Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ Πρωτότυπο

ONCOTICE

BCG vaccine

ονcοτηcε

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
12,5±3,0 / VIAL 70.11 €

ONCOTICE — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Για την προετοιμασία του εναιωρήματος OncoTICE βλέπε παράγραφο 6.6. Δοσολογία Αρχική θεραπεία Εβδομαδιαία έγχυση με OncoTICE κατά τις πρώτες 6 εβδομάδες. Όταν το OncoTICE χρησιμοποιείται σαν επικουρική θεραπεία μετά από TUR ενός επιφανειακού ουροθηλιακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης (βλέπε “Θεραπευτικές ενδείξεις”), η αγωγή με το OncoTICE πρέπει να ξεκινήσει μεταξύ της 10ης και της 15ης ημέρας μετά την διεξαγωγή της TUR. Η αγωγή δεν πρέπει να ξεκινήσει προτού επουλωθούν οι βλάβες του βλεννογόνου μετά από TUR. 2 Θεραπεία συντήρησης Η θεραπεία συντήρησης ενδείκνυται για όλους τους ασθενείς και περιλαμβάνει μια εβδομαδιαία ενστάλλαξη με OncoTICE για 3 συνεχόμενες εβδομάδες κατά τον 3ο, 6ο και 12ο μήνα από την έναρξη της αγωγής. Η ανάγκη για θεραπεία συντήρησης κάθε 6 μήνες πέραν του πρώτου χρόνου θεραπείας πρέπει να εκτιμάται σύμφωνα με την κατάταξη του όγκου και την κλινική διάγνωση. Πρέπει να χορηγείται μετά από συνταγή ειδικού ιατρού και κάτω από συνεχή παρακολούθηση του ασθενούς σε ειδικά νοσοκομειακά κέντρα κατά διαστήματα. Τρόπος χορήγησης Ένας καθετήρας εισάγεται διαμέσου της ουρήθρας στην ουροδόχο κύστη και η κύστη παροχετεύεται πλήρως. Το εναιώρημα των 50ml OncoTICE ενσταλάσσεται εντός της ουροδόχου κύστης με ροή βαρύτητας μέσω του καθετήρα.Μετά την έγχυση αφαιρείται ο καθετήρας. Το εγχυθέν εναιώρημα OncoTICE πρέπει να παραμείνει στην κύστη για ένα διάστημα δύο ωρών. Κατά την περίοδο αυτή πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε το εγχυθέν εναιώρημα OncoTICE να βρίσκεται επαρκώς σε επαφή με τον βλεννογόνο της ουροδόχου κύστης. Συνεπώς ο ασθενής δεν θα πρέπει να είναι ακινητοποιημένος. Σε περίπτωση που ο ασθενής βρίσκεται σε κατάκλιση αυτός θα πρέπει να μετακινείται από την ύπτια στην πρηνή θέση και το αντίστροφο κάθε 15 λεπτά. Όταν το εναιώρημα OncoTICE έχει διατηρηθεί σε επαφή με τον βλεννογόνο της ουροδόχου κύστης για δύο ώρες, ο ασθενής πρέπει να ουρήσει το εγχυθέν εναιώρημα σε καθιστή θέση. Η ούρηση πρέπει να γίνεται σε καθιστή θέση για έξι ώρες μετά την έγχυση και να προστίθεται στην λεκάνη της τουαλέτας οικιακό λευκαντικό σε όγκο ίσο με δύο φλιτζάνια. Το λευκαντικό και τα ούρα θα πρέπει να παραμείνουν στη λεκάνη για 15 λεπτά πριν τον καταιονισμό του νερού. Υπόμνηση: Ο ασθενής δεν πρέπει να καταναλώσει οποιοδήποτε υγρό για χρονικό διάστημα που ξεκινά 4 ώρες πριν την έγχυση και διαρκεί μέχρι να επιτραπεί η εκκένωση της κύστης (2 ώρες μετά την έγχυση). 4.3      Αντενδείξεις Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιαδήποτε από τα έκδοχα αυτού του φαρμάκου (αναφέρονται στην παράγραφο 6.1). Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών. Στις περιπτώσεις αυτές η αγωγή με το OncoTICE θα πρέπει να διακόπτεται μέχρις ότου η μικροβιακή καλλιέργεια των ούρων γίνει αρνητική και η θεραπεία με αντιβιοτικά και/ή αντισηπτικά του ουροποιητικού σταματήσει. Εκτεταμένη αιματουρία. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αγωγή με OncoTICE πρέπει να διακοπεί ή να ανασταλεί έως ότου η αιματουρία θεραπευθεί επιτυχώς ή σταματήσει. Κλινική ένδειξη περί υφιστάμενης ενεργής φυματίωσης. Η ενεργή φυματίωση θα πρέπει να αποκλεισθεί σε ασθενείς με θετική αντίδραση φυματίνης (PPD) πριν την έναρξη της αγωγής με OncoTICE. Θεραπεία με αντιφυματικά φάρμακα όπως η στρεπτομυκίνη, το παρα-αμινοσαλικυλικό οξύ (PAS), η ισονιαζίδη (ΙΝΗ), η ριφαμπικίνη και η εθαμβουτόλη. 3    4.4           Ανεπάρκεια ανοσολογικής απάντησης ανεξαρτήτως αιτιολογίας (συγγενής ή οφειλόμενη σε ασθένεια, φάρμακα ή άλλη θεραπεία). HIV οροθετικότητα. Κύηση και γαλουχία. Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση Πριν την πρώτη ενδοκυστική έγχυση OncoTICE πρέπει να γίνεται έλεγχος φυματίνης. Εάν αυτός ο έλεγχος είναι θετικός, η ενδοκυστική έγχυση OncoTICE αντενδείκνυται μόνο εάν υφίσταται συμπληρωματική ιατρική ένδειξη για ενεργό φυματιώδη λοίμωξη. Τραυματικός καθετηριασμός ή άλλοι τραυματισμοί της ουρήθρας ή του βλεννογόνου της ουροδόχου κύστης μπορούν να προάγουν τη συστηματική λοίμωξη από BCG. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται καθυστέρηση στην χορήγηση OncoTICE έως την επούλωση της βλάβης του βλεννογόνου. Συστηματικές λοιμώξεις με BCG μπορεί να οφείλονται σε τραυματικό καθετηριασμό, διάτρηση της κύστης ή πρόωρη έγχυση BCG μετά από εκτεταμένη διουρηθρική εκτομή του επιφανειακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης (TUR). Aυτές οι συστηματικές λοιμώξεις μπορεί να εκδηλωθούν με πνευμονίτιδα, ηπατίτιδα ή/και κυτταροπενία, λοιμώδες ανεύρυσμα, αγγειίτιδα, λοιμώδη ενδοφθαλμίτιδα ή/και σήψη συχνά μετά από μία περίοδο πυρετού και αισθήματος κακουχίας κατά τη διάρκεια της οποίας τα συμπτώματα αυξάνονται προοδευτικά. Σε ασθενείς με έκδηλα συμπτώματα μόλυνσης από BCG, η οποία επάγεται από την αγωγή πρέπει να ακολουθείται κατάλληλη θεραπεία με αντιφυματικά φάρμακα ακολουθώντας τα θεραπευτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται για τις φυματιώδεις λοιμώξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, περαιτέρω αγωγή με Tice BCG αντενδείκνυται (βλ.παράγραφο 4.8). Σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες υψηλού κινδύνου για HIV μόλυνση συνιστάται να διενεργούνται οι κατάλληλοι έλεγχοι για HIV πριν από την έναρξη της αγωγής Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση συμπτωμάτων συστηματικής λοίμωξης από BCG και για ενδείξεις τοξικότητας μετά από κάθε ενδοκυστική έγχυση. Το OncoTICE δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια, υποδόρια ή ενδομυϊκά. Για την προστασία του ερωτικού συντρόφου θα πρέπει να συνιστάται στον ασθενή η αποχή από την σεξουαλική δραστηριότητα μία εβδομάδα μετά την έγχυση OncoTICE ή η χρήση προφυλακτικού. Η χρήση του OncoTICE μπορεί να ευαισθητοποιήσει τους ασθενείς στην φυματίνη οδηγώντας σε θετική αντίδραση φυματίνης (PPD). Η ανασύσταση, η προετοιμασία και η χορήγηση του εναιωρήματος OncoTICE πρέπει να εκτελούνται υπό άσηπτες συνθήκες. Η διασπορά του εναιωρήματος OncoTICE μπορεί να οδηγήσει σε μόλυνση με Tice BCG. Τυχόν εναιώρημα OncoTICE που έχει χυθεί θα πρέπει να καθαρισθεί επικαλύπτοντας το με χάρτινες πετσέτες οι οποίες έχουν εμποτιστεί με φυματιοκτόνο απολυμαντικό για διάστημα τουλάχιστον 10 λεπτών. Όλα τα άχρηστα υλικά θα πρέπει να απορριφθούν ως δυνητικά μολυσματικό υλικό. Ακούσια έκθεση στο OncoTICE μπορεί να προκύψει από αυτο-εμβολιασμό λόγω δερμικής έκθεσης διαμέσου ανοικτής πληγής ή λόγω εισπνοής ή κατάποσης του εναιωρήματος OncoTICE. Η έκθεση στο OncoTICE δεν θα οδηγήσει σε σημαντικά ανεπιθύμητα ιατρικά συμβάντα σε υγιή άτομα. Ωστόσο, στην περίπτωση που υπάρχει η υποψία ατυχούς αυτο-εμβολιασμού, συνιστάται να διεξαχθεί δοκιμασία PPD κατά τον χρόνο του ατυχήματος και μετά από έξι εβδομάδες ώστε να ανιχνευθεί μετατροπή της αρνητικής δερματοαντίδρασης σε θετική. 4  Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την παρουσία συμπτωμάτων συστηματικής BCG λοίμωξης και σημείων τοξικότητας έπειτα από κάθε ενδοκυστική θεραπεία. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για την πιθανότητα καθυστερημένης έξαρσης BCG λοιμώξεων. Τα συμπτώματα μπορεί να καθυστερήσουν από μήνες έως χρόνια μετά την τελευταία δόση και οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται στο να αναζητούν ιατρική βοήθεια εάν εμφανιστούν συμπτώματα όπως πυρετός και απώλεια βάρους άγνωστης αιτιολογίας.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Λοιμώξεις των ουροφόρων οδών. Στις περιπτώσεις αυτές η αγωγή με το OncoTICE θα πρέπει να διακόπτεται μέχρις ότου η μικροβιακή καλλιέργεια των ούρων γίνει αρνητική και η θεραπεία με αντιβιοτικά και/ή αντισηπτικά του ουροποιητικού σταματήσει. Εκτεταμένη αιματουρία. Σε αυτές τις περιπτώσεις η αγωγή με OncoTICE πρέπει να διακοπεί ή να ανασταλεί έως ότου η αιματουρία θεραπευθεί επιτυχώς ή σταματήσει. Κλινική ένδειξη περί υφιστάμενης ενεργής φυματίωσης. Η ενεργή φυματίωση θα πρέπει να 2 -

αποκλεισθεί σε ασθενείς με θετική αντίδραση φυματίνης (PPD) πριν την έναρξη της αγωγής με OncoTICE. Θεραπεία με αντιφυματικά φάρμακα όπως η στρεπτομυκίνη, το παρα-αμινοσαλικυλικό οξύ (PAS), η ισονιαζίδη (ΙΝΗ), η ριφαμπικίνη και η εθαμβουτόλη. Ανεπάρκεια ανοσολογικής απάντησης ανεξαρτήτως αιτιολογίας (συγγενής ή οφειλόμενη σε ασθένεια, φάρμακα ή άλλη θεραπεία). HIV οροθετικότητα. Κύηση και γαλουχία.

warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Πριν την πρώτη ενδοκυστική έγχυση OncoTICE πρέπει να γίνεται έλεγχος φυματίνης. Εάν αυτός ο έλεγχος είναι θετικός, η ενδοκυστική έγχυση OncoTICE αντενδείκνυται μόνο εάν υφίσταται συμπληρωματική ιατρική ένδειξη για ενεργό φυματιώδη λοίμωξη. Τραυματικός καθετηριασμός ή άλλοι τραυματισμοί της ουρήθρας ή του βλεννογόνου της ουροδόχου κύστης μπορούν να προάγουν τη συστηματική λοίμωξη από BCG. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται καθυστέρηση στην χορήγηση OncoTICE έως την επούλωση της βλάβης του βλεννογόνου. Σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες υψηλού κινδύνου για HIV μόλυνση συνιστάται να διενεργούνται οι κατάλληλοι έλεγχοι για HIV πριν από την έναρξη της αγωγής Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση συμπτωμάτων συστηματικής λοίμωξης από BCG και για ενδείξεις τοξικότητας μετά από κάθε ενδοκυστική έγχυση. Το OncoTICE δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια, υποδόρια ή ενδομυϊκά. Για την προστασία του ερωτικού συντρόφου θα πρέπει να συνιστάται στον ασθενή η αποχή από την σεξουαλική δραστηριότητα μία εβδομάδα μετά την έγχυση OncoTICE ή η χρήση προφυλακτικού. Η χρήση του OncoTICE μπορεί να ευαισθητοποιήσει τους ασθενείς στην φυματίνη οδηγώντας σε θετική αντίδραση φυματίνης (PPD). Η ανασύσταση, η προετοιμασία και η χορήγηση του εναιωρήματος OncoTICE πρέπει να εκτελούνται υπό άσηπτες συνθήκες. Η διασπορά του εναιωρήματος OncoTICE μπορεί να οδηγήσει σε μόλυνση με Tice BCG. Τυχόν εναιώρημα OncoTICE που έχει διασπαρθεί θα πρέπει να καθαρισθεί επικαλύπτοντας το με χάρτινες πετσέτες οι οποίες έχουν εμποτιστεί με φυματιοκτόνο απολυμαντικό για διάστημα τουλάχιστον 10 λεπτών. Όλα τα άχρηστα υλικά θα πρέπει να απορριφθούν ως δυνητικά μολυσματικό υλικό. Ακούσια έκθεση στο Tice BCG μπορεί να προκύψει από αυτο-εμβολιασμό λόγω δερμικής έκθεσης διαμέσου ανοικτής πληγής ή λόγω εισπνοής ή κατάποσης του εναιωρήματος OncoTICE. Η έκθεση σε Tice BCG δεν θα οδηγήσει σε σημαντικά ανεπιθύμητα ιατρικά συμβάντα σε υγιή άτομα. Ωστόσο, στην περίπτωση που υπάρχει η υποψία ατυχούς αυτοεμβολιασμού, συνιστάται να διεξαχθεί δοκιμασία PPD κατά τον χρόνο του ατυχήματος και μετά από έξι εβδομάδες ώστε να ανιχνευθεί μετατροπή της αρνητικής δερματοαντίδρασης σε θετική.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Το OncoTICE είναι ευαίσθητο στα περισσότερα αντιβιοτικά και κυρίως στα συνήθως χρησιμοποιούμενα αντιφυματικά φάρμακα όπως η στρεπτομυκίνη, το παρα-αμινοσαλικυλικό οξύ (PAS), η ισονιαζίδη (ΙΝΗ), η ριφαμπικίνη και η εθαμβουτόλη.Ως εκ τούτου η αντινεοπλασματική δράση του OncoTICE μπορεί να επηρεάζεται από ταυτόχρονη αγωγή με αντιβιοτικά. Εάν ο ασθενής ακολουθεί θεραπεία με αντιβιοτικά, συνιστάται η αναβολή της ενδοκυστικής έγχυσης μέχρι το τέλος της αγωγής αυτής (βλέπε επίσης “Αντενδείξεις”). Τα ανοσοκατασταλτικά και/ή η καταστολή του μυελού των οστών και/ή η ακτινοβολία ενδέχεται να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη της ανοσολογικής απάντησης και κατά συνέπεια την αντινεοπλασματική αποτελεσματικότητα, επομένως δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με το OncoTICE.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Περίληψη προφίλ ασφάλειας Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μετά από την ενδοκυστική αγωγή με OncoTICE είναι γενικά ήπιες και παροδικές. Η τοξικότητα και οι ανεπιθύμητες ενέργειες φαίνεται να συνδέονται άμεσα με το αθροιστικό αριθμό αποικιών (CFU) του BCG, ο οποίος έχει χορηγηθεί με τις διάφορες εγχύσεις. Περίπου 90% των ασθενών αναπτύσσουν τοπικά συμπτώματα ερεθισμού της ουροδόχου κύστης. Πολύ συχνά αναφέρεται συχνουρία και δυσουρία. Η κυστίτιδα και οι τυπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις (κοκκιώματα) οι οποίες εμφανίζονται στο βλεννογόνο της ουροδόχου κύστης μετά την έγχυση του OncoTICE η οποία προκαλεί αυτά τα συμπτώματα, αποτελούν ενδεχομένως ένα ουσιώδες τμήμα της αντινεοπλασματικής δράσης του BCG. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα συμπτώματα εξαφανίζονται μέσα σε δύο μέρες μετά την έγχυση και η κυστίτιδα δεν απαιτεί θεραπεία. Κατά την διάρκεια της αγωγής συντήρησης με OncoTICE, τα συμπτώματα της κυστίτιδας μπορεί να είναι εντονότερα και πιο επίμονα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν εμφανίζονται σοβαρά συμπτώματα, μπορεί να δοθεί ισονιαζίδη (300 mg ημερησίως) και αναλγητικά έως την εξαφάνιση των συμπτωμάτων. 5 Ακόμα παρατηρείται συχνά αίσθημα κακουχίας, πυρετός μικρού έως μεσαίου βαθμού και/ή γριππώδες σύνδρομο (πυρετός, ρίγη, αίσθημα κακουχίας και μυαλγία), το οποίο μπορεί να συνοδεύει εντοπισμένες, ερεθιστικές τοξικότητες οι οποίες συχνά αντικατοπτρίζουν αντιδράσεις υπερευαισθησίας και μπορούν να αντιμετωπιστούν συμπτωματικά. Αυτά τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως μέσα σε 4 ώρες από την έγχυση και διαρκούν 24 - 48 ώρες. Πυρετός υψηλότερος των 39ο C τυπικά υποχωρεί μέσα σε 24 έως 48 ώρες όταν χορηγηθούν αντιπυρετικά (κατά προτίμηση παρακεταμόλη) και υγρά. Ωστόσο, συχνά δεν είναι δυνατόν να διακριθούν αυτές οι άνευ επιπλοκών πυρετικές αντιδράσεις από μία πρώιμη συστηματική λοίμωξη με BCG όπου πιθανόν να ενδείκνυται αντιφυματική θεραπεία. Πυρετός υψηλότερος των 39ο C ο οποίος δεν υποχωρεί μέσα σε διάστημα 12 ωρών παρά την αντιπυρετική θεραπεία θα πρέπει να θεωρείται ως συστηματική λοίμωξη από BCG,και χρήζει επιβεβαίωσης με κλινικές δοκιμασίες και θεραπείας. Πίνακας 1 Συχνότητα εμφάνισης Πολύ συχνές (>1/10) Συχνές (>1/100, <1/10) Όχι συχνές (>1/1,000, <1/100) Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη χρήση του προϊόντος Κατηγορίες/Οργανικά συστήματα Προτιμώμενοι όροι κατά MedDRA Διαταραχές των νεφρών και των Κυστίτιδα, δυσουρία, συχνουρία, ουροφόρων οδών αιματουρία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Διαταραχές του γαστρεντερικού Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Γριππώδης συνδρομή, πυρεξία, αίσθημα κακουχίας, κόπωση Ουρολοίμωξη Αναιμία Πνευμονίτιδα Κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετος, διάρροια Αρθραλγία, αρθρίτιδα, μυαλγία Ακράτεια ούρων, επιτακτική ούρηση, εξέταση ούρων παθολογική Ρίγη Διάχυτη λοίμωξη BCG (φυματιώδεις λοιμώξεις1) συμπεριλαμβανομένων αυτών με καθυστερημένη έναρξη5 Διαταραχές του αιμοποιητικού και του Πανκυτταροπενία, θρομβοπενία λεμφικού συστήματος Διαταραχές του ήπατος και των Ηπατίτιδα χοληφόρων Διαταραχές του δέρματος και του Παρατρίμματα, εξάνθημα και εξάνθημα υποδόριου ιστού ΔΑΤ1 Διαταραχές των νεφρών και των Σύσπαση ουροδόχου κύστης, πυουρία, ουροφόρων οδών κατακράτηση ούρων, ουρητηρική απόφραξη Παρακλινικές εξετάσεις αύξηση των ηπατικών ενζύμων 6 Σπάνιες (>1/10,000, <1/1,000) Διαταραχές του αναπνευστικού Βήχας συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Διαταραχές του αναπαραγωγικού Επιδιδυμίτιδα συστήματος και του μαστού Πολύ σπάνιες Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Φαρυγγίτιδα, ορχίτιδα, σύνδρομο Reiter, (<1/10,000) φυματίωση του δέρματος Διαταραχές του αιμοποιητικού και του Λεμφαδενοπάθεια λεμφικού συστήματος Διαταραχές του μεταβολισμού και της Ανορεξία θρέψης Ψυχιατρικές διαταραχές Συγχυτική κατάσταση Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ζάλη, δυσαισθησία3, υπεραισθησία3, παραισθησία, υπνηλία, κεφαλαλγία, υπερτονία, νευραλγία3 Οφθαλμικές διαταραχές Επιπεφυκίτιδα Διαταραχές του ωτός και του λαβύρινθου Ίλιγγος3 Αγγειακές διαταραχές Υπόταση Διαταραχές του αναπνευστικού Βρογχίτιδα, δύσπνοια, ρινίτιδα συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Διαταραχές του γαστρεντερικού Δυσπεψία3, μετεωρισμός3 Διαταραχές του δέρματος και του Αλωπεκία, υπερεφίδρωση υποδόριου ιστού Διαταραχές του μυοσκελετικού Οσφυαλγία συστήματος και του συνδετικού ιστού Διαταραχές των νεφρών και των Νεφρική ανεπάρκεια οξεία ουροφόρων οδών Διαταραχές του αναπαραγωγικού Βαλανοποστίτιδα, προστατίτιδα, 3 συστήματος και του μαστού αιδοιοκολπική δυσανεξία Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της Θωρακικό άλγος, οίδημα περιφερικό, οδού χορήγησης κοκκίωμα2 Παρακλινικές εξετάσεις Αύξηση του ειδικού προστατικού αντιγόνου, μείωση του βάρους Λοιμώδης ενδοφθαλμίτιδα Όχι γνωστές Οφθαλμικές διαταραχές Αγγειακές διαταραχές Αγγειίτιδα3, 4 ΔΑΤ = Δίχως Άλλη Ταξινόμηση 1 Όρος ανωτέρου επιπέδου αντί για προτιμώμενος όρος 2 Κοκκίωμα ΜΑΚ (ΜΑΚ = Μη Άλλως Καθοριζόμενο) έχει παρατηρηθεί σε διάφορα όργανα συμπεριλαμβανομένων της αορτής, της ουροδόχου κύστης, της επιδιδυμίτιδας, του γαστρεντερικού σωλήνα, των νεφρών, του ήπατος, των πνευμόνων, των λεμφαδένων, του περιτοναίου και του προστάτη 3 Έχουν αναφερθεί μόνο μεμονωμένα περιστατικά κατά τη χρήση του προϊόντος 4 Η μόλυνση από BCG που εκδηλώνεται ως αγγειίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής του κεντρικού νευρικού συστήματος, έχει παρατηρηθεί κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία. 5 Περιγράφεται περαιτέρω παρακάτω ως «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» 7 Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Συστηματικές λοιμώξεις με BCG μπορεί να οφείλονται σε τραυματικό καθετηριασμό, διάτρηση της κύστης ή πρόωρη έγχυση BCG μετά από εκτεταμένη διουρηθρική εκτομή του επιφανειακού καρκινώματος της ουροδόχου κύστης (TUR). Aυτές οι συστηματικές λοιμώξεις μπορεί να εκδηλωθούν με πνευμονίτιδα, ηπατίτιδα, κυτταροπενία, λοιμώδες ανεύρυσμα, αγγειίτιδα, λοιμώδη ενδοφθαλμίτιδα και/ή σήψη συχνά μετά από μία περίοδο πυρετού και αισθήματος κακουχίας κατά τη διάρκεια της οποίας τα συμπτώματα αυξάνονται προοδευτικά (βλ.παράγραφο 4.4). Η εκδήλωση συστηματικών λοιμώξεων μπορεί επίσης να καθυστερήσει από μήνες έως έτη μετά την τελευταία δόση και οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται στο να αναζητούν ιατρική βοήθεια εάν εμφανιστούν συμπτώματα όπως πυρετός και απώλεια βάρους άγνωστης αιτιολογίας. Σε ασθενείς με έκδηλα συμπτώματα μόλυνσης από BCG, η οποία επάγεται από την αγωγή πρέπει να ακολουθείται κατάλληλη θεραπεία με αντιφυματικά φάρμακα ακολουθώντας τα θεραπευτικά σχήματα που χρησιμοποιούνται για τις φυματιώδεις λοιμώξεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, περαιτέρω αγωγή με Tice BCG αντενδείκνυται. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας/περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. λεπτομέρειες παρακάτω). Ελλάδα: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr Κύπρος: Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Φαξ: + 357 22608649, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Η έγχυση του OncoTICE για την αγωγή κατά του καρκινώματος της ουροδόχου κύστης αντενδείκνυται κατά την κύηση και την γαλουχία (βλέπε παράγραφο 4.3).
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Το OncoTICE είναι ένας ανοσοδιεγερτικός παράγοντας (κωδικός ATC L 03 AX03). Έχει αντικαρκινική δραστηριότητα αλλά ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν είναι γνωστός. Τα κλινικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι λαμβάνει μέρος μια ενεργή μη ειδική αντίδραση του ανοσοποιητικού 8 συστήματος. Το BCG ενεργοποιεί μια τοπική φλεγμονώδη αντίδραση στην οποία εμπλέκεται μια ποικιλία από ανοσοκύτταρα, όπως μακροφάγα, φυσικά φονικά κύτταρα και κύτταρα Τ.
Φαρμακοκινητική
Είναι γνωστό ότι ο Tice BCG μπορεί να συνδεθεί εκλεκτικά στην ινωδεκτίνη του τοιχώματος της ουροδόχου κύστης. Ωστόσο η μεγαλύτερη ποσότητα του εγχυθέντος OncoTICE αποβάλλεται με την πρώτη διούρηση δύο ώρες μετά την έγχυση.
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

BCG vaccine

Κωδικός ATC5

L03AX03

Κάτοχος Άδειας

Organon
pill
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →