1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Nosatel 25 mg κοκκία για πόσιμο διάλυμα
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε φακελίσκος με κοκκία για πόσιμο διάλυμα περιέχει 25 mg δεξκετοπροφαίνης, ως δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Σακχαρόζη 2,418 g Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Κοκκία για πόσιμο διάλυμα Κοκκία κίτρινου (λεμονί) χρώματος.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Βραχυπρόθεσμη συμπτωματική θεραπεία οξύ πόνου ήπιας έως μέτριας έντασης, όπως οξύς μυοσκελετικός πόνος, δυσμηνόρροια και οδονταλγία.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Ενήλικες Σύμφωνα με τη φύση και τη σοβαρότητα του πόνου, η συνιστώμενη δοσολογία είναι 25 mg κάθε 8 ώρες. Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 75 mg.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν με τη χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για τη συντομότερη δυνατή διάρκεια που είναι απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.4).
Τo Nosatel ενδείκνυνται μόνο για βραχυπρόθεσμη χορήγηση και η θεραπεία πρέπει να περιορίζεται στη χρονική περίοδο που υπάρχουν ακόμη συμπτώματα.
Ηλικιωμένοι Στους ηλικιωμένους ασθενείς συνίσταται η έναρξη της θεραπείας με τη χαμηλότερη δόση του δοσολογικού σχήματος (50 mg συνολική ημερήσια δόση). Η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί στη συνιστώμενη δοσολογία για ενήλικες μόνο όταν εξακριβωθεί η καλή γενική ανεκτικότητα του φαρμάκου. Λόγω του πιθανού αρνητικού προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. παράγραφο 4.4), οι ηλικιωμένοι πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
Ηπατική δυσλειτουργία Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία πρέπει να αρχίσουν τη θεραπεία τους με μειωμένες δόσεις (50 mg συνολική ημερήσια δόση) και να παρακολουθούνται στενά. Το Nosatel δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
Νεφρική δυσλειτουργία Η αρχική δοσολογία πρέπει να μειωθεί σε συνολικά 50 mg την ημέρα σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 60-89 ml/min) (βλ. παράγραφο 4.4). Tο Nosatel δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
(κάθαρση κρεατινίνης ≤ 59 ml/min) (βλ. παράγραφο 4.3).
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν έχουν γίνει μελέτες με το NOSATEL κοκκία σε παιδιά και εφήβους. Γι’ αυτό, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί και το φάρμακο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά και εφήβους.
Τρόπος χορήγησης Διαλύστε ολόκληρο το περιεχόμενο κάθε φακελίσκου σε ένα ποτήρι νερό, ανακινήστε/ανακατέψτε καλά για να βοηθήσετε να διαλυθεί. Το προκύπτον διάλυμα θα πρέπει να καταποθεί αμέσως μετά την ανασύσταση.
Ταυτόχρονη χορήγηση με την τροφή καθυστερεί την ταχύτητα απορρόφησης του φαρμάκου (βλ. Φαρμακοκινητικές Ιδιότητες), επομένως, σε περίπτωση οξέος πόνου συνίσταται η χορήγηση τουλάχιστον 15 λεπτά πριν από τα γεύματα.
4.3 Αντενδείξεις
Tο Nosatel κοκκία δεν πρέπει να χορηγείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
• σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε άλλα ΜΣΑΦ ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
• σε ασθενείς, στους οποίους φάρμακα με παρεμφερή δράση (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή άλλα ΜΣΑΦ) προκαλούν επεισόδια άσθματος, βρογχόσπασμου, οξείας ρινίτιδας ή προκαλούν ρινικούς πολύποδες, κνίδωση ή αγγειονευρωτικό οίδημα.
• γνωστές φωτοαλλεργικές ή φωτοτοξικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κετοπροφαίνη ή φιμπράτες.
• σε ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας ή διάτρησης, που συσχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
• σε ασθενείς με ενεργό γαστρεντερικό έλκος/γαστρεντερική αιμορραγία ή οποιοδήποτε ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκωσης ή διάτρησης.
• σε ασθενείς με χρόνια δυσπεψία.
• σε ασθενείς με άλλες ενεργείς αιμορραγίες ή αιμορραγικές διαταραχές.
• σε ασθενείς με νόσο του Crohn ή ελκώδη κολίτιδα.
• σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
• σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 59 ml/min).
• σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh score 10-15).
• σε ασθενείς με αιμορραγική διάθεση και άλλες διαταραχές της πήξεως του αίματος.
• σε ασθενείς με σοβαρή αφυδάτωση (προκληθείσα από έμετο, διάρροια ή ανεπαρκή πρόσληψη υγρών).
• κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης και της περιόδου γαλουχίας (βλ.
παράγραφο 4.6).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών παθήσεων.
Η ταυτόχρονη χορήγηση Nosatel με άλλα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2, θα πρέπει να αποφεύγεται.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να ελαχιστοποιηθούν χρησιμοποιώντας τη μικρότερη αποτελεσματική δόση με τη συντομότερη διάρκεια απαραίτητη για τον έλεγχο των συμπτωμάτων (βλ. παράγραφο 4.2 και Γαστρεντερικός και καρδιαγγειακός κίνδυνος παρακάτω).
Γαστρεντερική ασφάλεια Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος ή διάτρηση.
Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος ή διάτρηση η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή με προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών συμβαμάτων. Όταν γαστρεντερική αιμορραγία ή έλκος παρουσιαστούν στους ασθενείς που λαμβάνουν Nosatel, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί.
Ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης σε ασθενείς με ιστορικό έλκους είναι υψηλότερος με αυξανόμενες δόσεις ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα εάν είναι επιπλεγμένα με αιμορραγία ή διάτρηση (βλ. παράγραφο 4.3) και στους ηλικιωμένους.
Ηλικιωμένοι: Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ, κυρίως αιμορραγία πεπτικού και διάτρηση, η οποία μπορεί να είναι θανατηφόρα (βλ.
παράγραφο 4.2).
Αυτοί οι ασθενείς πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση.
Όπως με όλα τα ΜΣΑΦ, πρέπει να ερευνάται τυχόν ιστορικό οισοφαγίτιδας, γαστρίτιδας, και/ή πεπτικού έλκους ώστε να διασφαλιστεί η ολική θεραπεία τους πριν αρχίσει η αγωγή με δεξκετοπροφαίνη.
Ασθενείς με γαστρεντερικά συμπτώματα ή ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, πρέπει να παρακολουθούνται για πεπτικές διαταραχές, ιδιαίτερα για γαστρεντερική αιμορραγία.
Στους ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικών παθήσεων (ελκώδη κολίτιδα, νόσος του Crohn), τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή επειδή η κατάστασή τους μπορεί να επιδεινωθεί (βλ. παράγραφο 4.8).
Για αυτούς τους ασθενείς πρέπει να ληφθεί υπόψη συνδυασμός θεραπείας με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς αντλίας πρωτονίων), καθώς επίσης για τους ασθενείς που απαιτείται ταυτόχρονα χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος ή άλλων φαρμάκων με αυξημένη πιθανότητα γαστρεντερικού κινδύνου (βλ. παρακάτω και παράγραφο 4.5).
Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδίως οι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν οποιαδήποτε ασυνήθη κοιλιακά συμπτώματα (ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία), κυρίως κατά το αρχικό στάδιο της θεραπείας.
Προσοχή πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή η οποία μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο έλκους ή αιμορραγίας, όπως από του στόματος κορτικοστεροειδή, αντιπηκτικά όπως βαρφαρίνη, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιθρομβωτικοί παράγοντες όπως το ακετυλοσαλικυλικό οξύ (βλ. παράγραφο 4.5).
Νεφρική ασφάλεια Πρέπει να δοθεί προσοχή σε ασθενείς με διαταραχή νεφρικής λειτουργίας. Σε αυτούς τους ασθενείς, η χρήση ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, κατακράτηση υγρών και οίδημα. Προσοχή απαιτείται στους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή σε αυτούς που ενδέχεται να αναπτύξουν υποογκαιμία επειδή υπάρχει αυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.
Επαρκή πρόσληψη υγρών θα πρέπει να διασφαλίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας για την πρόληψη αφυδάτωσης και πιθανή συσχέτιση με αύξηση νεφρικής τοξικότητας.
Όπως με όλα τα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, μπορεί να αυξήσει το άζωτο ουρίας στο πλάσμα και την κρεατινίνη.
Όπως και με άλλους αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδινών, μπορεί να σχετίζεται με ανεπιθύμητες ενέργειες στο νεφρικό σύστημα που μπορεί να οδηγήσουν σε σπειραματική και διάμεση νεφρίτιδα, νέκρωση νεφρικής θηλής, νεφρωσικό σύνδρομο και οξεία νεφρική ανεπάρκεια.
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο πιθανό να πάσχουν από διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2).
Ηπατική ασφάλεια Πρέπει να δοθεί προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη ηπατική λειτουργία.
Όπως και με άλλα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, το Nosatel μπορεί να προκαλέσει μικρές παροδικές αυξήσεις των ηπατικών βιοχημικών παραμέτρων και επίσης σημαντική αύξηση των SGOT και SGPT. Σε περίπτωση σχετικής αύξησης των παραμέτρων αυτών, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο πιθανό να πάσχουν από διαταραχές της ηπατικής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2).
Καρδιαγγειακή και αγγειοεγκεφαλική ασφάλεια Σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης και/ή ήπιας έως μέτριας καρδιακής ανεπάρκειας απαιτείται κατάλληλη παρακολούθηση και καθοδήγηση. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσου, ιδιαίτερα σε εκείνους που έχουν παρουσιάσει επεισόδια καρδιακής ανεπάρκειας, καθώς υπάρχει αυξημένος κίνδυνος έκλυσης καρδιακής ανεπάρκειας δεδομένου ότι κατακράτηση υγρών και οίδημα έχουν αναφερθεί ότι σχετίζονται με θεραπεία ΜΣΑΦ.
Κλινικές μελέτες και επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) ενδέχεται να σχετίζεται με μικρό αυξημένο κίνδυνο επεισοδίων αρτηριακής θρόμβωσης (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να αποκλεισθεί παρόμοιος κίνδυνος για τη δεξκετοπροφαίνη.
Συνεπώς, ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, εγκατεστημένη ισχαιμική καρδιακή νόσο, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειοεγκεφαλική νόσο θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με δεξκετοπροφαίνη μετά από προσεκτική μελέτη.
Παρόμοια προσοχή θα πρέπει να δίνεται και πριν την έναρξη μακροχρόνιας θεραπείας σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα).
Περιστατικά συνδρόμου Κούνη έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δεξκετοπροφαίνη. Το σύνδρομο Κούνη έχει οριστεί ως καρδιαγγειακά συμπτώματα που προκαλούνται δευτεροπαθώς από αλλεργική αντίδραση ή αντίδραση υπερευαισθησίας που σχετίζεται με συστολή των στεφανιαίων αρτηριών και δυνητικά οδηγεί σε έμφραγμα του μυοκαρδίου.
΄Ολα τα μη-εκλεκτικά μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα μπορεί να παρεμποδίζουν τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και να παρατείνουν τον χρόνο ροής μέσω της αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδίνων. Επομένως, η χρήση της δεξκετοπροφαίνης σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλη θεραπεία η οποία παρεμβαίνει στην αιμόσταση, όπως βαρφαρίνη ή άλλες κουμαρίνες ή ηπαρίνες, δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.5).
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιο πιθανό να πάσχουν από διαταραχές της καρδιαγγειακής λειτουργίας (βλ. παράγραφο 4.2).
Δερματικές αντιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, (μερικές από αυτές θανατηφόρες), συμπεριλαμβανομένης της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με την χρήση των ΜΣΑΦ.
Οι ασθενείς εμφανίζονται να παρουσιάζουν αυξημένο κίνδυνο για αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας, με την έναρξη της ανεπιθύμητης ενέργειας στις περισσότερες περιπτώσεις να συμβαίνει μέσα στον πρώτο μήνα της θεραπείας. Με την
πρώτη εμφάνιση δερματικών εξανθημάτων, βλάβη του βλεννογόνου ή άλλα σημεία υπερευαισθησίας πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση του Nosatel.
Απόκρυψη συμπτωμάτων υποκείμενων λοιμώξεων Η δεξκετοπροφαίνη μπορεί να αποκρύψει συμπτώματα λοίμωξης, οδηγώντας ενδεχομένως σε καθυστερημένη έναρξη της κατάλληλης αγωγής και, επομένως, επιδεινώνοντας την έκβαση της λοίμωξης. Αυτό έχει παρατηρηθεί σε περιστατικά βακτηριακής πνευμονίας της κοινότητας και βακτηριακών επιπλοκών της ανεμευλογιάς. Όταν το φάρμακο αυτό χορηγείται για την ανακούφιση από τον πόνο σε σχέση με λοίμωξη, συνιστάται η παρακολούθηση της λοίμωξης. Σε μη νοσοκομειακά περιβάλλοντα, ο ασθενής θα πρέπει να συμβουλευτεί γιατρό, εάν τα συμπτώματα επιμένουν ή επιδεινώνονται.
Κατ’ 'εξαίρεση, η ανεμοβλογιά μπορεί να είναι η αιτία σοβαρών δερματικών λοιμωδών επιπλοκών και λοιμωδών επιπλοκών των μαλακών μορίων. Μέχρι σήμερα, ο ενισχυτικός ρόλος των ΜΣΑΦ στην επιδείνωση αυτών των λοιμώξεων δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Έτσι, είναι σκόπιμο να αποφεύγεται η χορήγηση του NOSATEL στην περίπτωση της ανεμοβλογιάς.
Άλλες πληροφορίες Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται σε ασθενείς με:
- Συγγενή διαταραχή του μεταβολισμού των πορφυρινών (π.χ. οξεία διαλείπουσα πορφυρία)
- Αφυδάτωση
- Αμέσως μετά από μείζονα χειρουργική επέμβαση Εάν ο ιατρός θεωρήσει ότι μακροχρόνια θεραπεία με δεξκετοπροφαίνη είναι απαραίτητη, τότε πρέπει τακτικά να ελέγχονται η ηπατική και νεφρική λειτουργία, καθώς και να γίνεται γενική εξέταση αίματος.
Σοβαρές οξείες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτική καταπληξία, για παράδειγμα)
έχουν παρατηρηθεί σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται με τα πρώτα σημεία σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας μετά τη χορήγηση Nosatel. Aνάλογα με τα συμπτώματα πρέπει να διενεργούνται όλες οι ιατρικώς απαραίτητες διαδικασίες από ειδικούς επαγγελματίες υγείας.
Οι ασθενείς με άσθμα συνδυασμένο με χρόνια ρινίτιδα, χρόνια ιγμορίτιδα και/ή ρινική πολυποδίαση έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αλλεργίας στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ και/ή ΜΣΑΦ από ότι ο υπόλοιπος πληθυσμός. Χορήγηση αυτού του φαρμάκου μπορεί να προκαλέσει κρίσεις άσθματος ή βρογχόσπασμο, ιδιαίτερα σε υποκείμενα αλλεργικά στο ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή ΜΣΑΦ (βλέπε παράγραφο 4.3).
Το NOSATEL πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που υποφέρουν από διαταραχές αιμοποιητικού συστήματος, συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή μεικτή νόσο του συνδετικού ιστού.
Αυτό το προϊόν περιέχει σακχαρόζη. Ασθενείς που έχουν σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο. Αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφαλής χρήση σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί.
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης
Οι ακόλουθες αλληλεπιδράσεις ισχύουν για τα μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), γενικώς:
Μη συνιστώμενοι συνδυασμοί:
- Άλλα ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης-2)
και υψηλών δόσεων σαλικυλικών (≥ των 3 gr ημερησίως): η συγχορήγηση πολλών ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικού έλκους και αιμορραγίας, μέσω της συνεργικής δράσης.
- Αντιπηκτικά: τα ΜΣΑΦ μπορεί να εντείνουν τη δράση των αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη (βλ. παράγραφο 4.4) λόγω της ισχυρής δέσμευσης της δεξκετοπροφαίνης από τις πρωτεΐνες του πλάσματος και της αναστολής της λειτουργίας των αιμοπεταλίων και της βλάβης του γαστροδωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί ο συνδυασμός, τότε πρέπει να υπάρχει στενή κλινική παρακολούθηση και παρακολούθηση των τιμών των εργαστηριακών αναλύσεων.
- Ηπαρίνες: αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας (λόγω της αναστολής της λειτουργίας των αιμοπεταλίων και της βλάβης του γαστροδωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου). Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί ο συνδυασμός, τότε πρέπει να υπάρχει στενή κλινική παρακολούθηση και παρακολούθηση των τιμών των εργαστηριακών αναλύσεων.
- Κορτικοστεροειδή: υπάρχει αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή αιμορραγίας (βλ. παράγραφο 4.4).
- Λίθιο (έχει περιγραφεί αλληλεπίδραση με αρκετά ΜΣΑΦ): Τα ΜΣΑΦ αυξάνουν τα επίπεδα του λιθίου στο αίμα, τα οποία μπορεί να φθάσουν σε τοξικά επίπεδα (μειωμένη νεφρική απέκκριση του λιθίου). Η παράμετρος αυτή πρέπει, επομένως, να παρακολουθείται κατά την έναρξη, τη διάρκεια και τη διακοπή της θεραπείας με δεξκετοπροφαίνη.
- Η μεθοτρεξάτη, χορηγούμενη σε υψηλές δόσεις των 15 mg/εβδομαδιαίως ή περισσότερο: αυξημένη αιματολογική τοξικότητα της μεθοτρεξάτης μέσω μειωμένης νεφρικής κάθαρσης από τα αντιφλεγμονώδη γενικώς.
- Υδαντοΐνες και σουλφοναμίδες: οι τοξικές επιδράσεις αυτών των φαρμάκων μπορεί να αυξηθούν.
Συνδυασμοί που απαιτούν προσοχή:
- Διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ και αντιμικροβιακές αμινογλυκοσίδες: Η δεξοκετοπροφαίνη μπορεί να μειώσει τη δράση των διουρητικών και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων. Σε μερικούς ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένοι ασθενείς ή ηλικιωμένοι ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία), η συγχορήγηση παραγόντων που αναστέλλουν την κυκλοοξυγενάση και αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές υποδοχέων της αγγειοτανσίνης ΙΙ ή αντιμικροβιακές αμινογλυκοσίδες μπορεί να προκαλέσουν περεταίρω επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη. Σε περίπτωση συγχορήγησης της δεξοκετοπροφαίνης και ενός διουρητικού, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται επαρκής ενυδάτωση του ασθενούς και να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία με την έναρξη της θεραπείας και μετέπειτα περιοδικά. Συγχορήγηση ΝOSATEL και καλιοσυντηρητικών διουρητικών μπορεί να οδηγήσει σε υπερκαλιαιμία. Παρακολούθηση των συγκεντρώσεων του καλίου στο αίμα απαιτείται (βλ. παράγραφο 4.4). Η μεθοτρεξάτη χορηγούμενη σε χαμηλές δόσεις, λιγότερο από 15 mg/εβδομαδιαίως: αυξημένη αιματολογική τοξικότητα της μεθοτρεξάτης λόγω της μειωμένης νεφρικής κάθαρσης της με τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, γενικώς.
Εβδομαδιαίος αιματολογικός έλεγχος κατά τις πρώτες εβδομάδες της συγχορήγησης του φαρμάκου.
Αυξημένη επαγρύπνηση με την παρουσία έστω και ήπιας μείωσης της νεφρικής λειτουργίας, καθώς και σε ηλικιωμένους.
- Πεντοξυφυλλίνη: Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας. Αυξημένη κλινική παρακολούθηση και πιο συχνή παρακολούθηση του χρόνου ροής.
- Ζιδοβουδίνη: Κίνδυνος αυξημένης τοξικότητας επί των ερυθρών αιμοσφαιρίων μέσω δράσης στα δικτυοερυθροκύτταρα με σοβαρή αναιμία να παρουσιάζεται μία εβδομάδα μετά την έναρξη της θεραπείας με ΜΣΑΦ.
Να ελέγχεται ο συνολικός αριθμός των ακκοκιοκυττάρων, καθώς και των δικτυοερυθροκυττάρων μία εως δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με ΜΣΑΦ.
- Σουλφονυλουρίες: Tα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν την υπογλυκαιμική δράση των σουλφονυλουριών με την εκτόπιση αυτών από τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:
- Β-αποκλειστές: Η θεραπεία με ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσει την αντιυπερτασική δράση τους μέσω αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδινών.
- Κυκλοσπορίνη και τακρόλιμους: Η νεφροτοξικότητα μπορεί να αυξηθεί από τα ΜΣΑΦ μέσω των δράσεων των νεφρικών προσταγλανδινών. Κατά τη διάρκεια συνδυασμένης θεραπείας, η νεφρική λειτουργία πρέπει να ελέγχεται.
- Θρομβολυτικά: Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας.
- Αντι-αιμοπεταλικοί παράγοντες και εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs): αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ.
παράγραφο 4.4).
- Προβενεσίδη: Οι συγκεντρώσεις της δεξοκετοπροφαίνης στο πλάσμα μπορεί να αυξηθούν. Η αλληλεπίδραση αυτή ίσως να οφείλεται σ’ έναν ανασταλτικό μηχανισμό στο σημείο της σωληναριακής νεφρικής απέκκρισης και της γλυκορουνικής σύζευξης και απαιτεί αναπροσαρμογή της δοσολογίας της δεξκετοπροφαίνης.
- Καρδιακές γλυκοσίδες: Τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τη συγκέντρωση των γλυκοσίδων στο πλάσμα.
- Μιφεπριστόνη: Υπάρχει θεωρητικός κίνδυνος ότι οι αναστολείς της συνθετάσης των προσταγλανδινών μπορεί να μεταβάλουν την αποτελεσματικότητα της μιφεπριστόνης.
Περιορισμένα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η συγχορήγηση ΜΣΑΦ την ημέρα χορήγησής της με προσταγλανδίνες δεν επηρεάζει αρνητικά τις επιδράσεις της μιφεπριστόνης ή της προσταγλανδίνης στην ωρίμανση και στη συσταλτικότητα του τραχήλου της μήτρας, καθώς επίσης και δεν μειώνει την κλινική αποτελεσματικότητα στην ιατρογενή διακοπή της κύησης.
- Αντιβιοτικά της ομάδας των κινολονών: Πειραματικά δεδομένα σε ζώα δείχνουν ότι μεγάλες δόσεις κινολόνων σε συνδυασμό με ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης σπασμών.
- Τενοφοβίρη: η ταυτόχρονη χρήση με τα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει το άζωτο ουρίας στο πλάσμα και την κρεατινίνη, η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται προκειμένου να ελέγχεται μια δυνητική συνεργική επίδραση στη νεφρική λειτουργία.
- Δεφερασιρόξη: η ταυτόχρονη χρήση με ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο γαστρεντερικής τοξικότητας. Απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση όταν η δεφερασιρόξη συνδυάζεται με αυτές τις ουσίες.
- Πεμετρεξίδη: η ταυτόχρονη χρήση με ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσει την αποβολή της πεμετρεξίδης, επομένως, πρέπει να δίδεται προσοχή όταν χορηγούνται υψηλότερες δόσεις ΜΣΑΦ. Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης από 45 έως 79 ml/min), η ταυτόχρονη χορήγηση πεμετρεξίδης με δόσεις ΜΣΑΦ θα πρέπει να αποφεύγεται για 2 ημέρες πριν και 2 ημέρες μετά τη χορήγηση πεμετρεξίδης.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Το NOSATEL αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης και της γαλουχίας (βλ. παράγραφο 4.3).
Κύηση Αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην κύηση και/ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες έχουν αναφέρει αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακών δυσμορφιών και γαστροσχιστίας μετά τη χρήση ενός αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών στα αρχικά στάδια της κύησης. Ο απόλυτος κίνδυνος καρδιαγγειακών δυσμορφιών αυξήθηκε από λιγότερο από 1% έως περίπου 1,5%. Πιστεύεται ότι ο κίνδυνος αυξάνεται με τη δόση και τη διάρκεια της
θεραπείας. Στα ζώα, η χορήγηση αναστολέα της σύνθεσης των προσταγλανδινών έχει δείξει ότι προκαλεί αυξημένη απώλεια προ- και μετά- εμφύτευσης και εμβρυϊκή θνησιμότητα.
Επιπλέον, αυξημένα περιστατικά διαφόρων δυσμορφιών, συμπεριλαμβανομένου καρδιαγγειακής, έχουν αναφερθεί σε ζώα στα οποία έχει χορηγηθεί αναστολέας της σύνθεσης των προσταγλανδινών κατά τη διάρκεια της οργανογενετικής περιόδου. Εντούτοις, μελέτες σε ζώα με δεξκετοπροφαίνη δεν έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. παράγραφο 5.3). Από την 20ή εβδομάδα της εγκυμοσύνης και μετά, η χρήση της δεξκετοπροφαίνης μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο που οφείλεται σε νεφρική δυσλειτουργία του εμβρύου. Αυτό μπορεί να εμφανιστεί λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμο μετά τη διακοπή της. Επιπλέον, υπήρξαν αναφορές συστολής του αρτηριακού πόρου μετά από θεραπεία στο δεύτερο τρίμηνο, οι περισσότερες από τις οποίες υποχώρησαν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Επομένως, κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δεύτερου τριμήνου της κύησης, η δεξκετοπροφαίνη δεν πρέπει να χορηγείται, εκτός εάν θεωρηθεί σαφώς απαραίτητο. Εάν η δεξκετοπροφαίνη λαμβάνεται από μία γυναίκα που προσπαθεί να συλλάβει ή κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της κύησης, η δόση θα πρέπει να διατηρηθεί στη χαμηλότερη δυνατή και η διάρκεια της θεραπείας όσο πιο σύντομη γίνεται. Η προγεννητική παρακολούθηση για ολιγοϋδράμνιο και συστολή του αρτηριακού πόρου θα πρέπει να εξετάζεται μετά την έκθεση στη δεξκετοπροφαίνη για αρκετές ημέρες από την 20ή εβδομάδα κύησης και μετά. Η δεξκετοπροφαίνη θα πρέπει να διακοπεί, αν διαπιστωθεί ολιγοϋδράμνιο ή συστολή αρτηριακού πόρου.
Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της κύησης, όλοι οι αναστολείς της σύνθεσης προσταγλανδίνης μπορεί να εκθέσουν το έμβρυο σε:
- καρδιοπνευμονική τοξικότητα (πρόωρη συστολή/σύγκλειση του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση),
- νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παραπάνω), τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της κύησης, σε:
- πιθανή παράταση του χρόνου ροής, μία αντι-συσσωρευτική επίδραση η οποία μπορεί να συμβεί ακόμη και με πολύ χαμηλές δόσεις.
- αναστολή των συστολών της μήτρας το οποίο έχει σαν επακόλουθο την καθυστέρηση ή την παράταση του τοκετού.
Γονιμότητα Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η χρήση του NOSATEL μπορεί να εξασθενήσει τη γυναικεία γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Σε γυναίκες που έχουν δυσκολίες στη σύλληψη ή υποβάλλονται σε έλεγχο στειρότητας, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της δεξοκετοπροφαίνης.
Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η δεξκετοπροφαίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Το NOSATEL αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. παράγραφο 4.3).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το ΝOSATEL κοκκία μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως ζάλη, διαταραχές όρασης ή υπνηλία. Η ικανότητα αντίδρασης και η ικανότητα ενεργής συμμετοχής στην οδική κυκλοφορία και ο χειρισμός μηχανημάτων μπορεί να επηρεασθεί σε αυτές τις περιπτώσεις.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τις κλινικές δοκιμές (μορφή δισκίων)
τουλάχιστον ως πιθανόν σχετιζόμενες με το NOSATEL κοκκία, όπως επίσης και οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν μετά την κυκλοφορία του προϊόντος ταξινομούνται στον παρακάτω πίνακα κατά οργανικό σύστημα και με τη συχνότητα που εμφανίζονται:
Επειδή τα επίπεδα στο πλάσμα C της δεξκετοπροφαίνης για τη μορφή των κοκκίων είναι max υψηλότερα από αυτά που αναφέρονται για τη μορφή των δισκίων, ένας δυνητικά αυξημένος κίνδυνος για ανεπιθύμητες ενέργειες (γαστρεντερικές) δεν μπορεί να αποκλειστεί.
| ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΟΡΓΑΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ | ΣΥΧΝΕΣ (≥1/100 έως <1/10) | ΟΧΙ ΣΥΧΝΕΣ (≥1/1.000 έως <1/100) | ΣΠΑΝΙΕΣ (≥1/10.000 έως <1/1.000) | ΠΟΛΥ ΣΠΑΝΙΕΣ (< 1/10.000) | ΜΗ ΓΝΩΣΤΕΣ (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) |
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | --- | --- | --- | Ουδετεροπενία Θρομβοπενία | --- |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | --- | --- | Λαρυγγικό οίδημα | Αναφυλακτικέ ς αντιδράσεις, συμπεριλαμβα νομένης της αναφυλακτική ς καταπληξίας | --- |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | --- | --- | Ανορεξία | --- | --- |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | αϋπνία, άγχος | --- | |||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία, Ζάλη, υπνηλία | Παραισθησ ία, Συγκοπή | --- | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | --- | --- | --- | Όραση θαμπή | --- |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | --- | Ίλιγγος | --- | Εμβοές | --- |
| Καρδιακές διαταραχές | --- | Αίσθημα Παλμών | --- | Ταχυκαρδία | Σύνδρομο Κούνη |
| Αγγειακές διαταραχές | --- | Έξαψη | Υπέρταση | Υπόταση | --- |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | --- | --- | βραδύπνοια | Βρογχόσπασμ ος, δύσπνοια | --- |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία και/ή έμετος, κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία | Γαστρίτιδα, δυσκοιλιότητ α, ξηροστομία, μετεωρισμός | Πεπτικό έλκος, αιμορραγία πεπτικού έλκους ή διάτρηση πεπτικού έλκους (βλ. 4.4) | παγκρεατίτιδα | --- |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | --- | --- | Ηπατοκυττ αρική βλάβη | --- |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | --- | Εξάνθημα | Κνησμός, ακμή, αυξημένη εφίδρωση | σύνδρομο Steven Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (σύνδρομο Lyell), αγγειοοίδημα, οίδημα προσώπου, αντιδράσεις φωτοευαισθησ ίας, κνησμός | Σταθερό φαρμακευτικό εξάνθημα |
|---|---|---|---|---|---|
| Διαταραχές του μυoσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | --- | --- | Οσφυαλγία | --- | --- |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | --- | --- | Πολυουρία Οξεία νεφρική ανεπάρκεια | Νεφρίτιδα ή νεφρωσικό σύνδρομο | --- |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | --- | --- | Διαταραχές έμμηνου ρήσεως, Διαταραχή προστάτη | --- | --- |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | --- | Κούραση, πόνος, εξασθένιση, ρίγη, αίσθημα κακουχίας | Περιφερικό οίδημα | --- | --- |
| Παρακλινικές εξετάσεις | --- | --- | Μη φυσιολογικ ές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας | --- | --- |
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί είναι οι γαστρεντερικές.
Πεπτικό έλκος, διάτρηση ή γαστρεντερική αιμορραγία, μερικές φορές θανατηφόρα, μπορούν να συμβούν, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους (βλ. παράγραφο 4.4). Επίσης, μετά τη χορήγηση έχουν αναφερθεί: ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, μέλαινα, αιματέμεση, ελκώδης στοματίτιδα, έξαρση κολίτιδας και της νόσου του Crohn (βλ. παράγραφο 4.4). Λιγότερο συχνά έχει αναφερθεί γαστρίτιδα. Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια έχουν αναφερθεί σχετιζόμενα με τη θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Δεδομένα από κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η χρήση ορισμένων ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις και σε μακροχρόνια θεραπεία) ενδέχεται να σχετίζεται με μικρό αυξημένο κίνδυνο επεισοδίων αρτηριακής θρόμβωσης (για παράδειγμα έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. παράγραφο 4.4).
Όπως και με τα άλλα ΜΣΑΦ, οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανισθούν:
άσηπτη μηνιγγίτιδα που πιθανώς εμφανίζεται κυρίως σε ασθενείς με συστηματικό ερυθηματώδη λύκο ή μικτή νόσο του συνδετικού ιστού, αιματολογικές αντιδράσεις
(πορφύρα, απλαστική και αιμολυτική αναιμία και σπανίως ακκοκιοκυτταραιμία και μυελική υποπλασία).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται παρακάτω:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: +30 21 32040380/337 Φαξ: +30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Τηλ: +357 22608607 Φαξ: + 357 22608669 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
4.9 Υπερδοσολογία
Η συμπτωματολογία μετά την υπερδοσολογία δεν είναι γνωστή. Παρόμοια φαρμακευτικά προϊόντα έχουν δημιουργήσει γαστρεντερικές (έμετος, ανορεξία, κοιλιακό άλγος) και νευρολογικές (υπνηλία, ίλιγγο, αποπροσανατολισμό, κεφαλαλγία) διαταραχές.
Σε περίπτωση ατυχήματος ή υπερβολικής λήψης, πρέπει να εισάγεται άμεση συμπτωματική θεραπεία σύμφωνα με την κλινική κατάσταση του ασθενή. Εάν από έναν ενήλικα ή παιδί έχουν καταποθεί την τελευταία ώρα πάνω από 5 mg/kg, πρέπει να τους χορηγηθεί ενεργός άνθρακας.
Η δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη μπορεί να απομακρυνθεί με διύλιση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία : Παράγωγα του προπιονικού οξέος Κωδικός ΑΤC: M01AE17 Η δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη είναι το άλας τρομεθαμίνης του S-(+)-2-(3- βενζοϋλφαινυλ) προπιονικό οξύ, ένα αναλγητικό, αντιφλεγμονώδες και αντιπυρετικό φάρμακο, το οποίο ανήκει στην κατηγορία των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (Μ01ΑΕ).
Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης των μη-στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων συσχετίζεται με τη μείωση της σύνθεσης των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την πορεία της κυκλοοξυγενάσης. Ειδικότερα, υπάρχει μία αναστολή στον μετασχηματισμό του αραχιδονικού οξέος σε κυκλικά ενδουπεροξείδια, PGG και PGH , τα οποία παράγουν τις 2 2 προσταγλανδίνες PGE , PGE , PGF και PGD , και επίσης την προστακυκλίνη PGl και τις 1 2 2α 2 2 θρομβοξάνες (TxA και ΤxΒ ).
2 2
Επιπλέον, η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει και άλλους φλεγμονώδεις παράγοντες, όπως τις κινίνες, προκαλώντας μια έμμεση δράση, η οποία είναι συμπληρωματική της άμεσης δράσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Μελέτες σε πειραματόζωα και σε ανθρώπους κατέδειξαν ότι η δεξοκετοπροφαίνη είναι ένας αναστολέας των δράσεων των COX-1 και COX-2.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Κλινικές μελέτες που εκτελέστηκαν σε διάφορα μοντέλα πόνου κατέδειξαν την αποτελεσματική αναλγητική δράση της δεξοκετοπροφαίνης. Η έναρξη της αναλγητικής δράσης σε μερικές μελέτες επιτυγχάνεται σε 30 λεπτά μετά τη χορήγηση. Η αναλγητική δράση διαρκεί για 4 έως 6 ώρες.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η δεξκετοπροφαίνη τρομεταμόλη απορροφάται ταχέως μετά από την του στόματος χορήγηση, με τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα να επιτυγχάνεται μετά από 0,25-0,33 ώρες όταν χορηγείται σε κοκκία.
Η σύγκριση μεταξύ της τυποποιημένης απελευθέρωσης δεξκετοπροφαίνης δισκία και κοκκία στη δόση των 25 mg υποδεικνύει ότι τα δύο σκευάσματα ήταν βιοϊσοδύναμα όσον αφορά την έκταση της βιοδιαθεσιμότητας (AUC). Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (C ) ήταν max περίπου 30% υψηλότερη μετά κόκκων σε σύγκριση με το δισκίο.
Όταν χορηγείται ταυτόχρονα με τροφή, η AUC δεν επηρεάζεται, όμως η C της max δεξκετοπροφαίνης μειώνεται και η ταχύτητα απορρόφησής της επιβραδύνεται (αυξημένο t ).
max Κατανομή Ο χρόνος ημίσειας ζωής της κατανομής και ο χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής της δεξκετοπροφαίνης είναι 0,35 και 1,65 ώρες, αντίστοιχα.
Όπως και με άλλα φάρμακα με υψηλό ποσοστό σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (99%), ο όγκος κατανομής του έχει μία μέση τιμή χαμηλότερη από 0,25 l/kg.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή Η κύρια οδός αποβολής της δεξοκετοπροφαίνης είναι η γλυκουρονική σύζευξη και στη συνέχεια η νεφρική απέκκριση.
Μετά από τη χορήγηση της δεξοκετοπροφαίνης τρομεταμόλης, στα ούρα ανακτάται μόνο το S-(+) εναντιομερές, αποδεικνύοντας ότι δεν γίνεται μετατροπή στο R-(-) εναντιομερές στον άνθρωπο.
Σε φαρμακοκινητικές μελέτες πολλαπλών δόσεων παρατηρήθηκε ότι η επιφάνεια υπό την καμπύλη (AUC) μετά από την τελευταία χορήγηση δεν διαφέρει από εκείνη που επιτυγχάνεται μετά από μια μονήρη δόση, αποδεικνύοντας ότι το φάρμακο δεν συσσωρεύεται.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, γονοτοξικότητας και ανοσοφαρμακολογίας.
Μελέτες χρόνιας τοξικότητας που πραγματοποιήθηκαν σε ποντίκια και πιθήκους έδωσαν ΝΟΑΕL (No Observed Adverse Effect Level) σε δόσεις 2 φορές υψηλότερες από τη μέγιστη συνιστώμενη δόση για τον άνθρωπο. Στους πιθήκους, σε υψηλότερες δόσεις, οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν ήταν αίμα στα κόπρανα, μειωμένη πρόσληψη σωματικού βάρους και, στην υψηλότερη δόση, διαβρωτικές γαστρεντερικές αλλοιώσεις.
Αυτές οι επιδράσεις εμφανίστηκαν σε δόσεις με έκθεση φαρμάκου 14-18 φορές υψηλότερες από αυτή της μέγιστης συνιστώμενης δόσης για τον άνθρωπο.
Δεν υπάρχουν μελέτες για την ενδεχόμενη καρκινογόνο δράση σε ζώα. Όπως έχει αναγνωριστεί για ολόκληρη τη φαρμακολογική κατηγορία των ΜΣΑΦ, η δεξκετοπροφαίνη μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στην εμβρυϊκή επιβίωση σε ζωϊκά μοντέλα, τόσο έμμεσα, μέσω της γαστρεντερικής τοξικότητας στις έγκυες μητέρες, καθώς και άμεσα κατά την ανάπτυξη του εμβρύου.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Γλυκυρριζικό αμμώνιο Νεοεσπεριδινο- διυδροχαλκόνη Κίτρινη κινολίνη (E-104)
Άρωμα λεμόνι Σακχαρόζη 6.2 Aσυμβατότητες Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Τα κοκκία για πόσιμο διάλυμα διατίθενται σε φακελίσκο μίας δόσης, με επικάλυψη- αλουμινίου-πολυαιθυλενίου, θερμοσυγκολημμένο.
Συσκευασίες που περιέχουν 2, 4, 10, 20, 30, 40, 50, 100 και 500 φακελίσκους.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
MENARINI INTERNATIONAL OPERATIONS LUXEMBOURG, S.A.
1, Αvenue de la Gare L-1611 Luxembourg Λουξεμβούργο Τοπικός αντιπρόσωπος στην Ελλάδα:
Guidotti Hellas ΑΕ Πάτμου 16-18 151 23, Μαρούσι Αττική Τηλ.: 210 8316111-13 Email: info@guidotti.gr
8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Ελλάδα:
Nosatel κοκκία για πόσιμο διάλυμα 25mg: 35761 Κύπρος:
Nosatel κοκκία για πόσιμο διάλυμα 25mg: 022622
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ελλάδα:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 18-6-2012 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 15-02-2016 Κύπρος:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 31-08-2017 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Ελλάδα:
Κύπρος: