωδικός ATC: G01AA51
Μετρονιδαζόλη Το αντιμικροβιακό φάσμα της μετρονιδαζόλης καλύπτει ένα μεγάλο ποσοστό αναερόβιων βακτηρίων, όπως αρκετά είδη Bacteroides, στελέχη Prevotella, fusobacteria, τα περισσότερα Gram αρνητικά αναερόβια βακτήρια καθώς και τους Gram αρνητικούς κόκκους (στρεπτόκοκκος, πεπτόκοκκος) και τα κλωστρίδια. Οι τιμές MIC της μετρονιδαζόλης στα εν λόγω βακτήρια είναι γενικά μικρότερες από 1 μικρογραμμάριο ανά ml. Τα είδη Mobiluncus, ιδιαίτερα το M. mulieris, είναι επίσης ευαίσθητα στη μετρονιδαζόλη. Το αντιμικροβιακό φάσμα του υδρόξυ μεταβολίτη της μετρονιδαζόλης είναι παρόμοιο με αυτό της ίδιας της μετρονιδαζόλης. Τα μικροαερόφιλα (όπως πολλοί στρεπτόκοκκοι καθώς και οι ακτινομύκητες), τα δυνητικά αναερόβια βακτήρια και τα αερόβια βακτήρια είναι ανθεκτικά.
Εξαιρούνται τα Gardnerella vaginalis και Helicobacter pylori, τα οποία είναι ευαίσθητα τόσο στη μετρονιδαζόλη όσο και στον υδρόξυ μεταβολίτη της.
Ομάδες μικροοργανισμών που είναι ευαίσθητοι στη μετρονιδαζόλη περιλαμβάνουν πολλά πρωτόζωα όπως Trichomonas vaginalis, Giardia lamblia και Entamoeba histolytica.
Η μετρονιδαζόλη είναι βιοκτόνο σε ευαίσθητους μικροοργανισμούς. Η δράση της ενάντια στα αναερόβια βακτήρια πιστεύεται ότι οφείλεται στην ενδοκυτταρική αναγωγή της νιτροομάδας στη μετρονιδαζόλη από αναερόβιους μικροοργανισμούς. Το ανηγμένο φάρμακο έχει επιζήμια επίδραση στο DNA του μικροβίου. Η βάση για την επιλεκτική αναερόβια τοξικότητα είναι το δυναμικό οξειδοαναγωγής που απαιτείται για τη μείωση της νιτροομάδας (-430 έως -460 mV). Το χαμηλότερο δυναμικό οξειδοαναγωγής που μπορούν να φτάσουν τα αερόβια είναι περίπου -350 mV, επομένως η μετρονιδαζόλη δεν έχει καμία επίδραση σε αυτά. Τα μικροαερόφιλα, όπως το Helicobacter pylori, μπορούν να φτάσουν σε δυναμικό οξειδοαναγωγής κάτω από -430 mV και επομένως είναι ευαίσθητα στη μετρονιδαζόλη.
Η αντοχή στη μετρονιδαζόλη σε αναερόβια βακτήρια είναι σπάνια, αν και έχουν περιγραφεί περιστασιακά ανθεκτικά στελέχη του Bacteroides fragilis. Τα ανθεκτικά στη μετρονιδαζόλη στελέχη Helicobacter pylori ήταν σημαντικά πιο κοινά από το B. fragilis, ιδιαίτερα στις γυναίκες παρά στους άνδρες. Η αδυναμία των εν λόγω στελεχών να αναπτύξουν επαρκές δυναμικό οξειδοαναγωγής για τη μείωση της μετρονιδαζόλης έχει προταθεί ως μηχανισμός αντίστασης. Ο μηχανισμός αντοχής που παρουσιάζεται υποστηρίζεται από τα ευρήματα ότι ανθεκτικά στελέχη έχουν και πάλι ευαισθητοποιηθεί στη μετρονιδαζόλη υπό πειραματικές συνθήκες διατηρώντας τα σε αναερόβιες συνθήκες για λίγες ώρες.
Έχουν επίσης περιγραφεί στελέχη Tricomonas ανθεκτικά στη μετρονιδαζόλη.
Νυστατίνη Η επίδραση της νυστατίνης στα ευκαρυωτικά μυκητιακά κύτταρα βασίζεται στην αντίδρασή της με στερόλες (χοληστερόλη) στην κυτταρική μεμβράνη και στην αποσταθεροποίηση της μεμβράνης.
Γενικά, η νυστατίνη δεν έχει καμία επίδραση στα προκαρυωτικά κύτταρα επειδή οι στερόλες απουσιάζουν από την κυτταρική τους μεμβράνη. Ωστόσο, τα μυκοπλάσματα που δεν έχουν πεπτιδογλυκάνη απαιτούν στερόλες για να αναπτυχθούν. Τα τελευταία ενσωματώνονται και σταθεροποιούνται από βακτηριακές μεμβράνες. Τα αντιβιοτικά πολυενίου (όπως η νυστατίνη) μπορούν να εμποδίσουν επίσης την ανάπτυξη μυκοπλασμάτων. Αντοχή στη νυστατίνη δεν έχει περιγραφεί.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Όταν χρησιμοποιούνται κολπικά υπόθετα, η μετρονιδαζόλη απορροφάται αργά από τον κόλπο, φτάνοντας τις μέγιστες συγκεντρώσεις μέσα σε 8 έως 24 ώρες. Σε υγιείς εθελοντές, μια εφάπαξ ενδοκολπική δόση των 500 mg παρήγαγε κατά μέσο όρο μόνο μια μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 1,63 μικρογραμμάρια / ml (20% της μέγιστης συγκέντρωσης της αντίστοιχης από του στόματος δόσης).
Το μεγαλύτερο μέρος της δόσης της μετρονιδαζόλης στα ούρα ανιχνέυτηκε στη μορφή του υδροξυ μεταβολίτη. Η φαρμακοκινητική μιας γέλης μετρονιδαζόλης 0,75% έχει επίσης μελετηθεί. Η γέλη
εφαρμόστηκε σε μία δόση των 5 g (37,5 mg μετρονιδαζόλης). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό ήταν κατά μέσο όρο 237 ng / mg, που είναι περίπου το 2% των μέγιστων συγκεντρώσεων που επιτυγχάνονται μετά τη χορήγηση 500 mg από του στόματος. Είναι πιθανό, στη θεραπεία της βακτηριακής κολπίτιδας, η απορρόφηση της μετρονιδαζόλης να είναι ακόμη χαμηλότερη.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Η μετρονιδαζόλη έχει αποδειχθεί ότι είναι καρκινογόνος σε μύες και επίμυες. Ωστόσο, τα αποτελέσματα από παρόμοιες μελέτες σε χάμστερ ήταν αρνητικά και οι επιδημιολογικές μελέτες σε ανθρώπους δεν έδειξαν αυξημένο κίνδυνο καρκινογένεσης. Η μετρονιδαζόλη έχει αποδειχθεί ότι είναι μεταλλαξιογόνος στα βακτήρια in vitro. Μελέτες in vitro σε κύτταρα θηλαστικών καθώς και σε τρωκτικά και ανθρώπους in vivo δεν παρείχαν επαρκή στοιχεία για τη μεταλλαξιογόνο δράση της μετρονιδαζόλης. Μόνο ορισμένες μελέτες έδειξαν μεταλλαξιογόνο δράση. Για αυτούς τους λόγους, η χρήση του προϊόντος θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά όταν η περίοδος θεραπείας είναι μεγάλη (βλ. παράγραφο 4.4). Δεν υπάρχουν δεδομένα για την προκλινική ασφάλεια της νυστατίνης.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Hard fat
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν έχουν παρατηρηθεί ασυμβατότητες με άλλα φάρμακα.
6.3 Διάρκεια ζωής
24 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Να φυλάσσεται σε θερμοκρασία μικρότερη των 25°C.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Χάρτινο κουτί που περιέχει 10 κολπικά υπόθετα.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Καμία ειδική υποχρέωση για απόρριψη.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Nassington Limited 3A Ippokratous str, Akropoli, 2006 Nicosia, Cyprus