Clinio Logo
Clinio
PALEXIA › ΠΧΠ

PALEXIA — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

farmako Καλύπτει 4 συσκευασίες 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

PALEXIA 50 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία PALEXIA 75 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία PALEXIA 100 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 58,24 mg ταπενταδόλης υδροχλωρικής ισοδύναμης με 50 mg ταπενταδόλης.

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 87,36 mg ταπενταδόλης υδροχλωρικής ισοδύναμης με 75 mg ταπενταδόλης.

Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 116,48 mg ταπενταδόλης υδροχλωρικής ισοδύναμης με 100 mg ταπενταδόλης.

Έκδοχο(α) με γνωστή δράση:

Το PALEXIA 50 mg περιέχει 24,7 mg λακτόζης.

Το PALEXIA 75 mg περιέχει 37,1 mg λακτόζης.

Το PALEXIA 100 mg περιέχει 49,5 mg λακτόζης.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο (δισκίο)

[50 mg]: Στρογγυλά επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία λευκού χρώματος και διαμέτρου 7 mm, με το λογότυπο Grünenthal στη μία πλευρά και το «Η6» στην άλλη πλευρά.

[75 mg]: Στρογγυλά επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ανοιχτού κίτρινου χρώματος και διαμέτρου 8 mm, με το λογότυπο Grünenthal στη μία πλευρά και το «Η7» στην άλλη πλευρά.

[100 mg]: Στρογγυλά επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ανοιχτού ροζ χρώματος και διαμέτρου 9 mm, με το λογότυπο Grünenthal στη μία πλευρά και το «Η8» στην άλλη πλευρά.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

Το PALEXIA ενδείκνυται για την ανακούφιση του μέτριου έως σοβαρού οξέος πόνου σε ενήλικες, που μπορεί να αντιμετωπιστεί ικανοποιητικά μόνο με οπιοειδή αναλγητικά.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

Το δοσολογικό σχήμα πρέπει να εξατομικεύεται ανάλογα με τη σοβαρότητα του πόνου προς θεραπεία, την προηγούμενη θεραπευτική εμπειρία και τη δυνατότητα παρακολούθησης του ασθενούς.

Οι ασθενείς πρέπει να ξεκινήσουν θεραπεία με εφάπαξ δόσεις 50 mg ταπενταδόλης ως επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο που χορηγούνται κάθε 4 έως 6 ώρες. Μπορεί να χρειαστούν υψηλότερες δόσεις έναρξης ανάλογα με την ένταση του πόνου και το προηγούμενο ιστορικό απαιτήσεων αναλγησίας του ασθενούς.

Κατά την πρώτη μέρα της χορήγησης, μπορεί να ληφθεί επιπλέον δόση σε διάστημα μίας ώρας μετά από την αρχική δόση, αν δεν επιτευχθεί έλεγχος του πόνου. Η δόση πρέπει να τιτλοποιείται στη

συνέχεια σε ατομική βάση σε επίπεδο που να παρέχει επαρκή αναλγησία και ελαχιστοποιεί τις ανεπιθύμητες επιδράσεις κάτω από τη στενή επίβλεψη του γιατρού που χορηγεί το φάρμακο.

Δεν έχουν μελετηθεί και επομένως δεν συνιστώνται συνολικές ημερήσιες δόσεις μεγαλύτερες από 700 mg ταπενταδόλης κατά την πρώτη ημέρα της θεραπείας και ημερήσιες δόσεις συντήρησης μεγαλύτερες από 600 mg ταπενταδόλης.

Διάρκεια της θεραπείας Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία προορίζονται για καταστάσεις οξέος πόνου. Εάν αναμένεται ή εάν υπάρξει ανάγκη για θεραπεία μεγαλύτερης διάρκειας και έχει επιτευχθεί αποτελεσματική ανακούφιση του πόνου χωρίς την παρουσία μη ανεκτών ανεπιθύμητων ενεργειών με το PALEXIA, η πιθανότητα αλλαγής του ασθενούς σε θεραπεία με δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης PALEXIA retard πρέπει να ληφθεί υπόψη. Όπως συμβαίνει με όλες τις άλλες συμπτωματικές θεραπείες, η συνεχιζόμενη χρήση της ταπενταδόλης πρέπει να αξιολογείται σε συνεχή βάση.

Διακοπή της θεραπείας Μετά από την απότομη διακοπή της θεραπείας με ταπενταδόλη θα μπορούσαν να εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης (βλέπε παράγραφο 4.8). Όταν ο ασθενής δεν χρειάζεται πλέον θεραπεία με ταπενταδόλη, συνιστάται η σταδιακή μείωση της δόσης ώστε να προληφθούν τα συμπτώματα της στέρησης.

Σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2).

Το PALEXIA δεν έχει μελετηθεί σε ελεγχόμενες μελέτες αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτό τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).

Σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας (βλέπε παράγραφο 5.2).

Το PALEXIA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.

Η θεραπεία σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να ξεκινήσει με τη χαμηλότερη διαθέσιμη περιεκτικότητα, δηλ. με 50 mg ταπενταδόλης ως επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, και δεν πρέπει να χορηγείται συχνότερα από μία φορά κάθε 8 ώρες. Κατά την έναρξη της θεραπείας, δεν συνιστάται ημερήσια δόση μεγαλύτερη από τα 150 mg ταπενταδόλης ως επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο. Η περαιτέρω θεραπεία πρέπει να αντανακλά τη διατήρηση της αναλγησίας με αποδεκτή ανεκτικότητα, η οποία θα επιτευχθεί μέσω είτε συντόμευσης είτε επιμήκυνσης του δοσολογικού διαστήματος (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).

Το PALEXIA δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτό τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).

Ηλικιωμένοι ασθενείς (άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω)

Σε γενικές γραμμές, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς. Παρόλα αυτά, καθώς οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανότερο να έχουν μειωμένη νεφρική και ηπατική λειτουργία, πρέπει να δίνεται προσοχή κατά την επιλογή της δόσης σύμφωνα με τις συστάσεις (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του PALEXIA σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Επομένως, το PALEXIA δεν συνιστάται για χρήση σε αυτό τον πληθυσμό.

Τρόπος χορήγησης Το PALEXIA προορίζεται για από του στόματος χρήση.

Το δισκίο πρέπει να λαμβάνεται με επαρκή ποσότητα υγρού. Το PALEXIA μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς φαγητό.

4.3 Αντενδείξεις

Το PALEXIA αντενδείκνυται

• σε ασθενείς με υπερευαισθησία στη ταπενταδόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1

• σε καταστάσεις όπου αντενδείκνυνται δραστικές ουσίες με δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών, δηλ. σε ασθενείς με σημαντική αναπνευστική καταστολή (σε συνθήκες μη παρακολούθησης ή απουσία εξοπλισμού καρδιοπνευμονικής ανάνηψης), και σε ασθενείς με οξύ ή σοβαρό βρογχικό άσθμα ή υπερκαπνία

• σε οποιονδήποτε ασθενή πάσχει ή υπάρχει υποψία ότι πάσχει από παραλυτικό ειλεό

• σε ασθενείς με οξεία δηλητηρίαση από οινοπνευματώδη, υπνωτικά, κεντρικώς δρώντα αναλγητικά ή ψυχοτρόπες δραστικές ουσίες (βλέπε παράγραφο 4.5).

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Ανοχή και Διαταραχή από τη Χρήση Οπιοειδών (κατάχρηση και εξάρτηση)

Κατά την επαναλαμβανόμενη χορήγηση οπιοειδών ενδέχεται να αναπτυχθεί ανοχή, σωματική και ψυχολογική εξάρτηση και διαταραχή από τη χρήση οπιοειδών (opioid use disorder-OUD). Η κατάχρηση ή εκούσια κακή χρήση οπιοειδών ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερδοσολογία και/ή θάνατο.

Ο κίνδυνος εκδήλωσης OUD είναι αυξημένος σε ασθενείς με ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό (γονείς ή αδέρφια) διαταραχών από τη χρήση ουσιών (συμπεριλαμβανομένης της διαταραχής από τη χρήση οινοπνευματωδών), σε νυν χρήστες προϊόντων καπνού ή σε ασθενείς με ατομικό ιστορικό άλλων διαταραχών ψυχικής υγείας (π.χ. μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, άγχος και διαταραχές της προσωπικότητας).

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία συμπεριφοράς σχετικά με την αναζήτηση ουσιών (π.χ. υπερβολικά πρόωρα αιτήματα συνταγογράφησης). Αυτό περιλαμβάνει τον έλεγχο της ταυτόχρονης χρήσης οπιοειδών και ψυχοδραστικών φαρμάκων (όπως οι βενζοδιαζεπίνες). Για ασθενείς με σημεία και συμπτώματα OUD, θα πρέπει να εξετάζεται η συμβουλή με έναν ειδικό σε θέματα εξαρτήσεων.

Κίνδυνος από την ταυτόχρονη χρήση κατασταλτικών φαρμακευτικών προϊόντων όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφείς ουσίες Η ταυτόχρονη χρήση του PALEXIA με κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή συναφείς ουσίες μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή, αναπνευστική καταστολή, κώμα και θάνατο. Λόγω αυτών των κινδύνων, η ταυτόχρονη συνταγογράφηση με αυτά τα κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα πρέπει να γίνεται μόνο σε ασθενείς για τους οποίους δεν είναι δυνατές εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές. Εάν ληφθεί η απόφαση για συνταγογράφηση του PALEXIA ταυτόχρονα με κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ενός ή και των δύο παραγόντων και η διάρκεια της ταυτόχρονης θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν βραχύτερη.

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα αναπνευστικής καταστολής και καταστολής. Από την άποψη αυτή, συνιστάται ανεπιφύλακτα η ενημέρωση των ασθενών και των φροντιστών τους για αυτά τα συμπτώματα (βλέπε παράγραφο 4.5).

Αναπνευστική καταστολή Σε υψηλές δόσεις ή σε ασθενείς ευαίσθητους σε αγωνιστή των μ-υποδοχέων των οπιοειδών, το PALEXIA μπορεί να οδηγήσει σε δοσοεξαρτώμενη αναπνευστική καταστολή. Επομένως, το PALEXIA πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με διαταραγμένη αναπνευστική λειτουργία.

Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο λήψης εναλλακτικών αναλγητικών χωρίς δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών και το PALEXIA πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο κάτω από προσεκτική ιατρική επίβλεψη στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση σε αυτού του είδους τους ασθενείς. Αν εμφανιστεί αναπνευστική καταστολή, πρέπει να αντιμετωπιστεί ως οποιαδήποτε

αναπνευστική καταστολή επαγόμενη από αγωνιστή των μ-υποδοχέων των οπιοειδών (βλέπε παράγραφο 4.9).

Τραυματισμός στην κεφαλή και αυξημένη ενδοκράνια πίεση Το PALEXIA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς που μπορεί να είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς σε ενδοκράνιες επιδράσεις της κατακράτησης διοξειδίου του άνθρακα όπως είναι αυτοί για τους οποίους υπάρχουν ενδείξεις αυξημένης ενδοκράνιας πίεσης, μειωμένης συνείδησης ή κώματος. Τα αναλγητικά με δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών μπορεί να περιπλέξουν την κλινική πορεία ασθενών με τραύμα στην κεφαλή. Το PALEXIA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με τραύμα στην κεφαλή και όγκους στον εγκέφαλο.

Επιληπτικές κρίσεις Το PALEXIA δεν έχει αξιολογηθεί συστηματικά σε ασθενείς με διαταραχή που ενέχει επιληπτικές κρίσεις και οι ασθενείς αυτοί αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Παρόλα αυτά, όπως και όλα τα άλλα αναλγητικά με δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών, το PALEXIA δεν συνιστάται σε ασθενείς με ιστορικό διαταραχής που ενέχει επιληπτικές κρίσεις ή άλλη πάθηση που θα μπορούσε να θέσει τον ασθενή σε κίνδυνο επιληπτικών κρίσεων. Επιπλέον, η ταπενταδόλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν τον ουδό επιληπτικών κρίσεων (βλέπε παράγραφο 4.5).

Το PALEXIA δεν έχει μελετηθεί σε ελεγχόμενες μελέτες αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτό τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).

Οι ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία εμφάνισαν αύξηση κατά 2 και κατά 4,5 φορές αντίστοιχα στη συστημική έκθεση, σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Το PALEXIA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε παράγραφο 4.2 και 5.2), ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας.

Το PALEXIA δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Επομένως, δεν συνιστάται η χρήση του σε αυτό τον πληθυσμό (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).

Χρήση σε παγκρεατική νόσο/νόσο των χοληφόρων Οι δραστικές ουσίες με δράση αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών μπορεί να προκαλέσουν σπασμό στον σφιγκτήρα του Oddi. Το PALEXIA πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με νόσο των χοληφόρων, συμπεριλαμβανομένης της οξείας παγκρεατίτιδας.

Διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο Τα οπιοειδή μπορούν να προκαλέσουν διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο, συμπεριλαμβανομένης της κεντρικής υπνικής άπνοιας (central sleep apnea, CSA) και της υποξαιμίας που σχετίζεται με τον ύπνο. Η χρήση οπιοειδών αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης CSA με δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Σε ασθενείς που εμφανίζουν CSA, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της συνολικής δοσολογίας των οπιοειδών.

Μικτοί αγωνιστές/ανταγωνιστές οπιοειδών Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά το συνδυασμό του PALEXIA με μικτούς αγωνιστές/ανταγωνιστές των μ-υποδοχέων των οπιοειδών (όπως πενταζοκίνη, ναλβουφίνη) ή με μερικούς αγωνιστές των μ- υποδοχέων των οπιοειδών (όπως βουπρενορφίνη). Σε ασθενείς που συνεχίζουν με βουπρενορφίνη για τη θεραπεία της εξάρτησης από οπιοειδή, πρέπει να εξετάζονται εναλλακτικές θεραπευτικές επιλογές (όπως π.χ. προσωρινή διακοπή της βουπρενορφίνης), εάν γίνει απαραίτητη η χορήγηση πλήρων αγωνιστών των μ-υποδοχέων (όπως η ταπενταδόλη) σε καταστάσεις οξέος πόνου. Κατά τη συνδυασμένη χρήση με βουπρενορφίνη, αναφέρθηκαν απαιτήσεις για υψηλότερες δόσεις των πλήρων αγωνιστών των μ-υποδοχέων και σε τέτοιες περιπτώσεις απαιτείται στενή παρακολούθηση των ανεπιθύμητων ενεργειών όπως η αναπνευστική καταστολή.

Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία του PALEXIA περιέχουν λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.

Το PALEXIA επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg)

ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Κεντρικώς δρώντα φαρμακευτικά προϊόντα /κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), συμπεριλαμβανομένων των οινοπνευματωδών και των ναρκωτικών φαρμάκων που καταστέλλουν το ΚΝΣ Η ταυτόχρονη χρήση PALEXIA με κατασταλτικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή άλλα κατασταλτικά του αναπνευστικού συστήματος ή του ΚΝΣ (άλλα οπιοειδή, αντιβηχικά ή θεραπείες υποκατάστασης, βαρβιτουρικά, αντιψυχωσικά, Η1-αντιϊσταμινικά, οινοπνευματώδη), αυξάνει τον κίνδυνο καταστολής, αναπνευστικής καταστολής, κώματος και θανάτου εξαιτίας της αθροιστικής κατασταλτικής δράσης στο ΚΝΣ. Ως εκ τούτου, όταν εξετάζεται μια συνδυασμένη θεραπεία του PALEXIA με κατασταλτικό παράγοντα του αναπνευστικού συστήματος ή του ΚΝΣ, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης ενός ή και των δύο παραγόντων και η διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης θα πρέπει να είναι περιορισμένη (βλέπε παράγραφο 4.4). Η ταυτόχρονη χρήση οπιοειδών και γκαμπαπεντινοειδών (γκαμπαπεντίνης και πρεγκαμπαλίνης) αυξάνει τον κίνδυνο της υπερδοσολογίας από οπιοειδή, της αναπνευστικής καταστολής και του θανάτου.

Μικτοί αγωνιστές/ανταγωνιστές οπιοειδών Πρέπει να δίνεται προσοχή κατά το συνδυασμό του PALEXIA με μικτούς αγωνιστές/ανταγωνιστές των μ-υποδοχέων των οπιοειδών (όπως πενταζοκίνη, ναλβουφίνη) ή με μερικούς αγωνιστές των μ- υποδοχέων των οπιοειδών (όπως βουπρενορφίνη) (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4).

Το PALEXIA μπορεί να προκαλέσει σπασμούς και να αυξήσει το δυναμικό πρόκλησης σπασμών των εκλεκτικών αναστολέων της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs), των αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νορεπινεφρίνης (SNRIs), των τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών, των αντιψυχωσικών και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που μειώνουν τον ουδό των επιληπτικών κρίσεων.

Έχουν υπάρξει αναφορές σεροτονινεργικού συνδρόμου σε χρονικό συσχετισμό με τη θεραπευτική χρήση ταπενταδόλης σε συνδυασμό με σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα, όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης- νορεπινεφρίνης (SNRIs) και τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Το σεροτονινεργικό σύνδρομο είναι πιθανόν όταν παρατηρείται κάποιο από τα ακόλουθα:

• Αυτόματος κλώνος

• Επαγόμενος ή οφθαλμικός κλώνος με διέγερση ή εφίδρωση

• Τρόμος και αύξηση των αντανακλαστικών

• Υπερτονία και θερμοκρασία σώματος >38oC και επαγόμενος οφθαλμικός κλώνος Η διακοπή των σεροτονινεργικών φαρμακευτικών προϊόντων συνήθως επιφέρει ταχεία βελτίωση. Η θεραπεία εξαρτάται από τη φύση και τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων.

Η κύρια οδός απομάκρυνσης της ταπενταδόλης είναι η σύζευξη με το γλυκουρονικό οξύ μέσω της διφωσφονικής ουριδινικής τρανσφεράσης (UGT), κυρίως των ισομορφών UGT1A6, UGT1A9 και UGT2B7. Επομένως, η ταυτόχρονη χορήγηση με ισχυρούς αναστολείς αυτών των ισοενζύμων (π.χ.

κετοκοναζόλη, φλουκοναζόλη, μεκλοφεναμικό οξύ) μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη συστημική έκθεση της ταπενταδόλης (βλέπε παράγραφο 5.2).

Όσον αφορά στους ασθενείς που ακολουθούν θεραπεία με ταπενταδόλη, πρέπει να δοθεί προσοχή αν ξεκινήσει ή σταματήσει ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκου με ισχυρή ενζυμική επαγωγική δράση (π.χ.

ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη, βότανο St. John (hypericum perforatum), καθώς αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα ή κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών, αντίστοιχα.

Η θεραπεία με PALEXIA πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ) ή που τους έλαβαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων 14 ημερών λόγω των πιθανών αθροιστικών επιδράσεων στις συγκεντρώσεις της νοραδρεναλίνης στις συνάψεις, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν σε ανεπιθύμητα καρδιαγγειακά συμβάντα, όπως υπερτασική κρίση.

4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία

Κύηση Υπάρχει πολύ περιορισμένος αριθμός δεδομένων από τη χρήση σε εγκύους.

Οι μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει τερατογόνο δράση. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην ανάπτυξη και εμβρυοτοξικότητα σε δόσεις που οδήγησαν σε υπερβολική αύξηση της φαρμακολογικής δράσης (επιδράσεις στο ΚΝΣ σχετιζόμενες με τους μ-υποδοχείς των οπιοειδών, οι οποίες συνδέονται με δοσολογία μεγαλύτερη του θεραπευτικού εύρους). Επιδράσεις στην ανάπτυξη μετά τη γέννηση παρατηρήθηκαν ήδη στο μητρικό NOAEL (επίπεδο στο οποίο δεν παρατηρούνται δυσμενείς επιδράσεις) (βλέπε παράγραφο 5.3). Η μακρόχρονη χρήση οπιοειδών από τη μητέρα κατά τη διάρκεια της κύησης θέτει σε κίνδυνο και το έμβρυο. Το νεογνό μπορεί να εμφανίσει επακόλουθο νεογνικό σύνδρομο στέρησης (NOWS). Το νεογνικό σύνδρομο στέρησης οπιοειδών μπορεί να είναι απειλητικό για τη ζωή εάν δεν αναγνωριστεί και αντιμετωπιστεί. Πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμο ένα αντίδοτο για το νεογνό.

Το PALEXIA πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, μόνο αν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.

Τοκετός Η επίδραση της ταπενταδόλης στον τοκετό στους ανθρώπους είναι άγνωστη. Το PALEXIA δεν συνιστάται για χρήση σε γυναίκες κατά τη διάρκεια και αμέσως πριν από τον τοκετό. Λόγω της δράσης αγωνιστή στον μ-υποδοχέα οπιοειδών της ταπενταδόλης, τα νεογνά των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει ταπενταδόλη πρέπει να παρακολουθούνται για αναπνευστική καταστολή.

Θηλασμός Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την απέκκριση της ταπενταδόλης στο ανθρώπινο γάλα. Από μια μελέτη σε νεογνά αρουραίων κατά τη διάρκεια γαλουχίας από μητέρες που έλαβαν ταπενταδόλη, προέκυψε το συμπέρασμα ότι η ταπενταδόλη απεκκρίνεται από το γάλα (βλέπε παράγραφο 5.3).

Επομένως, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Το PALEXIA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.

Γονιμότητα Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ανθρώπους, σχετικά με την επίδραση του PALEXIA στην γονιμότητα. Σε μία μελέτη γονιμότητας και πρώιμης εμβρυικής ανάπτυξης, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στις αναπαραγωγικές παραμέτρους σε άρρενες ή θήλεις αρουραίους (βλέπε παράγραφο 5.3).

4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το PALEXIA μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων επειδή μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τις λειτουργίες του κεντρικού νευρικού συστήματος (βλέπε παράγραφο 4.8). Αυτό αναμένεται ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας, όταν γίνεται οποιαδήποτε αλλαγή της δόσης καθώς και σε σχέση με τη χρήση οινοπνευματωδών ή ηρεμιστικών (βλέπε παράγραφο 4.4). Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται ως προς το αν τους επιτρέπεται να οδηγούν ή να χειρίζονται μηχανήματα.

4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που εμφανίστηκαν σε ασθενείς στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με το PALEXIA ήταν κυρίως ήπιας και μέτριας σοβαρότητας. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν από το γαστρεντερικό και το κεντρικό νευρικό σύστημα (ναυτία, έμετος, υπνηλία, ζάλη και κεφαλαλγία).

Ο πίνακας που ακολουθεί αναφέρει τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που διαπιστώθηκαν στις κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν με το PALEXIA και από τα δεδομένα μετά την κυκλοφορία του. Αναφέρονται ανά κατηγορία και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (1/10), συχνές (1/100 έως <1/10), όχι συχνές (1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΦΑΡΜΑΚΟΥ

Κατηγορία/ Οργανικό σύστημαΣυχνότητα
Πολύ συχνέςΣυχνέςΌχι συχνέςΣπάνιεςΜη γνωστές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΥπερευαισθησία στο φάρμακο*
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψηςΜειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές διαταραχέςΆγχος, συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθήσεις, διαταραχή ύπνου, μη φυσιολογικά όνειραΚαταθλιπτική διάθεση, αποπροσανατολισ μός, διέγερση, νευρικότητα, ανησυχία, ευφορική συναισθηματική κατάστασηΣκέψη μη φυσιολογικήΠαραλήρημα**
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΖάλη, υπνηλία, κεφαλαλγίαΤρόμοςΔιαταραχή στην προσοχή, επηρεασμένη μνήμη, προσυγκοπή, καταστολή, αταξία, δυσαρθρία, υπαισθησία, παραισθησία, μυϊκές συσπάσεις ακούσιεςΣπασμός, επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης, συντονισμός μη φυσιολογικός
Οφθαλμικές διαταραχέςΟπτική διαταραχή
Καρδιακές διαταραχέςΚαρδιακός ρυθμός αυξημένος, αίσθημα παλμώνΚαρδιακός ρυθμός μειωμένος
Αγγειακές διαταραχέςΈξαψηΑρτηριακή πίεση μειωμένη
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, τουΑναπνευστική καταστολή, κορεσμός

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΦΑΡΜΑΚΟΥ

Κατηγορία/ Οργανικό σύστημαΣυχνότητα
Πολύ συχνέςΣυχνέςΌχι συχνέςΣπάνιεςΜη γνωστές
θώρακα και του μεσοθωρακίουοξυγόνου μειωμένος, δύσπνοια
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματοςΝαυτία, έμετοςΔυσκοιλιότητα, διάρροια, δυσπεψία, ξηροστομίαΚοιλιακή δυσφορίαΕπιβραδυνθείσα γαστρική κένωση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΚνησμός, υπεριδρωσία, εξάνθημαΚνίδωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΜυϊκοί σπασμοίΚαρηβαρία
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδώνΔυσκολία στην ούρηση, συχνουρία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΕξασθένιση, κόπωση, αίσθηση μεταβολής της θερμοκρασίας του σώματοςΣύνδρομο από στέρηση φαρμάκου, οίδημα, αίσθηση μη φυσιολογική, αίσθηση μέθης, ευερεθιστότητα, αίσθηση χαλάρωσης
* Μετά την κυκλοφορία έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά αγγειοοιδήματος, αναφυλαξίας και αναφυλακτικής καταπληξίας. ** Τα περιστατικά του παραληρήματος μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου όπως ο καρκίνος και η προχωρημένη ηλικία.

Οι κλινικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν με το PALEXIA με έκθεση ασθενών έως και 90 ημέρες έχουν δείξει λίγα στοιχεία συμπτωμάτων στέρησης μετά από απότομη διακοπή και τα συμπτώματα αυτά ταξινομήθηκαν γενικά ως ήπια, όταν εμφανίστηκαν. Παρόλα αυτά, οι γιατροί πρέπει να βρίσκονται σε εγρήγορση για συμπτώματα στέρησης (βλέπε παράγραφο 4.2) και να αντιμετωπίσουν κατάλληλα τους ασθενείς εάν αυτά εμφανιστούν.

Είναι γνωστό ότι ο κίνδυνος ιδεασμού αυτοκτονίας και πραγματοποίησης αυτοκτονίας είναι υψηλότερος σε ασθενείς που υποφέρουν από χρόνιο πόνο. Επιπρόσθετα, οι ουσίες με έκδηλη επίδραση στο μονοαμινεργικό σύστημα έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικότητας σε ασθενείς που πάσχουν από κατάθλιψη, ιδίως στην αρχή της θεραπείας. Όσον αφορά στην ταπενταδόλη, τα δεδομένα από τις κλινικές δοκιμές και τις αναφορές μετά την κυκλοφορία του προϊόντος δεν παρουσιάζουν ενδείξεις για αυξημένο κίνδυνο.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:

Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380, Ιστότοπος: http://www.eof.gr http://www.kitrinikarta.gr Κύπρος Φαρμακευτικές Υπηρεσίες Υπουργείο Υγείας CY-1475 Λευκωσία Τηλ: + 357 22608607 Φαξ: + 357 22608669 Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs

4.9 Υπερδοσολογία

Συμπτώματα Η εμπειρία με την υπερδοσολογία ταπενταδόλης σε ανθρώπους είναι πολύ περιορισμένη. Τα προκλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι σε περίπτωση δηλητηρίασης με ταπενταδόλη, αναμένονται συμπτώματα παρόμοια με αυτά άλλων αναλγητικών κεντρικής δράσης με δράση αγωνιστή στον μ- υποδοχέα οπιοειδών. Κατά κύριο λόγο, τα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνουν, ανάλογα με τις κλινικές συνθήκες, ιδιαίτερα μύση, έμετο, καρδιαγγειακή κατάρρευση, διαταραχές της συνειδήσεως έως και κώμα, σπασμούς και αναπνευστική καταστολή έως αναπνευστική ανακοπή.

Αντιμετώπιση Η αντιμετώπιση της υπερδοσολογίας πρέπει να επικεντρώνεται στη θεραπεία των συμπτωμάτων της δράσης αγωνιστού στον μ-υποδοχέα οπιοειδών. Πρέπει να δίνεται αρχικά προσοχή στην εξασφάλιση βατού αεραγωγού και στην εγκατάσταση υποβοηθούμενου ή ελεγχόμενου αερισμού, όταν πιθανολογείται υπερδοσολογία ταπενταδόλης.

Οι γνήσιοι ανταγωνιστές υποδοχέων οπιοειδών όπως είναι η ναλοξόνη συνιστούν ειδικά αντίδοτα της αναπνευστικής καταστολής που είναι αποτέλεσμα της υπερδοσολογίας οπιοειδών. Η αναπνευστική καταστολή μετά από την υπερδοσολογία μπορεί να ξεπεράσει τη διάρκεια δράσης του ανταγωνιστή υποδοχέων οπιοειδών. Η χορήγηση ανταγωνιστή υποδοχέων οπιοειδών δεν υποκαθιστά τη συνεχή παρακολούθηση του αεραγωγού, την αναπνοή και την κυκλοφορία μετά από υπερδοσολογία οπιοειδών. Αν η ανταπόκριση στους ανταγωνιστές υποδοχέων οπιοειδών είναι υποβέλτιστη ή πολύ σύντομη ως προς τη φύση της, πρέπει να χορηγηθεί πρόσθετη δόση ανταγωνιστή (π.χ. ναλοξόνη)

σύμφωνα με τις οδηγίες του παρασκευαστή του προϊόντος.

Μπορεί να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο γαστρεντερικής κάθαρσης προκειμένου να απομακρυνθεί η μη απορροφημένη δραστική ουσία. Το ενδεχόμενο γαστρεντερικής κάθαρσης με ενεργό άνθρακα ή πλύσης στομάχου μπορεί να ληφθεί υπόψη σε διάστημα 2 ωρών μετά από την πρόσληψη. Πριν γίνει απόπειρα για γαστρεντερική κάθαρση, πρέπει να διασφαλιστεί η βατότητα του αεραγωγού.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αναλγητικά, οπιοειδή, λοιπά οπιοειδή Κωδικός ATC: N02AX06 Η ταπενταδόλη είναι ένα ισχυρό αναλγητικό με ιδιότητες αγωνιστού του μ-υποδοχέα των οπιοειδών και επιπρόσθετα αναστολής της επαναπρόσληψης της νοραδρεναλίνης. Η ταπενταδόλη ασκεί την αναλγητική της δράση απευθείας χωρίς φαρμακολογικά δραστικό μεταβολίτη.

Η ταπενταδόλη επέδειξε αποτελεσματικότητα σε προκλινικά μοντέλα αλγαισθητικού, νευροπαθητικού, σπλαγχνικού και φλεγμονώδους πόνου. Η αποτελεσματικότητα έχει επαληθευτεί σε κλινικές δοκιμές με επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία ταπενταδόλης σε συνθήκες αλγαισθητικού πόνου, συμπεριλαμβανομένου του μετεγχειρητικού ορθοπαιδικού και κοιλιακού πόνου καθώς και του χρόνιου πόνου λόγω οστεοαρθρίτιδας στο ισχίο ή το γόνατο. Σε γενικές γραμμές, η αναλγητική επίδραση της ταπενταδόλης σε μελέτες αλγαισθητικού πόνου ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε με ισχυρό οπιοειδές που χρησιμοποιήθηκε ως ουσία σύγκρισης.

Επιδράσεις στο καρδιαγγειακό σύστημα: Σε μια εκτενή μελέτη του διαστήματος QT σε ανθρώπους, δεν καταδείχθηκε καμία επίδραση των πολλαπλών θεραπευτικών και υπερθεραπευτικών δόσεων της ταπενταδόλης στο διάστημα QT. Αντίστοιχα, η ταπενταδόλη δεν είχε παρόμοια επίδραση στις λοιπές παραμέτρους του ΗΚΓ (καρδιακή συχνότητα, διάστημα PR, διάρκεια QRS, κύμα Τ ή μορφολογία κύματος U).

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το PALEXIA σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στο μέτριο έως σοβαρό οξύ πόνο (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες

Απορρόφηση Η ταπενταδόλη απορροφάται ταχέως και πλήρως μετά την από του στόματος χορήγηση του PALEXIA. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από χορήγηση μίας δόσης (σε νηστεία) είναι περίπου 32% λόγω του εκτενούς μεταβολισμού πρώτης διόδου. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της ταπενταδόλης στον ορό συνήθως παρατηρούνται περίπου 1,25 ώρες μετά από τη χορήγηση δισκίων επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο. Έχουν παρατηρηθεί δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις στις τιμές της C max και AUC μετά από τη χορήγηση δισκίων επικαλυμμένων με λεπτό υμένιο στο από του στόματος λαμβανόμενο θεραπευτικό δοσολογικό εύρος.

Μια μελέτη πολλαπλών δόσεων (κάθε 6 ώρες) με δόσεις που ποίκιλαν από 75 έως 175 mg ταπενταδόλης χορηγούμενης ως επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία έδειξε αναλογία συγκέντρωσης μεταξύ 1,4 και 1,7 για την αρχική δραστική ουσία και μεταξύ 1,7 και 2,0 για τον κύριο μεταβολίτη ταπενταδόλ-Ο-γλυκουρονιδίου, τα οποία καθορίζονται κυρίως από το δοσολογικό διάστημα και τη φαινόμενη ημιπερίοδο της ταπενταδόλης και του μεταβολίτη της. Οι συγκεντρώσεις της ταπενταδόλης στον ορό σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνονται τη δεύτερη ημέρα του θεραπευτικού σχήματος.

Επίδραση της τροφής Η AUC και η C αυξήθηκαν κατά 25% και 16%, αντίστοιχα, όταν τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο max δισκία χορηγήθηκαν μετά από πρωινό γεύμα πλούσιο σε λιπαρά και θερμίδες. Ο χρόνος έως τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα καθυστέρησε κατά 1,5 ώρες σε αυτές τις συνθήκες. Βάσει των δεδομένων αποτελεσματικότητας που πάρθηκαν σε χρονικά σημεία πρώιμης αξιολόγησης κατά τη διάρκεια των δοκιμών φάσης ΙΙ/ΙΙΙ, η επίδραση στο φαγητό δεν φαίνεται να είναι κλινικά σχετική. Το PALEXIA μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς φαγητό.

Κατανομή Η ταπενταδόλη κατανέμεται ευρέως στο σώμα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής για την ταπενταδόλη είναι 540 +/- 98 l. Η δέσμευση με πρωτεΐνες ορού είναι χαμηλή και φτάνει περίπου το 20%.

Βιομετασχηματισμός Στους ανθρώπους, ο μεταβολισμός της ταπενταδόλης είναι εκτενής. Μεταβολίζεται περίπου το 97% της μητρικής ουσίας. Η κύρια οδός μεταβολισμού της ταπενταδόλης είναι η σύζευξη με το γλυκουρονικό οξύ για την παραγωγή γλυκουρονιδίων. Μετά από την από του στόματος χορήγηση, περίπου το 70% της δόσης εκκρίνεται στα ούρα ως συζευγμένη μορφή (55% γλυκουρονίδιο και 15% θειική ταπενταδόλη). Η UDP γλυκουρονυλτρανσφεράση (UGT) είναι το κύριο ένζυμο που συμμετέχει στη γλυκουρονιδίωση (κυρίως οι ισομορφές UGT1A6, UGT1A9 και UGT2B7). Συνολικά,

το 3% της δραστικής ουσίας απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη δραστική ουσία. Η ταπενταδόλη μεταβολίζεται επιπλέον σε Ν-διμεθυλ ταπενταδόλη (13%) από τα CYP2C9 και CYP2C19 και σε υδροξυ-ταπενταδόλη (2%) από το CYP2D6, οι οποίες εν συνεχεία μεταβολίζονται περαιτέρω μέσω σύζευξης. Επομένως, ο μεταβολισμός της δραστικής ουσίας που γίνεται μέσω του κυτοχρώματος P450 είναι λιγότερο σημαντικός από τη γλυκουρονιδίωση.

Κανένας από τους μεταβολίτες δεν συμβάλλει στην αναλγητική δράση.

Αποβολή Η ταπενταδόλη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά (99%) μέσω των νεφρών.

Η ολική κάθαρση μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 1.530 +/- 177 ml/min. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής είναι κατά μέσο όρο 4 ώρες μετά από την από στόματος χορήγηση.

Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι ασθενείς Η μέση έκθεση (AUC) στην ταπενταδόλη ήταν παρόμοια σε μια μελέτη με ηλικιωμένους (65-78 ετών)

σε σύγκριση με τους νεαρούς ενήλικες (19-43 ετών) με 16% χαμηλότερη μέση C να παρατηρείται max στην ομάδα των ηλικιωμένων ατόμων σε σύγκριση με τους νεαρούς ενήλικες.

Η AUC και η C της ταπενταδόλης ήταν συγκρίσιμες σε άτομα με ποικίλο βαθμό νεφρικής max λειτουργίας (από φυσιολογική σε σοβαρή διαταραχή). Αντίθετα, παρατηρήθηκε αυξανόμενη έκθεση (AUC) στο ταπενταδόλ-Ο-γλυκουρονίδιο με αυξανόμενο βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας. Στα άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η AUC για το ταπενταδόλ-Ο-γλυκουρονίδιο είναι 1,5, 2,5 και 5,5 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με τη φυσιολογική νεφρική λειτουργία, αντίστοιχα.

Η χορήγηση ταπενταδόλης οδήγησε σε υψηλότερη έκθεση και επίπεδα ορού της ταπενταδόλης σε άτομα με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία σε σύγκριση με τους ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η αναλογία των φαρμακοκινητικών παραμέτρων της ταπενταδόλης για τις ομάδες με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία σε σύγκριση με την ομάδα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία ήταν 1,7 και 4,2 αντίστοιχα για την AUC. 1,4 και 2,5, αντίστοιχα, για τη C και 1,2 και 1,4, max αντίστοιχα για τον t . Ο ρυθμός σχηματισμού ταπενταδόλ-Ο-γλυκουρονιδίου ήταν μικρότερος στα άτομα με αυξημένη ηπατική δυσλειτουργία.

Φαρμακοκινητικές σχέσεις Η ταπενταδόλη μεταβολίζεται κυρίως μέσω γλυκουρονιδίωσης και μόνο μια μικρή ποσότητα μεταβολίζεται από τις οξειδωτικές οδούς.

Από τη στιγμή που η γλυκουρονιδίωση είναι ένα σύστημα υψηλής απόδοσης/χαμηλής συγγένειας, που δεν υφίσταται εύκολα κορεσμό ακόμα και σε συνθήκες νόσου, και καθώς οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις των δραστικών ουσιών βρίσκονται γενικά κάτω από τις απαιτούμενες συγκεντρώσεις για την πιθανή αναστολή της γλυκουρονιδίωσης, δεν είναι πιθανό να εμφανιστούν οι όποιες κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις που προκαλούνται από τη γλυκουρονιδίωση. Σε ένα σύνολο μελετών φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης όπου χρησιμοποιήθηκε παρακεταμόλη, ναπροξένη, ακετυλοσαλικυλικό οξύ και προβενεσίδη, διερευνήθηκε η πιθανή επίδραση αυτών των δραστικών ουσιών στη γλυκουρονιδίωση της ταπενταδόλης. Οι μελέτες με ναπροξένη (500 mg δύο φορές την ημέρα για 2 ημέρες) και προβενεσίδη (500 mg δις ημερησίως για 2 ημέρες) ως διερευνητικές δραστικές ουσίες έδειξαν αυξήσεις στην AUC της ταπενταδόλης κατά 17% και 57%, αντίστοιχα.

Συνολικά, στις μελέτες αυτές δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις της ταπενταδόλης στον ορό.

Επιπλέον, πραγματοποιήθηκαν μελέτες αλληλεπίδρασης της ταπενταδόλης με τη μετοκλοπραμίδη και την ομεπραζόλη για να διερευνηθεί η πιθανή επίδραση αυτών των δραστικών ουσιών στην απορρόφηση της ταπενταδόλης. Οι μελέτες αυτές δεν έδειξαν επίσης κλινικά σχετικές επιδράσεις στις συγκεντρώσεις της ταπενταδόλης στον ορό.

In vitro μελέτες δεν έδειξαν ότι η ταπενταδόλη έχει τη δυνατότητα είτε να αναστείλει είτε να επάγει τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Επομένως, δεν είναι πιθανό να εμφανιστούν κλινικά σχετικές αλληλεπιδράσεις που διαμεσολαβούνται από το σύστημα του κυτοχρώματος P450.

Η δέσμευση της ταπενταδόλης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι χαμηλή (περίπου 20%).

Επομένως, είναι χαμηλή η πιθανότητα φαρμακοκινητικών φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων με εκτόπιση από το σημείο δέσμευσης της πρωτεΐνης.

5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια

Η ταπενταδόλη δεν ήταν γονοτοξική σε βακτήρια στην εξέταση Ames. Παρατηρήθηκαν αμφιλεγόμενα ευρήματα σε μια in vitro εξέταση χρωμοσωμικής αλλοίωσης, αλλά όταν η εξέταση επαναλήφθηκε τα αποτελέσματα ήταν εμφανώς αρνητικά. Η ταπενταδόλη δεν ήταν γονοτοξική in vivo, χρησιμοποιώντας τα δυο τελικά σημεία της χρωμοσωμικής αλλοίωσης και της μη προγραμματισμένης σύνθεσης DNA, κατά την εξέταση έως τη μέγιστη ανεκτή δόση. Οι μακροχρόνιες μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν πιθανό κίνδυνο καρκινογένεσης σε σχέση με τους ανθρώπους.

Η ταπενταδόλη δεν είχε καμία επίδραση στη γονιμότητα σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους αλλά υπήρξε μειωμένη επιβίωση εντός της μήτρας στην υψηλή δόση. Δεν είναι γνωστό αν αυτό ήταν αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης του άνδρα ή της γυναίκας. Η ταπενταδόλη δεν έδειξε τερατογόνες επιδράσεις σε αρουραίους και κουνέλια μετά από ενδοφλέβια και υποδόρια έκθεση. Παρόλα αυτά, παρατηρήθηκε επιβραδυμένη ανάπτυξη και εμβρυοτοξικότητα μετά από τη χορήγηση δόσεων που οδηγούν σε μεγεθυμένη φαρμακολογική δράση (επιδράσεις στο ΚΝΣ σχετιζόμενες με τους μ- υποδοχείς των οπιοειδών, οι οποίες συνδέονται με δοσολογία μεγαλύτερη του θεραπευτικού εύρους).

Μετά από την ενδοφλέβια δοσολόγηση, παρατηρήθηκε μειωμένη επιβίωση εντός της μήτρας στους αρουραίους. Στους αρουραίους, η ταπενταδόλη προκάλεσε αυξημένη θνησιμότητα στα F νεογνά που εκτέθηκαν απευθείας μέσω του γάλακτος ανάμεσα στις ημέρες 1 και 4 μετά από τον τοκετό σε δόσεις που δεν προκάλεσαν τοξικότητα στη μητέρα. Δεν υπήρξε επίδραση στις νευροσυμπεριφορικές παραμέτρους.

Η απέκκριση στο μητρικό γάλα διερευνήθηκε σε νεογνά αρουραίων κατά τη διάρκεια γαλουχίας από μητέρες που είχαν λάβει ταπενταδόλη. Τα νεογνά είχαν εκτεθεί με δοσοεξαρτώμενο τρόπο στην ταπενταδόλη και το Ο-γλυκουρονίδιο της ταπενταδόλης. Το συμπέρασμα ήταν ότι η ταπενταδόλη απεκκρίνεται στο γάλα.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

6.1 Κατάλογος εκδόχων

[50 mg]:

Πυρήνας δισκίου:

Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Λακτόζη μονοϋδρική Καρμελλόζη νατριούχος Ποβιδόνη K30 Μαγνήσιο στεατικό Επικάλυψη δισκίου:

Πολυβινυλαλκοόλη Διοξείδιο τιτανίου (E 171)

Πολυαιθυλενογλυκόλη 3350 Τάλκης [75 mg]:

Πυρήνας δισκίου:

Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Λακτόζη μονοϋδρική Καρμελλόζη νατριούχος Ποβιδόνη K30 Μαγνήσιο στεατικό Επικάλυψη δισκίου:

Πολυβινυλαλκοόλη Διοξείδιο τιτανίου (E 171)

Πολυαιθυλενογλυκόλη 3350 Τάλκης Κίτρινο οξείδιο σιδήρου (E 172)

Ερυθρό οξείδιο σιδήρου (E 172)

[100 mg]:

Πυρήνας δισκίου:

Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Λακτόζη μονοϋδρική Καρμελλόζη νατριούχος Ποβιδόνη K30 Μαγνήσιο στεατικό Επικάλυψη δισκίου:

Πολυβινυλαλκοόλη Διοξείδιο τιτανίου (E 171)

Πολυαιθυλενογλυκόλη 3350 Τάλκης Κίτρινο οξείδιο σιδήρου (E 172)

Ερυθρό οξείδιο σιδήρου (E 172)

Μέλαν οξείδιο σιδήρου (E 172)

6.2 Ασυμβατότητες

Δεν εφαρμόζεται

6.3 Διάρκεια ζωής

3 χρόνια

6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος

Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν δεν απαιτεί ιδιαίτερες συνθήκες φύλαξης.

6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη

Κυψέλες (blisters) από PVC/PVDC αλουμίνιο.

Συσκευασίες των 5, 10, 14, 20, 24, 28, 30, 40, 50, 54, 56, 60, 90, 100 επικαλυμμένων με υμένιο δισκίων.

Διάτρητες κυψέλες (blisters) μοναδιαίων δόσεων από PVC/PVDC αλουμίνιο.

Συσκευασίες με 10x1, 14x1, 20x1, 28x1, 30x1, 50x1, 56x1, 60x1, 90x1, 100x1 επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης

Καμία ειδική υποχρέωση.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Grünenthal GmbH Zieglerstraße 6 52078 Aachen

Γερμανία

8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Ελλάδα:

Palexia 50 mg: 32854/12-4-2016 Palexia 75 mg: 32855/12-4-2016 Palexia 100 mg: 32856/12-4-2016 Κύπρος:

Palexia 50 mg: 21253 Palexia 75 mg: 21254 Palexia 100 mg: 21255

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Ελλάδα:

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 15 Μαρτίου 2011 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 12 Απριλίου 2016 Κύπρος:

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 15 Μαρτίου 2012 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:

Palexia tablet, film coated 50mg: 10 Μαΐου 2016 Palexia tablet, film coated 75mg: 20 Δεκεμβρίου 2018 Palexia tablet, film coated 100mg: 20 Δεκεμβρίου 2018

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Ελλάδα:

Κύπρος: 08-02-2024 ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ (για Ελλάδα):

Φαρμακευτικό προϊόν για το οποίο απαιτείται ειδική ιατρική συνταγή. Υπάγεται στον Πίνακα Γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν.3459/2006.

ΤΡΟΠΟΣ ΔΙΑΘΕΣΗΣ (για Κύπρο):

Με Ιατρική Συνταγή σύμφωνα με την Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νομοθεσία.

Πηγή: farmako:SPC_2886701.pdf