1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Για την Ελλάδα:
PALEXIA retard 25 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης PALEXIA retard 50 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης PALEXIA retard 100 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης PALEXIA retard 150 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης PALEXIA retard 200 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης PALEXIA retard 250 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης Για την Κύπρο:
PALEXIA retard 25 mg δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 29,12 mg ταπενταδόλης υδροχλωρικής ισοδύναμης με 25 mg ταπενταδόλης.
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 58,24 mg ταπενταδόλης υδροχλωρικής ισοδύναμης με 50 mg ταπενταδόλης.
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 116,48 mg ταπενταδόλης υδροχλωρικής ισοδύναμης με 100 mg ταπενταδόλης.
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 174,72 mg ταπενταδόλης υδροχλωρικής ισοδύναμης με 150 mg ταπενταδόλης.
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 232,96 mg ταπενταδόλης υδροχλωρικής ισοδύναμης με 200 mg ταπενταδόλης.
Κάθε δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης περιέχει 291,20 mg ταπενταδόλης υδροχλωρικής ισοδύναμης με 250 mg ταπενταδόλης.
Έκδοχο με γνωστή δράση:
Το PALEXIA retard 25 mg περιέχει 1,3 mg λακτόζης.
Το PALEXIA retard 50 mg περιέχει 3,0 mg λακτόζης.
Το PALEXIA retard 100 mg περιέχει 3,0 mg λακτόζης.
Το PALEXIA retard 150 mg περιέχει 3,0 mg λακτόζης.
Το PALEXIA retard 200 mg περιέχει 3,0 mg λακτόζης.
Το PALEXIA retard 250 mg περιέχει 3,0 mg λακτόζης.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης [25 mg]: Επιμήκη επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ελαφρώς καφέ-πορτοκαλί χρώματος (5,5 mm x 10 mm) με το λογότυπο Grünenthal στη μία πλευρά και το “H9” στην άλλη πλευρά.
[50 mg]: Επιμήκη επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία λευκού χρώματος (6,5 mm x 15 mm) με το λογότυπο Grünenthal στη μία πλευρά και το “H1” στην άλλη πλευρά.
[100 mg]: Επιμήκη επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ανοιχτού κίτρινου χρώματος (6,5 mm x 15 mm) με το λογότυπο Grünenthal στη μία πλευρά και το “H2” στην άλλη πλευρά.
[150 mg]: Επιμήκη επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ανοιχτού ροζ χρώματος (6,5 mm x 15 mm)
με το λογότυπο Grünenthal στη μία πλευρά και το “H3” στην άλλη πλευρά.
[200 mg]: Επιμήκη επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ανοιχτού πορτοκαλί χρώματος (7 mm x 17 mm) με το λογότυπο Grünenthal στη μία πλευρά και το “H4” στην άλλη πλευρά.
[250 mg]: Επιμήκη επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ανοιχτού καφέ χρώματος (7 mm x 17 mm)
με το λογότυπο Grünenthal στη μία πλευρά και το “H5” στην άλλη πλευρά.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το PALEXIA retard ενδείκνυται για την αντιμετώπιση του:
- σοβαρού χρόνιου πόνου σε ενήλικες, που μπορεί να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά μόνο με οπιοειδή αναλγητικά.
- σοβαρού χρόνιου πόνου σε παιδιά άνω των 6 ετών και εφήβους, που μπορεί να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά μόνο με οπιοειδή αναλγητικά.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Στόχοι της θεραπείας και διακοπή Πριν από την έναρξη της θεραπείας με το PALEXIA retard, η στρατηγική της θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων της διάρκειας της θεραπείας και των στόχων της θεραπείας, καθώς και κάποιο πρόγραμμα για το τέλος της θεραπείας θα πρέπει να συμφωνηθούν με τον ασθενή, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες διαχείρισης πόνου. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να υπάρχει συχνή επικοινωνία μεταξύ του γιατρού και του ασθενούς για την αξιολόγηση της ανάγκης συνέχισης της θεραπείας, την εξέταση του ενδεχομένου διακοπής και την προσαρμογή της δοσολογίας, εάν χρειάζεται. Όταν κάποιος ασθενής δεν χρειάζεται πλέον θεραπεία με PALEXIA retard, μπορεί να είναι σκόπιμη η σταδιακή μείωση της δόσης, ώστε να προληφθούν συμπτώματα στέρησης. Εάν δεν ελέγχεται επαρκώς ο πόνος, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο υπεραλγησίας, ανοχής και εξέλιξης της υποκείμενης νόσου (βλέπε παράγραφο 4.4).
Δοσολογία Το δοσολογικό σχήμα πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τη σοβαρότητα του πόνου προς θεραπεία, την προηγούμενη θεραπευτική εμπειρία και τη δυνατότητα παρακολούθησης του ασθενούς.
Το PALEXIA retard πρέπει να λαμβάνεται δύο φορές την ημέρα, περίπου κάθε 12 ώρες.
Διάρκεια της θεραπείας Το PALEXIA retard δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για μεγαλύτερο διάστημα από όσο χρειάζεται.
Ενήλικες Έναρξη της θεραπείας Έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν αυτή τη στιγμή οπιοειδή αναλγητικά Οι ασθενείς πρέπει να ξεκινήσουν τη θεραπεία με εφάπαξ δόσεις ταπενταδόλης των 50 mg ως δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης που χορηγούνται δύο φορές την ημέρα.
Έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που λαμβάνουν αυτή τη στιγμή οπιοειδή αναλγητικά Κατά την αλλαγή από οπιοειδή σε PALEXIA retard και για την επιλογή της αρχικής δόσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η φύση του προηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος, ο τρόπος χορήγησης και η μέση ημερήσια δόση. Μπορεί να απαιτούνται υψηλότερες αρχικές δόσεις PALEXIA retard για τους ασθενείς που αυτή τη στιγμή λαμβάνουν οπιοειδή σε σύγκριση με αυτούς που δεν έχουν λάβει οπιοειδή πριν από την έναρξη της θεραπείας με PALEXIA retard.
Τιτλοποίηση και συντήρηση Μετά από την έναρξη της θεραπείας, η δόση πρέπει να τιτλοποιείται σε εξατομικευμένη βάση σε επίπεδο που παρέχει επαρκή αναλγησία και ελαχιστοποιεί τις ανεπιθύμητες επιδράσεις, κάτω από τη στενή επίβλεψη του γιατρού που συνταγογραφεί το φάρμακο.
Η εμπειρία από τις κλινικές μελέτες έχει δείξει ότι ένα δοσολογικό σχήμα τιτλοποίησης με προοδευτικές αυξήσεις κατά 50 mg ταπενταδόλης ως δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης δύο φορές την ημέρα κάθε 3 μέρες ήταν κατάλληλο για να επιτευχθεί επαρκής έλεγχος του πόνου στους περισσότερους ασθενείς. Για εξατομικευμένες προσαρμογές της δόσης μπορούν, επίσης, να χρησιμοποιηθούν τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης ταπενταδόλης των 25 mg.
Δεν έχουν ακόμα μελετηθεί συνολικές ημερήσιες δόσεις PALEXIA retard άνω των 500 mg ταπενταδόλης και, επομένως, δεν συνιστώνται.
Ειδικός πληθυσμός Σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2).
Το PALEXIA retard δεν έχει μελετηθεί σε ελεγχόμενες μελέτες αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2).
Το PALEXIA retard πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η θεραπεία σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να ξεκινήσει με τη χαμηλότερη διαθέσιμη περιεκτικότητα, δηλ. με <25 mg> <50 mg> ταπενταδόλης ως δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης, και δεν πρέπει να χορηγείται συχνότερα από μία φορά κάθε 24 ώρες. Κατά την έναρξη της θεραπείας, δεν συνιστάται ημερήσια δόση μεγαλύτερη από 50 mg ταπενταδόλης ως δισκίο παρατεταμένης αποδέσμευσης. Η περαιτέρω θεραπεία πρέπει να αντανακλά τη διατήρηση της αναλγησίας με αποδεκτή ανεκτικότητα (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Το PALEXIA retard δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηλικιωμένοι ασθενείς (άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω)
Σε γενικές γραμμές, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς. Παρόλα αυτά, καθώς οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανότερο να έχουν μειωμένη νεφρική και ηπατική λειτουργία, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την επιλογή της δόσης σύμφωνα με τις συστάσεις (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).
Η συνιστώμενη δόση για παιδιά εξαρτάται από την ηλικία και το σωματικό βάρος.
Έναρξη της θεραπείας Έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που δεν λαμβάνουν αυτή τη στιγμή οπιοειδή αναλγητικά Για παιδιά και εφήβους ηλικίας από 6 ετών έως κάτω των 18 ετών, η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 1,5 mg ανά kg βάρους σώματος χορηγούμενη κάθε 12 ώρες. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται μια δόση έναρξης των 50 mg. Από τις διαθέσιμες περιεκτικότητες των δισκίων, αυτές των 25 mg ή 50 mg πρέπει να θεωρούνται ως δόσεις έναρξης.
Έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς που λαμβάνουν αυτή τη στιγμή οπιοειδή αναλγητικά Κατά την αλλαγή από οπιοειδή σε PALEXIA retard και την επιλογή της αρχικής δόσης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η φύση του προηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος, ο τρόπος χορήγησης και η μέση ημερήσια δόση. Μπορεί να απαιτούνται υψηλότερες αρχικές δόσεις PALEXIA retard για τους ασθενείς που αυτή τη στιγμή λαμβάνουν οπιοειδή σε σύγκριση με αυτούς που δεν έχουν λάβει οπιοειδή πριν από την έναρξη της θεραπείας με PALEXIA retard.
Τιτλοποίηση και συντήρηση Μετά από την έναρξη της θεραπείας, η δόση πρέπει να τιτλοποιείται σε εξατομικευμένη βάση σε επίπεδο που να παρέχει επαρκή αναλγησία και να ελαχιστοποιεί τις ανεπιθύμητες επιδράσεις κάτω
από τη στενή επίβλεψη του γιατρού που συνταγογραφεί το φάρμακο με αυξήσεις της δόσης της τάξης των 25 mg για τους ασθενείς με σωματικό βάρος λιγότερο των 40 kg ή αυξήσεις της δόσης της τάξης των 25 mg ή των 50 mg για τους ασθενείς με σωματικό βάρος > των 40 kg μετά από τουλάχιστον 2 ημέρες από την τελευταία αύξηση δόσης.
Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι 3,5 mg ανά kg βάρους σώματος χορηγούμενη κάθε 12 ώρες. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διαθέσιμες περιεκτικότητες των δισκίων για την επίτευξη της βέλτιστης δόσης εντός του γενικού συνιστώμενου εύρους δόσεων (1,5 mg/kg έως 3,5 mg/kg), όπως κρίνεται από τον συνταγογραφούντα γιατρό. Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η συνολική δόση των 500 mg την ημέρα, δηλαδή 250 mg χορηγούμενα κάθε 12 ώρες. Μεμονωμένοι ασθενείς έχουν δείξει ότι ωφελούνται με δόσεις κάτω του 1,0 mg/kg.
Το PALEXIA retard δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και εφήβους με νεφρική δυσλειτουργία, επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Το PALEXIA retard δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και εφήβους με ηπατική δυσλειτουργία, επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του PALEXIA retard σε παιδιά κάτω των 6 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Επομένως, το PALEXIA retard δεν συνιστάται για χρήση σε αυτόν τον πληθυσμό.
Τρόπος χορήγησης Το PALEXIA retard είναι για από στόματος χρήση.
Το δισκίο πρέπει να λαμβάνεται ολόκληρο, χωρίς να σπάσει ή να μασηθεί, για να διασφαλιστεί η διατήρηση του μηχανισμού παρατεταμένης αποδέσμευσης. Το PALEXIA retard πρέπει να λαμβάνεται με επαρκή ποσότητα υγρού. Το PALEXIA retard μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς φαγητό.
Το εξωτερικό περίβλημα (στρώμα) του δισκίου ταπενταδόλης μπορεί να μην αφομοιωθεί εντελώς και συνεπώς, μπορεί να απομακρυνθεί και να παρατηρηθεί στα κόπρανα του ασθενούς. Ωστόσο, το εύρημα αυτό δεν έχει κλινική σημασία, καθώς η δραστική ουσία του δισκίου θα έχει ήδη απορροφηθεί.
4.3 Αντενδείξεις
Το PALEXIA retard αντενδείκνυται:
• σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην ταπενταδόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
• σε καταστάσεις όπου αντενδείκνυνται δραστικές ουσίες με δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών, δηλ. σε ασθενείς με σημαντική αναπνευστική καταστολή (σε συνθήκες μη παρακολούθησης ή απουσία εξοπλισμού καρδιοπνευμονικής ανάνηψης) και σε ασθενείς με οξύ ή σοβαρό βρογχικό άσθμα ή υπερκαπνία
• σε οποιονδήποτε ασθενή πάσχει ή υπάρχει υποψία ότι πάσχει από παραλυτικό ειλεό
• σε ασθενείς με οξεία δηλητηρίαση από οινοπνευματώδη, υπνωτικά, κεντρικώς δρώντα αναλγητικά ή ψυχοτρόπες δραστικές ουσίες (βλέπε παράγραφο 4.5).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Ανοχή και διαταραχή από τη χρήση οπιοειδών (κατάχρηση και εξάρτηση)
Κατά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση οπιοειδών, όπως το PALEXIA retard, ενδέχεται να αναπτυχθεί ανοχή, σωματική και ψυχολογική εξάρτηση και διαταραχή από τη χρήση οπιοειδών (opioid use disorder-OUD). Η υψηλότερη δόση και η μεγαλύτερη διάρκεια θεραπείας με οπιοειδή μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης OUD. Η κατάχρηση ή εκούσια κακή χρήση οπιοειδών
ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερδοσολογία και/ή θάνατο. Ο κίνδυνος εκδήλωσης OUD είναι αυξημένος σε ασθενείς με ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό (γονείς ή αδέρφια) διαταραχών από τη χρήση ουσιών (συμπεριλαμβανομένης της διαταραχής από τη χρήση οινοπνευματωδών), σε νυν χρήστες προϊόντων καπνού ή σε ασθενείς με ατομικό ιστορικό άλλων διαταραχών ψυχικής υγείας (π.χ. μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, άγχος και διαταραχές της προσωπικότητας).
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με το PALEXIA retard και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να συμφωνηθούν με τον ασθενή οι στόχοι της θεραπείας και ένα πρόγραμμα διακοπής (βλέπε παράγραφο 4.2). Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ο ασθενής θα πρέπει, επίσης, να ενημερώνεται για τους κινδύνους και τα σημεία της OUD. Εάν εμφανιστούν αυτά τα σημεία, θα πρέπει να συνιστάται στους ασθενείς να επικοινωνήσουν με τον γιατρό τους.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία συμπεριφοράς σχετικά με την αναζήτηση ουσιών (π.χ. υπερβολικά πρόωρα αιτήματα συνταγογράφησης). Αυτό περιλαμβάνει τον έλεγχο της ταυτόχρονης χρήσης οπιοειδών και ψυχοδραστικών φαρμάκων (όπως οι βενζοδιαζεπίνες). Για ασθενείς με σημεία και συμπτώματα OUD, θα πρέπει να εξετάζεται η συμβουλή με έναν ειδικό σε θέματα εξαρτήσεων.
Οι γιατροί πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση για συμπτώματα στέρησης μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση ταπενταδόλης και να αποφεύγουν την απότομη διακοπή (βλέπε παράγραφο 4.2 και παράγραφο 4.8).
Κίνδυνος από την ταυτόχρονη χρήση κατασταλτικών φαρμακευτικών προϊόντων, όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφείς ουσίες Η ταυτόχρονη χρήση του PALEXIA retard με κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφείς ουσίες, μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο. Λόγω αυτών των κινδύνων, η ταυτόχρονη συνταγογράφηση με αυτά τα κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να γίνεται μόνο σε ασθενείς για τους οποίους δεν είναι δυνατές εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές. Εάν ληφθεί η απόφαση για συνταγογράφηση του PALEXIA retard ταυτόχρονα με κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ενός ή και των δύο παραγόντων και η διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερη.
Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα αναπνευστικής καταστολής και καταστολής. Από την άποψη αυτή, συνιστάται ανεπιφύλακτα η ενημέρωση των ασθενών και των φροντιστών τους για αυτά τα συμπτώματα (βλέπε παράγραφο 4.5).
Αναπνευστική καταστολή Σε υψηλές δόσεις ή σε ασθενείς ευαίσθητους σε αγωνιστή των μ-υποδοχέων των οπιοειδών, το PALEXIA retard μπορεί να οδηγήσει σε δοσοεξαρτώμενη αναπνευστική καταστολή. Επομένως, το PALEXIA retard πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραγμένη αναπνευστική λειτουργία. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο λήψης εναλλακτικών αναλγητικών χωρίς δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών και το PALEXIA retard πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κάτω από προσεκτική ιατρική επίβλεψη στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση σε αυτού του είδους τους ασθενείς. Αν εμφανιστεί αναπνευστική καταστολή, πρέπει να αντιμετωπιστεί όπως αντιμετωπίζεται οποιαδήποτε αναπνευστική καταστολή επαγόμενη από αγωνιστή των μ-υποδοχέων των οπιοειδών (βλέπε παράγραφο 4.9).
Τραυματισμός στην κεφαλή και αυξημένη ενδοκράνια πίεση Το PALEXIA retard δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στις ενδοκράνιες επιδράσεις της κατακράτησης διοξειδίου του άνθρακα, όπως είναι αυτοί για τους οποίους υπάρχουν ενδείξεις αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης, μειωμένης συνείδησης ή κώματος. Τα αναλγητικά με δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών μπορεί να περιπλέξουν την κλινική πορεία ασθενών με τραύμα στην κεφαλή. Το PALEXIA retard πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με τραύμα στην κεφαλή και όγκους στον εγκέφαλο.
Επιληπτικές κρίσεις
Το PALEXIA retard δεν έχει αξιολογηθεί συστηματικά σε ασθενείς με διαταραχή που ενέχει επιληπτικές κρίσεις και οι ασθενείς αυτοί αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες. Παρόλα αυτά, όπως και όλα τα άλλα αναλγητικά με δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών, το PALEXIA retard δεν συνιστάται σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχής που ενέχει επιληπτικές κρίσεις ή άλλη πάθηση που θα μπορούσε να θέσει τον ασθενή σε κίνδυνο επιληπτικών κρίσεων. Επιπλέον, η ταπενταδόλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τον ουδό επιληπτικών κρίσεων (βλέπε παράγραφο 4.5).
Το PALEXIA retard δεν έχει μελετηθεί σε ελεγχόμενες μελέτες αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).
Οι ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία εμφάνισαν αύξηση κατά 2 φορές και κατά 4,5 φορές, αντίστοιχα, στη συστημική έκθεση, σε σύγκριση με τους ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Το PALEXIA retard πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2 και 5.2), ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας.
Το PALEXIA retard δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).
Χρήση σε παγκρεατική νόσο/νόσο των χοληφόρων Οι δραστικές ουσίες με δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών, μπορεί να προκαλέσουν σπασμό στον σφιγκτήρα του Oddi. Το PALEXIA retard πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νόσο των χοληφόρων, συμπεριλαμβανομένης της οξείας παγκρεατίτιδας.
Διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο Τα οπιοειδή μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής υπνικής άπνοιας (central sleep apnea, CSA) και της υποξαιμίας που σχετίζεται με τον ύπνο. Η χρήση οπιοειδών αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης CSA με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε ασθενείς που εμφανίζουν CSA, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της συνολικής δοσολογίας των οπιοειδών.
Μικτοί αγωνιστές/ανταγωνιστές οπιοειδών Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τον συνδυασμό του PALEXIA retard με μικτούς αγωνιστές/ανταγωνιστές των μ-υποδοχέων των οπιοειδών (όπως πενταζοκίνη, ναλβουφίνη) ή με μερικούς αγωνιστές των μ-υποδοχέων των οπιοειδών (όπως βουπρενορφίνη). Σε ασθενείς που συνεχίζουν με βουπρενορφίνη για τη θεραπεία της εξάρτησης από οπιοειδή, πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές (όπως π.χ. προσωρινή διακοπή της βουπρενορφίνης), εάν γίνει απαραίτητη η χορήγηση πλήρων αγωνιστών των μ-υποδοχέων (όπως η ταπενταδόλη) σε καταστάσεις οξέος πόνου. Κατά τη συνδυασμένη χρήση με βουπρενορφίνη, αναφέρθηκαν απαιτήσεις για υψηλότερες δόσεις των πλήρων αγωνιστών των μ-υποδοχέων και σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται στενή παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών, όπως η αναπνευστική καταστολή.
Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης PALEXIA retard περιέχουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
Οι ίδιες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις για τη χρήση του PALEXIA retard ισχύουν για τα παιδιά, λαμβάνοντας υπόψη επιπλέον τα ακόλουθα:
Το PALEXIA retard δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών (βλέπε παράγραφο 4.1 και 4.2), επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτόν τον πληθυσμό.
Το PALEXIA retard δεν έχει αξιολογηθεί συστηματικά σε παιδιά και εφήβους με παχυσαρκία, επομένως, οι παιδιατρικοί ασθενείς με παχυσαρκία θα πρέπει να παρακολουθούνται εκτενώς και η συνιστώμενη μέγιστη δόση δεν θα πρέπει να υπερβαίνεται.
Το PALEXIA retard δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και εφήβους με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία, επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτόν τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα/κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), συμπεριλαμβανομένων των οινοπνευματωδών και των ναρκωτικών φαρμάκων που καταστέλλουν το ΚΝΣ Η ταυτόχρονη χρήση PALEXIA retard με κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή άλλα κατασταλτικά του αναπνευστικού συστήματος ή του ΚΝΣ (άλλα οπιοειδή, αντιβηχικά ή θεραπείες υποκατάστασης, βαρβιτουρικά, αντιψυχωσικά, Η1-αντιισταμινικά, οινοπνευματώδη), αυξάνει τον κίνδυνο καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου, εξαιτίας της αθροιστικής κατασταλτικής δράσης στο ΚΝΣ. Ως εκ τούτου, όταν εξετάζεται μια συνδυασμένη θεραπεία του PALEXIA retard με κατασταλτικό παράγοντα του αναπνευστικού συστήματος ή του ΚΝΣ, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ενός ή και των δύο παραγόντων και η διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης θα πρέπει να είναι περιορισμένη (βλέπε παράγραφο 4.4). Η ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών και γκαμπαπεντινοειδών (γκαμπαπεντίνης και πρεγκαμπαλίνης) αυξάνει τον κίνδυνο της υπερδοσολογίας από οπιοειδή, της αναπνευστικής καταστολής και του θανάτου.
Μικτοί αγωνιστές/ανταγωνιστές οπιοειδών Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τον συνδυασμό του PALEXIA retard με μικτούς αγωνιστές/ανταγωνιστές των μ-υποδοχέων των οπιοειδών (όπως πενταζοκίνη, ναλβουφίνη) ή με μερικούς αγωνιστές των μ-υποδοχέων των οπιοειδών (όπως βουπρενορφίνη) (βλέπε επίσης, παράγραφο 4.4).
Το PALEXIA retard μπορεί να προκαλέσει σπασμούς και να αυξήσει το δυναμικό πρόκλησης σπασμών των εκλεκτικών αναστολέων της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs), των αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νορεπινεφρίνης (SNRIs), των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, των αντιψυχωσικών και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών κρίσεων.
Έχουν υπάρξει αναφορές σεροτονινεργικού συνδρόμου σε χρονικό συσχετισμό με τη θεραπευτική χρήση ταπενταδόλης σε συνδυασμό με σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης- νορεπινεφρίνης (SNRIs) και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά.
Το σεροτονινεργικό σύνδρομο είναι πιθανόν όταν παρατηρείται κάποιο από τα ακόλουθα:
• Αυτόματος κλώνος
• Επαγόμενος ή οφθαλμικός κλώνος με διέγερση ή εφίδρωση
• Τρόμος και αύξηση των αντανακλαστικών
• Υπερτονία και θερμοκρασία σώματος >38oC και επαγόμενος οφθαλμικός κλώνος Η διακοπή των σεροτονινεργικών φαρμακευτικών προϊόντων συνήθως επιφέρει ταχεία βελτίωση. Η θεραπεία εξαρτάται από τη φύση και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.
Η κύρια οδός απομάκρυνσης της ταπενταδόλης είναι η σύζευξη με το γλυκουρονικό οξύ μέσω της διφωσφονικής ουριδινικής τρανσφεράσης (UGT), κυρίως των ισομορφών UGT1A6, UGT1A9 και UGT2B7. Επομένως, η ταυτόχρονη χορήγηση με ισχυρούς αναστολείς αυτών των ισοενζύμων (π.χ.
κετοκοναζόλη, φλουκοναζόλη, μεκλοφεναμικό οξύ) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη συστηματική έκθεση της ταπενταδόλης (βλέπε παράγραφο 5.2).
Όσον αφορά στους ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με ταπενταδόλη, πρέπει να δοθεί προσοχή αν ξεκινήσει ή σταματήσει ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκου με ισχυρή ενζυμική επαγωγική δράση (π.χ.
ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη, βότανο St. John (hypericum perforatum)), καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα ή κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών, αντίστοιχα.
Η θεραπεία με PALEXIA retard πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) ή που τους έλαβαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 14 ημερών, λόγω των πιθανών αθροιστικών επιδράσεων στις συγκεντρώσεις της νοραδρεναλίνης στις συνάψεις, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα, όπως υπερτασική κρίση.
Η ταυτόχρονη χορήγηση του PALEXIA retard με αντιχολινεργικά ή φάρμακα με αντιχολινεργική δράση (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιισταμινικά, αντιψυχωσικά, μυοχαλαρωτικά, αντιπαρκινσονικά φάρμακα) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες αντιχολινεργικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Υπάρχει πολύ περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση σε εγκύους.
Οι μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει τερατογόνο δράση. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην ανάπτυξη και εμβρυοτοξικότητα σε δόσεις που οδήγησαν σε υπερβολική αύξηση της φαρμακολογικής δράσης (επιδράσεις στο ΚΝΣ σχετιζόμενες με τους μ-υποδοχείς των οπιοειδών, οι οποίες συνδέονται με δοσολογία μεγαλύτερη του θεραπευτικού εύρους). Επιδράσεις στην ανάπτυξη μετά τη γέννηση παρατηρήθηκαν ήδη στο μητρικό NOAEL (επίπεδο στο οποίο δεν παρατηρούνται δυσμενείς επιδράσεις) (βλέπε παράγραφο 5.3).
Το PALEXIA retard πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, μόνο αν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Η μακρόχρονη χρήση οπιοειδών από τη μητέρα κατά τη διάρκεια της κύησης θέτει σε κίνδυνο και το έμβρυο. Το νεογνό μπορεί να εμφανίσει επακόλουθο νεογνικό σύνδρομο στέρησης (NOWS). Το νεογνικό σύνδρομο στέρησης οπιοειδών μπορεί να είναι απειλητικό για τη ζωή εάν δεν αναγνωριστεί και αντιμετωπιστεί. Πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμο ένα αντίδοτο για το νεογνό.
Τοκετός Η επίδραση της ταπενταδόλης στον τοκετό στους ανθρώπους είναι άγνωστη. Το PALEXIA retard δεν συνιστάται για χρήση σε γυναίκες κατά τη διάρκεια και αμέσως πριν από τον τοκετό. Λόγω της δράσης αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών της ταπενταδόλης, τα νεογνά των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει ταπενταδόλη πρέπει να παρακολουθούνται για αναπνευστική καταστολή.
Θηλασμός Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την απέκκριση της ταπενταδόλης στο ανθρώπινο γάλα. Από μια μελέτη σε νεογνά αρουραίων κατά τη διάρκεια γαλουχίας από μητέρες που έλαβαν ταπενταδόλη προέκυψε το συμπέρασμα ότι η ταπενταδόλη απεκκρίνεται στο γάλα (βλέπε παράγραφο 5.3).
Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Το PALEXIA retard δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ανθρώπους σχετικά με την επίδραση του PALEXIA retard στη γονιμότητα. Σε μία μελέτη γονιμότητας και πρώιμης εμβρυικής ανάπτυξης, δεν παρατηρήθηκαν
επιδράσεις στις αναπαραγωγικές παραμέτρους σε άρρενες ή θήλεις αρουραίους (βλέπε παράγραφο 5.3).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Το PALEXIA retard μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων επειδή μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος (βλέπε παράγραφο 4.8). Αυτό αναμένεται ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας, όταν γίνεται οποιαδήποτε αλλαγή της δόσης, καθώς και σε σχέση με τη χρήση οινοπνευματωδών ή ηρεμιστικών (βλέπε παράγραφο 4.4). Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται ως προς το αν τους επιτρέπεται να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που εμφανίστηκαν σε ασθενείς στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με το PALEXIA retard ήταν κυρίως ήπιας και μέτριας σοβαρότητας. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν από το γαστρεντερικό και το κεντρικό νευρικό σύστημα (ναυτία, ζάλη, δυσκοιλιότητα, πονοκέφαλος και υπνηλία).
Ο πίνακας που ακολουθεί αναφέρει τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που διαπιστώθηκαν στις κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν με PALEXIA retard και από τα δεδομένα μετά την κυκλοφορία του. Αναφέρονται ανά κατηγορία και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως <1/10), όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΦΑΡΜΑΚΟΥ
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Συχνότητα | ||||
|---|---|---|---|---|---|
| Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Μη γνωστές | |
| Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία στο φάρμακο* | ||||
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | Μειωμένη όρεξη | Μειωμένο σωματικό βάρος | |||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Άγχος, καταθλιπτική διάθεση, διαταραχή ύπνου, νευρικότητα, ανησυχία | Αποπροσανατολι- σμός, συγχυτική κατάσταση, διέγερση, διαταραχές της αντίληψης, μη φυσιολογικά όνειρα, ευφορική συναισθηματική διάθεση | Φαρμακευτική εξάρτηση, σκέψη μη φυσιολογική | Παραλήρημα** | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Ζάλη, υπνηλία, κεφαλαλγία | Διαταραχή στην προσοχή, τρόμος, μυϊκές συσπάσεις ακούσιες | Επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης, επηρεασμένη μνήμη, επηρεασμένη διανοητική κατάσταση, συγκοπή, καταστολή, διαταραχή της | Σπασμός, προσυγκοπή, συντονισμός μη φυσιολογικός |
ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΦΑΡΜΑΚΟΥ
| Κατηγορία/ Οργανικό σύστημα | Συχνότητα | ||||
|---|---|---|---|---|---|
| Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες | Μη γνωστές | |
| ισορροπίας, δυσαρθρία, υπαισθησία, παραισθησία | |||||
| Διαταραχές του οφθαλμού | Οπτική διαταραχή | ||||
| Καρδιακές διαταραχές | Καρδιακός ρυθμός αυξημένος, καρδιακός ρυθμός μειωμένος, αίσθημα παλμών | ||||
| Αγγειακές διαταραχές | Έξαψη | Αρτηριακή πίεση μειωμένη | |||
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | Δύσπνοια | Αναπνευστική καταστολή | |||
| Γαστρεντερικές διαταραχές | Ναυτία, δυσκοιλιότητα | Έμετος, διάρροια, δυσπεψία | Κοιλιακή δυσφορία | Επιβραδυνθείσα γαστρική κένωση | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνησμός, υπεριδρωσία, εξάνθημα | Κνίδωση | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Δυσκολία στην ούρηση, συχνουρία | ||||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικο ύ συστήματος και του μαστού | Σεξουαλική δυσλειτουργία | ||||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | Εξασθένιση, κόπωση, αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματος, ξηρότητα βλεννογόνου, οίδημα | Σύνδρομο από στέρηση φαρμάκου, αίσθηση μη φυσιολογική, ευερεθιστότητα | Αίσθηση μέθης, αίσθηση χαλάρωσης | ||
| * Μετά την κυκλοφορία έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά αγγειοοιδήματος, αναφυλαξίας και αναφυλακτικής καταπληξίας. ** Τα περιστατικά του παραληρήματος μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου όπως ο καρκίνος και η προχωρημένη ηλικία. |
Οι κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν με PALEXIA retard με έκθεση ασθενών έως και 1 έτος έχουν δείξει λίγα στοιχεία συμπτωμάτων στέρησης μετά από απότομη διακοπή και τα συμπτώματα αυτά ταξινομήθηκαν γενικά ως ήπια, όταν εμφανίστηκαν. Παρόλα αυτά, οι γιατροί πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση για συμπτώματα στέρησης (βλέπε παράγραφο 4.2) και να αντιμετωπίσουν κατάλληλα τους ασθενείς, εάν αυτά εμφανιστούν.
Είναι γνωστό ότι ο κίνδυνος ιδεασμού αυτοκτονίας και πραγματοποίησης αυτοκτονίας είναι υψηλότερος σε ασθενείς που υποφέρουν από χρόνιο πόνο. Επιπρόσθετα, οι ουσίες με έκδηλη επίδραση στο μονοαμινεργικό σύστημα έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικότητας σε ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη, ιδίως στην αρχή της θεραπείας. Όσον αφορά στην ταπενταδόλη, τα δεδομένα από τις κλινικές δοκιμές και τις αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος δεν παρουσιάζουν ενδείξεις για αυξημένο κίνδυνο.
Εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες Η επανειλημμένη χρήση του PALEXIA retard μπορεί να οδηγήσει σε εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες, ακόμα και σε θεραπευτικές δόσεις. Ο κίνδυνος εξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τους εξατομικευμένους παράγοντες κινδύνου, τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας με οπιοειδή του ασθενούς (βλέπε παράγραφο 4.4).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-155 62, Χολαργός, Αθήνα Τηλ.: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475, Λευκωσία Τηλ.: + 357 22608607 Φαξ: + 357 22608669 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά και εφήβους που έλαβαν θεραπεία με PALEXIA retard αναμένεται να είναι η ίδια με αυτή των ενηλίκων που έλαβαν θεραπεία με PALEXIA retard. Δεν έχουν εντοπιστεί νέα ζητήματα ασφάλειας από την ολοκληρωμένη παιδιατρική δοκιμή για καμία από τις ηλικιακές υποομάδες που ερευνήθηκαν. Υπάρχουν διαθέσιμα περιορισμένα δεδομένα κλινικών δοκιμών σχετικά με τα συμπτώματα στέρησης σε παιδιά που χρησιμοποιούν τη μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης της ταπενταδόλης.
4.9 Υπερδοσολογία
Συμπτώματα Η εμπειρία από υπερδοσολογία ταπενταδόλης σε ανθρώπους είναι περιορισμένη. Τα προκλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι σε περίπτωση δηλητηρίασης από ταπενταδόλη αναμένονται συμπτώματα παρόμοια με αυτά άλλων κεντρικώς δρώντων αναλγητικών με δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών. Κατά κύριο λόγο, τα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνουν, ανάλογα με τις κλινικές συνθήκες, ιδιαίτερα μύση, έμετο, καρδιαγγειακή κατάρρευση, διαταραχές της συνειδήσεως έως και κώμα, σπασμούς και αναπνευστική καταστολή έως αναπνευστική ανακοπή που μπορεί να αποβεί μοιραία.
Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας πρέπει να επικεντρώνεται στη θεραπεία των συμπτωμάτων της δράσης αγωνιστού στον μ-υποδοχέα οπιοειδών. Πρέπει να δίνεται, αρχικά, προσοχή στην εξασφάλιση βατού αεραγωγού και στην εγκατάσταση υποβοηθούμενου ή ελεγχόμενου αερισμού, όταν πιθανολογείται υπερδοσολογία ταπενταδόλης.
Οι γνήσιοι ανταγωνιστές υποδοχέων οπιοειδών, όπως είναι η ναλοξόνη, συνιστούν ειδικά αντίδοτα της αναπνευστικής καταστολής που είναι αποτέλεσμα της υπερδοσολογίας οπιοειδών. Η αναπνευστική καταστολή μετά από την υπερδοσολογία μπορεί να ξεπεράσει τη διάρκεια δράσης του ανταγωνιστή υποδοχέων οπιοειδών. Η χορήγηση ανταγωνιστή υποδοχέων οπιοειδών δεν υποκαθιστά τη συνεχή παρακολούθηση του αεραγωγού, την αναπνοή και την κυκλοφορία μετά από υπερδοσολογία οπιοειδών. Αν η ανταπόκριση στους ανταγωνιστές υποδοχέων οπιοειδών είναι υποβέλτιστη ή πολύ σύντομη ως προς τη φύση της, πρέπει να χορηγηθεί πρόσθετη δόση ανταγωνιστή (π.χ. ναλοξόνη) σύμφωνα με τις οδηγίες του παρασκευαστή του προϊόντος.
Μπορεί να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο γαστρεντερικής κάθαρσης προκειμένου να απομακρυνθεί η μη απορροφημένη δραστική ουσία. Το ενδεχόμενο γαστρεντερικής κάθαρσης με ενεργό άνθρακα ή πλύσης στομάχου μπορεί να ληφθεί υπόψη σε διάστημα 2 ωρών μετά από την πρόσληψη. Πριν γίνει απόπειρα για γαστρεντερική κάθαρση, πρέπει να διασφαλιστεί η βατότητα του αεραγωγού.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναλγητικά, οπιοειδή, λοιπά οπιοειδή Κωδικός ATC: N02AX06 Η ταπενταδόλη είναι ένα ισχυρό αναλγητικό με ιδιότητες αγωνιστού του μ-υποδοχέα των οπιοειδών και επιπρόσθετα αναστολής της επαναπρόσληψης της νοραδρεναλίνης. Η ταπενταδόλη ασκεί την αναλγητική της δράση απευθείας, χωρίς φαρμακολογικά δραστικό μεταβολίτη.
Η ταπενταδόλη επέδειξε αποτελεσματικότητα σε προκλινικά μοντέλα αλγαισθητικού, νευροπαθητικού, σπλαγχνικού και φλεγμονώδους πόνου. Η αποτελεσματικότητα έχει επαληθευτεί σε κλινικές δοκιμές με δισκία ταπενταδόλης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συνθήκες μη κακοήθους αλγαισθητικού και νευροπαθητικού χρόνιου πόνου, καθώς και χρόνιου πόνου σχετιζόμενου με όγκους.
Οι μελέτες στον πόνο που οφείλεται σε οστεοαρθρίτιδα και σε χρόνια οσφυαλγία έδειξαν παρόμοια αναλγητική αποτελεσματικότητα ανάμεσα στην ταπενταδόλη και ένα ισχυρό οπιοειδές που χρησιμοποιήθηκε ως ουσία σύγκρισης. Στη μελέτη για την επώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια, η ταπενταδόλη διαφοροποιήθηκε από το εικονικό φάρμακο που χρησιμοποιήθηκε ως ουσία σύγκρισης.
Επιδράσεις στο καρδιαγγειακό σύστημα: Σε μια εκτενή μελέτη του διαστήματος QT σε ανθρώπους, δεν καταδείχθηκε καμία επίδραση των πολλαπλών θεραπευτικών και υπερθεραπευτικών δόσεων της ταπενταδόλης στο διάστημα QT. Αντίστοιχα, η ταπενταδόλη δεν είχε παρόμοια επίδραση στις λοιπές παραμέτρους του ΗΚΓ (καρδιακή συχνότητα, διάστημα PR, διάρκεια QRS, κύμα Τ ή μορφολογία κύματος U).
Η επέκταση της ένδειξης σε παιδιά ηλικίας > 6 ετών βασίζεται σε μια προσέγγιση παρέκτασης αντιστοίχισης έκθεσης που υποστηρίζεται από μοντέλα προσομοίωσης popPK. Με τις συνιστώμενες δόσεις στα παιδιά επιτυγχάνεται παρόμοια έκθεση στην ταπενταδόλη όπως στους ενήλικες.
Έχει πραγματοποιηθεί μια τυχαιοποιημένη, ενεργά ελεγχόμενη, ανοιχτής επισήμανσης μη- κατωτερότητας μελέτη (KF5503/66) σε 69 παιδιά ηλικίας 6 έως κάτω των 18 ετών που υποφέρουν από σοβαρό πόνο που αναμενόταν να απαιτήσει θεραπεία με οπιοειδή για τουλάχιστον 14 ημέρες. 45 από αυτά τα παιδιά τυχαιοποιήθηκαν στη μορφή παρατεταμένης αποδέσμευσης (PR) της ταπενταδόλης. Τα παιδιά έλαβαν θεραπεία με δόσεις προσαρμοσμένες στο βάρος μεταξύ των 25 mg
και 250 mg ταπενταδόλης PR δύο φορές ημερησίως ή ισοδύναμες δόσεις του φαρμάκου σύγκρισης κατά τη διάρκεια μιας περιόδου θεραπείας 14 ημερών. Το προφίλ ασφάλειας της ταπενταδόλης PR σε αυτά τα παιδιά ήταν συγκρίσιμο με το φάρμακο σύγκρισης και παρόμοιο με το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ενήλικες που έλαβαν θεραπεία με ταπενταδόλη PR. Το προφίλ ασφάλειας της ταπενταδόλης PR διατηρήθηκε σε 9 παιδιά κατά την περίοδο παράτασης μιας μελέτης ανοιχτής επισήμανσης έως και ένα έτος.
Δεδομένα μετά την κυκλοφορία Πραγματοποιήθηκαν δύο μελέτες μετά την κυκλοφορία για να εξεταστεί η πρακτική χρήση της ταπενταδόλης.
Η αποτελεσματικότητα των δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης ταπενταδόλης έχει αξιολογηθεί σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη παράλληλων ομάδων με ασθενείς που έπασχαν από οσφυαλγία με νευροπαθητικά στοιχεία (KF5503/58). Οι μειώσεις στη μέση ένταση του πόνου ήταν παρόμοιες στην ομάδα θεραπείας με ταπενταδόλη και στην ομάδα της ουσίας σύγκρισης, η οποία λάμβανε έναν συνδυασμό δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης ταπενταδόλης και δισκίων πρεγκαμπαλίνης άμεσης αποδέσμευσης.
Σε μία ανοιχτής επισήμανσης, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη δοκιμή με ασθενείς που πάσχουν από σοβαρή χρόνια οσφυαλγία με νευροπαθητικά στοιχεία (KF5503/60), τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης ταπενταδόλης συσχετίστηκαν με σημαντικές μειώσεις στη μέση ένταση του πόνου.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από τη χορήγηση μίας δόσης (σε νηστεία) του PALEXIA retard είναι περίπου 32% λόγω του εκτενούς μεταβολισμού πρώτης διόδου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ταπενταδόλης στον ορό παρατηρούνται μεταξύ 3 και 6 ωρών μετά από τη χορήγηση δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης.
Έχουν παρατηρηθεί δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις στην AUC μετά από τη χορήγηση δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης στο θεραπευτικό εύρος της δόσης.
Μια μελέτη πολλαπλής δόσης με χορήγηση δύο φορές την ημέρα όπου χρησιμοποιούνταν 86 mg και 172 mg ταπενταδόλης χορηγούμενα ως δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης έδειξε αναλογία συγκέντρωσης της τάξης του 1,5 περίπου για τη μητρική δραστική ουσία, τιμή που καθορίζεται κυρίως από το δοσολογικό διάστημα και τη φαινόμενη ημιπερίοδο ζωής της ταπενταδόλης. Οι συγκεντρώσεις της ταπενταδόλης στον ορό σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται τη δεύτερη ημέρα του θεραπευτικού σχήματος.
Επίδραση της τροφής Η AUC και η C αυξήθηκαν κατά 8% και 18%, αντίστοιχα, όταν τα δισκία παρατεταμένης max αποδέσμευσης χορηγήθηκαν μετά από πρωινό γεύμα πλούσιο σε λιπαρά και θερμίδες. Αυτό θεωρήθηκε ότι δεν είναι κλινικά σχετικό, καθώς βρίσκεται εντός του πλαισίου της φυσιολογικής μεταβλητότητας των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ταπενταδόλης μεταξύ διαφορετικών ατόμων.
Το PALEXIA retard μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς φαγητό.
Κατανομή Η ταπενταδόλη κατανέμεται ευρέως στο σώμα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής (Vz) για την ταπενταδόλη είναι 540 +/- 98 l. Η δέσμευση με πρωτεΐνες ορού είναι χαμηλή και φτάνει περίπου το 20%.
Βιομετασχηματισμός Στους ανθρώπους, ο μεταβολισμός της ταπενταδόλης είναι εκτενής. Μεταβολίζεται περίπου το 97% της μητρικής ουσίας. Η κύρια οδός μεταβολισμού της ταπενταδόλης είναι η σύζευξη με το γλυκουρονικό οξύ για την παραγωγή γλυκουρονιδίων. Μετά την από του στόματος χορήγηση, περίπου το 70% της δόσης εκκρίνεται στα ούρα ως συζευγμένη μορφή (55% γλυκουρονίδιο και 15% θειική ταπενταδόλη). Η UDP γλυκουρονυλ-τρανσφεράση (UGT) είναι το κύριο ένζυμο που συμμετέχει στη γλυκουρονιδίωση (κυρίως οι ισομορφές UGT1A6, UGT1A9 και UGT2B7). Συνολικά, το 3% της δραστικής ουσίας απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη δραστική ουσία. Η ταπενταδόλη
μεταβολίζεται επιπλέον σε Ν-διμεθυλ-ταπενταδόλη (13%) από τα CYP2C9 και CYP2C19 και σε υδροξυ-ταπενταδόλη (2%) από το CYP2D6, οι οποίες εν συνεχεία μεταβολίζονται περαιτέρω μέσω σύζευξης. Επομένως, ο μεταβολισμός της δραστικής ουσίας που γίνεται μέσω του κυτοχρώματος P450 είναι λιγότερο σημαντικός από τη γλυκουρονιδίωση.
Κανένας από τους μεταβολίτες δεν συμβάλλει στην αναλγητική δράση.
Αποβολή Η ταπενταδόλη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά (99%) μέσω των νεφρών.
Η ολική κάθαρση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 1.530 +/- 177 ml/min. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι κατά μέσο όρο 5-6 ώρες μετά από την από στόματος χορήγηση.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι ασθενείς Η μέση έκθεση (AUC) στην ταπενταδόλη ήταν παρόμοια σε μια μελέτη με ηλικιωμένους (65-78 ετών)
σε σύγκριση με τους νεαρούς ενήλικες (19-43 ετών) με 16% χαμηλότερη μέση C να παρατηρείται max στην ομάδα των ηλικιωμένων ατόμων σε σύγκριση με τους νεαρούς ενήλικες.
Η AUC και η C της ταπενταδόλης ήταν συγκρίσιμες σε άτομα με ποικίλο βαθμό νεφρικής max λειτουργίας (από φυσιολογική σε σοβαρή διαταραχή). Αντίθετα, παρατηρήθηκε αυξανόμενη έκθεση (AUC) στο ταπενταδόλ-Ο-γλυκουρονίδιο με αυξανόμενο βαθμό νεφρικής διαταραχής. Στα άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η AUC για το ταπενταδόλ-Ο-γλυκουρονίδιο είναι 1,5, 2,5 και 5,5 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με τη φυσιολογική νεφρική λειτουργία, αντίστοιχα.
Η χορήγηση ταπενταδόλης οδήγησε σε υψηλότερη έκθεση και επίπεδα ορού της ταπενταδόλης σε άτομα με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία σε σύγκριση με τους ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η αναλογία των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ταπενταδόλης για τις ομάδες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με την ομάδα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία ήταν 1,7 και 4,2, αντίστοιχα, για την AUC, 1,4 και 2,5, αντίστοιχα, για τη C και 1,2 και 1,4, max αντίστοιχα, για τον t . Ο ρυθμός σχηματισμού ταπενταδόλ-Ο-γλυκουρονιδίου ήταν μικρότερος στα άτομα με αυξημένη ηπατική δυσλειτουργία.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις Η ταπενταδόλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω γλυκουρονιδίωσης και μόνο μια μικρή ποσότητα μεταβολίζεται από τις οξειδωτικές οδούς.
Από τη στιγμή που η γλυκουρονιδίωση είναι ένα σύστημα υψηλής απόδοσης/χαμηλής συγγένειας, που δεν υφίσταται εύκολα κορεσμό ακόμα και σε συνθήκες νόσου και καθώς οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις των δραστικών ουσιών βρίσκονται γενικά κάτω από τις απαιτούμενες συγκεντρώσεις για την πιθανή αναστολή της γλυκουρονιδίωσης, δεν είναι πιθανό να εμφανιστούν οι όποιες κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις προκαλούνται από τη γλυκουρονιδίωση. Σε ένα σύνολο μελετών φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης όπου χρησιμοποιήθηκε παρακεταμόλη, ναπροξένη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ και προβενεσίδη διερευνήθηκε η πιθανή επίδραση αυτών των δραστικών ουσιών στη γλυκουρονιδίωση της ταπενταδόλης. Οι μελέτες με ναπροξένη (500 mg δις ημερησίως για 2 ημέρες) και προβενεσίδη (500 mg δύο φορές την ημέρα για 2 ημέρες) ως διερευνητικές δραστικές ουσίες έδειξαν αυξήσεις στην AUC της ταπενταδόλης κατά 17% και 57%, αντίστοιχα. Συνολικά, στις μελέτες αυτές δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις της ταπενταδόλης στον ορό.
Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν μελέτες αλληλεπίδρασης της ταπενταδόλης με μετοκλοπραμίδη και ομεπραζόλη για να διευρευνηθεί η πιθανή επίδραση αυτών των δραστικών ουσιών στην απορρόφηση της ταπενταδόλης. Οι μελέτες αυτές δεν έδειξαν, επίσης, κλινικά σχετικές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις της ταπενταδόλης στον ορό.
In vitro μελέτες δεν έδειξαν ότι η ταπενταδόλη έχει τη δυνατότητα είτε να αναστείλει είτε να επάγει τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Επομένως, δεν είναι πιθανό να εμφανιστούν κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις που καταλύονται από το σύστημα του κυτοχρώματος P450.
Η δέσμευση της ταπενταδόλης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι χαμηλή (περίπου 20%).
Επομένως, είναι χαμηλή η πιθανότητα φαρμακοκινητικών φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων με εκτόπιση από το σημείο δέσμευσης της πρωτεΐνης.
Απορρόφηση Χρησιμοποιώντας δοσολογία προσαρμοσμένη στο βάρος, οι μέσες συγκεντρώσεις ταπενταδόλης στον ορό που παρατηρήθηκαν στον παιδιατρικό πληθυσμό ήταν στο εύρος των συγκεντρώσεων που παρατηρήθηκαν σε ενήλικα άτομα.
Επίδραση της τροφής Δεν έχει πραγματοποιηθεί σε παιδιά και εφήβους κάποια ειδική δοκιμή σχετικά με την επίδραση της τροφής. Σε δοκιμή φάσης ΙΙ/ΙΙΙ που πραγματοποιήθηκε σε παιδιά και εφήβους, το PALEXIA retard δόθηκε ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής. Με βάση τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια δοκιμής σε παιδιά και εφήβους, η επίδραση της τροφής δεν φαίνεται να έχει κλινική συσχέτιση. Το PALEXIA retard μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς φαγητό.
Κατανομή Με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, ο μέσος (± SD) φαινομενικός όγκος κατανομής (V/F) της ταπενταδόλης μετά την από του στόματος χορήγηση δισκίων PR ταπενταδόλης στους παιδιατρικούς ήταν 528 L (± 227 L) για παιδιά ηλικίας 6 ετών έως κάτω των 12 ετών και 795 L (± 220 L) για παιδιά ηλικίας 12 ετών έως κάτω των 18 ετών.
Βιομετασχηματισμός Στους ανθρώπους ηλικίας 5 μηνών ή άνω ο μεταβολισμός της ταπενταδόλης είναι εκτενής.
Αποβολή Με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού, η μέση (± SD) φαινομενική από του στόματος κάθαρση (CL/F) της ταπενταδόλης μετά την από του στόματος χορήγηση δισκίων PR ταπενταδόλης στους παιδιατρικούς ήταν 135 L/h (± 51 L/h) για παιδιά ηλικίας 6 ετών έως κάτω των 12 ετών και 180 L/h (± 45 L/h) για παιδιά ηλικίας 12 ετών έως κάτω των 18 ετών.
Ειδικοί πληθυσμοί Νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία Το PALEXIA retard δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και εφήβους με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία.
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές δοκιμές αλληλεπίδρασης φαρμάκου-φαρμάκου σε παιδιά και εφήβους.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Η ταπενταδόλη δεν ήταν γονοτοξική σε βακτήρια στην εξέταση Ames. Παρατηρήθηκαν αμφιλεγόμενα ευρήματα σε μια in vitro εξέταση χρωμοσωμικής αλλοίωσης, αλλά όταν η εξέταση επαναλήφθηκε τα αποτελέσματα ήταν εμφανώς αρνητικά. Η ταπενταδόλη δεν ήταν γονοτοξική in vivo, χρησιμοποιώντας τα δυο τελικά σημεία της χρωμοσωμικής αλλοίωσης και της μη προγραμματισμένης σύνθεσης DNA, κατά την εξέταση έως τη μέγιστη ανεκτή δόση. Οι μακροχρόνιες μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν πιθανό κίνδυνο καρκινογένεσης σε σχέση με τους ανθρώπους.
Η ταπενταδόλη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους, αλλά υπήρξε μειωμένη επιβίωση εντός της μήτρας στην υψηλή δόση. Δεν είναι γνωστό αν αυτό ήταν αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης του άνδρα ή της γυναίκας. Η ταπενταδόλη δεν έδειξε τερατογόνες επιδράσεις σε αρουραίους και κουνέλια μετά από ενδοφλέβια και υποδόρια έκθεση. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε επιβραδυμένη ανάπτυξη και εμβρυοτοξικότητα μετά από τη χορήγηση δόσεων που οδηγούν σε μεγεθυμένη φαρμακολογική δράση (επιδράσεις στο ΚΝΣ σχετιζόμενες με τους μ- υποδοχείς των οπιοειδών, οι οποίες συνδέονται με δοσολογία μεγαλύτερη του θεραπευτικού εύρους).
Μετά από την ενδοφλέβια δοσολόγηση, παρατηρήθηκε μειωμένη επιβίωση εντός της μήτρας στους αρουραίους. Στους αρουραίους, η ταπενταδόλη προκάλεσε αυξημένη θνησιμότητα στα F νεογνά που
εκτέθηκαν απευθείας μέσω του γάλακτος ανάμεσα στις ημέρες 1 και 4 μετά από τον τοκετό σε δόσεις που δεν προκάλεσαν τοξικότητα στη μητέρα. Δεν υπήρξε επίδραση στις νευροσυμπεριφορικές παραμέτρους.
Η απέκκριση στο μητρικό γάλα διερευνήθηκε σε νεογνά αρουραίων κατά τη διάρκεια γαλουχίας από μητέρες που είχαν λάβει ταπενταδόλη. Τα νεογνά είχαν εκτεθεί με δοσοεξαρτώμενο τρόπο στην ταπενταδόλη και το Ο-γλυκουρονίδιο της ταπενταδόλης. Το συμπέρασμα ήταν ότι η ταπενταδόλη απεκκρίνεται στο γάλα.
Νεαροί αρουραίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία από την 6η ημέρα μετά τον τοκετό έως την ημέρα 90, που κάλυψε την περίοδο ανάπτυξης που αντιστοιχεί στη βρεφική ηλικία, στην παιδική ηλικία και στην εφηβεία σε ανθρώπους. Κατά τη διάρκεια των πρώτων 3 ημερών της θεραπείας, παρατηρήθηκε μια αριθμητικά υψηλότερη επίπτωση θνησιμότητας σε δόσεις ≥ 25 mg/kg/ημέρα με έκθεση της ταπενταδόλης στο πλάσμα στο χαμηλότερο παρατηρούμενο επίπεδο ανεπιθύμητης ενέργειας (LOAEL)
συγκρίσιμο με την προβλεπόμενη κλινική έκθεση στο πλάσμα σε παιδιά. Η ταπενταδόλη ήταν καλά ανεκτή σε νεογνά ηλικίας άνω των 10 ημερών. Δεν υπήρξαν κλινικά σημεία σχετιζόμενα με τη θεραπεία, με τις επιδράσεις στο σωματικό βάρος, με την κατανάλωση τροφής, τον προαπογαλακτισμό ή την αναπαραγωγική ανάπτυξη, την ανάπτυξη των μακρών οστών, την κινητική δραστηριότητα, την συμπεριφορά ή τη μάθηση και τη μνήμη. Τα βάρη των οργάνων και η μακροσκοπική ή μικροσκοπική αξιολόγηση δεν έδειξαν αλλαγές σχετιζόμενες με τη θεραπεία. Η ταπενταδόλη δεν επηρέασε τις παραμέτρους της σεξουαλικής ανάπτυξης, του ζευγαρώματος ή της κύησης στα πειραματόζωα που έλαβαν θεραπεία.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
[25 mg]:
Πυρήνας δισκίου:
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο Στεατικό μαγνήσιο Κίτρινο οξείδιο σιδήρου (Ε 172)
Ερυθρό οξείδιο σιδήρου (Ε 172)
[50 mg]:
Πυρήνας δισκίου:
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο Στεατικό μαγνήσιο
[100 mg]:
Πυρήνας δισκίου:
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο Στεατικό μαγνήσιο Κίτρινο οξείδιο σιδήρου (E 172)
[150 mg]:
Πυρήνας δισκίου:
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο Στεατικό μαγνήσιο Κίτρινο οξείδιο σιδήρου (E 172)
Ερυθρό οξείδιο σιδήρου (E 172)
[200 mg]:
Πυρήνας δισκίου:
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο Στεατικό μαγνήσιο Κίτρινο οξείδιο σιδήρου (E 172)
Ερυθρό οξείδιο σιδήρου (E 172)
[250 mg]:
Πυρήνας δισκίου:
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Κολλοειδές άνυδρο πυρίτιο Στεατικό μαγνήσιο
Κίτρινο οξείδιο σιδήρου (E 172)
Ερυθρό οξείδιο σιδήρου (E 172)
Μέλαν οξείδιο σιδήρου (E 172)
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
[25 mg]:
2 χρόνια [50 mg, 100 mg, 150 mg, 200 mg, 250 mg]:
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
[25 mg]:
Κυψέλες (blisters) από PVC/PVDC-αλουμίνιο Συσκευασίες των 7, 10, 14, 20, 24, 28, 30, 40, 50, 54, 56, 60, 90, 100 δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης Διάτρητες κυψέλες (blisters) μοναδιαίων δόσεων από PVC/PVDC αλουμίνιο Συσκευασίες με 10x1, 14x1, 20x1, 28x1, 30x1, 50x1, 56x1, 60x1, 90x1, 100x1 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης [50 mg, 100 mg, 150 mg, 200 mg, 250 mg]:
Κυψέλες (blisters) από PVC/PVDC-αλουμίνιο/χαρτί/PET Συσκευασίες των 7, 10, 14, 20, 24, 28, 30, 40, 50, 54, 56, 60, 90, 100 δισκίων παρατεταμένης αποδέσμευσης Διάτρητες κυψέλες (blisters) μοναδιαίων δόσεων από PVC/PVDC αλουμίνιο/χαρτί/PET Συσκευασίες με 10x1, 14x1, 20x1, 28x1, 30x1, 50x1, 56x1, 60x1, 90x1, 100x1 δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Grünenthal GmbH Zieglerstraße 6 52078, Aachen Γερμανία
8. ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Ελλάδα:
Palexia retard 25 mg: 30728/6-4-2016 Palexia retard 50 mg: 30723/6-4-2016 Palexia retard 100 mg: 30724/6-4-2016 Palexia retard 150 mg: 30725/6-4-2016 Palexia retard 200 mg: 30726/6-4-2016 Palexia retard 250 mg: 30727/6-4-2016 Κύπρος:
Palexia retard 25 mg: 22295
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ελλάδα:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
Palexia retard 50 mg/100 mg/150 mg/200 mg/250 mg: 15 Μαρτίου 2011 Palexia retard 25 mg: 25 Απριλίου 2013 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 6 Απριλίου 2016 Κύπρος:
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης:
Palexia retard 50 mg: 15 Μαρτίου 2012 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:
Palexia retard 50 mg: 10 Μαΐου 2016
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Ελλάδα:
Κύπρος: