1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Rapibloc 20 mg/2 ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή ενέσιμου διαλύματος
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Κάθε ml του πυκνού διαλύματος περιέχει 10 mg υδροχλωρικής λανδιολόλης που ισοδυναμεί με 9,35 mg λανδιολόλης.
Κάθε φύσιγγα των 2 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή ενέσιμου διαλύματος περιέχει 20 mg υδροχλωρικής λανδιολόλης που ισοδυναμεί με 18,7 mg λανδιολόλης.
Μετά την αραίωση (βλ. παράγραφο 6.6) η συγκέντρωση του διαλύματος είναι 2 mg/ml υδροχλωρικής λανδιολόλης .
Έκδοχα με γνωστή δράση:
Το Rapibloc πυκνό διάλυμα περιέχει 672 mg αιθανόλη (96%) ανά μέγιστη εφάπαξ δόση (υπολογισμένη για έναν ασθενή 70 κιλών). Βλ. παράγραφο 4.4.
Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Πυκνό διάλυμα για παρασκευή ενέσιμου διαλύματος.
Διαυγές και άχρωμο ως υποκίτρινο διάλυμα ελεύθερο ορατών σωματιδίων.
Το Rapibloc πυκνό διάλυμα έχει pH 6,9 και ωσμωτικότητα 8,13 Osm/l.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Η λανδιολόλη ενδείκνυται σε ενήλικες για:
• Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία και για τον ταχύ έλεγχο της κοιλιακής συχνότητας σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή ή κολπικό πτερυγισμό κατά τη διεγχειρητική και μετεγχειρητική περίοδο ή άλλες περιστάσεις κατά τις οποίες είναι επιθυμητός ο βραχυχρόνιος έλεγχος της κοιλιακής συχνότητας με έναν παράγοντα βραχείας δράσης.
• Μη αντισταθμιστική φλεβοκομβική ταχυκαρδία όπου, κατά την κρίση του γιατρού, ο ταχύς καρδιακός ρυθμός απαιτεί ειδική παρέμβαση.
Η λανδιολόλη δεν ενδείκνυται για χρήση σε χρόνιες καταστάσεις.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Η λανδιολόλη προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση σε ελεγχόμενο περιβάλλον. Η λανδιολόλη πρέπει να χορηγείται μόνο από εξειδικευμένο επαγγελματία υγείας. Η δοσολογία της λανδιολόλης πρέπει να εξατομικεύεται.
Χορηγήστε μια εφάπαξ ταχεία ενδοφλέβια ένεση των 0,1 - 0,3 mg/kg σωματικού βάρους. Ως δόση έναρξης συνιστάται η χορήγηση 0,1 - 0,2 mg/kg σωματικού βάρους. Η βραδυκαρδιακή επίδραση μπορεί να διαρκέσει από 5 έως 20 λεπτά. Σε περίπτωση ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας, αυξήστε τη δόση στα 0,2 ή 0,3 mg/kg σωματικού βάρους.
Η ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να επαναληφθεί όταν απαιτείται έως τη μέγιστη ημερήσια δόση των 100 mg/ασθενή/ημέρα. Η δόση αυτή μπορεί να υποδιαιρεθεί σε 5 - 15 δόσεις ανά ημέρα (5 × 20 mg/ασθενή/ δόση που αντιστοιχεί με 5 × 0,3 mg/kg σωματικού βάρους έως 15 × 7 mg/ασθενή/δόση που αντιστοιχεί με 15 × 0,1 mg/kg σωματικού βάρους).
Για χορήγηση μεγαλύτερης διάρκειας χρησιμοποιήστε έγχυση λανδιολόλης η οποία έχει προετοιμαστεί από τη σκόνη Rapibloc για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση.
Σε περίπτωση ανεπιθύμητης ενέργειας (βλ. παράγραφο 4.8), οι επιπρόσθετες δόσεις Rapibloc πυκνού διαλύματος πρέπει να μειωθούν ή να αποφευχθούν και οι ασθενείς πρέπει να λάβουν κατάλληλη θεραπεία εάν χρειαστεί. Σε ασθενείς με χαμηλή συστολική αρτηριακή πίεση, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή κατά την προσαρμογή της δόσης.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένος πληθυσμός (≥ 65 ετών)
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία Τα δεδομένα αναφορικά με τη θεραπεία σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένα (βλ.
παράγραφο 5.2). Συνιστάται προσεκτική έναρξη της χορήγησης με τη χαμηλότερη δόση σε ασθενείς με όλους τους βαθμούς ηπατικής δυσλειτουργίας.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της λανδιολόλης σε παιδιά ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Το Rapibloc πυκνό διάλυμα περιέχει αιθανόλη και συνεπώς δεν συνιστάται για χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. παράγραφο 4.4). Μια άλλη φαρμακοτεχνική μορφή (δηλ. το Rapibloc κόνις για παρασκευή διαλύματος για έγχυση) μπορεί να είναι καταλληλότερο για χορήγηση σε αυτόν τον πληθυσμό.
Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα από αυτή τη φαρμακοτεχνική μορφή περιγράφονται στην παράγραφο 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Τρόπος χορήγησης Οι φύσιγγες του Rapibloc πυκνού διαλύματος προορίζονται μόνο για εφάπαξ χρήση. Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση (για οδηγίες βλέπε παράγραφο 6.6).
Η λανδιολόλη δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
Η λανδιολόλη πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως. Η υποδόρια ή η φλεβική περιαγγειακή ή η ενδαρτηριακή ένεση πρέπει να αποφεύγεται. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος τοπικής τοξικότητας, η λανδιολόλη για ενδοφλέβια χρήση πρέπει να ενίεται απευθείας σε μεγάλη κεντρική ή περιφερική φλέβα μέσω βελόνας μεγάλου διαμετρήματος ή ενδοφλέβιου καθετήρα. Η λανδιολόλη δεν πρέπει να χορηγείται μέσω της ίδιας ενδοφλέβιας γραμμής με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. παράγραφο 6.6).
4.3 Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Σοβαρής μορφής βραδυκαρδία (λιγότεροι από 50 παλμοί ανά λεπτό)
- Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
- Σοβαρές διαταραχές της κολποκοιλιακής (ΚΚ) αγωγής (χωρίς βηματοδότη): ΚΚ αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού
- Καρδιογενής καταπληξία
- Σοβαρής μορφής υπόταση
- Μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια
- Πνευμονική υπόταση
- Μη θεραπευμένο φαιοχρωμοκύτωμα
- Οξεία ασθματική κρίση
- Σοβαρής μορφής, μη ανατάξιμη μεταβολική οξέωση
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Το Rapibloc πυκνό διάλυμα πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση (βλ. παράγραφο 6).
Η συχνότερα παρατηρούμενη ανεπιθύμητη ενέργεια είναι η υπόταση, η οποία είναι ταχέως αναστρέψιμη με μείωση ή διακοπή της δοσολογίας.
Παρακολούθηση Το Rapibloc πυκνό διάλυμα είναι υπερωσμωτικό και ενδέχεται να επάγει κίνδυνο θρομβοφλεβίτιδας, το σημείο της ένεσης πρέπει να παρακολουθείται. Η εξαγγείωση πρέπει να αποφεύγεται, και εάν εντοπισθεί πρέπει να αντιμετωπισθεί κατάλληλα. Σε περίπτωση ακούσιας εξωαγγειακής ένεσης, πρέπει να χρησιμοποιηθεί άλλη θέση ένεσης.
Συνιστάται συνεχής παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και του ΗΚΓ σε όλους τους ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με λανδιολόλη.
Σύνδρομο προδιέγερσης Οι β-αποκλειστές πρέπει να αποφεύγονται σε ασθενείς με σύνδρομο προδιέγερσης σε συνδυασμό με κολπική μαρμαρυγή. Σε αυτούς τους ασθενείς ο β-αποκλεισμός του κολποκοιλιακού κόμβου μπορεί να αυξήσει την αγωγή μέσω του παραπληρωματικού δεματίου και να επισπεύσει την εμφάνιση κοιλιακής μαρμαρυγής.
Καρδιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού Λόγω της αρνητικής τους επίδρασης στον χρόνο κολποκοιλιακής αγωγής, οι β-αποκλειστές θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή μόνον σε ασθενείς με καρδιακό αποκλεισμό πρώτου βαθμού (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).
Στηθάγχη Prinzmetal Οι β-αποκλειστές μπορεί να αυξήσουν τον αριθμό και τη διάρκεια των στηθαγχικών κρίσεων σε ασθενείς με στηθάγχη Prinzmetal (αγγειοσυσπαστική στηθάγχη) λόγω αγγειοσύσπασης των στεφανιαίων αρτηριών διαμεσολαβούμενης από διέγερση των α-υποδοχέων χωρίς ανταγωνιστική δράση. Σε αυτούς τους ασθενείς δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται μη εκλεκτικοί β-αποκλειστές και οι εκλεκτικοί β1-αποκλειστές πρέπει να χρησιμοποιούνται με μεγάλη προσοχή.
Στη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ο β-αποκλεισμός ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω καταστολής της συσταλτικότητας του μυοκαρδίου και επιδείνωσης της ανεπάρκειας. Με το πρώτο σημείο ή σύμπτωμα επικείμενης καρδιακής ανεπάρκειας, δεν πρέπει να χορηγούνται περαιτέρω δόσεις του λανδιολόλης και οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλη θεραπεία.
Καρδιακή ανεπάρκεια και αιμοδυναμικά επιβαρυμένοι ασθενείς
Η χρήση της λανδιολόλης για τον έλεγχο της κοιλιακής ανταπόκρισης σε ασθενείς με υπερκοιλιακές αρρυθμίες πρέπει να γίνεται με προσοχή σε ασθενή με αιμοδυναμική επιβάρυνση ή όταν λαμβάνει άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν κάποιο ή όλα από τα ακόλουθα: περιφερική αντίσταση, πλήρωση του μυοκαρδίου, συσταλτικότητα του μυοκαρδίου, ή διάδοση του ηλεκτρικού ερεθίσματος στο μυοκάρδιο.
Ταυτόχρονη χορήγηση Η ταυτόχρονη χορήγηση λανδιολόλης με βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη δεν συνιστάται σε ασθενείς με διαταραχές της κολποκοιλιακής αγωγής (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).
Διαβητικοί ασθενείς Η λανδιολόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε διαβητικούς ασθενείς ή σε περίπτωση υπογλυκαιμίας. Η υπογλυκαιμία είναι σοβαρότερης μορφής με λιγότερο καρδιοεκλεκτικούς β-αποκλειστές.
Οι β-αποκλειστές μπορούν να συγκαλύψουν τα πρόδρομα συμπτώματα υπογλυκαιμίας όπως ταχυκαρδία. Η ζάλη και η εφίδρωση, ωστόσο, μπορεί να μην επηρεασθούν.
Ο κύριος μεταβολίτης της λανδιολόλης (Μ1) απεκκρίνεται μέσω των νεφρών και είναι πιθανό να συσσωρεύεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Μολονότι ο μεταβολίτης της λανδιολόλης (M1) δεν προκαλεί αποκλεισμό των β-υποδοχέων ακόμη και σε δόσεις 200 φορές υψηλότερες από τo μητρικό φάρμακο, η λανδιολόληπρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας.
Τα αποτελέσματα μιας κλινικής μελέτης υποδεικνύουν ότι δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χορήγηση λανδιολόλης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης.
Φαιοχρωμοκύτωμα Η λανδιολόλη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και μόνο μετά από προηγούμενη θεραπεία με αποκλειστές των α-αδρενεργικών υποδοχέων σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα (βλ. επίσης παράγραφο 4.3).
Βρογχόσπασμος Οι ασθενείς με βρογχόσπασμο δεν πρέπει, γενικά, να λαμβάνουν β-αποκλειστές. Λόγω της σχετικά υψηλής εκλεκτικότητας για τους β1-υποδοχείς και της δυνατότητας τιτλοποίησης, η λανδιολόλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς. Η λανδιολόλη πρέπει να προσαρμόζεται με προσοχή προκειμένου να επιτευχθεί η χαμηλότερη δυνατή αποτελεσματική δόση. Σε περίπτωση βρογχόσπασμου, δεν πρέπει να χορηγούνται περαιτέρω δόσεις της λανδιολόλης και πρέπει να χορηγείται ένας β2-αγωνιστής, εφόσον κρίνεται απαραίτητο. Εάν ο ασθενής χρησιμοποιεί ήδη έναν διεγέρτη των β2-αδρενεργικών υποδοχέων, μπορεί να χρειαστεί επαναξιολόγηση της δόσης αυτού του παράγοντα.
Διαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας Σε ασθενείς με διαταραχές της περιφερικής κυκλοφορίας (σύνδρομο ή νόσος Raynaud, διαλείπουσα χωλότητα), οι β-αποκλειστές πρέπει να χρησιμοποιούνται με μεγάλη προσοχή, καθώς μπορεί να υπάρξει επιδείνωση αυτών των διαταραχών.
Οι β-αποκλειστές μπορεί να αυξήσουν την ευαισθησία σε αλλεργιογόνα και τη σοβαρότητα των αναφυλακτικών αντιδράσεων. Οι ασθενείς που χρησιμοποιούν β-αποκλειστές μπορεί να μην ανταποκριθούν στις συνήθεις δόσεις επινεφρίνης που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των αναφυλακτικών αντιδράσεων (βλ. επίσης παράγραφο 4.5).
Το Rapibloc πυκνό διάλυμα περιέχει 672 mg αιθανόλης (96%) ανά μέγιστη εφάπαξ δόση (υπολογισμένη για ασθενή 70 κιλών) ισοδύναμη με λιγότερο από 17 ml μπύρας ή 7 ml κρασιού ανά δόση.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) και λιγότερο από 1 mmol καλίου (39 mg)
ανά φύσιγγα, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου και καλίου».
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Ανταγωνιστές ασβεστίου Οι ανταγωνιστές ασβεστίου όπως τα παράγωγα διυδροπυριδίνης (π.χ. νιφεδιπίνη) μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο υπότασης. Σε ασθενείς με ανεπαρκή καρδιακή λειτουργία, η ταυτόχρονη θεραπεία με β-αποκλειστές μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανεπάρκεια. Συνιστάται προσεκτική προσαρμογή της λανδιολόλης και κατάλληλος αιμοδυναμικός έλεγχος.
Αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα Η χορήγηση της λανδιολόλης πρέπει να προσαρμόζεται με προσοχή όταν συγχορηγείται με βεραπαμίλη, διλτιαζέμη, αντιαρρυθμικούς παράγοντες κατηγορίας I, αμιωδαρόνη ή σκευάσματα δακτυλίτιδας καθώς η συγχορήγηση μπορεί να επιφέρει σημαντική καταστολή της καρδιακής λειτουργίας και/ή διαταραχές της κολποκοιλιακής αγωγής.
Η λανδιολόλη δεν πρέπει να συγχορηγείται με βεραπαμίλη ή διλτιαζέμη σε ασθενείς με διαταραχές της κολποκοιλιακής αγωγής (βλ. παράγραφο 4.4).
Αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόντα Η ταυτόχρονη χορήγηση λανδιολόλης και ινσουλίνης ή από του στόματος αντιδιαβητικών φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί να επηρεάσει την επίδρασή τους στη μείωση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα.
Συνιστάται προσοχή στα επίπεδα σακχάρου στο αίμα κατά την ταυτόχρονη χορήγηση αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων, καθώς ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να συγκαλύψει τα σημεία υπογλυκαιμίας όπως η ταχυκαρδία.
Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της αναισθησίας Η συνέχιση της χρήσης του β-αποκλειστή κατά την επαγωγή αναισθησίας, τη διασωλήνωση και τον τερματισμό της αναισθησίας μειώνει τον κίνδυνο αρρυθμίας.
Σε περίπτωση που η κατάσταση του ενδαγγειακού όγκου του ασθενούς είναι αβέβαιη ή όταν χορηγούνται ταυτόχρονα αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα (συμπεριλαμβανομένων άλλων β-αποκλειστών) με τη λανδιολόλη, μπορεί να υπάρξει εξασθένηση της αντανακλαστικής ταχυκαρδίας και αυξημένος κίνδυνος υπότασης.
Οι υποτασικές δράσεις των εισπνεόμενων αναισθητικών παραγόντων μπορεί να ενισχυθούν υπό την παρουσία της λανδιολόλης. Η δοσολογία του κάθε παράγοντα μπορεί να προσαρμοσθεί ανάλογα με τις ανάγκες για τη διατήρηση της επιθυμητής αιμοδυναμικής κατάστασης.
Η χορήγηση της λανδιολόλης πρέπει να τιτλοποιείται με προσοχή όταν συγχορηγείται με αναισθητικά φάρμακα που προκαλούν βραδυκαρδία, υποστρώματα εστεράσης (π.χ. χλωριούχο σουξαμεθόνιο) ή αναστολείς της χολινεστεράσης (π.χ. νεοστιγμίνη), καθώς η συγχορήγηση μπορεί να επιτείνει την βραδυκαρδιακή δράση ή να παρατείνει τη διάρκεια δράσης της λανδιολόλης.
Μια in vitro μελέτη με τη χρήση ανθρώπινου πλάσματος διαπίστωσε ότι η συγχορήγηση σουξαμεθονίου μπορεί να αυξήσει τη μέγιστη συγκέντρωση της υδροχλωρικής λανδιολόλης στο αίμα περίπου κατά 20%. Η ανταγωνιστική αναστολή μπορεί επίσης να προκαλέσει παράταση της διάρκειας του επαγόμενου από το χλωριούχο σουξαμεθόνιο νευρομυϊκού αποκλεισμού.
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ)
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν την υποτασική δράση των β-αποκλειστών.
Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση φλοκταφενίνης με β-αποκλειστές.
Φαρμακευτικά προϊόντα με αντιυπερτασική δράση (συμπεριλαμβανομένων αντικαταθλιπτικών, αντιψυχωσικών κλπ.)
Η ταυτόχρονη χορήγηση λανδιολόλης με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, βαρβιτουρικά, φαινοθειαζίνες ή αντιυπερτασικούς παράγοντες μπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση. Η χορήγηση της λανδιολόλης θα πρέπει να προσαρμόζεται προσεκτικά για την αποφυγή απροσδόκητης υπότασης. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χρήση αμισουλπρίδης.
Ο συνδυασμός λανδιολόλης με γαγγλιονικούς αποκλειστές μπορεί να ενισχύσει την υποτασική δράση.
Συμπαθομιμητικά φαρμακευτικά προϊόντα Η επίδραση της λανδιολόλης μπορεί να μειωθεί εάν συγχορηγηθεί με συμπαθομιμητικά φαρμακευτικά προϊόντα που έχουν β-αδρενεργική αγωνιστική δράση. Μπορεί να χρειαστεί προσαρμογή της δόσης του κάθε παράγοντα με βάση την ανταπόκριση του ασθενούς, ή να εξετασθεί η χρήση εναλλακτικών θεραπευτικών παραγόντων.
Παράγοντες που μειώνουν τα επίπεδα κατεχολαμινών Οι παράγοντες που μειώνουν τα επίπεδα κατεχολαμινών ή οι συμπαθολυτικοί παράγοντες (π.χ. ρεζερπίνη, κλονιδίνη, δεξμεδετομιδίνη) μπορεί να έχουν αθροιστική επίδραση όταν χορηγούνται ταυτόχρονα με λανδιολόλη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη αγωγή με αυτούς τους παράγοντες πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία υπότασης ή έκδηλης βραδυκαρδίας.
Η ταυτόχρονη χρήση κλονιδίνης και β-αποκλειστών αυξάνει τον κίνδυνο επανεμφάνισης της υπέρτασης.
Μολονότι δεν παρατηρήθηκε επανεμφάνιση της υπέρτασης μετά τη χορήγηση λανδιολόλης για 24 ώρες, η δράση αυτή δεν μπορεί να αποκλεισθεί, εάν η λανδιολόλη χορηγείται σε συνδυασμό με κλονιδίνη.
Ηπαρίνη Όταν χορηγήθηκε ηπαρίνη ενδοφλεβίως κατά τη διάρκεια της έγχυσης λανδιολόλης σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε καρδιοχειρουργική επέμβαση, παρατηρήθηκε μείωση κατά 50% στα επίπεδα της λανδιολόλης στο πλάσμα σε συνδυασμό με επαγόμενη από την ηπαρίνη μείωση της αρτηριακής πίεσης και αύξηση του χρόνου παραμονής της λανδιολόλης στην κυκλοφορία. Οι τιμές του καρδιακού ρυθμού δεν μεταβλήθηκαν σε αυτή την κατάσταση.
Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Οι αναφυλακτικές αντιδράσεις που προκαλούνται από άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να είναι πιο σοβαρές σε ασθενείς που λαμβάνουν β-αποκλειστές. Οι ασθενείς αυτοί μπορεί να μην ανταποκριθούν στη θεραπεία με κανονική δόση επινεφρίνης, ωστόσο η ενδοφλέβια ένεση γλυκαγόνης είναι αποτελεσματική (βλ. επίσης παράγραφο 4.4).
Η δυνατότητα αλληλεπιδράσεων των μεταβολιτών M1 και M2 της λανδιολόλης με συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα δεν είναι γνωστή. Οι φαρμακοδυναμικές επιδράσεις των μεταβολιτών θεωρούνται μη κλινικά σημαντικές (βλ. παράγραφο 5.2).
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα από τη χρήση του Rapibloc πυκνό διάλυμα στις έγκυες γυναίκες.
Στο πλαίσιο της μοναδικής ελεγχόμενης με εικονικό φάρμακο κλινικής μελέτης σε 32 ασθενείς προγραμματισμένες για τοκετό με καισαρική τομή, η χορήγηση 200 μικρογραμμαρίων/kg λανδιολόλης κατά τον χρόνο εισαγωγής στην αναισθησία εξασθένησε την αιμοδυναμική ανταπόκριση που προκαλεί η τραχειακή διασωλήνωση. Δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύμητα συμβάντα. Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στις βαθμολογίες κατά Apgar του εμβρύου σε 1 λεπτό και σε 5 λεπτά μεταξύ των ασθενών που έλαβαν και των ασθενών που δεν έλαβαν λανδιολόλη. Λόγω της υψηλής εκλεκτικότητάς της για τους υποδοχείς β1, η λανδιολόλη δεν επηρέασε τις συσπάσεις της μήτρας. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν κλινικά σημαντικές επιδράσεις σε σχέση με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση της λανδιολόλης κατά τη διάρκεια της κύησης. Με βάση τη φαρμακολογική δράση των β-αποκλειστών, στα όψιμα στάδια της κύησης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο έμβρυο και το νεογνό (ιδιαίτερα υπογλυκαιμία, υπόταση και βραδυκαρδία).
Εάν η θεραπεία με λανδιολόλη θεωρείται απαραίτητη, πρέπει να παρακολουθείται η μητροπλακουντιακή αιματική κυκλοφορία και η ανάπτυξη του εμβρύου. Το νεογέννητο πρέπει να παρακολουθείται στενά.
Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η λανδιολόλη/οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της λανδιολόλης στο γάλα. Ο κίνδυνος στο θηλάζον βρέφος δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/ θα αποφευχθεί η θεραπεία με λανδιολόλη λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα Η λανδιολόλη δεν φάνηκε να μεταβάλλει τη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα (βλ. παράγραφο 5.3).
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν εφαρμόζεται.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
α. Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας Η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια (ΑΕ) στη δημοσιευμένη βιβλιογραφία για κλινικές μελέτες (2.382 ασθενείς) και μελέτες θεραπευτικών εκβάσεων/έρευνες κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία (1.257 ασθενείς) για τη λανδιολόλη ήταν υπόταση και βραδυκαρδία (≥ 1 έως < 10%).
Οι ΑΕ παρουσιάζονται παρακάτω υπό μορφή πίνακα ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και συχνότητα.
Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
β. Σύνοψη ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | όχι συχνές: Πνευμονία* σπάνιες: Μεσοθωρακίτιδα* |
|---|---|
| Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος | όχι συχνές: Θρομβοπενία* |
| Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές | όχι συχνές: Υπονατριαιμία* σπάνιες: Υπεργλυκαιμία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | όχι συχνές: Εγκεφαλική ισχαιμία*, κεφαλαλγία σπάνιες: Εγκεφαλικό έμφρακτο, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, επιληπτική κρίση |
| Καρδιακές διαταραχές | συχνές: Βραδυκαρδία όχι συχνές: Κολπική μαρμαρυγή, καρδιακή ανακοπή*, φλεβοκομβική ανακοπή, ταχυκαρδία * σπάνιες: Έμφραγμα του μυοκαρδίου*, κοιλιακή ταχυκαρδία*, σύνδρομο χαμηλής καρδιακής παροχής*, κολποκοιλιακός αποκλεισμός*, αποκλεισμός δεξιού σκέλους*, έκτακτες υπερκοιλιακές συστολές, έκτακτες κοιλιακές συστολές |
| Αγγειακές διαταραχές | συχνές: Υπόταση όχι συχνές: Υπέρταση* σπάνιες: Καταπληξία (σοκ)*, έξαψη* |
| Αναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου | όχι συχνές: Πνευμονικό οίδημα σπάνιες: Άσθμα*, αναπνευστική δυσχέρεια*, αναπνευστική διαταραχή*, βρογχόσπασμος, δύσπνοια*, υποξία* |
| Γαστρεντερικές διαταραχές | όχι συχνές: Έμετος, ναυτία σπάνιες: Κοιλιακή δυσφορία, στοματικό απέκκριμα, απόπνοια |
| Ηπατοχολικές διαταραχές | όχι συχνές: Ηπατική διαταραχή*, υπερχολερυθριναιμία* |
| Διαταραχές του δέρματος | σπάνιες: Ερύθημα, κρύος ιδρώτας* |
| και του υποδόριου ιστού | |
|---|---|
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | σπάνιες: Μυϊκοί σπασμοί |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | σπάνιες: Νεφρική ανεπάρκεια*, οξεία νεφρική βλάβη, ολιγουρία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης | σπάνιες: Πυρεξία*, ρίγη*, δυσφορία στο θώρακα*, άλγος στη θέση χορήγησης μη γνωστές: Άλγος στη θέση εφαρμογής, αντίδραση στη θέση ένεσης, αίσθηση πίεσης |
| Διερευνήσεις | συχνές: Μειωμένη αρτηριακή πίεση όχι συχνές: Μη φυσιολογική αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT /GPT) *, μη φυσιολογική τιμή ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (AST /GOT) *, αυξημένη τρανσφεράση, μη φυσιολογικός αριθμός ερυθροκυττάρων *, μη φυσιολογική αιμοσφαιρίνη*, μη φυσιολογικός αιματοκρίτης*, μη φυσιολογικός αριθμός αιμοπεταλίων, μη φυσιολογική γαλακτική αφυδρογονάση αίματος, μη φυσιολογική ουρία αίματος *, αυξημένη κρεατινίνη αίματος *, μη φυσιολογική κρεατινοφωσφοκινάση αίματος *, μη φυσιολογική ολική πρωτεΐνη*, μη φυσιολογική λευκωματίνη αίματος*, μη φυσιολογικό κάλιο αίματος *, μη φυσιολογική χοληστερόλη αίματος *, μη φυσιολογικός αριθμός λευκοκυττάρων* σπάνιες: Ηλεκτροκαρδιογραφική πτώση τμήματος ST, ηλεκτροκαρδιογράφημα με αναστροφή του κύματος Τ*, παρατεταμένο σύμπλεγμα QRS στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, αυξημένη πνευμονική αρτηριακή πίεση*, μειωμένη PO *, αυξημένη ουρία ούρων*, μη 2 φυσιολογικός αριθμός ουδετεροφίλων, μη φυσιολογική αλκαλική φωσφατάση αίματος*, μη φυσιολογική αλκαλική φωσφατάση λευκοκυττάρων, μη φυσιολογικά ελεύθερα λιπαρά οξέα, μη φυσιολογικά χλωριούχα αίματος, μη φυσιολογική γλυκόζη ούρων*, μη φυσιολογικά τριγλυκερίδια αίματος*, παρουσία πρωτεΐνης στα ούρα* |
* η συχνότητα βασίζεται σε συγκεντρωτική ανάλυση 42 μελετών (δηλ. μελετών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο, με δραστικό φάρμακο, με μη χορήγηση θεραπείας, καθώς και μη ελεγχόμενων μελετών), στο πλαίσιο των οποίων 2.264 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λανδιολόλη.
γ. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Σε μελέτες θεραπευτικών εκβάσεων/έρευνες κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία με , η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητου συμβάντος υπότασης και βραδυκαρδίας ήταν 0,8% και 0,7%, αντίστοιχα (των 1.257 ασθενών). Όλες οι σχετιζόμενες με τη θεραπεία με περιπτώσεις υπότασης και βραδυκαρδίας στις αναφερόμενες μελέτες υποχώρησαν ή βελτιώθηκαν, χωρίς να ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο ή εντός ολίγων λεπτών μετά τη διακοπή της λανδιολόλης και/ή της επιπρόσθετης θεραπείας.
Σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα με βάση τις κλινικές μελέτες/έρευνες κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία:
καταπληξία λόγω υπερβολικής υπότασης αναφέρθηκε σε έναν περιεγχειρητικό ασθενή κλινικής δοκιμής με σοβαρής μορφής αιμορραγία (το συμβάν υποχώρησε 10 λεπτά μετά τη διακοπή της λανδιολόλης, της προσταγλανδίνης και του ισοφλουρανίου). Η καρδιακή ανακοπή, ο πλήρης ΚΚ αποκλεισμός, η φλεβοκομβική παύση, και η σοβαρής μορφής βραδυκαρδία συνδέονταν κυρίως με ηλικιωμένους ασθενείς ή ασθενείς που είχαν υπέρταση ή καρδιακά νοσήματα ως επιπλοκές.
Τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν εάν εμφανισθούν αυτές οι συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες περιγράφονται στην παράγραφο 4.2.
δ. Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί Στη μελέτη LANDI-SEP, στην οποία συμμετείχαν ασθενείς με σήψη, τα ανεπιθύμητα συμβάντα που σχετίζονται με περιλάμβαναν υπόταση [5 συμβάντα σε 98 (5,1%) ασθενείς], βραδυκαρδία [3 συμβάντα σε 98 (2%) ασθενείς] ή μειωμένο καρδιακό ρυθμό [1 συμβάν σε 98 (1%) ασθενείς], καρδιακή δυσλειτουργία
[1 συμβάν σε 98 (1%) ασθενείς], σύνδρομο χαμηλής καρδιακής παροχής [1 συμβάν σε 98 (1%) ασθενείς], αυξημένα ηπατικά ένζυμα [1 συμβάν σε 98 (1%) ασθενείς], αυξημένο γαλακτικό οξύ αίματος [1 συμβάν σε 98 (1%) ασθενείς] και πολυουρία [1 συμβάν σε 98 (1%) ασθενείς].
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας σχετικά με τη χρήση της λανδιολόλης στους ηλικιωμένους. Οι αμφιβολίες αναφορικά με το προφίλ ασφάλειας της λανδιολόλης πρέπει να εξετασθούν, καθώς ανεπιθύμητα συμβάντα θα μπορούσαν επίσης να προκύψουν από τη χρήση συγχορηγούμενων φαρμάκων ή από την αναισθησία.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς:
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040337 Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
http://www.kitrinikarta.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας μπορεί να εμφανισθούν τα ακόλουθα συμπτώματα: Σοβαρής μορφής υπόταση, σοβαρής μορφής βραδυκαρδία, ΚΚ αποκλεισμός, καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιογενής καταπληξία, καρδιακή ανακοπή, βρογχόσπασμος, αναπνευστική ανεπάρκεια, απώλεια της συνείδησης έως κώμα, σπασμοί, ναυτία, έμετος, υπογλυκαιμία, υπερκαλιαιμία.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, δεν πρέπει να χορηγούνται περαιτέρω δόσεις της λανδιολόλης.
Ο χρόνος που απαιτείται για την εξάλειψη των συμπτωμάτων μετά από υπερδοσολογία θα εξαρτηθεί από την ποσότητα λανδιολόλης που χορηγήθηκε. Μολονότι η δράση της λανδιολόλης στη μείωση του καρδιακού ρυθμού μειώνεται γρήγορα μετά τη λήξη της χορήγησης, μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τα 30 λεπτά που παρατηρήθηκαν με τη διακοπή σε θεραπευτικά δοσολογικά επίπεδα.
Με βάση τις παρατηρούμενες κλινικές επιδράσεις, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο εφαρμογής των ακόλουθων γενικών μέτρων:
₋ Βραδυκαρδία: ενδοφλέβια χορήγηση ατροπίνης ή άλλου αντιχολινεργικού φαρμακευτικού προϊόντος και εν συνεχεία ένας β1-διεγέρτης (δοβουταμίνη, κλπ.). Εάν η βραδυκαρδία δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ικανοποιητικά, μπορεί να χρειαστεί τοποθέτηση βηματοδότη.
₋ Βρογχόσπασμος: πρέπει να χορηγηθούν νεφελοποιημένοι β2-διεγέρτες (συμπαθομιμητικά). Εάν αυτή η θεραπεία δεν είναι επαρκής, θα πρέπει να εξετάζεται η ενδοφλέβια χορήγηση β2-διεγερτών (συμπαθομιμητικών) ή αμινοφυλλίνης.
₋ Συμπτωματική υπόταση: ενδοφλέβια χορήγηση υγρών και/ή αγγειοσυσπαστικών παραγόντων.
₋ Καρδιαγγειακή καταστολή ή καρδιαγγειακή καταπληξία: μπορούν να χορηγηθούν διουρητικά (σε περίπτωση πνευμονικού οιδήματος) ή συμπαθομιμητικά. Η δόση των συμπαθομιμητικών (ανάλογα με τα συμπτώματα π.χ. δοβουταμίνη, ντοπαμίνη, νοραδρεναλίνη, αδρεναλίνη κλπ.) εξαρτάται από τη θεραπευτική επίδραση. Σε περίπτωση που απαιτείται περαιτέρω θεραπεία, μπορούν να χορηγηθούν ενδοφλεβίως οι ακόλουθοι παράγοντες: ατροπίνη, ινότροποι παράγοντες, ιόντα ασβεστίου.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: β-αποκλειστές, εκλεκτικοί Κωδικός ATC: C07AB14 Μηχανισμός δράσης / Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η λανδιολόλη είναι ένας υψηλά εκλεκτικός ανταγωνιστής των β1-αδρενεργικών υποδοχέων (η εκλεκτικότητα για αποκλεισμό των β1-υποδοχέων είναι 255 φορές υψηλότερη από την εκλεκτικότητα για αποκλεισμό των β2-υποδοχέων) που αναστέλλει τις θετικές χρονότροπες δράσεις των κατεχολαμινών, αδρεναλίνης και νοραδρεναλίνης, στην καρδιά, όπου επικρατούν οι β1-υποδοχείς. Η λανδιολόλη, όπως άλλοι β-αποκλειστές, θεωρείται ότι μειώνει τον συμπαθητικό τόνο, με αποτέλεσμα τη μείωση του καρδιακού ρυθμού, τη μείωση της αυτόματης πυροδότησης έκτοπων βηματοδοτικών κέντρων, την επιβράδυνση της αγωγής και την αύξηση της ανερέθιστης περιόδου του ΚΚ κόμβου. Σε κλινικές μελέτες, η λανδιολόλη παρείχε έλεγχο της ταχυκαρδίας με εξαιρετικά βραχεία διάρκεια, ταχεία έναρξη και λήξη δράσης και κατέδειξε περαιτέρω αντιισχαιμική και καρδιοπροστατευτική δράση.
Κλινική αποτελεσματικότητα Με βάση δεδομένα 21 δημοσιευμένων κλινικών μελετών, 1.369 ασθενείς με διεγχειρητικές ή παροξυσμικές υπερκοιλιακές ταχυαρρυθμίες (SVT) έλαβαν θεραπεία με λανδιολόλη. Το τελικό σημείο αποτελεσματικότητας καθορίστηκε ως η μείωση του καρδιακού ρυθμού και/ή η ανάταξη σε φλεβοκομβικό ρυθμό για την αντιμετώπιση της φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας ή των υπερκοιλιακών ταχυαρρυθμιών (SVTs).
Για την πρόληψη της κολπικής μαρμαρυγής κατά τη διεγχειρητική περίοδο και για την αντιμετώπιση ή την πρόληψη ανεπιθύμητων αιμοδυναμικών και άλλων αποκρίσεων σε συγκεκριμένα ερεθίσματα που σχετίζονται με επεμβατικές διαδικασίες, 3.039 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λανδιολόλη. Ο έλεγχος του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης ήταν οι κύριες παράμετροι αποτελεσματικότητας σε αυτές τις μελέτες. Παρατηρήθηκε σημαντική μείωση του καρδιακού ρυθμού ή πρόληψη των απότομων αυξήσεων του καρδιακού ρυθμού στους ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λανδιολόλη.
Παιδιατρικός πληθυσμός Το Rapibloc πυκνό διάλυμα δεν συνιστάται για χρήση στον παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. παράγραφο 4.2).
Τα δεδομένα σχετικά με τη θεραπεία των υπερκοιλιακών ταχυαρρυθμιών με μια διαφορετική φαρμακοτεχνική μορφή της λανδιολόλης (δηλ., κόνις για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση) στα παιδιά είναι περιορισμένα και βασίζονται σε δημοσιευμένη βιβλιογραφία. Μια συνεχής έγχυση 4 μικρογραμμαρίων/kg σωματικού βάρους/λεπτό λανδιολόλης μείωσε τον καρδιακό ρυθμό και επανέφερε τον φυσιολογικό φλεβοκομβικό ρυθμό σε ένα βρέφος 3 μηνών με μετεγχειρητική κομβική έκτοπη ταχυκαρδία (JET).
Τέσσερεις ασθενείς ηλικίας 14 ημερών έως 2 ετών που ανέπτυξαν μετεγχειρητική JET υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λανδιολόλη. Σε όλους τους ασθενείς η χορήγηση λανδιολόλης στο δοσολογικό εύρος των 1,0 έως 10,0 μικρογραμμαρίων/kg σωματικού βάρους/λεπτό επέφερε επιτυχή έλεγχο του ρυθμού. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητα συμβάντα όπως βραδυκαρδία, υπόταση ή υπογλυκαιμία.
Σε μια αναδρομική ανάλυση, 12 ασθενείς ηλικίας 4 ημερών έως 9 ετών που διαγνώστηκαν με μετεγχειρητικές ταχυαρρυθμίες υποβλήθηκαν σε θεραπεία με λανδιολόλη (η μέση δόση συντήρησης ήταν 6,8 ± 0,9 μικρογραμμάρια/kg σωματικού βάρους/λεπτό) για τη μείωση του καρδιακού ρυθμού ή την ανάταξη σε φλεβοκομβικό ρυθμό. Οι ταχυαρρυθμίες ανατάχθηκαν σε φλεβοκομβικό ρυθμό στο 70,0% των περιπτώσεων και ο μέσος χρόνος που απαιτήθηκε για την επίτευξη μείωσης του καρδιακού ρυθμού ήταν 2,3 ± 0,5 ώρες. Βραδυκαρδία παρατηρήθηκε σε έναν ασθενή που υποβλήθηκε σε θεραπεία με λανδιολόλη στη δόση των 10 μικρογραμμαρίων/kg σωματικού βάρους/λεπτό.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η μέση μέγιστη συγκέντρωση της λανδιολόλης στο πλάσμα ήταν 316 ng/ml, 847 ng/ml και 1.269 ng/ml, αντίστοιχα, ακολούθως εφάπαξ ταχείας ενδοφλέβιας χορήγησης των 0,1 mg/kg, 0,2 mg/kg ή 0,3 mg/kg σε υγιείς εθελοντές για ένα διάστημα 15, 30 και 45 δευτερολέπτων. Λόγω των μοριακών χαρακτηριστικών της λανδιολόλης (χαμηλό μοριακό βάρος περίπου 0,5 kDa και χαμηλή ικανότητα δέσμευσης με τις πρωτεΐνες), δεν προβλέπεται σημαντική επαναρρόφηση με ενεργητική μεταφορά μέσω των μεταφορέων πρόσληψης OAT1, OAT3 ή OCT2 στους νεφρούς.
Κατανομή Ο όγκος κατανομής της λανδιολόλης ήταν 0,3 l/kg – 0,4 l/kg μετά από εφάπαξ ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση 100 - 300 μικρογραμμαρίων/kg ή σε σταθερή κατάσταση κατά τη διάρκεια της έγχυσης 20 - 80 μικρογραμμαρίων/kg/λεπτό λανδιολόλης.
Η σύνδεση της λανδιολόλης με τις πρωτεΐνες είναι χαμηλή (< 10%) και δοσοεξαρτώμενη.
Βιομετασχηματισμός Η λανδιολόλη μεταβολίζεται μέσω υδρόλυσης του εστερικού της τμήματος. In vitro και in vivo δεδομένα υποδεικνύουν ότι η λανδιολόλη μεταβολίζεται κυρίως στο πλάσμα από ψευδοχολινεστεράσες και καρβοξυλεστεράσες. Η υδρόλυση απελευθερώνει κετάλη (το αλκοολικό συστατικό) η οποία διασπάται περαιτέρω για να αποδώσει γλυκερόλη και ακετόνη, και το συστατικό καρβοξυλικό οξύ (μεταβολίτης M1), το οποίο υφίσταται ακολούθως βήτα-οξείδωση για τον σχηματισμό του μεταβολίτη M2 (ένα υποκατεστημένο βενζοϊκό οξύ). Ο αποκλεισμός των β1-αδρενεργικών υποδοχέων από τους μεταβολίτες της λανδιολόλης M1 και M2 είναι 1/200 ή λιγότερο από τη μητρική ένωση γεγονός που δείχνει αμελητέα επίδραση στη φαρμακοδυναμική λαμβάνοντας υπόψη τη μέγιστη συνιστώμενη δόση λανδιολόλης.
Ούτε η μητρική ουσία λανδιολόλη ούτε οι μεταβολίτες M1 και M2 έδειξαν ανασταλτική δράση στη μεταβολική δραστηριότητα διαφορετικών μοριακών ισομορφών του κυτοχρώματος P450 (CYP1A2, 2C9, 2C19, 2D6 και 3A4) in vitro. Το περιεχόμενο του κυτοχρώματος P450 δεν επηρεάστηκε σε επίμυες μετά από επαναλαμβανόμενη ενδοφλέβια χορήγηση λανδιολόλης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για πιθανή επίδραση της λανδιολόλης ή των μεταβολιτών της στην επαγωγή του CYP P450 ή χρονοεξαρτώμενη αναστολή.
Αποβολή Στον άνθρωπο, η κύρια οδός απέκκρισης της λανδιολόλης είναι τα ούρα. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, περίπου το 75% της χορηγούμενης δόσης (54,4% ως μεταβολίτης M1 και 11,5% ως μεταβολίτης M2)
απεκκρίνεται εντός 4 ωρών. Η βασική οδός απέκκρισης/αποβολής της λανδιολόλης είναι μέσω των ούρων με ρυθμό απέκκρισης στα ούρα για τη λανδιολόληκαι τους κύριους μεταβολίτες της M1 και M2 > 99% εντός 24 ωρών.
Η ολική σωματική κάθαρση της λανδιολόλης ήταν 66,1 ml/kg/min, 57,3 ml/kg/min, και 54,1 ml/kg/min μετά από εφάπαξ ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση των 0,1 mg/kg, 0,2 mg/kg ή 0,3 mg/kg σε υγιείς εθελοντές.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λανδιολόλης ήταν 3,20 - 3,63 λεπτά μετά από εφάπαξ ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση των 0,1 mg/kg, 0,2 mg/kg ή 0,3 mg/kg.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα Η λανδιολόλη παρουσίασε γραμμική σχέση δόσης συγκέντρωσης στο πλάσμα σε όλο το φάσμα των συνιστώμενων δόσεων.
Ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική δυσλειτουργία Η επίδραση της ηπατικής λειτουργίας στη φαρμακοκινητική της λανδιολόλης διερευνήθηκε σε έξι ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (5 ασθενείς με σταδίου Α κατά Child-Pugh, ένας ασθενής με σταδίου Β κατά Child-Pugh, μέσα επίπεδα χολινεστεράσης στο πλάσμα -62%) και έξι υγιείς εθελοντές. Οι ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία παρουσίασαν μείωση στον όγκο κατανομής της λανδιολόλης και αύξηση των επιπέδων της λανδιολόλης στο πλάσμα κατά 40%. Ο χρόνος ημίσειας ζωής και η αποβολή της λανδιολόλης δεν διαφέρουν από τους υγιείς ενήλικες.
Η φαρμακοκινητική σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν έχει αξιολογηθεί.
Τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της λανδιολόλης μελετήθηκαν σε ασθενείς (n=7) με σηπτική καταπληξία που υποβλήθηκαν σε θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης. Η συμβολή της κάθαρσης από την αιμοδιάλυση στη συνολική κάθαρση της λανδιολόλης ήταν περίπου 2% και θεωρήθηκε αμελητέα. Για τον μεταβολίτη Μ1 της λανδιολόλης, η συμβολή της κάθαρσης από την αιμοδιάλυση στη συνολική κάθαρση της λανδιολόλης ήταν περίπου 30%. Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση της λανδιολόλης και του μεταβολίτη της Μ1 κατά την περίοδο της μελέτης διάρκειας 8 ωρών. Τα αποτελέσματα της κλινικής μελέτης υποδεικνύουν ότι δεν απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χορήγηση λανδιολόλης σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία νεφρικής υποκατάστασης.
Καυκάσια και Ασιατική φυλή Δεν παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της λανδιολόληςμεταξύ Καυκασίων και Ιαπώνων.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας εφάπαξ και επαναλαμβανόμενων δόσεων, και γονοτοξικότητας Δεν παρατηρήθηκε τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα ή στην ανάπτυξη από τη λανδιολόλη σε κλινικά σχετικούς ρυθμούς έγχυσης και επίπεδα έκθεσης. Σε μια μελέτη που αφορούσε έμβρυα επίμυων, το χαμηλότερο NOAEL που αναγνωρίστηκε ήταν 25 mg/kg/min, το οποίο είναι 100 φορές μεγαλύτερο από τον μέγιστο κλινικό ρυθμό έγχυσης.
Απέκκριση της λανδιολόλης στο γάλα παρατηρήθηκε μετά από bolus IV χορήγηση 1 mg/kg λανδιολόλης σε θηλάζοντες επίμυες, ενώ τα επίπεδα στο γάλα ξεπερνούσαν τις συγκεντρώσεις στο μητρικό πλάσμα.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Υδροξυπροπυλ-betadex Πολυαιθυλενογλυκόλη 300 Αιθανόλη 96% Χλωριούχο νάτριο Χλωριούχο κάλιο Φωσφορικό δινάτριο Δισόξινο φωσφορικό κάλιο Ύδωρ για ενέσιμα
6.2 Ασυμβατότητες
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμειγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα εκτός αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 6.6.
6.3 Διάρκεια ζωής
18 μήνες Η χημική και φυσική σταθερότητα κατά τη χρήση μετά την αραίωση έχει καταδειχθεί για 24 ώρες σε θερμοκρασία 25°C. Από μικροβιολογική άποψη, συνιστάται η άμεση χρήση του προϊόντος. Εάν δεν χρησιμοποιηθεί αμέσως, οι χρόνοι φύλαξης κατά τη χρήση και οι συνθήκες φύλαξης πριν από τη χρήση είναι ευθύνη του χρήστη. Μην καταψύχετε.
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Φυλάσσετε σε ψυγείο (2°C – 8°C). Για τη φύλαξη του αραιωμένου προϊόντος, βλέπε παράγραφο 6.3.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Φύσιγγα των 3 ml από άχρωμο γυαλί (Τύπου 1), που περιέχει 2 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή ενέσιμου διαλύματος.
Συσκευασία των πέντε φυσίγγων ανά κουτί.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Το Rapibloc πυκνό διάλυμα δεν πρέπει να χορηγείται χωρίς αραίωση.
Για μία μόνο χρήση.
Οδηγίες χρήσης Προετοιμάστε ένα διάλυμα των 2 mg/ml αραιώνοντας 2 ml πυκνού διαλύματος με 8 ml ενός από τα ακόλουθα διαλύματα:
• Διάλυμα NaCl 9 mg/ml (0,9%)
• Διάλυμα γλυκόζης 50 mg/ml (5%)
• Διάλυμα Ringer
• Διάλυμα Ringer-lactate Πληροφορίες για το pH και την ωσμωτικότητα των διαλυμάτων λανδιολόλης που είναι έτοιμα για χορήγηση
| Υδροχλωρική λανδιολόλη 20 mg/2 ml πυκνό διάλυμα αραιωμένο με | pH | Ωσμωτικότητα [Osm/kg] |
|---|---|---|
| Αραιωμένο διάλυμα (χωρίς ορατά σωματίδια) | ||
| Διάλυμα NaCl 9 mg/ml (0,9%) | 6,3 | 1,896 |
| Διάλυμα γλυκόζης 50 mg/ml (5%) | 6,4 | 1,918 |
| Διάλυμα Ringer | 6,3 | 1,799 |
| Διάλυμα Ringer-lactate | 6,4 | 1,802 |
Τα αραιωμένα διαλύματα πρέπει να εξετάζονται οπτικά για ορατά σωματίδια και αποχρωματισμό. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο διαυγή και άχρωμα διαλύματα.
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Amomed Pharma GmbH Leopold-Ungar-Platz 2 1190 Βιέννη Αυστρία
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
111245/19-11-2021
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 15 Νοεμβρίου 2017 Ημερομηνία ανανέωσης της άδειας : 19 Νοεμβρίου 2021
10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
10/2025