Clinio Logo
Clinio
RHOPHYLAC › ΠΧΠ

RHOPHYLAC — Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος

Το κείμενο παρακάτω εξήχθη από το PDF της ΠΧΠ. Οι λέξεις είναι του εγγράφου· η σελιδοποίηση δεν αποδίδεται και ορισμένοι πίνακες μπορεί να διαφέρουν οπτικά από το πρωτότυπο.

farmako Καλύπτει 1 συσκευασία 2 πίνακες

1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Rhophylac 300 μικρογραμμάρια/2ml, ενέσιμο διάλυμα σε προγεμισμένη σύριγγα

2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

Κάθε προγεμισμένη σύριγγα περιέχει 300 μικρογραμμάρια (1500 IU) ανθρώπινης αντί-D ανοσοσφαιρίνης∗.

Ένα ml περιέχει 150 μικρογραμμάρια (750 IU) ανθρώπινης αντί-D ανοσοσφαιρίνης.

Το προϊόν περιέχει ένα μέγιστο 30 mg/ml ανθρώπινων πρωτεϊνών πλάσματος, εκ των οποίων 10 mg/ml είναι ανθρώπινη λευκωματίνη ως σταθεροποιητής. Τουλάχιστον 95 % των λοιπών πρωτεϊνών πλάσματος είναι IgG.

Κατανομή των υποομάδων IgG (τιμές κατά προσέγγιση):

IgG 84,1% IgG 7,6% IgG 8,1% IgG 1,0% Το περιεχόμενο σε ανοσοσφαιρίνη Α (IgA) δεν είναι περισσότερο από 5 μικρογραμμάρια/ml.

∗ Παράγεται από ανθρώπινο πλάσμα δοτών.

Έκδοχο με γνωστή δράση:

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά σύριγγα και θεωρείται ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

Το Rhophylac δεν περιέχει συντηρητικά.

Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων βλ. παράγραφο 6.1.

3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

Ενέσιμο διάλυμα.

Το διάλυμα είναι διαυγές ή ελαφρώς ιριδίζον και άχρωμο ή ωχροκίτρινο.

Το Rhophylac έχει ωσμομοριακότητα τουλάχιστον ίση με 240 mosmol/kg.

I.

4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις

I.1.1 Προφύλαξη από την ισοανοσοποίηση Rh(D) σε γυναίκες με αρνητικό παράγοντα Rh(D)

• Προφύλαξη πριν τον τοκετό

- Προγραμματισμένη προφύλαξη πριν τον τοκετό.

- Προφύλαξη πριν τον τοκετό, μετά από επιπλοκές της κύησης συμπεριλαμβανομένων:

Αποβολή/επαπειλούμενη αποβολή, εξωμήτριος κύηση ή υδατιδώδης μύλη, ενδομήτριος εμβρυϊκός θάνατος, διαπλακουντιακή αιμορραγία προερχόμενη από αιμορραγία πριν τον τοκετό, αμνιοκέντηση, βιοψία χοριακών λαχνών ή μαιευτικοί χειρισμοί, π.χ.

εξωτερική στροφή, επεμβατικές παρεμβάσεις, λωροκέντηση, αμβλύ κοιλιακό τραύμα ή θεραπευτική παρέμβαση στο έμβρυο.

• Προφύλαξη μετά τον τοκετό

- Τοκετός Rh(D) θετικού (D, Dweak, Dpartial) βρέφους.

Μια Rh(D) μη συμβατή εγκυμοσύνη υποτίθεται εάν το έμβρυο/βρέφος είναι είτε Rh(D) θετικό είτε αγνώστου Rh(D) ή εάν ο πατέρας είναι είτε Rh(D) θετικός είτε αγνώστου Rh(D).

I.1.2 Θεραπεία ενηλίκων, παίδων και εφήβων (0-18 ετών) με αρνητικό παράγοντα Rh(D) μετά από ασύμβατες μεταγγίσεις Rh(D) θετικού αίματος ή άλλων προϊόντων που περιέχουν ερυθροκύτταρα όπως συμπύκνωμα αιμοπεταλίων.

4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης

I.1.3 I.1.4 Δοσολογία Η δόση της αντί-D ανοσοσφαιρίνης πρέπει να καθορίζεται σύμφωνα με την έκταση της έκθεσης σε Rh(D) θετικά ερυθροκύτταρα (Red Blood Cells, RBCs) και με βάση την πληροφορία ότι 0,5 ml συμπυκνωμένων Rh(D) θετικών RBCs ή 1 ml Rh(D) θετικού αίματος, εξουδετερώνονται από περίπου 10 μικρογραμμάρια (50 IU) αντι-D ανοσοσφαιρίνης.

Προτείνονται οι ακόλουθες δόσεις βάσει κλινικών μελετών που έγιναν με Rhophylac.

Για πληροφορίες σχετικές με την κάθε μελέτη, βλέπε παράγραφο 5.1.

Επίσης πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη οι δόσεις και τα δοσολογικά σχήματα που συνιστώνται από άλλες επίσημες κατευθυντήριες οδηγίες για την αντι-D ανοσοσφαιρίνη για ενδοφλέβια και ενδομυϊκή χρήση.

Προφύλαξη από την ισοανοσοποίηση Rh(D) σε γυναίκες με αρνητικό παράγοντα Rh(D):

• Προφύλαξη πριν τον τοκετό: Η συνιστώμενη δοσολογία είναι μια εφάπαξ δόση 300 μικρογραμμαρίων (1500 IU) χορηγούμενη με ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση.

- Προγραμματισμένη προφύλαξη πριν τον τοκετό:

Εφάπαξ δόση 300 μικρογραμμαρίων την 28η - 30η εβδομάδα της κύησης. Εάν η ανάγκη για προφύλαξη πριν τον τοκετό διαπιστωθεί μετά την 30η εβδομάδα της κύησης, η χορήγηση του Rhophylac δεν πρέπει να καθυστερήσει αλλά να πραγματοποιηθεί το συντομότερο δυνατό.

- Προφύλαξη πριν τον τοκετό, μετά από επιπλοκές της κύησης:

Πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατόν και εντός 72 ωρών, εφάπαξ δόση 300 μικρογραμμαρίων. Εάν έχουν παρέλθει περισσότερες από 72 ώρες, η χορήγηση του προϊόντος δεν πρέπει να καθυστερήσει αλλά να πραγματοποιηθεί το συντομότερο δυνατό. Εάν είναι απαραίτητο, η χορήγηση μπορεί να επαναληφθεί κατά διαστήματα 6- 12 εβδομάδων καθ’ όλη την διάρκεια της κύησης.

• Προφύλαξη μετά τον τοκετό: Η συνιστώμενη δοσολογία είναι μια εφάπαξ δόση 300 μικρογραμαμρίων (1500 IU) χορηγούμενη με ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση. Εάν χορηγηθεί ενδοφλέβια, μια ελάχιστη δόση 200 μικρογραμμαρίων μπορεί να είναι αρκετή με την προϋπόθεση ότι η πιθανότητα μιας μεγάλης εμβρυο-μητρικής αιμορραγίας μπορεί να αποκλεισθεί.

Για τη χρήση μετά τον τοκετό, το προϊόν πρέπει να χορηγείται στη μητέρα το συντομότερο δυνατόν και εντός 72 ωρών από τη γέννηση ενός Rh θετικού (D, Dweak, Dpartial) βρέφους. Εάν έχει παρέλθει διάστημα μεγαλύτερο από 72 ώρες, το προϊόν πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατό.

Η δόση προφύλαξης μετά τον τοκετό πρέπει να χορηγείται ακόμη και εάν έχει χορηγηθεί προφύλαξη πριν τον τοκετό, και ακόμη και εάν η εναπομένουσα δραστικότητα της δόσης

προφύλαξης πριν τον τοκετό μπορεί να διαπιστωθεί στον ορό της μητέρας.

Εάν είναι πιθανή μια μεγάλη εμβρυο-μητρική αιμορραγία (όγκος αιμορραγίας > 4ml Rh(D)

θετικού εμβρυϊκού αίματος) , π.χ. σε περίπτωση εμβρυϊκής/νεογνικής αναιμίας ή ενδομήτριου θανάτου του εμβρύου, πρέπει να προσδιορίζεται το εύρος της με μία κατάλληλη μέθοδο, π.χ.

τεστ έκλουσης οξέος Kleihauer-Betke για την ανίχνευση εμβρυϊκής αιμοσφαιρίνης (HbF) ή κυτταρομετρία ροής που ταυτοποιεί εκλεκτικά τα Rh(D) θετικά ερυθροκύτταρα (RBCs).

Επιπρόσθετες δόσεις της αντι-D ανοσοσφαιρίνης πρέπει να χορηγούνται όπως ενδείκνυται (10 μικρογραμμάρια (50 IU) ανά 0,5 ml Rh(D) θετικών εμβρυϊκών RBCs ή ανά 1 ml Rh(D) θετικού εμβρυϊκού αίματος).

Ασύμβατες μεταγγίσεις ερυθροκυττάρων (RBCs) σε ασθενείς με αρνητικό παράγοντα Rh(D):

Η συνιστώμενη δόση είναι 20 μικρογραμμάρια (100 IU) αντί-D ανοσοσφαιρίνης ανά 2 ml Rh(D) θετικού μεταγγιζόμενου αίματος ή ανά 1 ml συμπυκνώματος Rh(D) θετικών RBCs. Η κατάλληλη δόση πρέπει να καθορίζεται υπό την καθοδήγηση ενός ειδικού στις μεταγγίσεις αίματος. Κάθε 48 ώρες πρέπει να πραγματοποιούνται έλεγχοι για την παρακολούθηση των Rh(D) θετικών RBCs ώστε να χορηγείται επιπλέον αντί-D ανοσοσφαιρίνη έως ότου η κυκλοφορία απαλλαχθεί από όλα τα Rh(D) θετικά RBCs. Μία μέγιστη δόση 3.000 μικρογραμμαρίων (15.000 IU) είναι αρκετή ακόμα και αν μεταγγίστηκαν περισσότερα από 300 ml Rh(D) θετικού αίματος ή 150 ml συμπυκνώματος Rh(D) θετικών ερυθροκυττάρων. Ωστόσο, λόγω του πιθανού κινδύνου αιμόλυσης, συστήνεται η χορηγούμενη δόση να μην υπερβαίνει τα 3.000 μικρογραμμάρια (15.000 IU).

Οι δοσολογικές συστάσεις για την πρόληψη της Rh(D) ισοανοσοποίησης συνοψίζονται στον ακόλουθο πίνακα:

ΈνδειξηΧρόνος χορήγησηςΔόση
Προφύλαξη πριν τον τοκετό: Προγραμματισμένη προφύλαξη πριν τον τοκετό Προφύλαξη πριν τον τοκετό, μετά από επιπλοκές της κύησηςΤην 28η έως την 30η εβδομάδα της κύησης Εντός 72 ωρών μετά την επιπλοκή300 μικρογραμμάρια (1500 IU) ως εφάπαξ δόση 300 μικρογραμμάρια (1500 IU) ως εφάπαξ δόση†
Προφύλαξη μετά τον τοκετό:Εντός 72 ωρών μετά τον τοκετό300 μικρογραμμάρια (1500 IU) ως εφάπαξ δόση†
Μεγάλη εμβρυομητρική αιμορραγία (> 4 ml)Εντός 72 ωρών μετά την επιπλοκή300 μικρογραμμάρια (1500 IU) ως εφάπαξ δόση και επιπλέον: • 10 μικρογραμμάρια (50 IU) ανά 0,5 ml Rh(D) θετικών εμβρυϊκών RBCs ή • 10 μικρογραμμάρια (50 IU) ανά 1 ml Rh(D) θετικού εμβρυϊκού αίματος
Ασύμβατες μεταγγίσειςΕντός 72 ωρών μετά την μετάγγιση• 10 μικρογραμμάρια (50 IU) ανά 0,5 ml μεταγγιζόμενου συμπυκνώματος Rh(D) θετικών RBCs ή • 10 μικρογραμμάρια (50 IU) ανά 1 ml μεταγγιζόμενου

ανά 1 ml μεταγγιζόμενου

Rh(D) θετικού αίματος †Η δόση του Rhophylac μπορεί να χρειάζεται να αυξηθεί σε ασθενείς που εκτέθηκαν σε > 15 ml Rh(D) θετικών εμβρυϊκών RBCs. Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να ακολουθούνται οι δοσολογικές οδηγίες για την μεγάλη εμβρυομητρική αιμορραγία.

Συνιστάται η ενδοφλέβια χορήγηση διότι θα επιτευχθούν άμεσα επαρκή επίπεδα πλάσματος.

Εάν πρόκειται να χορηγηθεί ενδομυϊκά, οι μεγάλοι όγκοι πρέπει να χορηγηθούν σε μια περίοδο πολλών ημερών.

Παιδιατρικός πληθυσμός Καθώς η δοσολογία σε περίπτωση ασύμβατης μετάγγισης εξαρτάται από τον όγκο του Rh(D)

θετικού αίματος ή του συμπυκνώματος Rh(D) θετικών RBCs που μεταγγίστηκε, η συνιστώμενη δόση στα παιδιά και τους εφήβους (0-18 ετών) δεν θεωρείται διαφορετική από αυτή των ενηλίκων. Ωστόσο, η κατάλληλη δόση πρέπει να προσδιορίζεται σε συνεργασία με έναν ειδικό στις μεταγγίσεις αίματος.

Χρήση στους ηλικιωμένους Καθώς η δοσολογία στην περίπτωση της ασύμβατης μετάγγισης εξαρτάται από τον όγκο του Rh(D) θετικού αίματος ή του συμπυκνώματος RBCs που μεταγγίστηκε, η συνιστώμενη δόση στους ηλικιωμένους (≥ 65 ετών) δεν θεωρείται διαφορετική από αυτή των ενηλίκων. Ωστόσο, η κατάλληλη δόση πρέπει να προσδιορίζεται σε συνεργασία με έναν ειδικό στις μεταγγίσεις αίματος.

I.1.5 Τρόπος χορήγησης Όπως συμβαίνει με όλα τα προϊόντα αίματος, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 20 λεπτά μετά τη χορήγηση του Rhophylac.

Για ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χρήση, χορήγηση με αργή ένεση.

Εάν απαιτείται μεγάλος όγκος (> 2ml για τα παιδιά ή > 5 ml για τους ενήλικες) και επιλεχθεί η ενδομυϊκή χορήγηση, συνιστάται να χορηγείται σε διηρημένες δόσεις και σε διαφορετικά σημεία του σώματος.

Εάν η ενδομυϊκή χορήγηση αντενδείκνυται (αιμορραγικές διαταραχές), το Rhophylac πρέπει να χορηγείται ενδοφλέβια.

Παχυσαρκία Σε ασθενείς με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) ≥ 30 πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο της ενδοφλέβιας χορήγησης (βλ. παράγραφο 4.4).

4.3 Αντενδείξεις

Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα του Rhophylac που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.

Υπερευαισθησία στις ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες.

Η ενδομυϊκή οδός χορήγησης αντενδείκνυται σε άτομα με σοβαρή θρομβοκυτταροπενία ή άλλες διαταραχές της αιμόστασης.

4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

Σε περίπτωση χρήσης μετά τον τοκετό, η αντι-D ανοσοφαιρίνη προορίζεται για χορήγηση στη μητέρα. Δεν πρέπει να χορηγείται στο νεογέννητο βρέφος.

Το προϊόν δεν πρέπει να χορηγείται σε άτομα με θετικό παράγοντα Rh(D), ούτε σε άτομα που έχουν ήδη ανοσοποίηση στο αντιγόνο Rh(D).

Υπερευαισθησία Αλλεργικές αντιδράσεις στην αντί-D ανοσοσφαιρίνη μπορεί να εμφανιστούν ακόμα και σε ασθενείς που είχαν αναχθεί καλά τις προηγούμενες εγχύσεις. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα πρώιμα σημεία των αντιδράσεων υπερευαισθησίας που περιλαμβάνουν πομφούς, γενικευμένη κνίδωση, αίσθημα σύσφιξης του θώρακα, συριγμό, υπόταση και αναφυλαξία. Η απαιτούμενη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση και τη σοβαρότητα της ανεπιθύμητης ενέργειας. Στην περίπτωση καταπληξίας, πρέπει να τηρούνται οι ισχύουσες πρότυπες ιατρικές πρακτικές θεραπείας για την αντιμετώπιση της καταπληξίας. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα αλλεργικού ή αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεων, απαιτείται η άμεση διακοπή της χορήγησης.

Η περιεκτικότητα της IgA στο Rhophylac βρέθηκε ότι είναι κάτω από το όριο ανίχνευσης των 5 μικρογραμμαρίων/ml. Ωστόσο, το προϊόν μπορεί να περιέχει ίχνη της IgA. Αν και η ανοσοσφαιρίνη αντι-D έχει χρησιμοποιηθεί επιλεκτικά για τη θεραπεία ασθενών με έλλειψη IgA με επιτυχία, τα άτομα που έχουν έλλειψη IgA έχουν τη δυνατότητα να αναπτύσσουν αντισώματα IgA και μπορούν να παρουσιάσουν αναφυλακτικές αντιδράσεις μετά από τη χορήγηση προϊόντων αίματος που περιέχουν IgA. Για τον λόγο αυτό, ο γιατρός θα πρέπει να εκτιμήσει το όφελος από τη θεραπεία με Rhophylac έναντι των ενδεχόμενων κινδύνων λόγω αντιδράσεων υπερευαισθησίας.

Αιμολυτικές αντιδράσεις Για τους ασθενείς που έχουν λάβει ασύμβατη μετάγγιση και τους χορηγούνται πολύ μεγάλες δόσεις αντί-D ανοσοσφαιρίνης, η κλινική τους κατάσταση και οι βιολογικοί παράμετροι πρέπει να παρακολουθούνται, λόγω του κινδύνου αιμολυτικής αντίδρασης.

Παχυσαρκία Έχει αναφερθεί ότι η ενδομυϊκή χορήγηση του Rhophylac σε ασθενείς με δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ) ≥ 30 σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο έλλειψης αποτελεσματικότητας. Γι’ αυτό, σε ασθενείς με ΔΜΣ ≥ 30 πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο της ενδοφλέβιας χορήγησης.

Έκδοχα Το Rhophylac περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά σύριγγα και θεωρείται ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».

Πληροφορίες για την ασφάλεια σχετικά με τη μετάδοση λοιμογόνων παραγόντων Τα καθιερωμένα μέτρα για την αποφυγή λοιμώξεων που οφείλονται στη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνουν επιλογή των δοτών, έλεγχο των προσφερόμενων μονάδων αίματος και των δεξαμενών πλάσματος για ειδικούς δείκτες λοιμώξεων και την εφαρμογή αποτελεσματικών σταδίων αδρανοποίησης/απομάκρυνσης ιών κατά την παραγωγική διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, ο πιθανός κίνδυνος μετάδοσης λοιμωδών παραγόντων δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται με βάση το ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα. Το ίδιο ισχύει επίσης και για άγνωστους ή αναδυόμενους ιούς και άλλους παθογόνους παράγοντες.

Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά έναντι των ελυτροφόρων ιών όπως ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο ιός της ηπατίτιδας Β (HΒV) και ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV).

Μπορεί να έχουν περιορισμένη αξία έναντι των μη ελυτροφόρων ιών όπως ο ιός της ηπατίτιδας

Α (HAV) και ο παρβοϊός B19.

Υπάρχει καθησυχαστική κλινική εμπειρία σχετικά με την μη μετάδοση ηπατίτιδας Α ή παρβοϊού B19 με ανοσοσφαιρίνες και επίσης θεωρείται ότι το περιεχόμενο των αντισωμάτων συνεισφέρει σημαντικά στην ιολογική ασφάλεια.

Συνιστάται, κάθε φορά που το Rhophylac χορηγείται σε ασθενείς, να καταγράφεται η ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του προϊόντος, ώστε να υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του ασθενούς και της παρτίδας του προϊόντος.

4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης

Εμβόλια ζώντων εξασθενημένων ιών Η ενεργή ανοσοποίηση με εμβόλια ζώντων εξασθενημένων ιών (π.χ. εμβόλια κατά της ιλαράς, της παρωτίτιδας, της ερυθράς ή της ανεμοβλογιάς) πρέπει να αναβάλλεται έως 3 μήνες μετά από την τελευταία χορήγηση ανοσοσφαιρίνης αντί-D, καθώς μπορεί να ελαττωθεί η αποτελεσματικότητα των εμβολίων ζώντων εξασθενημένων ιών.

Εάν πρέπει να χορηγηθεί αντί-D ανοσοσφαιρίνη εντός 2 έως 4 εβδομάδων μετά από τον εμβολιασμό με ζώντες ιούς, τότε μπορεί να ελαττωθεί η αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού.

Παρεμβολή σε ορολογικές δοκιμασίες Μετά τη χορήγηση ανοσοσφαιρίνης, η παροδική αύξηση των διαφόρων αντισωμάτων που μεταφέρονται παθητικά στο αίμα του ασθενούς, μπορεί να οδηγήσει σε ψευδώς θετικά αποτελέσματα ορολογικών δοκιμασιών.

Η παθητική μεταφορά αντισωμάτων έναντι στα αντιγόνα των ερυθροκυττάρων, π.χ. ομάδα αίματος Α ή Β, Rh(C), Rh(D) μπορεί να προκαλέσουν παρεμβολές σε μερικές ορολογικές δοκιμασίες για αντισώματα ερυθροκυττάρων (RBC), όπως για παράδειγμα στη δοκιμασία αντισφαιρίνης (Coombs’ test) ειδικά σε Rh(D) θετικά νεογνά των οποίων οι μητέρες έλαβαν θεραπεία προφύλαξης πριν τον τοκετό.

I.2 4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία Γονιμότητα Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες γονιμότητας σε πειραματόζωα με το Rhophylac. Παρ’ όλα αυτά, η κλινική εμπειρία με την ανθρώπινη αντι-D ανοσοσφαιρίνη υποδεικνύει ότι δεν αναμένονται επιβλαβείς επιδράσεις στη γονιμότητα.

Κύηση Το φάρμακο αυτό προορίζεται για χρήση κατά τη διάρκεια της κύησης.

Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε, δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το φάρμακο για τα παιδιά 432 γυναικών που έλαβαν Rhophylac 300 μικρογραμμάρια πριν από τον τοκετό.

Θηλασμός Το φάρμακο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά το θηλασμό.

Οι ανοσοσφαιρίνες εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Σε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν, δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το φάρμακο για τα παιδιά 256 γυναικών που έλαβαν Rhophylac 300 μικρογραμμάρια μετά τον τοκετό καθώς και για τα παιδιά 139 γυναικών που έλαβαν Rhophylac 200 μικρογραμμάρια μετά τον τοκετό.

I.3 4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων

Το Rhophylac δεν έχει καμιά επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.

I.4 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες Περίληψη του προφίλ ασφαλείας Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας είναι υπερευαισθησία ή αλλεργικές αντιδράσεις που μπορεί σε σπάνιες περιπτώσεις να οδηγήσουν σε ξαφνική πτώση της αρτηριακής πίεσης και σε αναφυλακτικό σοκ ακόμα και όταν ο ασθενής δεν έχει παρουσιάσει υπερευαισθησία σε προηγούμενη χορήγηση. Όταν οι αντι-D ανοσοσφαιρίνες χορηγούνται μέσω της ενδομυϊκής οδού, μπορεί να παρατηρηθούν τοπικά πόνος και ευαισθησία στη θέση της ένεσης.

Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών:

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες που έγιναν σε 592 ασθενείς καθώς και από την μετεγκριτική εμπειρία.

Ο συνοπτικός πίνακας που φαίνεται παρακάτω είναι σε συμφωνία με την κατηγοριοποίηση οργανικού συστήματος κατά MedDRA (κατηγορία/οργανικό σύστημα (SOC) και προτιμώμενος όρος συχνότητας (Preferred Term Level, PT)).

Η συχνότητα αξιολογήθηκε με βάση τα εξής κριτήρια: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000).

Κατηγορία/οργανικό σύστημα (SOC, MedDRA)Ανεπιθύμητη ενέργεια (MedDRAπροτιμώμενος όρος, ΡΤ)Συχνότητα ΑΕ
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματοςΥπερευαισθησία, αναφυλακτική καταπληξίαΣπάνιες
Διαταραχές του νευρικού συστήματοςΚεφαλαλγίαΌχι συχνές
Καρδιακές διαταραχέςΤαχυκαρδίαΣπάνιες
Αγγειακές διαταραχέςΥπότασηΣπάνιες
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιουΔύσπνοιαΣπάνιες
Διαταραχές του γαστρεντερικούΝαυτία, έμετοςΣπάνιες
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστούΔερματική αντίδραση, ερύθημα, κνησμόςΌχι συχνές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστούΑρθραλγίαΣπάνιες
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησηςΠυρεξία, κακουχία, ρίγηΌχι συχνές
Στο σημείο χορήγησης: οίδημα, πόνος, ερύθημα, σκλήρυνση, αίσθημα θερμότητας, κνησμός, εξάνθημαΣπάνιες

Υπάρχουν αυθόρμητες αναφορές σοβαρής ενδαγγειακής αιμόλυσης με ενδοφλέβια χορήγηση αντί-D ανοσοσφαιρίνης σε ασθενείς με θετικό παράγοντα Rh(D) που πάσχουν από ιδιοπαθή θρομβοπενική πορφύρα (ITP). Έχει αναφερθεί αιμόλυση που οδήγησε στο θάνατο. Η ακριβής συχνότητα της ανεπιθύμητης αυτής ενέργειας δεν είναι γνωστή.

Για πληροφορίες σχετικά με την ασφάλεια έναντι μεταδιδόμενων λοιμωδών παραγόντων, βλ.

παράγραφο 4.4.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:

Για την Ελλάδα:

Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, τηλ: (+30)

2132040380/337, φαξ: (+30) 2106549585, ιστότοπος: http://www.eof.gr.

Για την Κύπρο:

Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Φαξ: (+357) 22608649, ιστότοπος: http://www.moh.gov.cy/phs.

I.5 I.6 4.9 Υπερδοσολογία Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την υπερδοσολογία. Δεν είναι γνωστές οι συνέπειες της υπερδοσολογίας.

5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

I.7 5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοοροί και ανοσοσφαιρίνες: Ανοσοσφαιρίνη αντί-D (Rh).

Κωδικός ATC: J06B B01.

Μηχανισμός δράσης Το Rhophylac περιέχει ειδικά αντισώματα (IgG) κατά του αντιγόνου Rh(D) των ερυθροκυττάρων του ανθρώπου. Μπορεί επίσης να περιέχει και αντισώματα έναντι άλλων Rh αντιγόνων, π.χ. αντισώματα αντι-Rh C.

Κατά τη διάρκεια της κύησης, και ιδιαίτερα κατά τον τοκετό, ερυθροκύτταρα (RBCs) του εμβρύου μπορεί να περάσουν στην κυκλοφορία της μητέρας. Όταν η γυναίκα είναι Rh(D)

αρνητική και το έμβρυο Rh(D) θετικό, η μητέρα μπορεί να ανοσοποιηθεί στο αντιγόνο Rh(D)

και να παράγει αντισώματα αντί-Rh(D), τα οποία διαπερνούν τον πλακούντα και μπορεί να προκαλέσουν αιμολυτική νόσο στο νεογνό. Η παθητική ανοσοποίηση με αντί-D ανοσοσφαιρίνη εμποδίζει την Rh(D) ανοσοποίηση σε περισσότερες από το 99% των περιπτώσεων, με την προϋπόθεση ότι χορηγείται επαρκής δόση αντί-D ανοσοσφαιρίνης αρκετά νωρίς μετά από την έκθεση στα Rh(D)-θετικά RBCs του εμβρύου.

Ο μηχανισμός με τον οποίο η αντί-D ανοσοσφαιρίνη καταστέλλει την ανοσοποίηση στα Rh(D)

θετικά RBCs δεν είναι γνωστός. Η καταστολή μπορεί να συνδέεται με την κάθαρση των RBCs από την κυκλοφορία προτού φθάσουν σε ανοσολογικά ικανές θέσεις, ή μπορεί να οφείλεται σε

πιο πολύπλοκους μηχανισμούς που περιλαμβάνουν αναγνώριση ξένων αντιγόνων και παρουσίαση αντιγόνων από τα κατάλληλα κύτταρα στις κατάλληλες θέσεις σε παρουσία ή απουσία αντισώματος.

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Προφύλαξη από την ισοανοσοποίηση Rh(D)

Σε υγιείς άρρενες εθελοντές με αρνητικό παράγοντα Rh(D), τόσο η ενδοφλέβια όσο και η ενδομυϊκή χορήγηση 200 μικρογραμμαρίων (1000 IU) Rhophylac σε 48 ώρες μετά από την ένεση 5 ml Rh(D)-θετικών RBCs, οδήγησε στην σχεδόν πλήρη κάθαρση των Rh(D) θετικών RBCs εντός 24 ωρών. Ενώ η ενδοφλέβια χορήγηση του Rhophylac προκάλεσε άμεση έναρξη της εξαφάνισης των Rh(D) θετικών RBCs, η έναρξη της εξαφάνισης των Rh(D) θετικών RBCs μετά την ενδομυϊκή χορήγηση καθυστέρησε καθώς η ανοσοσφαιρίνη αντί-D IgG έπρεπε πρώτα να απορροφηθεί από το σημείο της ένεσης. Κατά μέσο όρο, το 70% των χορηγούμενων Rh(D)

θετικών RBCs είχε υποστεί κάθαρση 2 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση του Rhophylac.

Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, ένα παρόμοιο ποσοστό κάθαρσης των Rh(D) θετικών RBCs μετρήθηκε μετά από 12 ώρες.

Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα, η ασφάλεια και η φαρμακοκινητική του Rhophylac υποστηρίζονται από τα αποτελέσματα τριών κλινικών μελετών σε έγκυες γυναίκες. Στη μια κλινική μελέτη, το Rhophylac 200 μικρογραμμάρια (1000 IU) χορηγήθηκε μετά τον τοκετό σε 139 έγκυες γυναίκες βάσει πρωτοκόλλου. Στις άλλες δυο κλινικές μελέτες, το Rhophylac 300 μικρογραμμάρια (1500 IU) χορηγήθηκε πριν τον τοκετό σε 408 έγκυες γυναίκεςβάσει πρωτοκόλλου και επιπρόσθετα μετά τον τοκετό σε 256 έγκυες γυναίκες που γέννησαν θετικό Rh(D) βρέφος. Καμία από τις έγκυες γυναίκες σε αυτές τις μελέτες δεν ανέπτυξε αντισώματα έναντι του αντιγόνου Rh(D).

Στις κλινικές μελέτες με το Rhophylac 300, 207 έγκυες γυναίκες βάσει πρωτοκόλλου έλαβαν πριν τον τοκετό τη δόση του Rhophylac 300 ενδοφλεβίως και 201 έγκυες γυναίκες βάσει πρωτοκόλλου ενδομυϊκώς. Σε περισσότερες από το 99% των περιπτώσεων, η μέθοδος χορήγησης πριν και μετά τον τοκετό ήταν η ίδια.

Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες με Rhophylac σε δόσεις μικρότερες από 200 μικρογραμμάρια (1000 IU).

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Rhophylac δεν έχει αποδειχθεί σε κλινικές μελέτες στους παιδιατρικούς ασθενείς μετά από ασύμβατη μετάγγιση Rh(D) θετικού αίματος ή άλλων προϊόντων που περιέχουν Rh(D) θετικά RBCs.

I.8 5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες Απορρόφηση και κατανομή Η βιοδιαθεσιμότητα της ανθρώπινης αντί-D ανοσοσφαιρίνης για ενδοφλέβια χρήση είναι πλήρης και άμεση. Η IgG διανέμεται ταχέως μεταξύ του πλάσματος και του εξωαγγειακού υγρού.

Η ανθρώπινη αντί-D ανοσοσφαιρίνη για ενδομυϊκή χορήγηση απορροφάται βραδέως και εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος του ασθενή φθάνοντας το μέγιστο μετά από 2 έως 3 ημέρες.

Αποβολή Η ανθρώπινη αντί-D ανοσοσφαιρίνη έχει ημίσεια ζωή περίπου 3 έως 4 εβδομάδων. Ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να διαφέρει από ασθενή σε ασθενή.

Η IgG και τα συμπλέγματα IgG αποικοδομούνται μέσα στα κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος.

I.9 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια Λόγω της επαγωγής και της παρεμβολής με αντισώματα, υπάρχουν περιορισμένα προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια της ανοσοσφαιρίνης αντί-D.

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες ελέγχου επαναλαμβανόμενων δόσεων και εμβρυοτοξικότητας, και η διεξαγωγή τους δεν είναι πρακτικά εφικτή. Η πιθανή μεταλλαξιογόνος δράση των ανοσοσφαιρινών δεν έχει μελετηθεί.

6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

I.10 6.1 Κατάλογος εκδόχων Ανθρώπινη λευκωματίνη Γλυκίνη Χλωριούχο νάτριο Ύδωρ για ενέσιμα I.11 6.2 Ασυμβατότητες Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το παρόν φαρμακευτικό προϊόν δεν πρέπει να αναμιγνύεται με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα.

I.12 6.3 Διάρκεια ζωής 3 χρόνια.

I.13 6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά την φύλαξη του προϊόντος Φυλάσσετε σε ψυγείο (+2°C έως + 8°C).

Μην καταψύχετε.

Το προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μετά την ημερομηνία λήξης (ΛΗΞΗ) που αναγράφεται στο κουτί.

Φυλάσσετε τη σύριγγα που βρίσκεται σε συσκευασία blister στο εξωτερικό κουτί, για να προστατεύεται από το φως.

I.14 6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη 2 ml διαλύματος σε προγεμισμένη σύριγγα (από γυαλί τύπου Ι) με 1 βελόνα σε συσκευασία του ενός τεμαχίου ή σε πολλαπλή συσκευασία που περιέχει 5 απλές συσκευασίες.

Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.

I.15 6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός Το Rhophylac πρέπει να έρχεται σε θερμοκρασία δωματίου (25ºC) πριν από τη χρήση.

Το προϊόν πρέπει να ελέγχεται οπτικά για την ύπαρξη σωματιδίων ή αποχρωματισμό πριν τη χορήγηση.

Μη χρησιμοποιείτε διαλύματα που είναι θολά ή εχουν ιζήματα.

Το Rhophylac προορίζεται μόνο για εφάπαξ χορήγηση (μία σύριγγα- ένας ασθενής).

Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.

7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

Για την Ελλάδα:

CSL Behring ΕΠΕ Χατζηγιάννη Μέξη 5 115 28 Αθήνα Τηλ. 210 7255660 Για την Κύπρο:

CSL Behring GmbH Emil-von-Behring-Strasse 76 35041 Marburg Γερμανία

8. ΑΡΙΘΜΟΣ (ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

II.

Για την Ελλάδα: 3212/16-01-2018 Για την Κύπρο: 022756

9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ/ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ

Για την Ελλάδα:

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 11 Νοεμβρίου 2004 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 16 Ιανουαρίου 2008 Για την Κύπρο:

Ημερομηνία πρώτης έγκρισης: 12 Μαρτίου 2018 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης: 11 Σεπτεμβρίου 2018

10. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Πηγή: farmako:SPC_2596802.pdf