Clinio Logo
Clinio
ONCOTICE › ΠΧΠ

ONCOTICE — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

farmako Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

OncoTICE, σκόνη για υγρό ενδοκυστικής έγχυσης το οποίο περιέχει 2-8 x 108 CFU Tice BCG.

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Το OncoTICE είναι ένα λυόφιλο σκεύασμα που περιέχει εξασθενημένους βακίλους Mycobacterium bovis, οι οποίοι παρασκευάσθηκαν με την καλλιέργεια του Bacillus Calmette-Guerin (BCG).

Το λυόφιλο OncoTICE διατίθεται σε σφραγισμένα γυάλινα φιαλίδια. Κάθε φιαλίδιο περιέχει 2 - 8 x 108 αποικίες (CFU) Tice BCG. Μετά την ανασύσταση με 50 ml φυσιολογικού ορού, το εναιώρημα περιέχει 0,4 – 1,6 x 107 CFU/ml.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Σκόνη για υγρό ενδοκυστικής έγχυσης.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

To OncoTICE χρησιμοποιείται στη θεραπεία του επιπέδου ουροθηλιακού καρκινώματος in situ (CIS)

της ουροδόχου κύστης και ως επικουρική θεραπεία μετά την διουρηθρική εκτομή (TUR) ενός πρωτοπαθούς ή υποτροπιάζοντος επιφανειακού θηλώδους ουροθηλιακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης σταδίου Τ (βαθμού κακοήθειας 2 ή 3) ή Τ (βαθμού κακοήθειας 1, 2 ή 3). Το Α 1 OncoTICE συνιστάται σε θηλώδεις όγκους σταδίου Τ βαθμού 1, μόνο όταν κρίνεται ότι υπάρχει Α υψηλός κίνδυνος επανεμφάνισης του όγκου.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Για την προετοιμασία του εναιωρήματος OncoTICE βλέπε παράγραφο 6.6.

Δοσολογία Αρχική θεραπεία Εβδομαδιαία έγχυση με OncoTICE κατά τις πρώτες 6 εβδομάδες.

Όταν το OncoTICE χρησιμοποιείται σαν επικουρική θεραπεία μετά από TUR ενός επιφανειακού ουροθηλιακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης (βλέπε “Θεραπευτικές ενδείξεις”), η αγωγή με το OncoTICE πρέπει να ξεκινήσει μεταξύ της 10ης και της 15ης ημέρας μετά την διεξαγωγή της TUR. Η αγωγή δεν πρέπει να ξεκινήσει προτού επουλωθούν οι βλάβες του βλεννογόνου μετά από TUR.

Θεραπεία συντήρησης Η θεραπεία συντήρησης ενδείκνυται για όλους τους ασθενείς και περιλαμβάνει μια εβδομαδιαία ενστάλλαξη με OncoTICE για 3 συνεχόμενες εβδομάδες κατά τον 3ο, 6ο και 12ο μήνα από την έναρξη της αγωγής. Η ανάγκη για θεραπεία συντήρησης κάθε 6 μήνες πέραν του πρώτου χρόνου θεραπείας πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με την κατάταξη του όγκου και την κλινική διάγνωση.

Πρέπει να χορηγείται μετά από συνταγή ειδικού ιατρού και κάτω από συνεχή παρακολούθηση του ασθενούς σε ειδικά νοσοκομειακά κέντρα κατά διαστήματα.

Τρόπος χορήγησης Ένας καθετήρας εισάγεται διαμέσου της ουρήθρας στην ουροδόχο κύστη και η κύστη παροχετεύεται πλήρως.

Το εναιώρημα των 50ml OncoTICE ενσταλάσσεται εντός της ουροδόχου κύστης με ροή βαρύτητας μέσω του καθετήρα.Μετά την έγχυση αφαιρείται ο καθετήρας.

Το εγχυθέν εναιώρημα OncoTICE πρέπει να παραμείνει στην κύστη για ένα διάστημα δύο ωρών.

Κατά την περίοδο αυτή πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε το εγχυθέν εναιώρημα OncoTICE να βρίσκεται επαρκώς σε επαφή με τον βλεννογόνο της ουροδόχου κύστης. Συνεπώς ο ασθενής δεν θα πρέπει να είναι ακινητοποιημένος. Σε περίπτωση που ο ασθενής βρίσκεται σε κατάκλιση αυτός θα πρέπει να μετακινείται από την ύπτια στην πρηνή θέση και το αντίστροφο κάθε 15 λεπτά.

Όταν το εναιώρημα OncoTICE έχει διατηρηθεί σε επαφή με τον βλεννογόνο της ουροδόχου κύστης για δύο ώρες, ο ασθενής πρέπει να ουρήσει το εγχυθέν εναιώρημα σε καθιστή θέση. Η ούρηση πρέπει να γίνεται σε καθιστή θέση για έξι ώρες μετά την έγχυση και να προστίθεται στην λεκάνη της τουαλέτας οικιακό λευκαντικό σε όγκο ίσο με δύο φλιτζάνια. Το λευκαντικό και τα ούρα θα πρέπει να παραμείνουν στη λεκάνη για 15 λεπτά πριν τον καταιονισμό του νερού.

Υπόμνηση: Ο ασθενής δεν πρέπει να καταναλώσει οποιοδήποτε υγρό για χρονικό διάστημα που ξεκινά 4 ώρες πριν την έγχυση και διαρκεί μέχρι να επιτραπεί η εκκένωση της κύστης (2 ώρες μετά την έγχυση).

4.3 Αντενδείξεις

• Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιαδήποτε από τα έκδοχα αυτού του φαρμάκου (αναφέρονται στην παράγραφο 6.1).

• Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών. Στις περιπτώσεις αυτές η αγωγή με το OncoTICE θα πρέπει να διακόπτεται μέχρις ότου η μικροβιακή καλλιέργεια των ούρων γίνει αρνητική και η θεραπεία με αντιβιοτικά και/ή αντισηπτικά του ουροποιητικού σταματήσει.

• Εκτεταμένη αιματουρία. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αγωγή με OncoTICE πρέπει να διακοπεί ή να ανασταλεί έως ότου η αιματουρία θεραπευθεί επιτυχώς ή σταματήσει.

• Κλινική ένδειξη περί υφιστάμενης ενεργής φυματίωσης. Η ενεργή φυματίωση θα πρέπει να αποκλεισθεί σε ασθενείς με θετική αντίδραση φυματίνης (PPD) πριν την έναρξη της αγωγής με OncoTICE.

• Θεραπεία με αντιφυματικά φάρμακα όπως η στρεπτομυκίνη, το παρα-αμινοσαλικυλικό οξύ (PAS), η ισονιαζίδη (ΙΝΗ), η ριφαμπικίνη και η εθαμβουτόλη.

• Ανεπάρκεια ανοσολογικής απάντησης ανεξαρτήτως αιτιολογίας (συγγενής ή οφειλόμενη σε ασθένεια, φάρμακα ή άλλη θεραπεία).

• HIV οροθετικότητα.

• Κύηση και γαλουχία.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

• Πριν την πρώτη ενδοκυστική έγχυση OncoTICE πρέπει να γίνεται έλεγχος φυματίνης. Εάν αυτός ο έλεγχος είναι θετικός, η ενδοκυστική έγχυση OncoTICE αντενδείκνυται μόνο εάν υφίσταται συμπληρωματική ιατρική ένδειξη για ενεργό φυματιώδη λοίμωξη.

• Τραυματικός καθετηριασμός ή άλλοι τραυματισμοί της ουρήθρας ή του βλεννογόνου της ουροδόχου κύστης μπορούν να προάγουν τη συστηματική λοίμωξη από BCG. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται καθυστέρηση στην χορήγηση OncoTICE έως την επούλωση της βλάβης του βλεννογόνου. Συστηματικές λοιμώξεις με BCG μπορεί να οφείλονται σε τραυματικό καθετηριασμό, διάτρηση της κύστης ή πρόωρη έγχυση BCG μετά από εκτεταμένη διουρηθρική εκτομή του επιφανειακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης (TUR). Aυτές οι συστηματικές λοιμώξεις μπορεί να εκδηλωθούν με πνευμονίτιδα, ηπατίτιδα ή/και κυτταροπενία, λοιμώδες ανεύρυσμα, αγγειίτιδα, λοιμώδη ενδοφθαλμίτιδα ή/και σήψη συχνά μετά από μία περίοδο πυρετού και αισθήματος κακουχίας κατά τη διάρκεια της οποίας τα συμπτώματα αυξάνονται προοδευτικά.

Σε ασθενείς με έκδηλα συμπτώματα μόλυνσης από BCG, η οποία επάγεται από την αγωγή πρέπει να ακολουθείται κατάλληλη θεραπεία με αντιφυματικά φάρμακα ακολουθώντας τα θεραπευτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται για τις φυματιώδεις λοιμώξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, περαιτέρω αγωγή με Tice BCG αντενδείκνυται (βλ.παράγραφο 4.8).

• Σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες υψηλού κινδύνου για HIV μόλυνση συνιστάται να διενεργούνται οι κατάλληλοι έλεγχοι για HIV πριν από την έναρξη της αγωγής

• Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση συμπτωμάτων συστηματικής λοίμωξης από BCG και για ενδείξεις τοξικότητας μετά από κάθε ενδοκυστική έγχυση.

• Το OncoTICE δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια, υποδόρια ή ενδομυϊκά.

• Για την προστασία του ερωτικού συντρόφου θα πρέπει να συνιστάται στον ασθενή η αποχή από την σεξουαλική δραστηριότητα μία εβδομάδα μετά την έγχυση OncoTICE ή η χρήση προφυλακτικού.

• Η χρήση του OncoTICE μπορεί να ευαισθητοποιήσει τους ασθενείς στην φυματίνη οδηγώντας σε θετική αντίδραση φυματίνης (PPD).

• Η ανασύσταση, η προετοιμασία και η χορήγηση του εναιωρήματος OncoTICE πρέπει να εκτελούνται υπό άσηπτες συνθήκες.

• Η διασπορά του εναιωρήματος OncoTICE μπορεί να οδηγήσει σε μόλυνση με Tice BCG. Τυχόν εναιώρημα OncoTICE που έχει χυθεί θα πρέπει να καθαρισθεί επικαλύπτοντας το με χάρτινες πετσέτες οι οποίες έχουν εμποτιστεί με φυματιοκτόνο απολυμαντικό για διάστημα τουλάχιστον 10 λεπτών. Όλα τα άχρηστα υλικά θα πρέπει να απορριφθούν ως δυνητικά μολυσματικό υλικό.

• Ακούσια έκθεση στο OncoTICE μπορεί να προκύψει από αυτο-εμβολιασμό λόγω δερμικής έκθεσης διαμέσου ανοικτής πληγής ή λόγω εισπνοής ή κατάποσης του εναιωρήματος OncoTICE.

Η έκθεση στο OncoTICE δεν θα οδηγήσει σε σημαντικά ανεπιθύμητα ιατρικά συμβάντα σε υγιή άτομα. Ωστόσο, στην περίπτωση που υπάρχει η υποψία ατυχούς αυτο-εμβολιασμού, συνιστάται να διεξαχθεί δοκιμασία PPD κατά τον χρόνο του ατυχήματος και μετά από έξι εβδομάδες ώστε να ανιχνευθεί μετατροπή της αρνητικής δερματοαντίδρασης σε θετική.

• Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την παρουσία συμπτωμάτων συστηματικής BCG λοίμωξης και σημείων τοξικότητας έπειτα από κάθε ενδοκυστική θεραπεία. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για την πιθανότητα καθυστερημένης έξαρσης BCG λοιμώξεων. Τα συμπτώματα μπορεί να καθυστερήσουν από μήνες έως χρόνια μετά την τελευταία δόση και οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται στο να αναζητούν ιατρική βοήθεια εάν εμφανιστούν συμπτώματα όπως πυρετός και απώλεια βάρους άγνωστης αιτιολογίας.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Το OncoTICE είναι ευαίσθητο στα περισσότερα αντιβιοτικά και κυρίως στα συνήθως χρησιμοποιούμενα αντιφυματικά φάρμακα όπως η στρεπτομυκίνη, το παρα-αμινοσαλικυλικό οξύ (PAS), η ισονιαζίδη (ΙΝΗ), η ριφαμπικίνη και η εθαμβουτόλη.Ως εκ τούτου η αντινεοπλασματική δράση του OncoTICE μπορεί να επηρεάζεται από ταυτόχρονη αγωγή με αντιβιοτικά. Εάν ο ασθενής ακολουθεί θεραπεία με αντιβιοτικά, συνιστάται η αναβολή της ενδοκυστικής έγχυσης μέχρι το τέλος της αγωγής αυτής (βλέπε επίσης “Αντενδείξεις”).

Τα ανοσοκατασταλτικά και/ή η καταστολή του μυελού των οστών και/ή η ακτινοβολία ενδέχεται να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη της ανοσολογικής απάντησης και κατά συνέπεια την αντινεοπλασματική αποτελεσματικότητα, επομένως δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με το OncoTICE.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Η έγχυση του OncoTICE για την αγωγή κατά του καρκινώματος της ουροδόχου κύστης αντενδείκνυται κατά την κύηση και την γαλουχία (βλέπε παράγραφο 4.3).

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Σύμφωνα με τις φαρμακοδυναμικές ιδιότητες του OncoTICE, εκτιμάται ότι το ιδιοσκεύασμα δεν επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Περίληψη προφίλ ασφάλειας Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μετά από την ενδοκυστική αγωγή με OncoTICE είναι γενικά ήπιες και παροδικές. Η τοξικότητα και οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαίνεται να συνδέονται άμεσα με το αθροιστικό αριθμό αποικιών (CFU) του BCG, ο οποίος έχει χορηγηθεί με τις διάφορες εγχύσεις.

Περίπου 90% των ασθενών αναπτύσσουν τοπικά συμπτώματα ερεθισμού της ουροδόχου κύστης.

Πολύ συχνά αναφέρεται συχνουρία και δυσουρία. Η κυστίτιδα και οι τυπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις (κοκκιώματα) οι οποίες εμφανίζονται στο βλεννογόνο της ουροδόχου κύστης μετά την έγχυση του OncoTICE η οποία προκαλεί αυτά τα συμπτώματα, αποτελούν ενδεχομένως ένα ουσιώδες τμήμα της αντινεοπλασματικής δράσης του BCG. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα εξαφανίζονται μέσα σε δύο μέρες μετά την έγχυση και η κυστίτιδα δεν απαιτεί θεραπεία. Κατά την διάρκεια της αγωγής συντήρησης με OncoTICE, τα συμπτώματα της κυστίτιδας μπορεί να είναι εντονότερα και πιο επίμονα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν εμφανίζονται σοβαρά συμπτώματα, μπορεί να δοθεί ισονιαζίδη (300 mg ημερησίως) και αναλγητικά έως την εξαφάνιση των συμπτωμάτων.

Ακόμα παρατηρείται συχνά αίσθημα κακουχίας, πυρετός μικρού έως μεσαίου βαθμού και/ή γριππώδες σύνδρομο (πυρετός, ρίγη, αίσθημα κακουχίας και μυαλγία), το οποίο μπορεί να συνοδεύει εντοπισμένες, ερεθιστικές τοξικότητες οι οποίες συχνά αντικατοπτρίζουν αντιδράσεις υπερευαισθησίας και μπορούν να αντιμετωπιστούν συμπτωματικά. Αυτά τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μέσα σε 4 ώρες από την έγχυση και διαρκούν 24 – 48 ώρες. Πυρετός υψηλότερος των 39ο C τυπικά υποχωρεί μέσα σε 24 έως 48 ώρες όταν χορηγηθούν αντιπυρετικά (κατά προτίμηση παρακεταμόλη) και υγρά. Ωστόσο, συχνά δεν είναι δυνατόν να διακριθούν αυτές οι άνευ επιπλοκών πυρετικές αντιδράσεις από μία πρώιμη συστηματική λοίμωξη με BCG όπου πιθανόν να ενδείκνυται αντιφυματική θεραπεία. Πυρετός υψηλότερος των 39ο C ο οποίος δεν υποχωρεί μέσα σε διάστημα 12 ωρών παρά την αντιπυρετική θεραπεία θα πρέπει να θεωρείται ως συστηματική λοίμωξη από BCG,και χρήζει επιβεβαίωσης με κλινικές δοκιμασίες και θεραπείας.

Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη χρήση του προϊόντος

Συχνότητα εμφάνισηςΚατηγορίες/Οργανικά συστήματα κατά MedDRAΠροτιμώμενοι όροι
Πολύ συχνές (>1/10)Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΚυστίτιδα, δυσουρία, συχνουρία, αιματουρία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΓριππώδης συνδρομή, πυρεξία, αίσθημα κακουχίας, κόπωση
Συχνές (>1/100, <1/10)Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΟυρολοίμωξη
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΑναιμία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΠνευμονίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικούΚοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, διάρροια
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΑρθραλγία, αρθρίτιδα, μυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΑκράτεια ούρων, επιτακτική ούρηση, εξέταση ούρων παθολογική
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΡίγη
Όχι συχνές (>1/1,000, <1/100)Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΔιάχυτη λοίμωξη BCG (φυματιώδεις λοιμώξεις1) συμπεριλαμβανομένων αυτών με καθυστερημένη έναρξη5
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΠανκυτταροπενία, θρομβοπενία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρωνΗπατίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΠαρατρίμματα, εξάνθημα και εξάνθημα ΔΑΤ1
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΣύσπαση ουροδόχου κύστης, πυουρία, κατακράτηση ούρων, ουρητηρική απόφραξη
Παρακλινικές εξετάσειςαύξηση των ηπατικών ενζύμων
Σπάνιες (>1/10,000, <1/1,000)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΒήχας
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΕπιδιδυμίτιδα
Πολύ σπάνιες (<1/10,000)Λοιμώξεις και παρασιτώσειςΦαρυγγίτιδα, ορχίτιδα, σύνδρομο Reiter, φυματίωση του δέρματος
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΛεμφαδενοπάθεια
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΑνορεξία
Ψυχιατρικές διαταραχέςΣυγχυτική κατάσταση
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΖάλη, δυσαισθησία3, υπεραισθησία3, παραισθησία, υπνηλία, κεφαλαλγία, υπερτονία, νευραλγία3
Οφθαλμικές διαταραχέςΕπιπεφυκίτιδα
Διαταραχές του ωτός και του λαβύρινθουΊλιγγος3
Αγγειακές διαταραχέςΥπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΒρογχίτιδα, δύσπνοια, ρινίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικούΔυσπεψία3, μετεωρισμός3
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΑλωπεκία, υπερεφίδρωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΟσφυαλγία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΝεφρική ανεπάρκεια οξεία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστούΒαλανοποστίτιδα, προστατίτιδα, αιδοιοκολπική δυσανεξία3
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΘωρακικό άλγος, οίδημα περιφερικό, κοκκίωμα2
Παρακλινικές εξετάσειςΑύξηση του ειδικού προστατικού αντιγόνου, μείωση του βάρους
Όχι γνωστέςΟφθαλμικές διαταραχέςΛοιμώδης ενδοφθαλμίτιδα
Αγγειακές διαταραχέςΑγγειίτιδα3, 4

ΔΑΤ = Δίχως Άλλη Ταξινόμηση

1 Όρος ανωτέρου επιπέδου αντί για προτιμώμενος όρος

2 Κοκκίωμα ΜΑΚ (ΜΑΚ = Μη Άλλως Καθοριζόμενο) έχει παρατηρηθεί σε διάφορα όργανα

συμπεριλαμβανομένων της αορτής, της ουροδόχου κύστης, της επιδιδυμίτιδας, του γαστρεντερικού σωλήνα, των νεφρών, του ήπατος, των πνευμόνων, των λεμφαδένων, του περιτοναίου και του προστάτη

3 Έχουν αναφερθεί μόνο μεμονωμένα περιστατικά κατά τη χρήση του προϊόντος

4 Η μόλυνση από BCG που εκδηλώνεται ως αγγειίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής του κεντρικού νευρικού συστήματος, έχει παρατηρηθεί κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία.

5 Περιγράφεται περαιτέρω παρακάτω ως «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών»

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Συστηματικές λοιμώξεις με BCG μπορεί να οφείλονται σε τραυματικό καθετηριασμό, διάτρηση της κύστης ή πρόωρη έγχυση BCG μετά από εκτεταμένη διουρηθρική εκτομή του επιφανειακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης (TUR).

Aυτές οι συστηματικές λοιμώξεις μπορεί να εκδηλωθούν με πνευμονίτιδα, ηπατίτιδα, κυτταροπενία, λοιμώδες ανεύρυσμα, αγγειίτιδα, λοιμώδη ενδοφθαλμίτιδα και/ή σήψη συχνά μετά από μία περίοδο πυρετού και αισθήματος κακουχίας κατά τη διάρκεια της οποίας τα συμπτώματα αυξάνονται προοδευτικά (βλ.παράγραφο 4.4). Η εκδήλωση συστηματικών λοιμώξεων μπορεί επίσης να καθυστερήσει από μήνες έως έτη μετά την τελευταία δόση και οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται στο να αναζητούν ιατρική βοήθεια εάν εμφανιστούν συμπτώματα όπως πυρετός και απώλεια βάρους άγνωστης αιτιολογίας. Σε ασθενείς με έκδηλα συμπτώματα μόλυνσης από BCG, η οποία επάγεται από την αγωγή πρέπει να ακολουθείται κατάλληλη θεραπεία με αντιφυματικά φάρμακα ακολουθώντας τα θεραπευτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται για τις φυματιώδεις λοιμώξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, περαιτέρω αγωγή με Tice BCG αντενδείκνυται.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας/περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ.

λεπτομέρειες παρακάτω).

Ελλάδα:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr Κύπρος:

Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Φαξ: + 357 22608649, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

4.9 Υπερδοσολογία

Υπερδοσολογία προκύπτει όταν περισσότερα από ένα φιαλίδια OncoTICE χορηγηθούν ανά έγχυση.

Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για την εκδήλωση συμπτωμάτων συστηματικής λοίμωξης με BCG και εάν κριθεί απαραίτητο να ακολουθήσει αντιφυματική αγωγή.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Το OncoTICE είναι ένας ανοσοδιεγερτικός παράγοντας (κωδικός ATC L 03 AX03). Έχει αντι- καρκινική δραστηριότητα αλλά ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι γνωστός. Τα κλινικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι λαμβάνει μέρος μια ενεργή μη ειδική αντίδραση του ανοσοποιητικού

συστήματος. Το BCG ενεργοποιεί μια τοπική φλεγμονώδη αντίδραση στην οποία εμπλέκεται μια ποικιλία από ανοσοκύτταρα, όπως μακροφάγα, φυσικά φονικά κύτταρα και κύτταρα Τ.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Είναι γνωστό ότι ο Tice BCG μπορεί να συνδεθεί εκλεκτικά στην ινωδεκτίνη του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης. Ωστόσο η μεγαλύτερη ποσότητα του εγχυθέντος OncoTICE αποβάλλεται με την πρώτη διούρηση δύο ώρες μετά την έγχυση.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Δεν υπάρχουν αξιοσημείωτα ευρήματα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

Lactose monohydrate, asparagine, citric acid, potassium phosphate dibasic, magnesium sulfate (hedrahydrate), glycerol, ferric ammonium citrate, zinc, ammonia solution.

6.2 Aσυμβατότητες Το OncoTICE είναι μη συμβατό με υπότονα και υπέρτονα διαλύματα. Το OncoTICE μπορεί να αναμιχθεί μόνο με φυσιολογικό ορό όπως περιγράφεται στην παράγραφο 6.6. Άλλες μελέτες ασυμβατότητας δεν έχουν διενεργηθεί.

6.3 Διάρκεια ζωής

Το OncoTICE έχει διάρκεια ζωής 1 χρόνου, υπό την προϋπόθεση ότι φυλάσσεται σε συνθήκες σύμφωνα με τις προδιαγραφές του (βλέπε “Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος“).

Η ημερομηνία που εκτυπώνεται στο κουτί και στην επισήμανση του φιαλιδίου είναι η ημερομηνία λήξης δηλαδή η ημερομηνία μέχρι την οποία το OncoTICE μπορεί να χρησιμοποιηθεί.

Δεν έχουν προστεθεί συντηρητικά.

Έχει αποδειχθεί ότι το ανασυσταθέν προϊόν είναι σταθερό για 2 ώρες στους 2-8ºC προστατευμένο από το φως. Από μικροβιολογικής απόψης, εκτός εάν η μέθοδος ανοίγματος/ανασύστασης/αραίωσης αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιακής επιμόλυνσης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί άμεσα, η διάρκεια και οι συνθήκες φύλαξης είναι ευθύνη του χρήστη.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προιόντος

Τα φιαλίδια του λυόφιλου OncoΤICE πρέπει να διατηρούνται σε θερμοκρασία 2-8ºC (ψυγείο) και να προφυλάσσονται από το φως.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Το OncoTICE συσκευάζεται σε γυάλινα φιαλίδια τύπου I.

Συσκευασία 1 ή 3 φιαλιδίων.

Κάθε φιαλίδιο περιέχει 2 - 8 x 108 CFU Tice BCG.

Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Το OncoTICE περιέχει ζωντανά, εξασθενημένα μυκοβακτηρίδια. Λόγω του ενδεχόμενου κινδύνου μετάδοσης, η προετοιμασία, ο χειρισμός και η απόρριψη θα πρέπει να γίνονται σαν να ήταν δυνητικά μολυσματικό υλικό (βλέπε παράγραφο 4.4). Μπορεί να γίνει χρήση συσκευών μεταφοράς κλειστού συστήματος χωρίς βελόνα όταν μεταφέρεται ΟncoTICE από την αρχική συσκευασία στον εξοπλισμό ενστάλαξης.

Εφαρμόζονται οι ακόλουθες διαδικασίες υπό άσηπτες συνθήκες:

Ανασύσταση Προστίθεται 1 ml αποστειρωμένου φυσιολογικού ορού με αποστειρωμένη σύριγγα στο περιεχόμενο ενός φιαλιδίου OncoTICE. Βεβαιωθείτε ότι η βελόνα έχει εισαχθεί μέσω του κέντρου του ελαστικού πώματος ασφαλείας του φιαλιδίου. Αφήστε το φιαλίδιο ακίνητο για μερικά λεπτά.

Κατόπιν το φιαλίδιο αναδεύεται ήπια μέχρι την ομογενοποίηση του εναιωρήματος (Προσοχή: έντονη ανάδευση πρέπει να αποφεύγεται).

Προετοιμασία του διαλύματος για έγχυση Το ανασυσταθέν εναιώρημα αραιώνεται σε αποστειρωμένο φυσιολογικό ορό μέχρι έναν όγκο των 49 ml. . Το κενό φιαλίδιο εκπλένεται με 1 ml αποστειρωμένου φυσιολογικού ορού. Το υγρό έκπλυσης προστίθεται στο ανασυσταθέν εναιώρημα για έναν τελικό όγκο των 50 ml.

Το εναιώρημα αναμιγνύεται προσεκτικά. Το εναιώρημα που είναι έτοιμο για χρήση περιέχει συνολικά 2 - 8 x 108 αποικίες Tice BCG.

Τρόπος χορήγησης Βλ. παράγραφο 4.2

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

MSD Α.Φ.Β.Ε.Ε., Αγίου Δημητρίου 63, 17456, ΑΛΙΜΟΣ, Τηλ.: +30 210 9897300

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ελλάδα: 47783∕14-10-2008 Κύπρος: 19017

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

17-05-1993 / 14-10-2008 - Ελλάδα 18-09-2000 / 04-07-2008 - Κύπρος

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: farmako:SPC_2052101.pdf