1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
RELPAX 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία RELPAX 40 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
RELPAX 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 20 mg ελετριπτάνης (ως υδροβρωμική).
Έκδοχα με γνωστές δράσεις: 23 mg λακτόζης και 0,036 mg Sunset yellow, RELPAX 40 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκίαΚάθε επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο περιέχει 40 mg ελετριπτάνης (ως υδροβρωμική).
Έκδοχα με γνωστές δράσεις: 46,000 mg Λακτόζης 0,072 mg Sunset yellow Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλ. παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο [δισκίο].
RELPAX 20 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Στρογγυλά, κυρτά, πορτοκαλί χρώματος δισκία, που φέρουν χαραγμένο τον κωδικό ‘REP 20’ στη μία πλευρά και το σήμα ‘Pfizer’ στην άλλη.
RELPAX 40 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Στρογγυλά, κυρτά, πορτοκαλί χρώματος δισκία, που φέρουν χαραγμένο τον κωδικό ‘REP 40’ στη μία πλευρά και το σήμα ‘Pfizer’ στην άλλη.
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το RELPAX ενδείκνυται σε ενήλικες για την οξεία θεραπεία της φάσης της κεφαλαλγίας των ημικρανικών κρίσεων, με ή χωρίς αύρα.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Τα δισκία RELPAX πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν νωρίτερα μετά την έναρξη της κεφαλαλγίας της ημικρανίας, αλλά είναι επίσης αποτελεσματικά αν ληφθούν σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο κατά τη διάρκεια της κρίσης της ημικρανίας.
Δεν έχει αποδειχτεί ότι, το RELPAX προλαμβάνει την εκδήλωση της κεφαλαλγίας της ημικρανίας, εάν ληφθεί κατά τη διάρκεια της φάσης της αύρας και, επομένως, πρέπει να λαμβάνεται μόνο κατά τη διάρκεια της φάσης της κεφαλαλγίας της ημικρανικής κρίσης.
Τα δισκία RELPAX δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται προληπτικά.
Ενήλικες (ηλικίας 18-65 ετών):
Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 40 mg.
Εάν η κεφαλαλγία επανέλθει μέσα σε 24 ώρες: Εάν η κεφαλαλγία της ημικρανίας επανέλθει μέσα σε 24 ώρες από την αρχική ανταπόκριση, μία δεύτερη δόση, ίδιας περιεκτικότητας, του RELPAX έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της επανεμφάνισης. Εάν απαιτείται δεύτερη δόση, δεν πρέπει να λαμβάνεται μέσα στις 2 πρώτες ώρες από τη λήψη της αρχικής δόσης.
Εάν δεν υπάρξει ανταπόκριση: Εάν η κεφαλαλγία του ασθενή δεν ανταποκριθεί μέσα σε 2 ώρες στην πρώτη δόση του RELPAX, δε θα πρέπει να ληφθεί δεύτερη δόση για την ίδια κρίση ημικρανίας, καθώς οι κλινικές μελέτες δεν έχουν αποδείξει επαρκώς αποτελεσματικότητα με τη δεύτερη δόση. Οι κλινικές μελέτες δείχνουν ότι, οι ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στη θεραπεία μιας κρίσης, είναι πιθανό να ανταποκριθούν στη θεραπεία μιας επακόλουθης κρίσης.
Οι ασθενείς, στους οποίους δεν έχει επιτευχθεί επαρκής αποτελεσματικότητα μετά από μία κατάλληλη χορήγηση των 40 mg (π.χ. καλή ανοχή στο φάρμακο και αποτυχία ανταπόκρισης σε 2 από 3 κρίσεις), μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά με 80 mg (2 x 40 mg) σε κάποια επόμενη κρίση ημικρανίας (βλ. παράγραφο 5.1). Δεύτερη δόση των 80 mg δε θα πρέπει να λαμβάνεται μέσα σε 24 ώρες.
Η μέγιστη ημερήσια δόση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 80 mg (βλ. παράγραφο 4.8).
Ηλικιωμένοι ασθενείς Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του RELPAX σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών δεν έχει αξιολογηθεί συστηματικά, λόγω του μικρού αριθμού των ασθενών των ηλικιών αυτών στις κλινικές δοκιμές. Κατά συνέπεια, η χρήση του RELPAX δεν συνιστάται σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός Έφηβοι (ηλικίας 12-17 ετών)
Η αποτελεσματικότητα του RELPAX σε εφήβους, ηλικίας 12 έως 17 ετών, δεν έχει τεκμηριωθεί. Τα τρέχοντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Παιδιά (ηλικίας 6-11 ετών)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του RELPAX σε παιδιά, ηλικίας 6 έως 11 ετών, δεν έχει τεκμηριωθεί. Τα τρέχοντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 5.2, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπιας έως μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία. Λόγω του ότι, το RELPAX δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία, η χρήση του στους ασθενείς αυτούς αντενδείκνυται.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Λόγω του ότι, η επίδραση του RELPAX στην αρτηριακή πίεση ενισχύεται σε περίπτωση νεφρικής δυσλειτουργίας (βλέπε παράγραφο 4.4), συνιστάται αρχική δόση 20 mg σε ασθενείς με ήπιας έως μέτριας βαρύτητας νεφρική δυσλειτουργία. Η μέγιστη ημερήσια δόση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg. Το RELPAX αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία.
Τρόπος χορήγησης Τα δισκία πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα μαζί με νερό.
4.3 Αντενδείξεις
Το RELPAX αντενδείκνυται σε ασθενείς με
• υπερευαισθησία στην υδροβρωμική ελετριπτάνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
• σοβαρή ηπατική ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
• μετρίως σοβαρή ή σοβαρή υπέρταση ή ήπια υπέρταση χωρίς θεραπεία.
• επιβεβαιωμένη στεφανιαία νόσο, που περιλαμβάνει ισχαιμική καρδιακή νόσο (στηθάγχη, προηγούμενο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή επιβεβαιωμένη σιωπηλή ισχαιμία). Ασθενείς με αγγειόσπασμο της στεφανιαίας αρτηρίας (στηθάγχη Prinzmental’s), αντικειμενικά ή υποκειμενικά συμπτώματα ισχαιμικής καρδιοπάθειας.
• σοβαρές αρρυθμίες ή καρδιακή ανεπάρκεια.
• περιφερική αγγειοπάθεια.
• ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ) ή παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου (TIA).
Χορήγηση εργοταμίνης ή παραγώγων εργοταμίνης (περιλαμβανομένης της μεθυσεργίδης), μέσα σε 24 ώρες πριν από ή μετά τη θεραπεία με ελετριπτάνη (βλέπε παράγραφο 4.5).
Ταυτόχρονη χορήγηση της ελετριπτάνης με άλλους αγωνιστές των 5-HT υποδοχέων.
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Το RELPAX δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται μαζί με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, π.χ.
κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ζοσαμυκίνη και αναστολείς πρωτεάσης (ριτοναβίρη, ινδιναβίρη και νελφιναβίρη).
Το RELPAX θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο όταν υπάρχει σαφής διάγνωση ημικρανίας. Το RELPAX δεν ενδείκνυται για την αντιμετώπιση της ημιπληγικής, της οφθαλμοπληγικής ή της σπονδυλοβασικής ημικρανίας.
Το RELPAX δε θα πρέπει να δίνεται για τη θεραπεία ‘άτυπων’ κεφαλαλγιών, δηλαδή, κεφαλαλγιών που μπορεί να σχετίζονται με πιθανές σοβαρές καταστάσεις (εγκεφαλικό επεισόδιο, ρήξη ανευρύσματος), όπου η σύσπαση των εγκεφαλικών αγγείων μπορεί να είναι επιβλαβής.
Η χρήση της ελετριπτάνης μπορεί να συνοδεύεται με την εμφάνιση παροδικών συμπτωμάτων, που περιλαμβάνουν θωρακικό άλγος και αίσθημα σύσφιγξης του θώρακα, τα οποία μπορεί να είναι
έντονα και να επεκτείνονται και στο λαιμό (βλέπε παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια ότι τα συμπτώματα αυτά υποδηλώνουν ισχαιμική καρδιοπάθεια, δεν θα πρέπει να λαμβάνεται επιπλέον δόση και θα πρέπει να γίνεται κατάλληλη εκτίμηση της κατάστασης.
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια Το RELPAX δε θα πρέπει να χορηγείται, χωρίς να έχει προηγηθεί εκτίμηση της κατάστασης, σε ασθενείς στους οποίους είναι πιθανή η ύπαρξη μη διαγνωσμένης καρδιακής νόσου ή σε ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίας νόσου [π.χ. ασθενείς με υπέρταση, διαβήτη, καπνιστές ή χρήστες υποκατάστατων νικοτίνης, άνδρες ηλικίας μεγαλύτερης των 40 ετών, γυναίκες στη μετεμμηνοπαυσιακή περίοδο και άτομα με επιβαρημένο οικογενειακό ιστορικό στεφανιαίας νόσου].
Οι καρδιολογικές εκτιμήσεις μπορεί να μην αναγνωρίσουν όλους τους ασθενείς που πάσχουν από καρδιοπάθεια και, σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, έχουν συμβεί σοβαρά καρδιακά συμβάντα σε ασθενείς χωρίς υποκείμενη καρδιαγγειακή νόσο κατά τη χορήγηση αγωνιστών των 5-HT υποδοχέων.
Σε ασθενείς, στους οποίους έχει επιβεβαιωθεί η διάγνωση στεφανιαίας νόσου, δε θα πρέπει να χορηγείται το RELPAX (βλέπε παράγραφο 4.3).
Οι αγωνιστές των 5-HT υποδοχέων έχουν συσχετιστεί με στεφανιαίο αγγειοσπασμό. Σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν αναφερθεί ισχαιμία του μυοκαρδίου ή έμφραγμα με τη χρήση αγωνιστών των 5- HT υποδοχέων.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να είναι περισσότερο συχνές κατά την ταυτόχρονη χρήση τριπτανών και φυτικών σκευασμάτων που περιέχουν Hypericum perforatum (Υπερικό/βαλσαμόχορτο/St.John’s wort).
Μέσα στο εύρος διακύμανσης της κλινικής δοσολογίας παρατηρήθηκαν μικρές και παροδικές αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης με δόσεις ελετριπτάνης 60 mg ή μεγαλύτερες. Ωστόσο, αυτές οι αυξήσεις δεν συσχετίστηκαν με κλινικές επιπτώσεις κατά το πρόγραμμα των κλινικών δοκιμών. Η επίδραση αυτή ήταν πολύ πιο έντονη σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία και σε ηλικιωμένους. Σε άτομα με διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας, η διακύμανση στις μέσες μέγιστες αυξήσεις της συστολικής αρτηριακής πίεσης ήταν 14-17 mmHg (φυσιολογικά 3 mmHg) και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης ήταν 14-21 mmHg (φυσιολογικά 4 mmHg). Σε ηλικιωμένα άτομα, η μέση μέγιστη αύξηση της συστολικής αρτηριακής πίεσης ήταν 23 mmHg σε σύγκριση με 13 mmHg σε νέα ενήλικα άτομα (εικονικό φάρμακο 8 mmHg). Επίσης, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, έχουν ληφθεί αναφορές για αύξηση της αρτηριακής πίεσης ασθενών, οι οποίοι ελάμβαναν δόσεις ελετριπτάνης 20 mg και 40 mg, καθώς επίσης και για ασθενείς, οι οποίοι δεν έπασχαν από νεφρική δυσλειτουργία και δεν ήταν ηλικιωμένοι.
Κεφαλαλγίες λόγω παρατεταμένης χρήσης φαρμάκων Η παρατεταμένη χρήση οποιουδήποτε παυσίπονου φαρμάκου για τις κεφαλαλγίες, μπορεί να επιδεινώσει τις κεφαλαλγίες. Εάν παρουσιάζεται αυτή η κατάσταση ή υπάρχει υποψία ότι συμβαίνει, θα πρέπει να ζητηθεί ιατρική συμβουλή και να διακόπτεται η θεραπεία.
Η διάγνωση κεφαλαλγίας λόγω παρατεταμένης χρήσης φαρμάκων θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς, οι οποίοι έχουν συχνές ή καθημερινές κεφαλαλγίες παρά ή λόγω της τακτική χρήσης φαρμάκων κατά της κεφαλαλγίας.
Σύνδρομο σεροτονίνης Το σύνδρομο σεροτονίνης (συμπεριλαμβανομένων τροποποιημένης ψυχικής κατάστασης, αυτόνομης αστάθειας και νευρομυϊκών ανωμαλιών) έχει αναφερθεί μετά από ταυτόχρονη θεραπεία με τριπτάνες και εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) ή αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νοραδρεναλίνης (SNRIs). Αυτές οι αντιδράσεις μπορεί να είναι σοβαρές. Αν η συγχορήγηση της ελετριπτάνης με έναν SSRI ή SNRI είναι κλινικά δικαιολογημένη, συνιστάται η κατάλληλη παρακολούθηση του ασθενούς, ειδικά κατά την έναρξη της θεραπείας, με αυξήσεις της δόσης ή με προσθήκη κάποιου άλλου σεροτονινεργικού φαρμάκου (βλ. παράγραφο 4.5).
Έκδοχα
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης, δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει επίσης sunset yellow, το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
Τα δισκία RELPAX 20 mg και 40 mg περιέχουν λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο.
Ασθενείς που ακολουθούν διατροφή χαμηλή σε νάτριο μπορούν να ενημερωθούν ότι αυτά τα φαρμακευτικά προϊόντα είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερα νατρίου».
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στην ελετριπτάνη Στις βασικές κλινικές δοκιμές της ελετριπτάνης δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αλληλεπίδραση της με β-αποκλειστές, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης και φλουναριζίνη, αλλά, δεν υπάρχουν στοιχεία από επίσημες κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης με αυτά τα φάρμακα (εκτός των μελετών με προπρανολόλη, βλέπε παρακάτω).
Πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση κλινικών μελετών υπέδειξε ότι τα ακόλουθα φαρμακευτικά προϊόντα (β-αποκλειστές, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης με οιστρογόνα, από του στόματος αντισυλληπτικά που περιέχουν οιστρογόνα και αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου) δεν είναι πιθανόν να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες της ελετριπτάνης.
Η ελετριπτάνη δεν αποτελεί υπόστρωμα της ΜΑΟ. Συνεπώς, δεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις μεταξύ της ελετριπτάνης και των αναστολέων της ΜΑΟ. Συνεπώς, δεν έχει πραγματοποιηθεί επισήμως οποιαδήποτε μελέτη αλληλεπίδρασης.
Σε κλινικές μελέτες με προπρανολόλη (160 mg), βεραπαμίλη (480 mg) και φλουκοναζόλη (100 mg) η C της ελετριπτάνης ήταν αυξημένη κατά 1,1, 2,2 και 1,4 φορές, αντίστοιχα. Η αύξηση στην AUC max της ελετριπράνης ήταν κατά 1,3, 2,7 και 2,0 φορές, αντίστοιχα. Οι επιδράσεις αυτές δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές, λόγω του ότι δεν συνοδεύονταν με αύξηση της αρτηριακής πίεσης ή ανεπιθύμητες ενέργειες, σε σύγκριση με τη χορήγηση της ελετριπτάνης μόνο.
Σε κλινικές μελέτες με ερυθρομυκίνη (1000 mg) και κετοκοναζόλη (400 mg), που αποτελούν ειδικούς και ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, παρατηρήθηκαν σημαντικές αυξήσεις της C (2 και 2,7 max φορές), αντίστοιχα και της AUC (3,6 και 5,9 φορές), αντίστοιχα της ελετριπτάνης. Η αυξημένη αυτή έκθεση στην ελετριπτάνη συσχετίστηκε με αύξηση του χρόνου ημιζωής (t ) της από 4,6 σε 7,1 ώρες για την ερυθρομυκίνη και από 4,8 σε 8,3 ώρες για την κετοκοναζόλη (βλέπε παράγραφο 5.2). Κατά συνέπεια, το RELPAX δεν πρέπει να δίδεται μαζί με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4, π.χ.
κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη, κλαριθρομυκίνη, ζοσαμυκίνη και αναστολείς πρωτεάσης (ριτοναβίρη, ινδιναβίρη και νελφιναβίρη).
Σε κλινικές μελέτες με καφεΐνη/εργοταμίνη που χορηγήθηκε από το στόμα 1 και 2 ώρες μετά την ελετριπτάνη, παρατηρήθηκαν μικρές αθροιστικές αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης, οι οποίες είναι αναμενόμενες με βάση την φαρμακολογία των δύο φαρμάκων. Επομένως συνιστάται όπως φαρμακευτικές αγωγές που περιέχουν εργοταμίνη ή παράγωγα εργοταμίνης (π.χ. διυδροεργοταμίνη)
να μη λαμβάνονται εντός 24 ωρών από τη λήψη της ελετριπτάνης. Αντιστρόφως, τουλάχιστον 24 ώρες πρέπει να περάσουν μετά τη λήψη κάποιου παρασκευάσματος που περιέχει εργοταμίνη πριν να χορηγηθεί ελετριπτάνη.
Επίδραση της ελετριπτάνης σε άλλα φάρμακα
Δεν υπάρχουν ενδείξεις in vitro ή in vivo που να υποδηλώνουν ότι οι κλινικές δόσεις (και οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις) της ελετριπτάνης αναστέλλουν ή επάγουν τα ένζυμα μεταβολισμού του κυτοχρώματος P450, συμπεριλαμβανομένου του CYP3A4 και κατά συνέπεια δεν θεωρείται πιθανό ότι η ελετριπτάνη προκαλεί κλινικά σημαντικές φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις που να οφείλονται στη δράση αυτών των ενζύμων.
Εκλεκτικοί Αναστολείς Επαναπρόσληψης της Σεροτονίνης (SSRIs) / Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης-Νοραδρεναλίνης (SNRIs) και Σύνδρομο Σεροτονίνης:
Έχουν υπάρξει αναφορές, οι οποίες περιγράφουν ασθενείς με συμπτώματα που ομοιάζουν με το σύνδρομο σεροτονίνης (συμπεριλαμβανομένων τροποποιημένης ψυχικής κατάστασης, αυτόνομης αστάθειας και νευρομυϊκών ανωμαλιών) μετά τη χρήση εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs) ή αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νοραδρεναλίνης (SNRIs) και τριπτανών (βλ. παράγραφο 4.4).
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Εγκυμοσύνη: Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα από εκθέσεις εγκύων γυναικών στο RELPAX. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν υποδεικνύουν άμεση ή έμμεση βλαπτική επίδραση του φαρμάκου στην κύηση, την ανάπτυξη του εμβρύου, τον τοκετό ή τη μετά τη γέννηση ανάπτυξη του βρέφους. Το RELPAX θα πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο εάν είναι απόλυτα αναγκαίο.
Θηλασμός: Η ελετριπτάνη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Σε μία μελέτη με 8 γυναίκες που έλαβαν μια μονήρη δόση 80 mg, η μέση ολική ποσότητα της ελετριπτάνης στο μητρικό γάλα μέσα σε 24 ώρες, σε αυτή την ομάδα, ήταν το 0,02% της δόσης. Ωστόσο, επιβάλλεται προσοχή όταν εξετάζεται η χορήγηση του RELPAX σε γυναίκες που θηλάζουν. Η έκθεση του εμβρύου μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με το να αποφεύγεται ο θηλασμός για 24 ώρες μετά τη θεραπεία.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών
Το RELPAX έχει μέτρια επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών. Η ημικρανία ή η θεραπεία με RELPAX μπορεί να προκαλέσει υπνηλία ή ζάλη σε μερικούς ασθενείς. Οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται να εκτιμούν την ικανότητά τους να εκτελούν εξειδικευμένες δραστηριότητες, όπως οδήγηση, κατά τη διάρκεια της κρίσης της ημικρανίας, καθώς και μετά τη χορήγηση του RELPAX
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας Το RELPAX έχει χορηγηθεί κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών σε περισσότερους από 5.000 ασθενείς, οι οποίοι έλαβαν μία ή δύο δόσεις RELPAX των 20 ή 40 ή 80 mg. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αδυναμία, υπνηλία, ναυτία και ζάλη. Σε τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες με δόσεις 20, 40 και 80 mg, η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών εμφάνισε μια δοσοεξαρτώμενη τάση.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες (με μία επίπτωση ≥ 1% και μεγαλύτερη από αυτή του εικονικού φαρμάκου) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που τους χορηγήθηκαν θεραπευτικές δόσεις σε κλινικές δοκιμές. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται ανάλογα με τη συχνότητα εμφάνισής τους σε: συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) ή σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000).
Κατηγορία Οργανικού Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες
| Συστήματος | |||
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: | φαρυγγίτιδα και ρινίτιδα | λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: | λεμφαδενοπάθεια | ||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: | ανορεξία | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές: | διαταραχές της σκέψης, διέγερση, σύγχυση, αποπροσωποποίηση, ευφορία, κατάθλιψη και αϋπνία | συναισθηματική αστάθεια | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος: | υπνηλία, κεφαλαλγία, ζάλη, αιμωδίες ή διαταραχές της αισθητικότητα ς, υπερτονία, υπαισθησία και μυασθένεια | τρόμος, υπεραισθησία, αταξία, υποκινησία, διαταραχές του λόγου, λήθαργος και αλλοίωση της γεύσης | |
| Οφθαλμικές διαταραχές: | μη φυσιολογική όραση, οφθαλμικό άλγος, φωτοφοβία και διαταραχές δακρύρροιας | επιπεφυκίτιδα | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: | ίλιγγος | ωταλγία, εμβοές | |
| Καρδιακές διαταραχές: | αίσθημα παλμών και ταχυκαρδία | βραδυκαρδία | |
| Αγγειακές διαταραχές: | έξαψη | περιφερική αγγειοπάθεια | καταπληξία |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου: | συσφιγκτικό αίσθημα στην περιοχή του λαιμού | δύσπνοια, αναπνευστικές διαταραχές και χάσμημα | άσθμα και αλλοίωση της φωνής |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: | κοιλιακό άλγος, ναυτία, ξηροστομία και δυσπεψία | διάρροια και γλωσσίτιδα | δυσκοιλιότητα, οισοφαγίτιδα, οίδημα γλώσσας και ερυγές |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: | υπερχολερυθριναιμία και αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: | εφίδρωση | εξάνθημα και κνησμός | δερματικές διαταραχές και κνίδωση |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και | οσφυαλγία, μυαλγία | αρθραλγία, πόνοι σε αρθρώσεις και οστά | αρθρίτιδα, μυοπάθεια και δεσμιδώσεις |
| οστικές διαταραχές: | |||
|---|---|---|---|
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: | συχνουρία, διαταραχές των ουροφόρων οδών και πολυουρία | ||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: | μαστοδυνία και μηνορραγία | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: | αίσθηση θερμού, εξασθένιση, θωρακικά συμπτώματα (άλγος, αίσθημα συσφίξεως, πίεση), φρίκια και άλγος | αίσθημα κακουχίας, οίδημα προσώπου, δίψα, οίδημα και περιφερικό οίδημα |
Οι συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με την ελετριπτάνη είναι οι τυπικές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρούνται με τα φάρμακα που ανήκουν στην κατηγορία των αγωνιστών των υποδοχέων 5-HT1.
Στην αποκτηθείσα εμπειρία, μετά την κυκλοφορία του προϊόντος στην αγορά, παρατηρήθηκαν οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: αλλεργικές αντιδράσεις, κάποιες από τις οποίες μπορεί να είναι σοβαρές, συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος Διαταραχές του νευρικού συστήματος: σύνδρομο σεροτονίνης, σπάνια περιπτώσεις συγκοπής, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο Αγγειακές διαταραχές: υπέρταση Καρδιακές διαταραχές: ισχαιμία ή έμφραγμα του μυοκαρδίου, στεφανιαίος αρτηριοσπασμός Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: όπως και με κάποιους άλλους 5HT 1B/1D αγωνιστές, έχουν ληφθεί σπάνιες αναφορές ισχαιμικής κολίτιδας, έμετου.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω:
Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
4.9 Υπερδοσολογία
Υπάρχουν περιπτώσεις ατόμων που έλαβαν άπαξ δόσεις 120 mg χωρίς σημαντικές ανεπιθύμητες
ενέργειες. Ωστόσο, με βάση τις φαρμακολογικές ιδιότητες αυτής της κατηγορίας φαρμάκων, υπέρταση ή άλλα πιο σοβαρά καρδιαγγειακά συμπτώματα μπορούν να συμβούν σε περίπτωση υπερδοσολογίας.
Σε περίπτωση υπερδοσολογίας, πρέπει να εφαρμόζεται η συνήθης υποστηρικτική αγωγή, εφόσον απαιτείται. Ο χρόνος ημιζωής της αποβολής της ελετριπτάνης είναι περίπου 4 ώρες και κατά συνέπεια η παρακολούθηση των ασθενών και η παροχή γενικής υποστηρικτικής αγωγής μετά από υπερδοσολογία ελετριπτάνης πρέπει να συνεχίζονται για τουλάχιστον 20 ώρες ή όσο επιμένουν τα σημεία ή συμπτώματα.
Το αποτέλεσμα της αιμοδιύλισης ή της περιτοναϊκής διύλισης στις συγκεντρώσεις της ελετριπτάνης στον ορό του αίματος δεν είναι γνωστό.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Εκλεκτικός Αγωνιστής Υποδοχέων (5HT ) Σεροτονίνης.
Κωδικός ATC: N02C C06 Μηχανισμός δράσης Η ελετριπτάνη αποτελεί έναν εκλεκτικό αγωνιστή των αγγειακών υποδοχέων 5-HT και των 1B νευρωνικών υποδοχέων 5-HT . Η ελετριπτάνη εμφανίζει επίσης υψηλή συγγένεια προς τον 5-HT 1D 1F υποδοχέα, γεγονός που πιθανώς συμβάλλει στον μηχανισμό της αντιημικρανιακής δράση της. Η ελετριπτάνη έχει μέτρια συγγένεια προς τους ανθρώπινους ανασυνδυασμένους 5-HT , 5-HT , 5- 1A 2B HT και 5-HT υποδοχείς.
1E 7 Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του RELPAX στην οξεία θεραπεία της ημικρανίας έχει αξιολογηθεί σε 10 ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, οι οποίες περιελάμβαναν πάνω από 6000 ασθενείς (όλες οι ομάδες θεραπείας) σε δόσεις από 20 έως 80 mg. Η ανακούφιση από την κεφαλαλγία επήλθε 30 μόλις λεπτά μετά τη λήψη από του στόματος. Το ποσοστό ανταπόκρισης (δηλ., από μέτριου ή σοβαρού βαθμού κεφαλαλγία σε πλήρη εξάλειψη ή ελάττωση σε ήπιου βαθμού κεφαλαλγία), 2 ώρες μετά τη λήψη της δόσης, ήταν 59-77% για δόση 80 mg, 54-65% για δόση 40 mg, 47-54% για δόση 20 mg και 19-40% για το εικονικό φάρμακο. Το RELPAX ήταν επίσης αποτελεσματικό στη θεραπεία των συνοδών συμπτωμάτων της ημικρανίας, όπως έμετοι, ναυτία, φωτοφοβία και φωνοφοβία.
Η σύσταση της τιτλοποίησης της δόσης έως 80 mg προέρχεται από ανοικτές μακροχρόνιες μελέτες και από μια βραχυχρόνια διπλά τυφλή μελέτη, όπου παρατηρήθηκε μόνο μια τάση για στατιστικώς σημαντικότητα.
Το RELPAX παραμένει αποτελεσματικό στην ημικρανία που συσχετίζεται με την έμμηνο ρύση. Το RELPAX δεν έχει αποδειχτεί ότι προλαμβάνει την ημικρανιακή κεφαλαλγία, εάν ληφθεί κατά τη φάση της αύρας και κατά συνέπεια θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο κατά τη φάση της κεφαλαλγίας της ημικρανίας.
Σε μία μη ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο φαρμακοκινητική μελέτη, σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, κατεγράφησαν μεγαλύτερες αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης, μετά τη λήψη δόσης 80 mg, σε σχέση με τους υγιείς εθελοντές (βλέπε παράγραφο 4.4). Οι αυξήσεις αυτές δεν είναι δυνατό να αποδοθούν σε οποιαδήποτε φαρμακοκινητική μεταβολή και κατά συνέπεια ενδέχεται να αποτελούν μια ειδική φαρμακοδυναμική ανταπόκριση στην ελετριπτάνη των ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Η ελετριπτάνη απορροφάται ταχέως και σε μεγάλο βαθμό μέσω της γαστρεντερικής οδού (τουλάχιστον κατά 81%) μετά τη χορήγηση από το στόμα. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα σε λήψη από το στόμα σε άνδρες και γυναίκες είναι περίπου 50%. Ο μέσος T είναι 1,5 ώρα μετά από λήψη από max το στόμα. Η φαρμακοκινητική ήταν γραμμική σε όλο το εύρος των κλινικών δόσεων (20-80 mg).
Η AUC και η C της ελετριπτάνης αυξήθηκαν κατά 20-30% περίπου μετά την από του στόματος max χορήγηση μαζί με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά. Μετά την από του στόματος χορήγηση κατά τη διάρκεια της ημικρανιακής κρίσης σημειώθηκε μείωση της AUC κατά 30% περίπου και ο T αυξήθηκε σε max 2,8 ώρες.
Μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις (20 mg τρεις φορές ημερησίως) για 5-7 ημέρες, η φαρμακοκινητική της ελετριπτάνης παρέμεινε γραμμική και η συσσώρευσή της ήταν η αναμενόμενη.
Σε χορήγηση επαναλαμβανόμενων υψηλότερων δόσεων (40 mg τρεις φορές ημερησίως και 80 mg δύο φορές ημερησίως), η άθροιση της ελετριπτάνης μέσα σε διάστημα 7 ημερών ήταν μεγαλύτερη από ό,τι αναμενόταν (περίπου κατά 40%).
Κατανομή Ο όγκος κατανομής της ελετριπτάνης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 138 L, υποδεικνύοντας κατανομή στους ιστούς. Η ελετριπτάνη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε μέτριο βαθμό (περίπου 85%).
Βιομετασχηματισμός Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι η ελετριπτάνη μεταβολίζεται κυρίως από το ένζυμο CYP3A4 του ηπατικού κυτοχρώματος P450. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από τις αυξημένες συγκεντρώσεις της ελετριπτάνης στο πλάσμα μετά από ταυτόχρονη χορήγησή της με ερυθρομυκίνη και κετοκοναζόλη, που αποτελούν γνωστούς εκλεκτικούς και ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4.
Μελέτες in vitro υποδεικνύουν επίσης μικρή συμμετοχή του CYP2D6, παρόλο που από τις κλινικές μελέτες δεν προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη πολυμορφισμού με το ένζυμο αυτό.
Δύο κύριοι μεταβολίτες, που συμβάλλουν σημαντικά στη ραδιενέργεια που ανιχνεύεται στο πλάσμα μετά από χορήγηση επισημασμένης με 14C ελετριπτάνης, αναγνωρίστηκαν στην κυκλοφορία. Ο μεταβολίτης που σχηματίζεται με Ν-οξείδωση δεν ήταν ενεργός, όπως αποδείχθηκε σε μελέτες σε πειραματόζωα in vitro. Ο μεταβολίτης που σχηματίζεται με Ν-απομεθυλίωση αποδείχθηκε ότι είναι εξίσου ενεργός με την ελετριπτάνη σε πειραματόζωα in vitro. Μια τρίτη περιοχή όπου ανιχνεύτηκε ραδιενέργεια στο πλάσμα δεν έχει προσδιοριστεί επίσημα, αλλά είναι πιθανότερο να αποτελεί ένα μείγμα από υδροξυλιωμένους μεταβολίτες, οι οποίοι έχουν επίσης παρατηρηθεί να απεκκρίνονται από τα ούρα και τα κόπρανα.
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα του Ν-απομεθυλιωμένου ενεργού μεταβολίτη αποτελούν ποσοστό μόνο 10-20% του μητρικού φαρμάκου και, επομένως, δεν αναμένεται να συμβάλλει σημαντικά στη θεραπευτική δράση της ελετριπτάνης.
Αποβολή Η μέση ολική κάθαρση της ελετριπτάνης από το πλάσμα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι 36 L/h με προκύπτοντα χρόνο ημιζωής 4 ωρών περίπου. Η μέση νεφρική κάθαρση μετά από χορήγηση από το στόμα είναι περίπου 3,9 L/h. H μη νεφρική κάθαρση αντιστοιχεί σε ποσοστό 90% περίπου της ολικής κάθαρσης, υποδηλώνοντας ότι η ελετριπτάνη απομακρύνεται κυρίως δια του μεταβολισμού.
Φαρμακοκινητική σε Ειδικές Ομάδες Ασθενών Γένος Μια μετα-ανάλυση σε όλο το φάσμα των κλινικών φαρμακολογικών μελετών και μία πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων των κλινικών δοκιμών υποδεικνύουν ότι το φύλο δεν έχει οποιαδήποτε κλινικά σημαντική επίδραση στις συγκεντρώσεις της ελετριπτάνης στο πλάσμα.
Ηλικιωμένοι (ηλικίας άνω των 65 ετών)
Εμφανίζεται μια μικρή, αν και στατιστικά μη σημαντική, μείωση (16%) της κάθαρσης, που συσχετίζεται με μια στατιστικά σημαντική αύξηση του χρόνου ημιζωής (από 4,4 ώρες περίπου σε 5,7 ώρες), μεταξύ ηλικιωμένων (65-93 ετών) και νεότερων ενήλικων ατόμων.
Έφηβοι (ηλικίας 12-17 ετών)
Η φαρμακοκινητική της ελετριπτάνης (40 mg και 80 mg) σε ημικρανικούς εφήβους, στους οποίους χορηγήθηκαν δόσεις μεταξύ των κρίσεων, ήταν παρόμοια με αυτή που παρατηρήθηκε σε υγιείς ενηλίκους.
Παιδιά (ηλικίας 6-11 ετών)
Η κάθαρση της ελετριπτάνης στα παιδιά παραμένει αμετάβλητη σε σχέση με τους εφήβους. Ωστόσο, ο όγκος κατανομής της είναι μικρότερος στα παιδιά με αποτέλεσμα να εμφανίζονται υψηλότερα επίπεδα στο πλάσμα από ότι θα αναμενόταν, μετά από λήψη της ίδιας δόσης σε ενήλικες.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Άτομα με ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A και Β) εμφάνισαν μια στατιστικά σημαντική αύξηση τόσο στην AUC (34%) όσο και στο χρόνο ημίσειας ζωής. Σημειώθηκε μια μικρή αύξηση στη C max (18%). Αυτή η μικρή μεταβολή στην έκθεση στο φάρμακο δεν θεωρείται κλινικά σημαντική.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Άτομα με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης 61-89 ml/min), μέση (κάθαρση κρεατινίνης 31-60 ml/min) ή σοβαρή (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία δεν εμφάνισαν οποιαδήποτε στατιστικά σημαντική μεταβολή στη φαρμακοκινητική της ελετριπτάνης ή στη σύνδεσή της με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Σε αυτή την ομάδα ασθενών παρατηρήθηκαν αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης.
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Προκλινικά δεδομένα δεν αποκάλυψαν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις συμβατικές μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονοτοξικότητας, καρκινογένεσης και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Πυρήνας δισκίου: μικροκρυσταλλική κυτταρίνη, λακτόζη μονοϋδρική, καρμελλόζη νατριούχος διασταυρούμενη και μαγνήσιο στεατικό.
Επικάλυψη: τιτανίου διοξείδιο (E171), υπρομελλόζη, λακτόζη μονοϋδρική, γλυκερόλη, και κίτρινο (Sunset Yellow Aluminium Lake) (E110).
6.2 Ασυμβατότητες
Δεν εφαρμόζεται.
6.3 Διάρκεια ζωής
3 χρόνια
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Αδιαφανείς κυψέλες (blisters) PVC/Aclar/αλουμινίου: δεν υπάρχουν ειδικές οδηγίες διατήρησης για το προϊόν αυτό.
Φιάλες από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας (HDPE): διατηρείτε τον περιέκτη καλά κλεισμένο για να προστατεύεται από την υγρασία.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Κουτιά που περιέχουν αδιαφανείς κυψέλες (blisters) PVC/Aclar/αλουμινίου, που περιέχουν 2, 3, 4, 5, 6, 10, 18, 30 και 100 δισκία.
Φιάλες πολυαιθυλενίου υψηλής πυκνότητας (HDPE), με ειδικό πώμα ασφάλειας για παιδιά από πολυαιθυλένιο υψηλής πυκνότητας/πολυπροπυλένιο (HDPE/PP), που περιέχουν 30 και 100 δισκία.
Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης
Καμιά ειδική υποχρέωση.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
UPJOHN HELLAS ΕΠΕ, Λ. Μεσογείων 253-255, 154 51 Ν. Ψυχικό, Αθήνα, Ελλάδα Τηλ.: 2100 100 002
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Relpax f.c.tabs 20 mg/tab: 26903/17-04-2015 Relpax f.c.tabs 40 mg/tab: 27655/21-04-2015
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Πρώτη έγκριση 20 mg & 40 mg: 4-9-2001 Ανανέωση 20 mg: 17-04-2015 40 mg: 21-04-2015