1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Oversano 30 mg/3 ml ενέσιμο διάλυμα.
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε φύσιγγα περιέχει 30 mg ketorolac trometamol σε 3 ml διαλύματος.
Έκδοχα με γνωστή δράση:
3 ml ενέσιμου διαλύματος Oversano περιέχουν περίπου 8.74 mg νατρίου. Το ενέσιμο διάλυμα Oversano περιέχει μικρή ποσότητα αιθανόλης, 300 mg ανά δόση.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Ενέσιμο διάλυμα Διαυγές προς υποκίτρινο διάλυμα για ενδομυϊκή ή εφάπαξ (bolus-ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση)
ενδοφλέβια ένεση.
To pH του διαλύματος είναι ανάμεσα στο 7,1 και το 7,8.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Oversano ενδείκνυται για τη βραχυπρόθεσμη (το πολύ δύο ημέρες) διαχείριση του μέτριου έως σοβαρού οξέος μετεγχειρητικού πόνου.
Σε περιπτώσεις μείζονος χειρουργικής επέμβασης ή πολύ έντονου πόνου το Oversano μπορεί να χορηγηθεί συμπληρωματικά με ένα οπιούχο αναλγητικό.
Το Oversano ενδείκνυται επίσης για τη διαχείριση του πόνου που οφείλεται σε κολικό νεφρού.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Σε παρεντερική χορήγηση η διάρκεια της θεραπείας δεν πρέπει να ξεπερνάει τις 2 μέρες σε περίπτωση bolus χορήγησης.
Η χορηγούμενη δόση πρέπει να είναι η ελάχιστη αποτελεσματική δόση ανάλογα με την σοβαρότητα του πόνου και την ανταπόκριση του ασθενούς.
Οι εφάπαξ (bolus-ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση) ενδοφλέβιες δόσεις θα πρέπει να δίνονται σε διάστημα όχι μικρότερο των 15 δευτερολέπτων ανά ml.
Ενδομυϊκή χορήγηση Ενήλικες Η συνιστώμενη αρχική δόση στους ενήλικες είναι 10 mg, ακολουθούμενη από μία δόση 10-30 mg που μπορεί να επαναλαμβάνεται κάθε 4 έως 6 ώρες, όπως απαιτείται, μέχρι τη μέγιστη δόση των 90 mg/ημέρα, χρησιμοποιώντας την ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
Η διάρκεια θεραπείας δεν πρέπει να ξεπερνά τις 2 μέρες.
Την ημέρα της μετάβασης από την παρεντερική χορήγηση στην από του στόματος χορήγηση, δεν πρέπει να ξεπεραστεί η ολική μέγιστη ημερήσια πρόσληψη των 90mg, υπενθυμίζοντας πως η μέγιστη από του στόματος δόση δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 40 mg.
Η δόση θα πρέπει να μειωθεί επαρκώς σε άτομα που ζυγίζουν λιγότερο από 50kg.
Ηλικιωμένοι ( ≥65 ετών)
Στον ηλικιωμένο ασθενή η δοσολογία πρέπει να καθορίζεται προσεκτικά από τον γιατρό, ο οποίος θα
πρέπει να αξιολογήσει την πιθανή μείωση των δόσεων που αναφέρθηκαν παραπάνω.
Στους ηλικιωμένους ασθενείς η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει ωστόσο να ξεπερνάει τα 60 mg/ημέρα.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Ως εκ τούτου, η χρήση του φαρμάκου αντενδείκνυται σε παιδιά κάτω των 16 ετών.
Ενδοφλέβια χορήγηση Η ΕΝΔΟΦΛΕΒΙΑ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΚΕΥΑΣΜΑΤΟΣ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΙΚΟΥΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ.
Ενήλικες Σε περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται από οξύ έντονο πόνο (όπως για παράδειγμα στην επιθετική αντιμετώπιση του μετεγχειρητικού πόνου) συνίσταται μία αρχική δόση των 10 mg, ακολουθούμενη από δόσεις των 10-30 mg που μπορούν να επαναληφθούν, αν χρειαστεί , μετά από 4-6 ώρες, χρησιμοποιώντας την ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Αν χρειαστεί το μεσοδιάστημα των δόσεων μπορεί να αυξηθεί, ωστόσο δεν πρέπει να ξεπεραστεί η ημερήσια δόση των 90 mg.
Ηλικιωμένοι ( ≥65 ετών)
Στους ηλικιωμένους ασθενείς η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 60 mg/ημέρα.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Ως εκ τούτου, η χρήση του φαρμάκου αντενδείκνυται σε παιδιά κάτω των 16 ετών.
Κολικός νεφρού Η συνιστώμενη δοσολογία είναι ένα φιαλίδιο των 30 mg για ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση.
4.3 Αντενδείξεις
Προσοχή: το φάρμακο δεν ενδείκνυται για την αντιμετώπιση ήπιου ή χρόνιου πόνου.
-Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 .
- Ασθενείς που έχουν εμφανίσει υπερευαισθησία σε άλλα ΜΣΑΦ και ασθενείς στους οποίους η ασπιρίνη ή άλλοι αναστολείς σύνθεσης των προσταγλανδινών προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις (σοβαρές αντιδράσεις τύπου αναφυλαξίας έχουν παρατηρηθεί σε αυτούς τους ασθενείς).
- Πλήρες ή μερικό σύνδρομο ρινικών πολύποδων, αγγειοοιδήματος ή βρογχόσπασμου.
-Βρογχικό άσθμα
- Ενεργό πεπτικό έλκος ή οποιοδήποτε ιστορικό γαστρεντερικής αιμορραγίας, έλκους ή διάτρησης.
- Όπως και με τα άλλα ΜΣΑΦ η κετορολάκη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
-Προηγούμενη ή εικαζόμενη ή επιβεβαιωμένη εγκεφαλική αγγειακή αιμορραγία.
-Υποογκαιμία ή αφυδάτωση.
-Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια μετρίου ή σοβαρού βαθμού ( κρεατινίνη ορού >442μmol/l) ή ασθενείς με κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας λόγω υποογκαιμίας ή αφυδάτωσης.
-Κίρρωση του ήπατος ή σοβαρή ηπατίτιδα.
-Αιμορραγική διάθεση
-Διαταραχές στην πήξη του αίματος.
-Ασθενείς υπό αντηπηκτική αγωγή.
-Συγχορήγηση με ακετυλοσαλυκιλικό οξύ ή άλλα ΜΣΑΦ καθώς και με άλατα λιθίου, προβενεσίδη ή πεντοξυφιλλίνη.
-Ασθενείς υπό διουρητική θεραπεία υψηλών δόσεων.
- Προφυλακτική αναλγησία πριν από χειρουργική επέμβαση και κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος αιμορραγίας, λόγω αναστολής της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και παράτασης του χρόνου αιμορραγίας.
- Η κετορολάκη αναστέλλει τη λειτουργία των αιμοπεταλίων και συνεπώς αντενδείκνυται σε ασθενείς με εικαζόμενες ή επιβεβαιωμένες εγκεφαλικές αγγειακές αιμορραγίες.
-Ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε επεμβάσεις με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας ή ατελούς αιμόστασης και σε όσους διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας.
-Παιδιά και έφηβοι κάτω των 16 ετών
-Η χρήση του Oversano αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης, στις ωδίνες τοκετού, στον τοκετό και το θηλασμό (βλ παράγραφο 4.6).
Προσοχή : Tο ενέσιμο διάλυμα περιέχει αιθανόλη και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται δια της νευροαξονικής οδού (επισκληριδίως ή ενδοραχιαία).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Προσοχή: Το Oversano δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα απλό παυσίπονο και η χορήγησή του πρέπει να γίνεται υπό την αυστηρή παρακολούθηση του γιατρού.
Το φάρμακο δεν ενδείκνυται στην αντιμετώπιση ήπιου ή χρόνιου πόνου.
Επιδημιολογικά στοιχεία υποδεικνύουν ότι η κετορολάκη μπορεί να σχετίζεται με υψηλό κίνδυνο σοβαρής γαστρεντερικής τοξικότητας, σε σχέση με ορισμένα άλλα ΜΣΑΦ, ειδικά όταν χρησιμοποιείται για μη εγκεκριμένες ενδείξεις και / ή για παρατεταμένες περιόδους (βλ. επίσης παράγραφο 4.1, 4.2 και 4.3).
Η ταυτόχρονη χρήση της κετορολάκης με ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων κυκλοοξυγενάσης-2 θα πρέπει να αποφεύγεται.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ελαχιστοποιηθούν με τη χρήση της ελάχιστης αποτελεσματικής δόσης για τη μικρότερη διάρκεια που απαιτείται για τον έλεγχο των συμπτωμάτων.
Πριν την έναρξη της θεραπείας με Oversano θα πρέπει να επιβεβαιωθεί ότι ο ασθενής δεν είχε εκδηλώσει στο παρελθόν αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην κετορολάκη, το ακετυλοσαλικυλικό οξύ και/ή σε άλλα μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη.
Προφυλάξεις που σχετίζονται με τη γονιμότητα Η χρήση του Oversano, όπως και οποιουδήποτε φάρμακου που είναι αναστολέας κυκλοοξυγενάσης/ σύνθεσης προσταγλανδινών μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα και δεν συνιστάται σε γυναίκες που προσπαθούν να συλλάβουν. Στις γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν ή βρίσκονται σε διερεύνηση γονιμότητας, πρέπει να εξετάζεται η διακοπή της κετορολάκης.
Ηλικιωμένοι Στους ηλικιωμένους ή εξασθενημένους ασθενείς χρειάζεται να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή εφόσον η συχνότητα εμφάνισης ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να είναι αυξημένη συγκριτικά με νεότερους ασθενείς. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς παρουσιάζουν αυξημένη συχνότητα εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών από ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση που μπορεί να είναι και θανατηφόρες (βλ. παράγραφο 4.2).
Στους ηλικιωμένους μπορεί επίσης να υπάρξει αύξηση στο χρόνο ημίσειας ζωής του φαρμάκου και ταυτόχρονη μείωση της κάθαρσης.
Ως εκ τούτου, εκτός από μία μείωση της συνολικής δόσης, μία αύξηση του μεσοδιαστήματος των δόσεων μπορεί να είναι σκόπιμη.
Γαστρεντερικές διαταραχές Το Oversano μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του γαστρεντερικού σωλήνα, πεπτικό έλκος και αιμορραγία σε ασθενείς με ή χωρίς προηγούμενο ιστορικό γαστρεντερικής πάθησης. Οι ασθενείς με φλεγμονώδεις παθήσεις του γαστρεντερικού σωλήνα, ενεργές ή προηγούμενες, θα πρέπει να υπόκεινται σε θεραπεία μόνο υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
Η συχνότητα αυτών των διαταραχών αυξάνεται ανάλογα με τη δόση και τη διάρκεια της θεραπείας.
Μην χρησιμοποιείτε ταυτόχρονα το Oversano με άλλα μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα.
Τα ΜΣΑΦ, περιλαμβανομένης της κετορολάκης, ενδέχεται να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο διαρροής γαστρεντερικής αναστόμωσης. Συνιστάται στενή ιατρική παρακολούθηση και προσοχή κατά τη χρήση κετορολάκης μετά από γαστρεντερική χειρουργική επέμβαση Γαστρεντερικό έλκος, αιμορραγία και διάτρηση Γαστρεντερική αιμορραγία, έλκος ή διάτρηση, που μπορεί να είναι θανατηφόρα, έχουν αναφερθεί με όλα τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της κετορολάκης, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με ή χωρίς προειδοποιητικά συμπτώματα ή με προηγούμενο ιστορικό σοβαρών γαστρεντερικών εκδηλώσεων.
Οι ηλικιωμένοι έχουν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στα ΜΣΑΦ, ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία και διάτρηση που μπορεί να είναι θανατηφόρα (βλ παράγραφο 4.2).
Οι εξασθενημένοι ασθενείς φαίνεται να έχουν μικρότερη ανεκτικότητα στο έλκος και την αιμορραγία σε σχέση με τους άλλους. Η πλειοψηφία των θανατηφόρων γαστρεντερικών συμβάντων που σχετίζονται με χρήση ΜΣΑΦ εμφανίζονται σε ηλικιωμένους και/ή εξασθενημένους ασθενείς. Ο κίνδυνος αιμορραγίας του γαστρεντερικού σωλήνα, έλκους ή διάτρησης είναι υψηλότερος με την αύξηση των δόσεων των ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της κετορολάκης, σε ασθενείς με ιστορικό έλκους, ιδιαίτερα εάν εμπλέκεται με αιμορραγία ή διάτρηση και στους ηλικιωμένους. Ο κίνδυνος κλινικά σοβαρής αιμορραγίας του γαστρεντερικού σωλήνα είναι δοσοεξαρτώμενος. Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αρχίσουν θεραπεία με τη χαμηλότερη διαθέσιμη δόση. Συνδυαστική θεραπεία με προστατευτικούς παράγοντες (π.χ. μισοπροστόλη ή αναστολείς της αντλίας πρωτονίων) θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για αυτούς τους ασθενείς καθώς επίσης για ασθενείς που χρειάζονται ταυτόχρονη χαμηλή δόση ασπιρίνης ή άλλα φάρμακα που ενδέχεται να αυξήσουν τον κίνδυνο γαστρεντερικών παρενεργειών (βλ. Παρακάτω και παράγραφο 4.5).
Τα ΜΣΑΦ πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό φλεγμονώδους νόσου του εντέρου (ελκώδη κολίτιδα, νόσο του Crohn), καθώς αυτές οι καταστάσεις μπορεί να επιδεινωθούν (βλ.παράγραφο 4.8). Ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής τοξικότητας, ιδιαίτερα όταν είναι ηλικιωμένοι, πρέπει να αναφέρουν τυχόν ασυνήθιστα κοιλιακά συμπτώματα (ιδιαίτερα γαστρεντερική αιμορραγία) ιδιαίτερα στα αρχικά στάδια της θεραπείας. Όταν εμφανίζεται γαστρεντερική αιμορραγία ή εξέλκωση σε ασθενείς που λαμβάνουν κετορολάκη, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Θα πρέπει να συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο εξέλκωσης ή αιμορραγίας, όπως είναι τα από του στόματος κορτικοστεροειδή, τα αντιπηκτικά όπως η βαρφαρίνη, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης ή αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες όπως η ασπιρίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η επίπτωση και η σοβαρότητα των γαστρεντερικών επιπλοκών μπορεί να αυξηθούν με την αύξηση της δόσης και της διάρκειας της θεραπείας με κετορολάκη. Ο κίνδυνος κλινικά σοβαρής αιμορραγίας του γαστρεντερικού σωλήνα είναι δοσοεξαρτώμενος. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους ασθενείς που λαμβάνουν μέση ημερήσια δόση μεγαλύτερη των 60 mg / ημέρα ενέσιμης κετορολάκης. Ιστορικό πεπτικού έλκους αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών γαστρεντερικών επιπλοκών κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Αναπνευστικές διαταραχές Εξαιτίας της επίδρασης στο μεταβολισμό του αραχιδονικού οξέος, το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει κρίσεις βρογχόσπασμου και πιθανόν άλλα ψευδο-αλλεργικά φαινόμενα ή σοκ, στους ασθματικούς ασθενείς και σε άτομα με προδιάθεση.
Αναφυλακτικές (αναφυλακτοειδείς) αντιδράσεις Αναφυλακτικές (αναφυλακτοειδείς) αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς να περιορίζονται, σε αναφυλαξία, βρογχόσπασμο, έξαψη, εξάνθημα, υπόταση, λαρυγγικό οιδήμα και αγγειοοίδημα) μπορούν να εμφανιστούν σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό υπερευαισθησίας στην ασπιρίνη, άλλα ΜΣΑΦ ή ketorolac IV. Μπορεί επίσης να εμφανιστούν σε άτομα με ιστορικό αγγειοοίδηματος, βρογχοσυσπαστικής
αντιδραστικότητας (π.χ. άσθμα) και με ρινικούς πολύποδες. Οι αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, όπως η αναφυλαξία, μπορεί να έχουν θανατηφόρο αποτέλεσμα. Επομένως, το Oversano πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό άσθματος και σε ασθενείς με πλήρες ή μερικό σύνδρομο των ρινικών πολύποδων, αγγειοοίδημα και βρογχόσπασμο.
Καρδιαγγειακές και εγκεφαλοαγγειακές επιδράσεις Χρειάζεται κατάλληλη παρακολούθηση και πληροφόρηση των ασθενών με ιστορικό υπέρτασης και / ή ήπια έως μέτρια συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια καθώς έχουν αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σχετιζόμενα με θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Κλινικές δοκιμές και επιδημιολογικά στοιχεία δείχνουν ότι η χρήση εκλεκτικών αναστολέων της κυκλοοξυγενάσης-2 και μερικών ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις) μπορεί να σχετίζονται με ένα μικρό αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο). Παρόλο που το ketorolac δεν έχει αποδειχθεί να αυξάνει τα θρομβωτικά επεισόδια όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την απόκλιση αυτού του κινδύνου για την κετορολάκη.
Ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριακή νόσο και / ή εγκεφαλοαγγειακή νόσο πρέπει να τους χορηγηθεί θεραπεία με ketorolac μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση.
Παρόμοια εξέταση θα πρέπει να γίνει πριν την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με κίνδυνο για καρδιαγγειακές παθήσεις (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη και κάπνισμα).
Νεφρικές επιδράσεις Όπως και με άλλα ΜΣΑΦ, η κετορολάκη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή ιστορικό νεφρικής νόσου επειδή είναι ισχυρός αναστολέας της σύνθεσης προσταγλανδινών και μπορεί να προκαλέσει νεφροτοξικότητα, συμπεριλαμβανομένης της σπειραματονεφρίτιδας, διαφραγματικής νεφρίτιδας, σωληναριακής νέκρωσης και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Πρέπει να δίνεται προσοχή καθώς έχει παρατηρηθεί νεφρική τοξικότητα με την κετορολάκη και άλλα ΜΣΑΦ σε ασθενείς με καταστάσεις που οδηγούν σε μείωση του όγκου του αίματος και / ή της νεφρικής αιματικής ροής όπου οι νεφρικές προσταγλανδίνες έχουν υποστηρικτικό ρόλο στη διατήρηση της νεφρικής αιμάτωσης.
Σε αυτούς τους ασθενείς η χορήγηση ketorolac ή άλλων ΜΣΑΦ μπορεί να προκαλέσει δοσοεξαρτώμενη μείωση του νεφρικού σχηματισμού προσταγλανδινών και μπορεί να προκαλέσει εμφανή νεφρική ανεπάρκεια ή βλάβη. Οι ασθενείς που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτής της αντίδρασης είναι αυτοί με μειωμένη νεφρική λειτουργία, υποογκαιμία, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, εκείνοι που λαμβάνουν διουρητικά και οι ηλικιωμένοι. Η διακοπή της θεραπείας με κετορολάκη ή με άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα συνήθως ακολουθείται με επαναφορά των νεφρών στην κατάσταση που ήταν πριν από την αγωγή.
Ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία: Δεδομένου ότι το Oversano και οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Oversano. Πιο συγκεκριμένα αντενδείκνυται η χρήση του Oversano σε ασθενείς με τιμές κρεατινίνης ορού υψηλότερες των 442μmol/l. Το φάρμακο αντενδείκνυται σε διουρητική θεραπεία υψηλών δόσεων.
Κατακράτηση νατρίου / υγρών σε καρδιαγγειακές καταστάσεις και περιφερικό οίδημα Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό υπέρτασης ή / και καρδιακής ανεπάρκειας καθώς έχει αναφερθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σχετιζόμενα με θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Κατακράτηση υγρών, υπέρταση και περιφερικό οίδημα έχουν παρατηρηθεί σε μερικούς ασθενείς που λαμβάνουν ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της κετορολάκης και συνεπώς πρέπει να χρησιμοποιείται με
προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, υπέρταση ή παρόμοιες καταστάσεις.
Χρήση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Οι ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας λόγω κίρρωσης δεν παρουσιάζουν κλινικά σημαντικές αλλαγές στην κάθαρση ή τον χρόνο ημιζωής της κετορολάκης. Μπορεί να εμφανιστούν οριακές αυξήσεις σε μία ή περισσότερες δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας. Αυτές οι ανωμαλίες μπορεί να είναι παροδικές, να παραμείνουν αμετάβλητες ή να εξελιχθούν με τη συνέχιση της θεραπείας. Σημαντικές αυξήσεις (πάνω από 3 φορές την κανονική τιμή) στη γλουταμινική πυροσταφυλική τρανσαμινάση ορού (SGPT/ALT) ή στην τρανσαμινάση του γλουταμικού οξαλοξικού (SGOT/AST) εμφανίστηκαν σε λιγότερο από το 1% των ασθενών σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές. Το Tora-Dol θα πρέπει να διακόπτεται εάν εμφανιστούν κλινικά σημεία και συμπτώματα που συνάδουν με ηπατική νόσο ή εάν εμφανιστούν συστηματικές εκδηλώσεις.
Αιματολογικές επιδράσεις Το Oversano αναστέλλει τη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων και παρατείνει τον χρόνο αιμορραγίας.
To Oversano δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με διαταραχές της πήξης.
Αν και οι μελέτες δεν υποδεικνύουν σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ κετορολάκης και βαρφαρίνης ή ηπαρίνης , η συγχορήγηση της κετορολάκης με φάρμακα που παρεμβαίνουν στην αιμόσταση μπορεί να συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας, ακόμη και σε θεραπευτικές δόσεις αντιπηκτικής θεραπείας, συμπεριλαμβανομένης της βαρφαρίνης , της προφύλαξης με ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (2500- 5000 μονάδες ανά 12 ώρες) και δεξτρανών (βλ. παράγραφο 4.3).
Από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία, έχουν αναφερθεί μετεγχειρητικά αιματώματα και άλλες ενδείξεις αιμορραγίας τραυμάτων και επίσταξη σε συνδυασμό με την περι-εγχειρητική χρήση ενέσιμού διαλύματος κετορολάκης. Oι γιατροί πρέπει να εκτιμήσουν τον ενδεχόμενο κίνδυνο αιμορραγίας όταν η αιμόσταση είναι κρίσιμη, όπως για παράδειγμα σε περιπτώσεις προστατεκτομής, αφαίρεσης αμυγδαλών ή αισθητικής χειρουργικής (βλ. παράγραφο 4.3).
Δερματικές αντιδράσεις Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από αυτές θανατηφόρες, συμπεριλαμβανομένης της αποφολιδωτικής δερματίτιδας, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε συσχέτιση με τη χρήση ΜΣΑΦ (βλ. παράγραφο 4.8). Οι ασθενείς φαίνεται να διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο για αυτές τις αντιδράσεις νωρίς κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το Oversano θα πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιασδήποτε άλλης ένδειξης υπερευαισθησίας.
Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα μεθοτρεξάτη, καθώς έχει παρατηρηθεί ότι ορισμένα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση προσταγλανδινών μειώνουν την κάθαρση της μεθοτρεξάτης και επομένως μπορεί να αυξήσουν την τοξικότητά της.
Κατάχρηση φαρμάκων και εξάρτηση Η κετορολάκη στερείται πιθανότητας εθισμού. Δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα στέρησης μετά από απότομη διακοπή χορήγησης της κετορολάκης.
Οι ενέσεις πρέπει γίνονται βάσει αυστηρών κανόνων αποστείρωσης, ασηψίας, και αντισηψίας.
Προσοχή : Tο ενέσιμο διάλυμα περιέχει αιθανόλη και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται δια της νευροαξονικής οδού (επισκληριδίως ή ενδοραχιαία).
Αυτό το φάρμακο περιέχει 100 mg αλκοόλης σε κάθε mL. Η ποσότητα ανά mL αυτού του φαρμάκου είναι ισοδύναμη με 3 mLμπύρας ή 1 mL κρασιού. Η μικρή ποσότητα της αλκοόλης σε αυτό το φάρμακο δεν θα έχει αξιοσημείωτες επιδράσεις.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά mL, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση του Oversano με άλλα μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα.
Κορτικοστερεοειδή: αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή αιμορραγίας(βλ.παράγραφο 4.4).
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να ενισχύσουν την δράση των αντιπηκτικών, όπως η βαρφαρίνη.
Η κετορολάκη αναστέλλει τη συσσώρευση των αιμοπεταλίων, μειώνει τις συγκεντρώσεις της θρομβοξάνης και παρατείνει το χρόνο προθρομβίνης. Σε αντίθεση με την παρατεταμένη δράση της ασπιρίνης, η λειτουργία των αιμοπεταλίων επανέρχεται σε φυσιολογικά επίπεδα εντός 24-48 ωρών μετά τη διακοπή της Όταν γίνεται συγχορήγηση ΜΣΑΦ με αντιαιμοπεταλιακούς παράγοντες και με εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRI) αυξάνεται ο κίνδυνος γαστρεντερικής αιμορραγίας (βλ.παράγραφο 4.4).
Στους ασθενείς που λαμβάνουν ασπιρίνη ή άλλα ΜΣΑΦ μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με ΜΣΑΦ.
Όταν η κετορολάκη συγχορηγείται με πεντοξυφιλλίνη, αυξάνεται ο κίνδυνος αιμορραγίας.
Όταν η κετορολάκη συγχορηγείται με προβενεσίδη έχει αναφερθεί μείωση της κάθαρσης και του όγκου κατανομής της κετορολάκης, αυξημένη συγκέντρωση της κετορολάκης στο πλάσμα και αυξημένος χρόνος ημιζωής.
Έχει σημειωθεί πως ορισμένα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών μειώνουν την κάθαρση της μεθοτρεξάτης, και έτσι, μπορεί να αυξήσουν την τοξικότητα της.
Έχει αναφερθεί πως ορισμένα φάρμακα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, αναστέλλουν και την νεφρική κάθαρση του λιθίου, οδηγώντας σε μία αύξηση της συγκέντρωσης λιθίου στο πλάσμα.
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αυξημένων συγκεντρώσεων λιθίου στο πλάσμα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κετορολάκη.
Το κετορολάκη τρομεθαμίνη δεν μεταβάλλει την πρωτεϊνική δέσμευση της διγοξίνης. In vitro μελέτες έχουν δείξει ότι σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις σαλικυλικού (300 μg / ml) η δέσμευση της κετορολάκης μειώθηκε κατά περίπου 99,2% - 97,5%, που αντιστοιχεί δυνητικά σε διπλάσια αύξηση της συγκέντρωσης της μη δεσμευμένης κετορολάκης στο πλάσμα. Θεραπευτικές συγκεντρώσεις διγοξίνης, βαρφαρίνης, ιβουπροφαίνης, ναπροξένης, πιροξικάμης, η ακεταμινοφαίνης, η φαινυτοΐνης και τολβουταμίδης δεν άλλαξαν την πρωτεϊνική δέσμευση της κετορολάκης.
Παρόλο που οι μελέτες δεν δείχνουν σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ κετορολάκης και βαρφαρίνης ή ηπαρίνης η ταυτόχρονη χρήση κετορολάκης και αντιπηκτικής θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων των θεραπευτικών δόσεων αντιπηκτικής θεραπείας (βαρφαρίνη) προφυλακτικής χαμηλής δόσης ηπαρίνης (2500-5000 μονάδες ανά 12 ώρες) και δεξτρανών, μπορεί να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας.
Ενέσιμο διάλυμα κετορολάκης μείωσε την ανταπόκριση στο διουρητικό φουροσεμίδη σε φυσιολογικού όγκου αίματος υγιή άτομα κατά περίπου 20% επομένως πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την επίδραση των διουρητικών και των αντιυπερτασικών φαρμακευτικών προϊόντων. Ο κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη, μπορεί να αυξηθεί σε ορισμένους ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας (π.χ. αφυδατωμένοι ασθενείς ή ηλικιωμένοι ασθενείς) όταν ΜΣΑΦ συνδυάζονται με αναστολείς του ΜΕΑ και / ή με ανταγωνιστές του υποδοχέα της αγγειοτενσίνης II. Επομένως, ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ειδικά στους ηλικιωμένους. Η δόση σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να τιτλοποιείται επαρκώς και να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και περιοδικά
μετά από αυτήν.
Η κετορολάκη έχει δειχθεί ότι μειώνει την ανάγκη για ταυτόχρονη αναλγησία με οπιοειδή όταν χορηγείται για την ανακούφιση του μετεγχειρητικού πόνου.
Για ασυμβατότητες βλ.παράγραφο 6.2
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη Η χρήση του Oversano αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης, στις ωδίνες τοκετού, στον τοκετό και τον θηλασμό.
Η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την εγκυμοσύνη ή / και την ανάπτυξη του εμβρύου. Δεδομένα από επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν αυξημένο κίνδυνο αποβολής και καρδιακής δυσπλασίας και γαστρόσχιση μετά από χρήση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών κατά την πρώιμη εγκυμοσύνη. Ο απόλυτος κίνδυνος για καρδιαγγειακές δυσπλασίες αυξήθηκε από λιγότερο από 1%, σε περίπου 1,5%. Ο κίνδυνος πιστεύεται ότι αυξάνεται με τη δόση και με τη διάρκεια της θεραπείας.
Στα ζώα, η χορήγηση αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδίνων έχει δείξει ότι οδηγεί σε αυξημένη προ και μετα-εμφυτευτική απώλεια και εμβρυϊκή θνησιμότητα. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί αυξημένα περιστατικά διαφόρων δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών, σε ζώα που έλαβαν αναστολέα σύνθεσης προσταγλανδινών κατά τη διάρκεια της περιόδου οργανογένεσης.
Από την 20η εβδομάδα της εγκυμοσύνης και μετά, η χρήση κετορολάκης μπορεί να προκαλέσει ολιγοϋδράμνιο ως αποτέλεσμα νεφρικής δυσλειτουργίας του εμβρύου. Αυτή η κατάσταση μπορεί να εμφανιστεί λίγο μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της θεραπείας. Επιπλέον, έχουν αναφερθεί περιστατικά συστολής του αρτηριακού πόρου μετά από θεραπεία στο δεύτερο τρίμηνο τα περισσότερα από τα οποία υποχώρησαν μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Κατά τη διάρκεια του πρώτου και του δευτέρου τριμήνου της εγκυμοσύνης, η κετορολάκη δεν πρέπει να χορηγείται παρά μόνο σε περιπτώσεις που είναι απολύτως απαραίτητο.
Εάν η κετορολάκη χρησιμοποιείται από μία γυναίκα στη φάση της σύλληψης , ή κατά τη διάρκεια του πρώτου ή του δεύτερου τριμήνου της εγκυμοσύνης, η δόση και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να διατηρούνται στα χαμηλότερα επίπεδα.
Μετά από έκθεση στην κετορολάκη για αρκετές ημέρες από την 20η εβδομάδα κύησης και μετά, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προγεννητική παρακολούθηση για ολιγοϋδράμνιο και συστολή του αρτηριακού πόρου. Σε περίπτωση ολιγοϋδραμνίου ή συστολής του αρτηριακού πόρου, η θεραπεία με κετορολάκη θα πρέπει να διακόπτεται.
Κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης, όλοι οι αναστολείς σύνθεσης των προσταγλανδινών ενδέχεται να εκθέσουν το έμβρυο σε:
- καρδιοπνευμονική τοξικότητα (με πρόωρο κλείσιμο του αρτηριακού πόρου και πνευμονική υπέρταση)
- νεφρική δυσλειτουργία, τη μητέρα και το νεογνό, στο τέλος της εγκυμοσύνης, σε:
- πιθανή παράταση του χρόνου αιμορραγίας, μία δράση αντι-συσσωμάτωσης που μπορεί να εμφανίζεται ακόμη και σε πολύ χαμηλές δόσεις.
- αναστολή των συστολών της μήτρας με αποτέλεσμα καθυστερημένο ή παρατεταμένο τοκετό.
Επομένως, η κετορολάκη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης.
Η κετορολάκη θα πρέπει να χορηγείται μόνο εάν είναι απαραίτητο κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων τριμήνων της εγκυμοσύνης.
Το ketorolac διαπερνά τον πλακούντα σε ποσοστό περίπου 10%.
Σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία το ενδεχόμενο εγκυμοσύνης πρέπει να αποκλείεται πριν την έναρξη της θεραπείας και κατά τη διάρκεια της θεραπείας πρέπει να διασφαλίζεται αποτελεσματική αντισύλληψη.
Ωδίνες τοκετού και Γέννα Η κετορολάκη αντενδείκνυται στις ωδίνες τοκετού και την γέννα επειδή, μέσω της ανασταλτικής δράσης στη σύνθεση προσταγλανδινών μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς την κυκλοφορία του εμβρύου και να εμποδίσει τις συσπάσεις της μήτρας, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο αιμορραγίας της μήτρας.
Γαλουχία Η κετορολάκη και οι μεταβολίτες της έχει δειχθεί ότι περνούν στο έμβρυο και στο γάλα των ζώων. Η κετορολάκη έχει ανιχνευθεί στο ανθρώπινο γάλα σε χαμηλές συγκεντρώσεις, επομένως αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα Η χρήση του Oversano, όπως και οποιοδήποτε φαρμάκου που αναστέλλει την κυκλοοξυγενάση και τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να μειώσει τη γονομότητα και δεν συνίσταται σε γυναίκες που επιθυμούν μία εγκυμοσύνη. Στις γυναίκες που δυσκολεύονται να συλλάβουν και που υποβάλλονται σε εξετάσεις γονιμότητας θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της κετορολάκης
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το Oversano, παρά το γεγονός ότι δεν έχει ναρκωτική δράση ή επιδράσεις στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, μπορεί να προκαλέσει υπνηλία.
Μερικοί ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν ζάλη, υπνηλία, ίλιγγο, αϋπνία ή κατάθλιψη με τη χρήση Eάν οι ασθενείς εμφανίσουν αυτές ή άλλες παρόμοιες ανεπιθύμητες ενέργειες, πρέπει να είναι προσεκτικοί όταν εκτελούν δραστηριότητες που απαιτούν προσοχή.
Συνίσταται ως εκ τούτου προσοχή στην οδήγηση οχημάτων και στην χρήση μηχανημάτων.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Μετά την κυκλοφορία Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να εμφανιστούν σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κετορολάκη. Οι συχνότητες των συμβάντων που έχουν αναφερθεί δεν είναι γνωστές, επειδή αναφέρθηκαν εθελοντικά από πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: ασηπτική μηνιγγίτιδα.
Διαταραχές αίματος και λεμφικού συστήματος: θρομβοπενία, πορφύρα, επίσταξη Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: αναφυλαξία, αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις.
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις όπως η αναφυλαξία, μπορεί να έχουν θανατηφόρο αποτέλεσμα.
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως έξαρση βρογχόσπασμου, εξάνθημα, υπόταση, λαρυγγικό οίδημα.
Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές: ανορεξία, υπερκαλιαιμία, υπονατριαιμία.
Ψυχιατρικές διαταραχές: μη φυσιολογικές σκέψεις, κατάθλιψη, αϋπνία, άγχος, ευερεθιστότητα, νευρικότητα, ψυχωτικές αντιδράσεις, μη φυσιολογικά όνειρα, ψευδαισθήσεις, ευφορία, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης, λήθαργος, σύγχυση.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία, ζάλη, σπασμοί, παραισθησία, υπερκινησία, διαταραχές της γεύσης.
Οφθαλμικές διαταραχές: μη φυσιολογική όραση, οπτικές διαταραχές Διαταραχές του αυτιού και του λαβυρίνθου: εμβοές, απώλεια ακοής, ίλιγγος.
Καρδιακές διαταραχές: αίσθημα παλμών, βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια.
Οίδημα, υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια αναφέρθηκαν σε συνδυαστική θεραπεία με ΜΣΑΦ.
Αγγειακές διαταραχές: υπέρταση, αγγειοδιαστολή, υπόταση, αιμάτωμα, έξαψη, ωχρότητα, αιμορραγία μετεγχειρητικού τραύματος.
Κλινικά δεδομένα και επιδημιολογικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι η χρήση κοξιμπών και μερικών ΜΣΑΦ (ιδιαίτερα σε υψηλές δόσεις) μπορεί να σχετίζεται με ένα μικρό, αυξημένο κίνδυνο αρτηριακών θρομβωτικών επεισοδίων (π.χ. έμφραγμα του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικό επεισόδιο) (βλ. παράγραφο 4.4).
Παρόλο που η κετορολάκη δεν έχει φανεί να προκαλεί αύξηση των θρομβωτικών επεισοδίων, όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τον αποκλεισμό αυτού του κινδύνου με την κετορολάκη.
Διαταραχές του αναπνευστικού, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: άσθμα, δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα.
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Οι πιο συχνά παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικής φύσεως. Μπορεί να εμφανιστούν πεπτικά έλκη, έλκη, γαστρεντερική διάτρηση ή αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, μερικές φορές θανατηφόρα, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους, (βλ.
παράγραφο 4.4).
Μετά τη χορήγηση έχουν αναφερθεί ναυτία, έμετος, διάρροια, μετεωρισμός, δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος / δυσφορία, φούσκωμα, μέλαινα κένωση, αιμορραγία από το ορθό, αιματέμεση, στοματίτιδα, ελκώδη στοματίτιδα, ερευγμός, , οισοφαγίτιδα, γαστρεντερική εξέλκωση, παγκρεατίτιδα, ξηροστομία, αίσθημα πληρότητας, επιδείνωση της κολίτιδας και της νόσου του Crohn (βλ. παράγραφο 4.4). Λιγότερο συχνά, έχει παρατηρηθεί γαστρίτιδα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: ηπατίτιδα, χολεστατικός ίκτερος, ηπατική ανεπάρκεια.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: αγγειοοίδημα, αποφολιδωτική δερματίτιδα, εφίδρωση, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, κνησμός, κνίδωση, πορφύρα, πομφολυγώδεις αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (πολύ σπάνια).
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: μυαλγία.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: οξεία νεφρική ανεπάρκεια, συχνοουρία, διάμεση νεφρίτιδα, νεφρωσικό σύνδρομο, κατακράτηση ούρων, ολιγοουρία, αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, πόνος στην πλάτη (με ή χωρίς αιματουρία + - αζωθαιμία). Όπως και με άλλα φάρμακα που αναστέλλουν τη νεφρική σύνθεση προσταγλανδινών μπορεί να εμφανιστούν ενδείξεις νεφρικής δυσλειτουργίας, όπως αύξηση της κρεατινίνης και του καλίου μετά από μία δόση κετορολάκης.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: γυναικεία υπογονιμότητα.
Γενικές διαταραχές και κατάσταση της θέσης χορήγησης: υπερβολική δίψα, αδυναμία, οίδημα, αντιδράσεις και πόνος στο σημείο της ένεσης, πυρετός, πόνος στο στήθος.
Διαγνωστικές εξετάσεις: αυξημένος χρόνος προθρομβίνης, αυξημένη ουρία ορού, αυξημένη κρεατινίνη, μη φυσιολογικές τιμές σε δοκιμές ηπατικής λειτουργίας.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα και σημάδια Υπερδοσολογία με μεμονωμένες δόσεις της κετορολάκης έχει συσχετισθεί ποικιλοτρόπως με κοιλιακό πόνο, ναυτία, έμετο, υπεραερισμό, πεπτικά έλκη και / ή διαβρωτική γαστρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία που έχουν επιλυθεί μετά τη διακοπή της δοσολογίας.
Μπορεί να εμφανιστεί γαστρεντερική αιμορραγία. Υπέρταση, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, αναπνευστική καταστολή και κώμα μπορεί να εμφανιστούν μετά την κατάποση των ΜΣΑΦ, αλλά είναι σπάνια.
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις έχουν αναφερθεί με την πρόσληψη θεραπευτικών δόσεων ΜΣΑΦ και μπορεί να εμφανισθούν μετά από υπερδοσολογία.
Θεραπεία:
Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με συμπτωματική και υποστηρικτική φροντίδα μετά από υπερδοσολογία ΜΣΑΦ, λαμβάνοντας τα συνήθη μέτρα ασφαλείας ( πρόκληση εμετού, πλύση στομάχου, χορήγηση ενεργού άνθρακα). Δεν υπάρχουν ειδικά αντίδοτα. Η αιμοκάθαρση δεν προκαλεί σημαντικά αισθητή κάθαρση της κετορολάκης από την κυκλοφορία του αίματος.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιφλεγμονώδη και αντιρευματικά προϊόντα, παράγωγα οξικού οξέος και συναφείς ουσίες κωδικός ATC: M01AB15 H δραστική ουσία του Oversano είναι η κετορολάκη, ένα φάρμακο που ανήκει στην κατηγορία των μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (ΜΣΑΦ).
Ασκεί τη δράση του κυρίως μέσω της αναστολής της σύνθεσης των προσταγλανδινών, ιδιαίτερα των PGE και PGF .
2alfa Σε προκλινικές φαρμακολογικές μελέτες η κετορολάκη έδειξε 350 φορές πιο ισχυρή αναλγητική δράση από την ασπιρίνη σε ποντίκια στο τεστ αναστολής πόνου που προκαλείται από φαινυλοκινόνη και 800 φορές πιο ισχυρή δράση από την ασπιρίνη σε αρουραίους στην αναστολή της απόκρισης πόνου που προκαλείται από κάμψη. Η κετορολάκη έδειξε επίσης αντιφλεγμονώδη δράση (υψηλότερη από φαινυλβουταζόνη) και αντιπυρετική (ανώτερη από την ασπιρίνη).
Η κετορολάκη βρέθηκε να είναι 37 φορές πιο δραστική από την ασπιρίνη στην αναστολή της συσσώρευσης ανθρώπινων αιμοπεταλίων που προκαλείται από το κολλαγόνο.
Το Oversano δεν έχει καμία επίδραση στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, ενώ οι επιπτώσεις στο καρδιαγγειακό και αναπνευστικό σύστημα είναι ελάχιστες.
Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η αναλγητική δράση της κετορολάκης σε δόση 10 mg ήταν ίση ή
μεγαλύτερη από την ασπιρίνη 650 mg, την παρακεταμόλη 600 και 1000 mg, τον συνδυασμό παρακεταμόλης 600 mg και 1000 mg + κωδεΐνη 60 mg. 400 mg γλαφενίνη, 400 mg ιβουπροφαίνη, 50 mg δικλοφενάκη.
Κετορολάκη που χορηγήθηκε i.m. σε δόση 30 mg βρέθηκε σε πολυάριθμες κλινικές μελέτες ότι είναι συγκρίσιμη με μορφίνη 12 mg και μεπεριδίνη 100 mg και ανώτερη από μορφίνη 6 mg και μεπεριδίνη 50 mg. Τα 30 mg κετορολάκης i.m. έδειξαν μεγαλύτερη διάρκεια δράσης από τη μορφίνη και τη μεπεριδίνη.
Το αναλγητικό αποτέλεσμα εμφανίζεται εντός 30 λεπτών μετά την ενδοφλέβια χορήγηση και το μέγιστο αναλγητικό αποτέλεσμα εμφανίζεται εντός 1-2 ωρών.
Η μέση διάρκεια του αναλγητικού αποτελέσματος είναι 4-6 ώρες.
Το Oversano δεν έχει επιδράσεις παρόμοιες με τη μορφίνη, δεν προκαλεί αναπνευστική καταστολή και, σε σύγκριση με τη μορφίνη, η συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών που επηρεάζουν το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (υπνηλία) είναι σημαντικά χαμηλότερη.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηφη Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 30mg, η κετορολάκη απορροφάται ταχύτατα και πλήρως, με μια μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 2,2 mcg / ml.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 30mg, η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 5 mcg / ml.
Η φαρμακοκινητική της κετορολάκης στον άνθρωπο τόσο μετά από εφάπαξ χορήγηση όσο και μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις είναι γραμμική. Η σταθερή κατάσταση στο πλάσμα επιτυγχάνεται μετά από μια μέρα με χορηγήσεις ανά 6ωρο.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι 5,3 ώρες μετά από ενδομυϊκή χορήγηση προέκυψε και 5,1 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Στους ηλικιωμένους οι τιμές αυτές είναι ελαφρά πιο υψηλές: για παράδειγμα 6,2 και 7 ώρες αντίστοιχα.
Η πρόσληψη αντιόξινων δεν επηρεάζει την απορρόφηση της κετορολάκης.
Κατανομή Η κετορολάκη δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε ποσοστό 99%.
Oι θεραπευτικές δόσεις της διγοξίνης, βαρφαρίνης, ιβουπροφαίνης, ναπροξένης, πιροξικάμης, ακεταμινοφαίνης, φαινυτοίνης και τολβουταμίδης δεν τροποποιούν την πρωτεϊνική σύνδεση της Ο όγκος κατανομής είναι 0,11 l/kg.
Bιομετατροπή Η κετορολάκη μεταβολίζεται στο ήπαρ. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι παρα-υδροξυλιωμένα (12%) και γλυκουρονικά (75%) παράγωγα και είναι όλοι αδρανείς.
Αποβολή Η κύρια οδός απέκκρισης της κετορολάκης και των μεταβολιτών της είναι η νεφρική ενώ το υπόλοιπο της δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα. Η νεφρική κάθαρση της κετορολάκης είναι 0,35-0,55 ml/min/kg.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Οξεία Τοξικότητα:
DL50 σε από του στόματος χορήγηση στα ποντίκια 529mg/kg (Α και Θ), σε αρουραίους από 100 μέχρι 400mg/kg (Α και Θ) και στους πιθήκους μεγαλύτερο από 200mg/kg (Α και Θ).
Ενδοπεριτοναϊκώς στα ποντίκια 473mg/kg (Α και Θ) και στους αρουραίους από 100 μέχρι 400mg/kg (Α και Θ).
Τοξικότητα μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις:
Καθημερινές χορηγήσεις σε υψηλές από του στόματος δόσεις στα ποντίκια (30mg/kg για 6 μήνες) και σε πιθήκους (9mg/kg για 12 μήνες) οδήγησαν σε γαστρεντεροπάθεια (στα ποντίκια) και σε ελαφρά νεφροτοξικότητα. Ενδομυϊκές χορηγήσεις σε κουνέλια (15mg/kg για 1 μήνα) και σε πιθήκους (13,5mg/kg για 3 μήνες) κατέδειξαν ελαφρά φλεγμονώδη αντίδραση στο σημείο της ένεσης. Ενδοφλέβιες χορηγήσεις σε κουνέλια και σε πιθήκους (2,5mg/kg για 2 εβδομάδες) αποδείχθηκαν καλά ανεκτές.
Εμβρυοτοξικότητα:
Δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για προκλινικά δεδομένα εκτός από αυτές που έχουν ήδη αναφερθεί αλλού σε αυτήν την Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος (βλ. παράγραφο 4.6).
Μεταλλαξιγένεση, καρκινογένεση, ανοχή:
Η κετορολάκη αποδείχθηκε μη μεταλλαξιογόνος, μη καρκινογόνος, δεν προκάλεσε ευαισθητοποίηση στο ινδικό χοιρίδιο και στερείται ανοσοποιητικής δράσης.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Αιθανόλη Χλωριούχο νάτριο Υδροξείδιο του νατρίου και /ή Υδροχλωρικό οξύ Ύδωρ ενέσιμο
6.2 Ασυμβατότητες
Το Oversano είναι συμβατό με αμινοφυλλίνη, ξυλοκαίνη, μορφίνη, μεπεριδίνη, ντοπαμίνη, ινσουλίνη και ηπαρίνη αναμεμειγμένα σε διάλυμα που περιέχεται σε σακούλα για στάγδην ενδοφλέβια χορήγηση, αλλά δεν πρέπει να αναμειχθεί (π.χ.) με μορφίνη, μεπεριδίνη, προμεθαζίνη ή υδροξυζίνη σε σύριγγα.
6.3 Διάρκεια ζωής
36 μήνες Μετά το άνοιγμα: Το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται άμεσα.
Μετά από αραίωση: Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση έχει αποδειχθεί για 48 ώρες στους 25°C.
Από μικροβιολογικής άποψης το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, ο χρόνος και οι συνθήκες διατήρησης του διαλύματος πριν από τη χρήση είναι ευθύνη του χρήστη (δεν θα πρέπει να ξεπερνά τις 48h σε θερμοκρασία 25 °C, εκτός και αν το άνοιγμα και / ή η αραίωση έχουν λάβει χώρα υπό ελεγχόμενες άσηπτες συνθήκες).
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος
Να φυλάσσετε στο εξωτερικό κουτί ώστε να προστατεύεται από το φως Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
Μην ψύχεται ή καταψύχεται.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Το Oversano 30mg/3ml είναι διαθέσιμο σε μονής-δόσης φύσιγγες (single dose) που περιέχουν 3 ml διαλύματος σε κουτί των 5 ή 10 φυσίγγων.
Μπορεί να μη κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Για ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια χορήγηση.
Για μία μόνο χρήση. Απορρίψτε κάθε τυχόν αχρησιμοποίητο περιέχομενο.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Nassington Ltd, Ιπποκράτους 3Α, Ακρόπολη, 2006 Λευκωσία, Κύπρος
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
55415/08-05-2019
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
08-05-2019
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
23-03-2023