Clinio Logo
Clinio
PABAL › ΠΧΠ

PABAL — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

eof Καλύπτει 1 συσκευασία 4 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

PABAL 100 μικρογραμμάρια/ml ενέσιμο διάλυμα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Καρβετοκίνη 100 μικρογραμμάρια/ml.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα.

Άχρωμο, διαυγές διάλυμα.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το PΑBAL ενδείκνυται για την πρόληψη της αιμορραγίας μετά τον τοκετό που οφείλεται σε ατονία της μήτρας.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Δοσολογία Καισαρική τομή με επισκληρίδιο ή νωτιαία αναισθησία:

Αναρροφήστε 1 ml PABAL που περιέχει 100 μικρογραμμάρια καρβετοκίνης και χορηγήστε μόνο με ενδοφλέβια ένεση, υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση σε νοσοκομείο.

Κολπικός τοκετός:

Αναρροφήστε 1 ml PABAL που περιέχει 100 μικρογραμμάρια καρβετοκίνης και χορηγήστε με ενδοφλέβια ένεση ή με ενδομυϊκή ένεση, υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση σε νοσοκομείο.

Τρόπος χορήγησης Για ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση.

Η καρβετοκίνη πρέπει να χορηγείται μόνο μετά την έξοδο του νεογνού, και όσο το δυνατόν ταχύτερα μετά τον τοκετό, κατά προτίμηση πριν την έξοδο του πλακούντα.

Στην ενδοφλέβια χορήγηση η καρβετοκίνη πρέπει να χορηγείται βραδέως, σε διάρκεια 1 λεπτού.

To PABAL προορίζεται για εφάπαξ χρήση μόνο. Δεν πρέπει να χορηγούνται επιπλέον δόσεις καρβετοκίνης.

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχει σχετική χρήση της καρβετοκίνης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της καρβετοκίνης σε εφήβους δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.

Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.1 αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.

4.3 Αντενδείξεις

• Κατά τη διάρκεια της κύησης και του τοκετού πριν την έξοδο του νεογνού.

• Η καρβετοκίνη δεν πρέπει να χορηγείται για την πρόκληση τοκετού.

• Υπερευαισθησία στην καρβετοκίνη, στην ωκυτοκίνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

• Ηπατική ή νεφρική νόσος.

• Σοβαρές καρδιαγγειακές διαταραχές.

• Επιληψία.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

H καρβετοκίνη προορίζεται για χρήση μόνο σε καλά εξοπλισμένες, εξειδικευμένες μονάδες μαιευτικής με έμπειρο και ειδικευμένο προσωπικό διαθέσιμο ανά πάσα στιγμή.

Η χρήση καρβετοκίνης σε οποιοδήποτε στάδιο προ της εξόδου του νεογνού είναι ακατάλληλη επειδή η μητροτονική δράση της διαρκεί για αρκετές ώρες. Αυτό έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ταχεία μείωση της δράσης που παρατηρείται μετά από διακοπή έγχυσης ωκυτοκίνης.

Σε περίπτωση επιμένουσας κολπικής αιμορραγίας ή μητρορραγίας μετά από χορήγηση καρβετοκίνης πρέπει να προσδιορισθεί το αίτιο. Πρέπει να δίνεται προσοχή σε αίτια όπως κατακράτηση τμημάτων του πλακούντα, ρήξη περινέου, κόλπου και τραχήλου μήτρας, ανεπαρκής αποκατάσταση της μήτρας ή διαταραχές της πηκτικότητας του αίματος.

Η καρβετοκίνη προορίζεται μόνο για εφάπαξ χορήγηση, ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια. Στην περίπτωση της ενδοφλέβιας χορήγησης, πρέπει να χορηγείται βραδέως, σε διάρκεια 1 λεπτού. Σε περίπτωση επιμένουσας υποτονίας ή ατονίας της μήτρας και της επακόλουθης υπερβολικής αιμορραγίας, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο πρόσθετης αγωγής με άλλο μητροτονικό. Δεν υπάρχουν δεδομένα για επιπλέον δόσεις καρβετοκίνης ή για χρήση καρβετοκίνης σε επιμένουσα ατονία της μήτρας μετά από χορήγηση ωκυτοκίνης.

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η καρβετοκίνη παρουσιάζει ορισμένου βαθμού αντιδιουρητική δραστηριότητα (αγγειοσυσπαστική δραστηριότητα: <0,025 IU/φιαλίδιο) και επομένως δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα υπονατριαιμίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν επίσης μεγάλους όγκους ενδοφλέβιων υγρών. Προκειμένου να προληφθούν σπασμοί και κώμα, θα πρέπει να αναγνωρίζονται τα πρώιμα συμπτώματα υπνηλίας, νωθρότητας και κεφαλαλγίας.

Γενικά, η καρβετοκίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν υφίστανται ημικρανίες, άσθμα και καρδιαγγειακή νόσος ή οποιαδήποτε κατάσταση όπου η ταχεία προσθήκη υγρών στο εξωκυττάριο ύδωρ μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο ένα ήδη υπερφορτωμένο σύστημα. Η απόφαση για τη χορήγηση καρβετοκίνης θα πρέπει να λαμβάνεται από τον γιατρό μετά από προσεκτική στάθμιση του δυνητικού οφέλους που μπορεί να επιφέρει η καρβετοκίνη σε αυτές τις ιδιαίτερες περιπτώσεις.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της καρβετοκίνης σε ασθενείς με εκλαμψία.

Οι ασθενείς με εκλαμψία και προεκλαμψία πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.

Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες για τον σακχαρώδη διαβήτη της κύησης.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Κατά τις κλινικές δοκιμές, η καρβετοκίνη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με αρκετά αναλγητικά, σπασμολυτικά και παράγοντες που χρησιμοποιούνται σε επισκληρίδιο ή νωτιαία αναισθησία, χωρίς να εντοπιστούν αλληλεπιδράσεις φαρμάκων.

Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων.

Επειδή η καρβετοκίνη παρουσιάζει στενή συγγένεια ως προς τη δομή με την ωκυτοκίνη, δεν μπορεί να αποκλειστούν περιστατικά αλληλεπιδράσεων που είναι γνωστό ότι συνδέονται με την ωκυτοκίνη:

Έχει αναφερθεί σοβαρή υπέρταση όταν χορηγήθηκε ωκυτοκίνη 3 έως 4 ώρες μετά την προφυλακτική

χορήγηση αγγειοσυσταλτικού σε συνδυασμό με ουραίο αποκλεισμό.

Σε συνδυασμό με εργοταμινικά αλκαλοειδή, όπως μεθυλεργομητρίνη, η ωκυτοκίνη και η καρβετοκίνη πιθανόν να ενισχύσουν την υπερτασική δράση αυτών των φαρμάκων. Εάν χορηγηθεί ωκυτοκίνη ή μεθυλεργομητρίνη μετά από την καρβετοκίνη, ενδεχομένως να υπάρξει κίνδυνος σωρευμένης έκθεσης.

Καθώς έχει βρεθεί ότι οι προσταγλανδίνες ενισχύουν τη δράση της ωκυτοκίνης, το ίδιο αναμένεται να γίνει και με την καρβετοκίνη. Επομένως, δεν συνιστάται να συγχορηγούνται προσταγλανδίνες και καρβετοκίνη. Εάν χορηγηθούν ταυτόχρονα, η ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.

Ορισμένα εισπνεόμενα αναισθητικά, όπως το αλοθάνιο και το κυκλοπροπάνιο μπορεί να ενισχύσουν την υποτασική δράση και να εξασθενήσουν τη δράση της καρβετοκίνης στη μήτρα. Έχουν αναφερθεί αρρυθμίες σε περιπτώσεις συγχορήγησης ωκυτοκίνης.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Η καρβετοκίνη αντενδείκνυται κατά την κύηση και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την πρόκληση τοκετού (βλ. παράγραφο 4.3).

Θηλασμός Δεν έχουν αναφερθεί σημαντικές επιδράσεις στη γαλακτοφορία κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Έχει δειχθεί ότι μικρές ποσότητες καρβετοκίνης διέρχονται από το πλάσμα στο μητρικό γάλα θηλαζουσών γυναικών (βλ. παράγραφο 5.2). Οι μικρές ποσότητες που μεταφέρονται στο πύαρ ή στο μητρικό γάλα μετά από μία εφάπαξ ένεση καρβετοκίνης και ακολούθως προσλαμβάνονται από το βρέφος, θεωρείται ότι αποσυντίθενται στο έντερο από ένζυμα.

Δεν απαιτείται κανένας περιορισμός στο θηλασμό μετά τη χρήση καρβετοκίνης.

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Δεν εφαρμόζεται.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με την καρβετοκίνη κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών ήταν του ίδιου τύπου και συχνότητας με τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με την ωκυτοκίνη.

Ενδοφλέβια χορήγηση* - Περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα

Οργανικό ΣύστημαΠολύ συχνές ≥ 1/10Συχνές ≥ 1/100 και < 1/10Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΑναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΥπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης)
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚεφαλαλγία, τρόμοςΖάλη
Καρδιακές διαταραχέςΤαχυκαρδία, βραδυκαρδία η οποία δύναται να οδηγήσει σε
καρδιακή ανακοπή, αρρυθμία***, ισχαιμία του μυοκαρδίου***, και παράταση του διαστήματος QT***
Αγγειακές διαταραχέςΥπόταση, έξαψη
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΘωρακικό άλγος, δύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικούΝαυτία, κοιλιακό άλγοςΜεταλλική γεύση, έμετος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΚνησμός
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΟσφυαλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΑίσθημα θερμότηταςΡίγη, άλγος

* Με βάση μελέτες σε καισαρική τομή *** Αναφέρθηκαν με την ωκυτοκίνη (παρουσιάζει στενή συγγένεια ως προς τη δομή με την καρβετοκίνη)

Στις κλινικές δοκιμές, αναφέρθηκαν σποραδικά περιστατικά εφίδρωσης.

Ενδομυϊκή χορήγηση* - Περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα

Οργανικό ΣύστημαΌχι συχνές ≥ 1/1.000 και < 1/100Σπάνιες ≥ 1/10.000 και < 1/1.000Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματοςΑναιμία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΥπερευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής αντίδρασης)
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚεφαλαλγία, ζάληΤρόμος
Καρδιακές διαταραχέςΤαχυκαρδίαΒραδυκαρδία***, αρρυθμία***, ισχαιμία του μυοκαρδίου***, και παράταση του διαστήματος QT***
Αγγειακές διαταραχέςΥπότασηΈξαψη
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΘωρακικό άλγοςΔύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικούΝαυτία, κοιλιακό άλγος, έμετος
Διαταραχές του δέρματος καιΚνησμός
του υποδόριου ιστού
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΟσφυαλγία, μυϊκή αδυναμία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΚατακράτηση ούρων
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΡίγη, πυρεξία, άλγος

* Με βάση μελέτες σε κολπικό τοκετό *** Αναφέρθηκαν με την ωκυτοκίνη (παρουσιάζει στενή συγγένεια ως προς τη δομή με την καρβετοκίνη)

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 213 2040380/337, Ιστότοπος:

http://www.eof.gr

4.9 Υπερδοσολογία

Η υπέρβαση της δοσολογίας της καρβετοκίνης μπορεί να προκαλέσει υπερδραστηριότητα της μήτρας είτε λόγω υπερευαισθησίας στον παράγοντα αυτό είτε όχι.

Υπερδιέγερση με ισχυρές (υπερτονικές) ή παρατεταμένες (τετανικές) συσπάσεις που οφείλονται σε υπέρβαση της δοσολογίας της ωκυτοκίνης μπορεί να οδηγήσει σε ρήξη της μήτρας ή σε αιμορραγία μετά τον τοκετό.

Η υπέρβαση της δοσολογίας της ωκυτοκίνης μπορεί να οδηγήσει σε υπονατριαιμία και σε σοβαρές περιπτώσεις σε δηλητηρίαση από νερό, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται ταυτόχρονα με υπερβολική πρόσληψη υγρών. Επειδή η καρβετοκίνη είναι ανάλογο της ωκυτοκίνης, η πιθανότητα να προκύψουν παρόμοια συμβάντα δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Η αντιμετώπιση της υπέρβασης της δοσολογίας με καρβετοκίνη συνίσταται σε συμπτωματική και υποστηρικτική αγωγή. Όταν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα υπέρβασης της δοσολογίας θα πρέπει να χορηγηθεί οξυγόνο στη μητέρα. Σε περιπτώσεις δηλητηρίασης από νερό, είναι απαραίτητο να περιοριστεί η πρόσληψη υγρών, να προκληθεί διούρηση, να διορθωθούν οι ηλεκτρολυτικές διαταραχές και να ελεγχθούν οι σπασμοί που μπορεί τελικά να προκύψουν.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ωκυτοκίνη και ανάλογα Κωδικός ATC: H01BB03 Οι φαρμακολογικές και κλινικές ιδιότητες της καρβετοκίνης είναι εκείνες ενός μακράς δράσης αγωνιστή της ωκυτοκίνης.

Όπως και η ωκυτοκίνη, η καρβετοκίνη προσδένεται εκλεκτικά με τους υποδοχείς της ωκυτοκίνης στις λείες μυϊκές ίνες του μυομητρίου, προκαλεί ρυθμικές συσπάσεις της μήτρας, αυξάνει τη συχνότητα των υφιστάμενων συσπάσεων και ενισχύει τον μυϊκό τόνο του μυομητρίου.

Στη μήτρα, μετά τον τοκετό, η καρβετοκίνη δύναται να αυξήσει τη συχνότητα και την ένταση των

αυτόματων συσπάσεων. Η έναρξη των συσπάσεων της μήτρας μετά τη χορήγηση καρβετοκίνης είναι ταχεία έπειτα από ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χορήγηση, ενώ σταθερού ρυθμού σύσπαση επιτυγχάνεται εντός 2 λεπτών.

Μία εφάπαξ ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή δόση καρβετοκίνης 100 μικρογραμμαρίων χορηγούμενη μετά τον τοκετό είναι επαρκής για τη διατήρηση ικανοποιητικών συσπάσεων της μήτρας που προλαμβάνουν τη μυϊκή ατονία και την υπερβολική αιμορραγία και είναι συγκρίσιμη με έγχυση ωκυτοκίνης που διαρκεί αρκετές ώρες.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η αποτελεσματικότητα της καρβετοκίνης στην πρόληψη της αιμορραγίας μετά τον τοκετό που οφείλεται σε ατονία της μήτρας έπειτα από καισαρική τομή τεκμηριώθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, διπλά-τυφλή, με χρήση διπλού εικονικού φαρμάκου, παράλληλων ομάδων δοκιμή που σχεδιάστηκε για να τεκμηριώσει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της καρβετοκίνης σε σύγκριση με ωκυτοκίνη 25 IU. Εξακόσιες πενήντα εννέα υγιείς έγκυες γυναίκες που υποβάλλονταν σε εκλεκτική καισαρική τομή με επισκληρίδιο αναισθησία έλαβαν είτε καρβετοκίνη 100 μg/ml ως ενδοφλέβια δόση bolus ή ωκυτοκίνη 25 IU ως ενδοφλέβια έγχυση 8 ωρών.

Τα αποτελέσματα της ανάλυσης του πρωτεύοντος τελικού σημείου, της ανάγκης για πρόσθετη παρέμβαση ωκυτοκίνης, έδειξαν ότι απαιτήθηκε πρόσθετη παρέμβαση ωκυτοκίνης σε 15 (5%) εκ των ατόμων που έλαβαν καρβετοκίνη 100 μg ενδοφλεβίως σε σύγκριση με 32 (10%) εκ των ατόμων στην ομάδα της ωκυτοκίνης 25 IU (p=0,031).

Η αποτελεσματικότητα της καρβετοκίνης στην πρόληψη της αιμορραγίας μετά τον τοκετό έπειτα από κολπικό τοκετό τεκμηριώθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό φάρμακο, διπλά- τυφλή δοκιμή. Συνολικά, 29.645 άτομα τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν μία εφάπαξ ενδομυϊκή δόση είτε καρβετοκίνης 100 μg είτε ωκυτοκίνης 10 IU. Για το πρωτεύον τελικό σημείο της απώλειας αίματος ≥500 ml ή της χρήσης πρόσθετων μητροτονικών, ελήφθησαν παρόμοια ποσοστά και στις δύο ομάδες θεραπείας (καρβετοκίνη: 2.135 άτομα, 14,47%, ωκυτοκίνη: 2.122 άτομα, 14,38%, σχετικός κίνδυνος [RR] 1,01, 95% CI: 0,95 έως 1,06), αποδεικνύοντας μη κατωτερότητα της καρβετοκίνης εν συγκρίσει με την ωκυτοκίνη ως προς το πρωτεύον τελικό σημείο.

Παιδιατρικός πληθυσμός Κατά την κλινική ανάπτυξη της καρβετοκίνης για την πρόληψη της αιμορραγίας μετά τον τοκετό έπειτα από κολπικό τοκετό, 151 γυναίκες ηλικίας μεταξύ 12 έως 18 ετών έλαβαν καρβετοκίνη στη συνιστώμενη δοσολογία των 100 μg και 162 έλαβαν ωκυτοκίνη 10 IU. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια ήταν παρόμοιες για τα δύο σκέλη θεραπείας σε αυτές τις ασθενείς.

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Το φαρμακοκινητικό προφίλ της καρβετοκίνης έχει διερευνηθεί σε υγιείς γυναίκες. Η καρβετοκίνη επιδεικνύει διφασική αποβολή μετά από ενδοφλέβια χορήγηση με γραμμική φαρμακοκινητική σε εύρος δόσης 400 έως 800 μικρογραμμάρια. Ο διάμεσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι 33 λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και 55 λεπτά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση. Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μετά από 30 λεπτά και η μέση βιοδιαθεσιμότητα είναι 77%. Ο μέσος όγκος κατανομής σε κατάσταση ψευδο-ισορροπίας (Vz) είναι 22 L. Η νεφρική κάθαρση της αμετάβλητης μορφής είναι χαμηλή, ενώ ποσότητα μικρότερη του 1% της δόσης που ενίοται, απεκκρίνεται αμετάβλητη από τους νεφρούς.

Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 70 μg καρβετοκίνης σε 5 υγιείς θηλάζουσες μητέρες, συγκεντρώσεις καρβετοκίνης ανιχνεύθηκαν σε δείγματα γάλακτος. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο γάλα ήταν κάτω από 20 pg/ml, οι οποίες ήταν περίπου 56 φορές χαμηλότερες από εκείνες στο πλάσμα εντός 120 λεπτών.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων,

γονοτοξικότητας και τοπικής ανοχής. Μία μελέτη τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα σε αρουραίους, με χορήγηση του φαρμάκου σε ημερήσια βάση από τον τοκετό μέχρι την ημέρα 21 της γαλουχίας, έδειξε μείωση στην πρόσληψη του σωματικού βάρους των απογόνων. Δεν παρατηρήθηκαν άλλες τοξικές επιδράσεις. Η ένδειξη αυτή δεν έχρηζε διεξαγωγής μελετών γονιμότητας ή εμβρυοτοξικότητας.

Μελέτες καρκινογένεσης με την καρβετοκίνη δεν διεξήχθησαν λόγω της εφάπαξ δοσολογίας για τη συγκεκριμένη ένδειξη.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

L-μεθειονίνη Ηλεκτρικό οξύ Μαννιτόλη Νατρίου υδροξείδιο για τη ρύθμιση του pH Ύδωρ για ενέσιμα

6.2 Ασυμβατότητες

Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια.

Διάρκεια ζωής μετά το πρώτο άνοιγμα του φιαλιδίου: το διάλυμα πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως.

Από μικροβιολογικής άποψης, εκτός εάν ο τρόπος ανοίγματος/ανασύστασης/αραίωσης αποκλείει τον κίνδυνο μικροβιακής μόλυνσης, το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί αμέσως.

Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι και οι συνθήκες φύλαξης κατά τη χρήση είναι υπό την ευθύνη του χρήστη.

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος

Φυλάσσετε τα φιαλίδια στο εξωτερικό κουτί, για να προστατεύονται από το φως. Φυλάσσετε σε θερμοκρασία μικρότερη των 300C. Μην καταψύχετε.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Φιαλίδια (2R) από ύαλο τύπου I με πώματα εισχώρησης από βρωμοβουτύλιο τύπου 1 με πρεσαριστό πώμα αλουμινίου που περιέχουν 1 ml ενέσιμου διαλύματος.

Συσκευασίες των 5 φιαλιδίων.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός

Το PABAL προορίζεται για ενδοφλέβια και ενδομυϊκή χρήση μόνο.

Μόνο διαυγή διαλύματα, πρακτικά ελεύθερα σωματιδίων πρέπει να χρησιμοποιούνται.

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

FERRING ΕΛΛΑΣ ΜΕΠΕ Καραγιώργη Σερβίας 2 105 62 Αθήνα, Ελλάδα Τηλ.: 210 6843449

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

23977/07/24-6-2008

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 18 Ιανουαρίου 2007 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 24 Ιουνίου 2008

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: eof:2706401_SPC_2706401_6.pdf